Συνθετη Αναζητηση Νομοθεσιας - Νομολογιας

Επιλογές Αναζήτησης

Νομοθεσία

ΔΗΛΩΣΗ ΒΟΥΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΑΥΤΗΣ - ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΠΕΡΙ ΕΙΚΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ Η ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΥΡΗ ΚΑΙ ΙΣΧΥΡΗ

Α.Π. 446 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

ΠΕΡΙΛΗΨΗ:


ΔΗΛΩΣΗ ΒΟΥΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΑΥΤΗΣ – ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΚΑΙ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ – ΕΙΚΟΝΙΚΗ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΑΚΙΝΗΤΟΥ – ΚΡΙΣΙΜΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΕΙΝΑΙ Η ΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ – ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΠΕΡΙ ΕΙΚΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ Η ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΥΡΗ ΚΑΙ ΙΣΧΥΡΗ – Σύμβαση μεταβίβασης ακινήτου προς εξασφάλιση δανείου και υπό την απειλή όπλου – Εικονικότητα σύμβασης καθώς η μεταβίβαση έγινε για την εκταμίευση και εξασφάλιση του δανείου – Περαιτέρω μεταβίβαση του ακινήτου στους εναγόμενους – Δεν αποδείχθηκε ότι γνώριζαν για τα περί εικονικότητας, αφού εξόφλησαν κανονικά το τίμημα και δεν είχαν καμία σχέση με τους πωλητές – Εγκυρη η σύμβαση ως προς αυτούς αφού δεν αποδείχθηκε η γνώση της εικονικότητας – Απόρριψη λόγων αναίρεσης (138, 139, 180, 1033 ΑΚ)


Αριθμός 446/2018 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες. 
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. συζ. Χ. Γ., το γένος Δ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο Νικολέττα Αμπελάκια. Των αναιρεσίβλητων: 1. Λ. Ψ. του Α., 2Μ. Φ. του Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Καραβίδα, που ανακάλεσε την από 26-9-2017 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3.Κ. Β. του Κ., 4Ν. Β. του Κ., 5Ά. Β. του Κ., 6 Κ. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως ανωτέρω, η δικηγόρος της αναιρεσείουσας υπέβαλλε αίτημα αναβολής για λόγους υγείας στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας Ν. Χ.. Στο σημείο αυτό ζήτησε και έλαβε το λόγο ο πληρεξούσιος των αντιδίκων, ο οποίος αντέλεξε στο αίτημα αναβολής. 
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στην συζήτηση της υπόθεσης κατά την οποία η αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Νικολέττα Αμπελάκια. 
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας 
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 244/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 152/2014 Εφετείου Λάρισας. 
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την υπ’ αριθμ ...4-2016 αίτησή της. 
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. 
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των παρόντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, διαφορετικά κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...β)των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή...". Χαρακτηρίζονται ως οριστικές αποφάσεις αυτές που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Έτσι, οριστική είναι η απόφαση του Εφετείου ως προς τη διάταξη αυτή, με την οποία, κατ` αποδοχή λόγου έφεσης, γίνεται δεκτό ή απορρίπτεται κύριο ή παρεμπίπτον αίτημα της αγωγής ή ανταγωγής καθ` όλες ή μερικές από τις βάσεις του και απογυμνώνεται το δικαστήριο από οποιαδήποτε στη συνέχεια εξουσία ως προς το αίτημα αυτό της αγωγής ή της ανταγωγής για τις αντίστοιχες βάσεις (ΑΠ 989/2009). Αντίθετα, δεν είναι οριστική η απόφασή του, με την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση, λόγω μη κλήτευσης ή μη νομότυπης κλήτευσης του εφεσίβλητου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθ. .../24-7-2017 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Λάρισας Ε. Γ., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 152/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία, ως προς τους αμέσως κατωτέρω αναιρεσιβλήτους-εφεσιβλήτους, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της σχετικής έφεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση των Β1, Β2, Β3 και Β4 αναιρεσιβλήτων Κ. Β. του Κ., Ν. Β. του Κ., Α. Β. του Κ. και Κ. Β., να παραστούν κατά την ανωτέρω συζήτηση επιδόθηκε σ’ αυτούς νομίμως και εμπροθέσμως. Κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι, μη συνδεόμενοι με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας με τους λοιπούς διαδίκους, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση. Κατόπιν τούτου, το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους και, δοθέντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι οριστική ως προς αυτούς, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη ως προς εκείνους και πρέπει, κατά τα προεκτεθέντα, να απορριφθεί.

Από τις διατάξεις των άρθρων 138, 180, 211 και 214 Α.Κ. προκύπτουν τα εξής: Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε. Συνεπώς, εικονική είναι η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Σκοπός της εν λόγω δήλωσης είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής κατάστασης χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας πραγματικής μεταβολής. Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος. Σε περίπτωση που ο δηλών είναι άμεσος αντιπρόσωπος άλλου, εικονική είναι η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του αντιπροσώπου και όχι του αντιπροσωπευόμενου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 139 ΑΚ, κατά την οποία η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε αγνοώντας την, προκύπτει ότι η εικονικότητα και η από αυτήν ακυρότητα υπάρχει μόνο έναντι εκείνου που συναλλάχθηκε εν γνώσει αυτής, όχι δε και κατά εκείνου που την αγνοεί. Ετσι, στην εικονικότητα μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της κατάρτισής της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Για την εικονικότητα, δηλαδή, της δικαιοπραξίας, αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση, ούτε αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξή της ο δόλος του οφειλέτη στρεφόμενος κατά των δανειστών του (όπως απαιτείται στην περίπτωση του άρθρου 939 Α.Κ.) ή γενικότερα πρόθεση εξαπάτησης κάποιου τρίτου, αλλά ούτε και η ύπαρξη απαίτησης προγενέστερη της εικονικής εκποίησης. Η κατά τα άνω ακυρότητα της δικαιοπραξίας είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ (ΑΠ 2260/2014, ΑΠ 160/2013). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, όπως είναι η πώληση, γίνεται δε αυτή (συμφωνία) με συμβολαιογραφικό έγγραφο υποβαλλόμενο σε μεταγραφή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο 1ος ενάγων, Χ. Γ., ο οποίος είναι σύζυγος της 2ης ενάγουσας-6ης εφεσίβλητης, Β. Γ., περί το μήνα Ιούνιο του έτους 2004, αντιμετωπίζοντας οικονομική δυσκολία και δυσχέρεια στην εξεύρεση ρευστού χρήματος, προκειμένου να αγοράσει έναν γερανό, που θα τοποθετούσε σε πλοίο ιδιοκτησίας του, για τη φορτοεκφόρτωση εμπορευμάτων και την επαύξηση έτσι των δυνατοτήτων απόδοσης του, λόγω της καταχώρησης του στο σύστημα δυσμενών στοιχείων "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ", δεν μπόρεσε, παρά τις συνεχείς προσπάθειες, να λάβει δάνειο από κάποιο τραπεζικό ίδρυμα. Στη συνέχεια, μέσω του κουμπάρου του Ε. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος γνώριζε λόγω γειτονίας, τον Ά. Β. (3° εναγόμενο), στα τέλη του Ιουλίου του 2004 και στο κατάστημα του πρώτου, ήλθε σε επαφή με τον τελευταίο, με σκοπό την πιθανή δανειοδότηση του. Ακολούθως, ο 1ος ενάγων ήλθε τις επόμενες ημέρες σε δεύτερη επαφή με τον Ά. Β., σε χώρο διασκεδάσεως στην πόλη της Λάρισας, όπου έγιναν σχετικές συζητήσεις, ότι ο 1ος ενάγων είχε άμεση ανάγκη από 300.000 ευρώ, τις οποίες θα δάνειζαν οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι, Κ., Ν. και Ά. Β., που είναι αδελφοί, με τόκο 50.000 κι επιστροφή του κεφαλαίου και των τόκων στις 30-3-2005. Στις 30-7-2004, ο 1ος ενάγων συναντήθηκε εκ νέου με τον Ά. και τον αδελφό του Ν. Β., σε κέντρο διασκεδάσεως στο Βόλο, όπου οι ανωτέρω εναγόμενοι του παρέστησαν ψευδώς ότι είχαν τη δυνατότητα να του χορηγήσουν το δάνειο αυτό με χρόνο απόδοσης τις 30-3-2005, χρησιμοποιώντας ως ασφάλεια του δανείου, ένα κατάστημα της συζύγου του και 6ης εφεσίβλητης- 2ης ενάγουσας, το οποίο θα μεταβιβαζόταν σ’ αυτούς και θα αναμεταβιβαζόταν στην ιδιοκτήτριά του μετά την επιστροφή του δανείου. Τελικά, στις 5-8-2004, ο 1ος ενάγων μετέβη στον Τύρναβο στο συμβολαιογραφείο της Α. Θ., εφοδιασμένος με το υπ’ αριθ. .../2004 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Βόλου Π. Λ., με το οποίο η σύζυγος του, κάτω από αυτές τις συνθήκες και κατά προτροπή του συζύγου της, έδινε σ’ αυτόν την πληρεξουσιότητα να μεταβιβάσει το ακίνητο της.

Στο συμβολαιογραφείο, συντάχθηκε το υπ’ αριθ. .../2004 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο οριζόντιας ιδιοκτησίας, που μεταγράφηκε ....... των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Βόλου, δυνάμει του οποίου μεταβιβάστηκε στον 1° εναγόμενο (Κ. Β.) το ένδικο κατάστημα του ισογείου ορόφου εμβαδού 82 τ.μ., κείμενο σε οικοδομή επί της οδού ... στο Βόλο, με αναγραφόμενο τίμημα το ποσό των 86.172,16 ευρώ, ήτοι την αντικειμενική αξία του, αν και η αγοραία αξία του ανερχόταν περίπου στο ποσό των 200.000 ευρώ. Μετά την κατάρτιση του πωλητηρίου συμβολαίου, ενώ ο 3ος εναγόμενος (Ά. Β.) μετέβαινε με το αυτοκίνητο του 1ου ενάγοντος στο κατάστημα της ... της ΑΙΡΗΑ ΒΑΝΚ, προκειμένου να του καταβληθεί το ποσό του δανείου, καθ’ οδόν με την απειλή περιστρόφου τον υποχρέωσε να εισέλθει σε χωματόδρομο, όπου μετ’ ολίγο μετέβησαν με άλλο αυτοκίνητο ο πρώτος και δεύτερος των εναγομένων, μαζί με άλλο άγνωστο άτομο, οι οποίοι τελούσαν σε συνεννόηση μαζί με τον 3° εναγόμενο και από κοινού γρονθοκόπησαν τον 1ον ενάγοντα και με τη βία του απέσπασαν από το χέρι το χρυσό ρολόϊ τύπου ROLEX, μεσαίου μεγέθους, που έφερε στο χέρι, και στη συνέχεια τον εγκατέλειψαν εκεί και απομακρύνθηκαν με το αυτοκίνητο του 1ου εναγομένου, εκτοξεύοντας εναντίον του σοβαρές απειλές κατά της ζωής εκείνου και των μελών της οικογένειας του, οι οποίες συνεχίστηκαν και εντάθηκαν το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα.

Από τότε, δεν του κατέβαλαν ποτέ το ποσό του δανείου, παρά τις περί τούτου εν γνώσει τους ψευδείς διαβεβαιώσεις τους, ούτε αναμεταβίβασαν το ακίνητο στη σύζυγο του 6η εφεσίβλητη-2η ενάγουσα, παρότι είχαν την προς τούτο υποχρέωση, στην οποία προκάλεσαν ισόποση με την ανωτέρω αγοραία αξία του ακινήτου ζημία. Επιπλέον, οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι, αφού παρέστησαν ψευδώς στον 1° ενάγοντα ότι θα αναμεταβιβάσουν αμέσως το ακίνητο στη 6η εφεσίβλητη -2η ενάγουσα σύζυγο του, εφόσον τους κατέβαλε το ποσό των 50.000 ευρώ ως δήθεν δαπάνη αναμεταβίβασης, έπεισαν αυτόν να τους καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ μέσω λογαριασμών τρίτων προσώπων, που του είχαν υποδείξει, από το ποσό δε αυτό ο 1ος ενάγων, μετά από επίμονη προσπάθεια και διαπραγμάτευση, έλαβε μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γ. Σ. το ποσό των 25.000 ευρώ, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το υπ’ αριθ. ...10-2005 παραστατικό της Εθνικής Τράπεζας, ο 1ος ενάγων κατέβαλε σε λογαριασμό της Α. Γ. το ποσό των 5.000 ευρώ, σύμφωνα με το από 17-11-2005 παραστατικό της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, κατέβαλε στην Ε. Κ. το ποσό των 30.000 ευρώ, σύμφωνα με το από 4-1-2006 παραστατικό της ίδιας ως άνω τράπεζας, κατέβαλε σε λογαριασμό του Π. Μ. το ποσό των 9.000 ευρώ, ενώ ποσό 6.000 ευρώ σε μετρητά κατέβαλε στον Κ. και Α. Β. σε διάφορες ημερομηνίες.

Σημειωτέον, ότι ο 1ος ενάγων κατέθεσε την από 22-3-2006 μήνυση κατά των τεσσάρων πρώτων εναγομένων, για τις ως άνω κακουργηματικές πράξεις της σύστασης εγκληματικής οργάνωσης, της απάτης, της τοκογλυφίας και της ληστείας, για τις οποίες, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατ’ αυτών και με την υπ’ αριθ. 513/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, οι ανωτέρω εναγόμενοι, πλην του Κ. Β., καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές κάθειρξης. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι το υπ’ αριθ. .../2004 συμβόλαιο, που προαναφέρθηκε, ήταν εικονικό, δηλαδή καταρτίστηκε μόνο κατά το φαινόμενο και όχι σπουδαία και σοβαρά, ύστερα από αμοιβαία συμφωνία, του 2ου εναγομένου αγοραστή, της 6ης εφεσίβλητης- 2ης ενάγουσας πωλήτριας- ιδιοκτήτριας αυτού και του πληρεξουσίου της 1ου ενάγοντος και νομίμου αντιπροσώπου, προκειμένου να λειτουργήσει η μεταβίβασή του ως καταπιστευτική δικαιοπραξία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, ώστε να εξασφαλιστεί το ποσό του δανείου. Έτσι, αποδείχθηκε πλήρως ότι οι γενόμενες με το επίδικο συμβόλαιο δηλώσεις βουλήσεως, τόσο του 1ου ενάγοντος, στο πρόσωπο του οποίου κρίνεται και η πραγματική βούληση της αντιπροσωπευομένης από αυτόν 6ης εφεσίβλητης- 2ης ενάγουσας, όσο και του 1ου εναγομένου, για τις περιεχόμενες στο συμβόλαιο αυτό δικαιοπραξίες της πώλησης και της μεταβίβασης της κυριότητας του εν λόγω ακινήτου, δεν έγιναν στα σοβαρά και ότι αυτό που θέλησαν πράγματι οι αντισυμβαλλόμενοι δεν ήταν η πώληση και η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου αυτού, αλλά ότι οι εικονικές αυτές δηλώσεις έγιναν για τον σκοπό που προαναφέρθηκε, ήτοι τη δανειοδότηση του 1ου ενάγοντος και την ασφάλεια της απαίτησης από το δάνειο, όπως ακριβώς ο 1ος εναγόμενος είχε προτείνει στον 1° ενάγοντα και εκείνος δέχθηκε. Αυτό δε το γεγονός ενισχύεται και από το ότι μετά τη μεταβίβαση του καταστήματος στον 1° εναγόμενο, η 6η εφεσίβλητη- 2η ενάγουσα παρέμεινε στη νομή και χρήση του, καθόσον το εκμίσθωνε ως αποθήκη στο Γ. Τ., ο οποίος τελικά εκδιώχθηκε τον Οκτώβριο του 2004 από το ακίνητο, με απειλές και κλοπή των πραγμάτων που είχε τοποθετήσει, από τους τρεις πρώτους εναγομένους.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο 1ος εναγόμενος, στον οποίο μεταβιβάστηκε το επίδικο ακίνητο, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../15-12-2005 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Βόλου Β. Μ., που μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών στον τόμο ..., μεταβίβασε κατ’ ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου, λόγω πωλήσεως, στους εκκαλούντες- 6° εναγόμενο και τη σύζυγο του 7η εναγομένη, το επίδικο ακίνητο, αντί τιμήματος αναγραφόμενου στο συμβόλαιο ίσου με την αντικειμενική αξία του από 77.554,94 ευρώ. Συγκεκριμένα, οι εκκαλούντες, 6ος και 7η των εναγομένων, εκ των οποίων ο πρώτος ασκεί το επάγγελμα του τουριστικού πράκτορα και η δεύτερη το επάγγελμά της γενικής ιατρού, περί τα τέλη Νοεμβρίου του 2005, σε αναζήτηση επί πέντε μήνες κεντρικού διαμερίσματος στο Βόλο, εντόπισαν, τόσο στις αγγελίες ακινήτων στην εφημερίδα "..." της 29-11-2005, όσο και στις αγγελίες ακινήτων του μεσιτικού γραφείου Δ. της εφημερίδας "..." της 12-11-2005 και 13-11-2005, σχετική αγγελία πώλησης του επίδικου καταστήματος, αντί τιμήματος 87.000 ευρώ. Στη συνέχεια ήλθαν σε επαφή με τον υπεύθυνο της εταιρίας "...", Η. Τ., 5° εναγόμενο, με τον οποίο διαπραγματεύθηκαν, την αγορά του ως άνω ακινήτου και ακολούθως έλεγξαν τον τίτλο κτήσης του ακινήτου για τυχόν βάρη ή διεκδικήσεις, μετά δε από αυτές τις διαδικαστικές ενέργειές τους, οι ως άνω εναγόμενοι συμβλήθηκαν με τον πρώτο εναγόμενο, τον οποίο συνάντησαν για πρώτη φορά κατά την υπογραφή του ενδίκου συμβολαίου, και αγόρασαν τελικά το ακίνητο στην αναγραφόμενη στο συμβόλαιο αξία των 77.554 ευρώ, που κατέβαλαν με δικά τους χρήματα μέσω επιταγής της τράπεζας EUROBANK ποσού 27.600 ευρώ και κατόπιν λήψης δανείου από την Τράπεζα EUROBANK ποσού 50.000 ευρώ, δυνάμει της υπ’ αριθ. ...... δανειακής σύμβασης, η οποία εξασφαλίστηκε με σχετική συναινετική προσημείωση σε άλλο ακίνητο των αγοραστών.

Επίσης, κατέβαλαν στον μεσίτη Η. Τ., ως αμοιβή του για τη μεσιτεία του επίδικου διαμερίσματος, σε ποσοστό 2% επί του τιμήματος, το ποσό των 1.500 ευρώ. Επομένως, αποδείχθηκε ότι το υπ’ αριθ. .../2005 συμβόλαιο, που προαναφέρθηκε, δεν ήταν εικονικό, δηλαδή δεν καταρτίστηκε μόνο κατά το φαινόμενο, αλλά σπουδαία και σοβαρά, όσον αφορά τους εκκαλούντες, 6ο και 7η των εναγομένων, διότι δεν υπήρξε αμοιβαία συμφωνία μεταξύ του 1ου εναγομένου ως πωλητή και των εκκαλούντων, 6ου και 7ης των εναγομένων ως αγοραστών, προκειμένου να λειτουργήσει η μεταβίβασή του ως εικονική δικαιοπραξία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, ώστε να διαγραφεί από τη μερίδα των ακινήτων του 1ου εναγομένου το επίδικο ακίνητο, το οποίο αποτελούσε αποδεικτικό και επιβαρυντικό στοιχείο ενοχής και των τεσσάρων πρώτων εναγομένων, διότι εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε εξέλιξη εισαγγελική και ανακριτική έρευνα σε βάρος τους, για την τέλεση αξιόποινων πράξεων. Επιπροσθέτως, αν και η γενόμενη με το επίδικο συμβόλαιο δήλωση βουλήσεως του 1ου εναγομένου, για τις περιεχόμενες στο συμβόλαιο αυτό δικαιοπραξίες της πώλησης και της μεταβίβασης της κυριότητας του εν λόγω ακινήτου, δεν έγινε στα σοβαρά και ότι αυτό που θέλησε πράγματι ο παραπάνω αντισυμβαλλόμενος δεν ήταν η πώληση και η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου αυτού, αλλά ότι η εικονική αυτή δήλωση έγινε για τον σκοπό που προαναφέρθηκε, ήτοι τη διαγραφή από τη μερίδα του 1ου εναγομένου του ακινήτου, οι εκκαλούντες, 6ος και 7η των εναγομένων, ως αντισυμβαλλόμενοι, δεν γνώριζαν την εικονικότητα της δήλωσης αυτής και επομένως, η σχετική σύμβαση πώλησης είναι έγκυρη. Συνεπώς, ο σχετικός αγωγικός ισχυρισμός, ότι οι εκκαλούντες, 6ος και 7η των εναγομένων, γνώριζαν την εικονικότητα της δήλωσης αυτής, είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Επίσης, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε βάσιμα ότι οι εκκαλούντες, 6ος και 7η των εναγομένων συμμετείχαν ως μέλη της εγκληματικής ομάδας, που συνέστησαν οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι, προκειμένου να αποσπάσουν το ακίνητο από την κυριότητα και νομή της 6ης εφεσίβλητης-2ης ενάγουσας, καθότι, ως προαναφέρθηκε, αυτοί δεν γνώριζαν τους ως άνω εναγόμενους, ούτε είχαν αναπτύξει κάποια προσωπική ή επαγγελματική σχέση μ’ αυτούς, ώστε να συμβληθούν στην πώληση του ακινήτου σ’ αυτούς.

Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αν και έγιναν δεκτά με την εκκαλουμένη απόφαση, εντούτοις αναγνωρίσθηκε η 6η εφεσίβλητη-2η ενάγουσα κυρία του επιδίκου ακινήτου έναντι των εκκαλούντων, με την αιτιολογία ότι συνεπεία της εικονικότητας και της συνακόλουθης ακυρότητας της υπ’ αριθ. .../5-8-2004 σύμβασης αγοραπωλησίας του επίδικου ακινήτου, ο 1ος εναγόμενος (Κ. Β.), δεν απέκτησε την κυριότητά του και επομένως, με την εν συνεχεία καταρτισθείσα με αριθμό .../15-12-2005 σύμβαση πώλησης οριζόντιας ιδιοκτησίας, δεν μεταβιβάστηκε η κυριότητα του ακινήτου στους εκκαλούντες, 6ο και 7η των εναγομένων και ότι, ως εκ τούτου, η 6η εφεσίβλητη-2η ενάγουσα, η οποία απέκτησε την κυριότητα του επίδικου καταστήματος με την υπ’ αριθ. .../1977 σύμβαση πώλησης του συμβολαιογράφου Βόλου Δ. Μ., νομίμως μεταγεγραμμένη..... , πρέπει να αναγνωριστεί κυρία με παράγωγο τρόπο του επίδικου καταστήματος. Κρίνοντας, όμως έτσι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως βάσιμα ισχυρίζονται με την έφεσή τους οι 6ος και 7η των εναγομένων- εκκαλούντες".

Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση ως προς τον 5ο εφεσίβλητο, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση ως προς την 6η εφεσίβλητη εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τους εκκαλούντες και απέρριψε ως προς αυτούς την αγωγή των 5ου και 6ης των εφεσιβλήτων περί αναγνώρισης ως ακύρων των επιδίκων συμβάσεων πώλησης ακινήτου, ως εικονικών. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στη μείζονα σκέψη, δεν παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες σ’ αυτήν διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της προβαλλόμενης εικονικότητας, οι δε τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση συγχωρείται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 160 παρ. 3, 223, 269, 377 παρ. 1, 463, 478, 505 παρ. 2, 517, 525 παρ. 2, 527, 529 παρ. 2, 543, 545 παρ. 5, 558, 562 παρ. 2 κλπ ΚΠολΔ, που διαλαμβάνουν ρητώς περί απαραδέκτου, συνάγεται ότι απαράδεκτο, για την κήρυξη ή μη κήρυξη του οποίου δίδεται ο από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, υπάρχει, όταν συνεπεία τούτου απορρίπτεται από το Δικαστήριο της ουσίας η αγωγή ή το ένδικο μέσο, όχι δε και όταν κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για την παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου είναι απαράδεκτος, διότι, το Εφετείο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή των πέμπτου και έκτης των εφεσιβλήτων ή την ασκηθείσα κατά της πρωτόδικης απόφασης έφεση, αλλά κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης ως προς τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των εφεσιβλήτων.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και ως προς τους παρισταμένους πρώτο και δεύτερη αναιρεσιβλήτους, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
Απορρίπτει την από 6-4-2016 αίτηση της Β. συζύγου Χ. Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 152/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. 
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων Λ. Ψ. του Α. και Μ. Φ. του Α., συζύγου Λ. Ψ., την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2018.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ