Συνθετη Αναζητηση Νομοθεσιας - Νομολογιας

Επιλογές Αναζήτησης

Νομοθεσία

ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΟΥ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΥ - ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ - ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΠΕΡΙ ΨΕΥΔΟΡΚΙΑΣ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΟΥ ΜΕ ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΒΑΣΙΜΟ ΛΟΓΟ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗΣ

Α.Π. 584/2019 (Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΟΥ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΥ - ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ - ΠΟΙΟΙ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ - ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΕΣ ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ - ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΠΕΡΙ ΨΕΥΔΟΡΚΙΑΣ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΟΥ ΜΕ ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΒΑΣΙΜΟ ΛΟΓΟ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗΣ (525 παρ. 1, 527 Κ.Ποιν.Δ) - Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου, ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, όπως και οι παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, καθώς επίσης και εκείνα τα γεγονότα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Ισχυρισμοί περί ψευδών μαρτυρικών καταθέσεων, πρέπει, να αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, καθόσον δεν επηρεάζει την παραδοχή της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας το γεγονός ότι ελήφθησαν υπόψη για τη δικαστική κρίση καταθέσεις μαρτύρων που είπαν ψέματα, εάν ο αιτών δεν ισχυρίζεται παράλληλα ότι η ψευδορκία των μαρτύρων αποδείχθηκε με αμετάκλητη απόφαση (Α.Π. 1111/2011).


Αριθμός 584/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπατζάκη-Δρακούλη και Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2018, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Γ. Γ. του Β., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης … ο οποίος δεν εμφανίσθηκε, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 800/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21/9/2017 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1307/17.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Παπαγεωργίου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αριστέας Θεοδόση με αριθμό 81/29-3-2018, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Συμβούλιο σας, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 527 παρ. 3 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. πρωτ. 10353/2017 αίτηση του Γ. Γ. του Β., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης …, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την έκδοση σε βάρος του, της υπ' αριθμ. 800/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περ. 2 του Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα.

Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Τα νέα, άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν, πρέπει να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υποθέσεως, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου με τον οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τελέσεως ορισμένου εγκλήματος. Δεν είναι όμως νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης διαδικασίας η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων όπως και παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.

Επίσης, δεν είναι νέα και άγνωστα γεγονότα όσα είχαν τεθεί υπ' όψη του δικαστή ρητά ή έμμεσα και απορρίφθηκαν από αυτόν έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν εκτιμήθηκαν από αυτόν προσηκόντως, αφού η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Περαιτέρω, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορο του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο).

Αρμόδιο δε να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση του Γ. Γ. του Β., με την οποία αυτός επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 800/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία καταδικάσθηκε αμετακλήτως για τα εγκλήματα, της υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από εντολοδόχο και πλαστογραφίας μετά χρήσεως, επειδή, σύμφωνα με αυτή, μετά την καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέες αποδείξεις που καθιστούν φανερό, όπως διατείνεται, ότι είναι αθώος των πράξεων αυτών, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο), κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν.

Στην προκειμένη υπόθεση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 800/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε παρουσία του αιτούντος, ο τελευταίος καταδικάσθηκε για κακουργηματική υπεξαίρεση, καθώς και για το πλημμέλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, σε συνολική ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών. Συγκεκριμένα, καταδικάσθηκε για το ότι, "στους παρακάτω χρόνους με περισσότερες της μίας πράξεις τέλεσε πλείονα εγκλήματα και δη:

Α) Στον Πειραιά κατά το κατωτέρω χρονικό διάστημα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε, παρανόμως ξένα κινητά πράγματα ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, περιελθόντα στην κατοχή του και εμπιστευμένα σε αυτόν, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο, κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2000 έως και τον Δεκέμβριο του 2005, υπό την ιδιότητα του λογιστή και του εντολοδόχου, αρχικώς του Ν. Κ., που έως τον θάνατο του (26-6-2005) διατηρούσε στο ... (...) την ατομική επιχείρηση κατασκευής και εμπορίας εξαρτημάτων, αλουμινίου με την επωνυμία "..." και μετά τον θάνατο του τελευταίου, ήτοι από την 26η-6-2005 έως και τον Δεκέμβριο του 2005, της κοινωνίας των κληρονόμων του θανόντος, αν και όφειλε, λόγω της ανωτέρω ιδιότητάς του και κατόπιν συμφωνίας με τον αρχικό εντολέα του Ν. Κ. και, μετά τον θάνατο του, με τον εκπρόσωπο της κοινωνίας των κληρονόμων του, να καταβάλει κατ' εντολή και για λογαριασμό του:

α) στο αρμόδιο Ι.Κ.Α. …. τις εργοδοτικές και εργατικές ασφαλιστικές εισφορές του εργαζομένου Ι. Κ. του Κ., που απασχολείτο στην ως άνω επιχείρηση, όσο ζούσε ο Ν. Κ. και ανέρχονταν για αυτό το διάστημα (4/2000 έως 6/2005), στο χρηματικό ποσό των 19.028,66 ευρώ (2.657,96 ευρώ για το έτος 2000, 3.912,25 ευρώ για το έτος 2001, 7.405,48 ευρώ για το έτος 2002,2.301,75 ευρώ για το έτος 2003, 589,39 ευρώ για το έτος 2004 και 2.161,83 ευρώ έως και τον Ιούνιο του 2005) και β) στην αρμόδια … ΔΟΥ …., το χρηματικό ποσό των 3.141,42 ευρώ για την πληρωμή του ΦΠΑ για το έτος 2004 και για τους φόρους εισοδήματος των ετών 2004 και 2005 (1.047,24 ευρώ για το ΦΠΑ, 1.611,09 ευρώ για τον φόρο εισοδήματος 2005 και 483,09 ευρώ για τον φόρο εισοδήματος του 2004), αυτός, παρότι είχε εισπράξει τα ως άνω ποσά από τους προαναφερθέντες εντολείς, δεν κατέβαλε τίποτε σε καμμία από τις δύο υπηρεσίες, αλλά με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, παρακράτησε παράνομα στο σύνολο του το ως άνω ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας χρηματικό ποσό των 22.169,88 ευρώ (19.028,66 + 3.141,42), το οποίο δεν το έχει επιστρέψει μέχρι σήμερα, και Β) σε μη εξακριβωθείσα επακριβώς ημερομηνία, εντός πάντως του χρονικού διαστήματος από 1-8 έως 16- 8-2006, κατήρτισε πλαστό έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει άλλον, σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ακολούθως, δε, την 16η-8-2006, έκανε χρήση του ως άνω εγγράφου.

Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρονικό διάστημα, για να παραπλανήσει τα μέλη της κοινωνίας κληρονόμων του Ν. Κ. ότι είναι ασφαλιστικώς ενήμερη η σχετική επιχείρηση και να της αποκρύψει την παράνομη ιδιοποίηση από τον ίδιο των χρηματικών ποσών, που του είχε καταβάλει ο ως άνω θανών για τις ασφαλιστικές εισφορές του διαστήματος από 4/2000 έως 6/2005 προμηθεύτηκε ένα έντυπο ασυμπλήρωτης βεβαίωσης ασφαλιστικής ενημερότητας, που χρησιμοποιεί το ΙΚΑ και για να την εμφανίσει ως γνήσια βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας, που εξέδωσε η διευθύντρια του ΙΚΑ ….για την κοινωνία, των κληρονόμων του Ν. Κ., την συμπλήρωσε ως εξής: στην θέση της ημερομηνίας έθεσε την 16η-8-2006, του αριθμ. πρωτ. το Τ517, της επωνυμίας της επιχειρήσεως, του αντικειμένου της και της διευθύνσεως της τα "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΩΝ Ν. Κ. Α.Γ.Μ. ...30 Α.Φ.Μ. ...370", "..." και "...", σημείωσε 'Χ' στο τετράγωνο "Δεν οφείλει ληξιπρόθεσμες εισφορές", προσέθεσε με δικά του γράμματα ότι η βεβαίωση αυτή έχει ισχύ μέχρι την 15η-2-2007 και στην θέση της υπογραφής του εκδότη της, έθεσε μία σφραγίδα με το όνομα Σ. (το πατρικό όνομα της διευθύντριας του ΙΚΑ …..), που καλυπτόταν από το αποτύπωμα μίας στρογγυλής σφραγίδας, στην οποία αναγραφόταν "Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων", ήτοι η προηγούμενη ονομασία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας. Ακολούθως δε την 16η-8-2006 έκανε χρήση αυτής, καθώς την απέστειλε τηλεμοιοτυπικώς (με φαξ) στην μητέρα του εκκαλούντος Μ. Κ., προκειμένου μέσω αυτής, να λάβει γνώση του ψευδούς περιεχομένου της και να παραπλανηθεί ο εγκαλών, που ήταν και ο διαχειριστής της ως άνω κοινωνίας των κληρονόμων".

Ήδη, επιδιώκων ο αιτών την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την ως άνω καταδικαστική απόφαση, επικαλείται και προσκομίζει, ως νέα στοιχεία α) την υπ' αριθμ. …74/28-6-2017 ένορκη βεβαίωση του Γ. Α. του Δ., ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, β) την υπ' αριθμ. …75/28-6-2017 ένορκη βεβαίωση του Θ. Α. του Χ., ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, και γ) την από 29-6-2017 μήνυση αυτού, κατά των 1) Π. Κ. του Ν., 2) Μ. Κ. του Π., κατοίκων ..., και 3) Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ... και κατά παντός συμμέτοχου, για απάτη στο Δικαστήριο, ψευδορκία μάρτυρος και συκοφαντική δυσφήμηση. Ωστόσο, οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, το περιεχόμενο των οποίων ταυτίζεται απολύτως, δόθηκαν από πρόσωπα που δεν είχαν εξετασθεί ή προταθεί ως μάρτυρες σε κανένα στάδιο της ποινικής διαδικασίας.

Περαιτέρω, αυτές δόθηκαν την ίδια ημερομηνίας, μάλιστα μετά από τρία (3) έτη και επτά (7) μήνες, από την καταδίκη του αιτούντος, ενώ παράλληλα την επομένη, 29-6-2017, υπεβλήθη από τον τελευταίο και η προαναφερόμενη έγκληση. Τα επικαλούμενα ως προκύψαντα νέα στοιχεία, ουδόλως καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα του αιτούντος, από δε την συνεκτίμηση και των πιο πάνω νέων στοιχείων, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αϊτών είναι αθώος των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε. Επιπροσθέτως, οι καταγγελλόμενες αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μαρτύρων, δε αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ούτε προκύπτει άλλωστε η συνδρομή κάποιου λόγου, από τους αναφερόμενους στην ίδια διάταξη. Είναι προφανές ότι με την επίκληση του ως άνω λόγου επανάληψης της διαδικασίας, επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της καταδικαστικής απόφασης, ο οποίος όμως είναι ανεπίτρεπτος. Επομένως, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, ως ουσία αβάσιμη, και να καταδικασθεί ο αϊτών στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ. Κατ' ακολουθία δεν πρέπει να ανασταλεί η εκτέλεση της εκτιομένης υπό του αιτούντος ποινής (άρθρο 529 Κ.Π.Δ.), περί της οποίας διατυπούται αίτημα στην ίδια αίτηση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΡΟΤΕΙΝΕΤΑΙ: Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. πρωτ. 10353/2017 αίτηση του Γ. Γ. του Β., κατοίκου ... (οδός ... - ...) και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Χαλκίδας, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα, με την έκδοση σε βάρος του, της υπ' αριθμ. 800/27-11-2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Να απορριφθεί το αίτημα του ιδίου, για αναστολή της εκτιομένης ποινής αυτού.
Να καταδικασθεί ο αιτών στα διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αριστέα Ι. Θεοδόση
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός, που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και οι οποίες μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες από μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Τα νέα, άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές γεγονότα ή αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν, πρέπει, να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υπόθεσης, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου, με το οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τελέσεως ορισμένου εγκλήματος. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου, ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, όπως και οι παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, καθώς επίσης και εκείνα τα γεγονότα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.

Περαιτέρω, κατά μεν την παρ.1 εδ.3 του άρθρου 525 του Κ.Ποιν.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια τα οποία είχαν προσαχθεί ή ληφθεί υπόψη στη διαδικασία του ακροατηρίου...κατά δε την παρ.2 του ιδίου άρθρου 525 οι κατά την παρ.1 αρ.3 αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας, της πλαστογραφίας...πρέπει, να αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εκτός αν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδισαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη.

Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ. 1 εδ. α' και 527 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ., αρμόδιο να αποφασίσει επί της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου αν η αμετάκλητη απόφαση απαγγέλθηκε από το Εφετείο.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών, με την από 21-9-2017 αίτησή του, επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την 800/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία κατέστη αμετάκλητη δι' απορρίψεως της ασκηθείσας κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής με την υπ' αριθμ. 710/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου και τον καταδίκασε σε συνολική κάθειρξη επτά (7) ετών για τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερης μεγάλης αξίας από εντολοδόχο κατ' εξακολούθηση και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως (σε επίπεδο πλημ/τος) που προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 1, 13γ, 14, 26 παρ. 1α, 27, 51, 52, 53, 60, 63, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.1 εδ. α, β και 375 παρ.2 εδ. α, συνδ. παρ.1 του Π.Κ. Για την απαιτούμενη επανάληψη της υπόψη ποινικής διαδικασίας επικαλείται ο καταδικασθείς ότι λόγω της ουσιαστικής του απουσίας από το ακροατήριο του παραπάνω δικαστηρίου (εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο), οι μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως γεγονότα ψευδή ως αληθή στο ακροατήριο του ιδίου δικαστηρίου, κατόρθωσαν να εξαπατήσουν του δικάσαντες δικαστές και ως νέα στοιχεία, άγνωστα στους δικαστές που τον δίκασαν, επικαλείται και προσκομίζει στη δικογραφία την ΑΒΜ Δ2017/1802 μήνυσή του κατά των τριών μαρτύρων που κατέθεσαν στην ποινική δίκη, καθώς και δύο ένορκες καταθέσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών άλλων τρίτων μαρτύρων, του Θ. Α. και του Ν. Α.. Έγγραφα που αναφέρει στην αίτησή του, από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, προκύπτουν όσα αναφέρει και επιβεβαιώνουν (κατά τις απόψεις του) ότι έπρεπε να είχε αθωωθεί.

Η υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας είναι νόμιμη κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 525 παρ. 1 περ.1,2 Κ.Ποιν.Δ., αρμοδίως δε εισαγομένη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου σε Συμβούλιο κατά τις διατάξεις των άρθρων 528 παρ. 1α και 527 παρ. 3 ιδίου Κώδικα, πρέπει, να εξεταστεί περαιτέρω κατά το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, καίτοι ο αιτών δεν εμφανίσθηκε, αφού νομίμως και εμπροθέσμως κλήθηκε, όπως προκύπτει από το από 1-6-2018 αποδεικτικό επίδοσης της γραμματέως ΚΑ Φυλακών …. Π. Μ. προς αυτόν για να εμφανισθεί κατά την παρούσα μετ' αναβολή, από τη δικάσιμο της 4-5-2018, δικάσιμο (19-10-2019). Από όσα αναφέρονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς που καταδίκασε τον αιτούντα, προκύπτει ότι αυτός κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε για το ότι: "Στους παρακάτω χρόνους με περισσότερες της μιας πράξεις τέλεσε πλείονα εγκλήματα και δη:

Α) Στον …. κατά το κατωτέρω χρονικό διάστημα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένα κινητά πράγματα ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, περιελθόντα στην κατοχή του και εμπιστευμένα σε αυτόν, λόγω της ιδιότητά του ως εντολοδόχου και συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο, κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2000 έως και το Δεκέμβριο του 2005, υπό την ιδιότητα του λογιστή και του εντολοδόχου, αρχικώς του Ν. Κ., που έως το θάνατό του (26-6-2005) διατηρούσε στο ... (...) την ατομική επιχείρηση κατασκευής και εμπορίας εξαρτημάτων αλουμινίου με την επωνυμία "..." και μετά το θάνατο αυτού, ήτοι από την 26-6-2005 έως και το Δεκέμβριο του 2005, της κοινωνίας των κληρονόμων του θανόντος, αν και όφειλε, λόγω της ανωτέρω ιδιότητάς του και κατόπιν συμφωνίας με τον αρχικό εντολέα του Ν. Κ. και, μετά το θάνατό του, με τον εκπρόσωπο της κοινωνίας των κληρονόμων του, να καταβάλει κατ' εντολή και για λογαριασμό του:

α) στο αρμόδιο ΙΚΑ …. τις εργοδοτικές και εργατικές εισφορές του εργαζομένου Ι. Κ. του Κ., που απασχολείτο στην ως άνω επιχείρηση, όσο ζούσε ο Ν. Κ. και ανέρχονταν για το διάστημα αυτό (4/2000 έως 6/2005) στο χρηματικό ποσό των 19.028,66 ευρώ (2.657,96 ευρώ για το έτος 2000, 3.912,25 ευρώ για το έτος 2001, 7.405,48 ευρώ για το έτος 2002, 2.301,75 ευρώ για το έτος 2003, 589,39 ευρώ για το έτος 2004 και 2.161,83 ευρώ έως τον Ιούνιο του 2005) και β) στην αρμόδια …. Δ.Ο.Υ. …., το χρηματικό ποσό των 3.141,42 ευρώ για την πληρωμή του ΦΠΑ για το έτος 2004 και για τους φόρους εισοδήματος των ετών 2004 και 2005 (1.047,24 ευρώ για το ΦΠΑ, 1.611,09 ευρώ για το φόρο εισοδήματος 2005 και 483,09 ευρώ για το φόρο εισοδήματος του 2004), αυτός, παρότι είχε εισπράξει τα ως άνω ποσά από τους προαναφερθέντες εντολείς, δεν κατέβαλε τίποτε σε καμία από τις δύο υπηρεσίες, αλλά με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, παρακράτησε παράνομα το σύνολο του ως άνω ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας χρηματικό ποσό των 22.169,88 ευρώ (19.028,66 + 3.141,42), το οποίο δεν το έχει επιστρέψει μέχρι σήμερα και

Β) σε μη εξακριβωθείσα επακριβώς ημερομηνία, εντός πάντως του χρονικού διαστήματος από 1-8 έως 16-8-2006, κατήρτισε πλαστό έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ακολούθως δε, την 16-8-2006 έκανε χρήση του ως άνω εγγράφου. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρονικό διάστημα, για να παραπλανήσει τα μέλη της κοινωνίας κληρονόμων Ν. Κ. ότι είναι ασφαλιστικώς ενήμερη η επιχείρηση και να της αποκρύψει την παράνομη ιδιοποίηση από τον ίδιο των χρηματικών ποσών που του είχε καταβάλει ο ως άνω θανών για τις ασφαλιστικές εισφορές του χρονικού διαστήματος από 4/2000 έως 6/2005, προμηθεύτηκε ένα έντυπο ασυμπλήρωτης βεβαίωσης ασφαλιστικής ενημερότητας που χρησιμοποιεί το ΙΚΑ και για να την εμφανίσει σαν γνήσια βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας, που εξέδωσε η διευθύντρια του ΙΚΑ …. για την κοινωνία των κληρονόμων Ν. Κ., την συμπλήρωσε ως εξής: στη θέση της ημερομηνίας έθεσε την 16-8-2006, του αριθμ. πρωτ. το Τ517, της επωνυμίας της επιχείρησης, του αντικειμένου της και της διευθύνσεώς της τα "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΩΝ Ν. Κ. Α.Γ.Μ. ...30 Α.Φ.Μ. ...370", "..." και "...", σημείωσε "χ" στο τετράγωνο "δεν οφείλει ληξιπρόθεσμες εισφορές", προσέθεσε με δικά του γράμματα ότι η βεβαίωση αυτή έχει ισχύ μέχρι 15-2-2007 και στη θέση της υπογραφής του εκδότη της έθεσε μια σφραγίδα με το όνομα Σ. (το πατρικό όνομα της διευθύντριας του ΙΚΑ ….), που καλυπτόταν από αποτύπωμα μιας στρογγυλής σφραγίδας, στην οποία αναγραφόταν "Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων", ήτοι η προηγούμενη ονομασία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας. Ακολούθως δε, την 16-8-2006 έκανε χρήση αυτής, καθώς την απέστειλε τηλεμοιοτυπικώς (με φαξ) στη μητέρα του εγκαλούντος Μ. Κ., προκειμένου μέσω αυτής, να λάβει γνώση του ψευδούς περιεχόμενου της και να παραπλανηθεί ο εγκαλών, που ήταν και ο διαχειριστής της ως άνω κοινωνίας κληρονόμων.

Ως νέα στοιχεία για την απαιτούμενη επανάληψη της υπόψη ποινικής διαδικασίας, ο αιτών επικαλείται την ΑΒΜ Δ2017/1802 μήνυσή του που υπέβαλε κατά των τριών μαρτύρων, οι οποίοι κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον του ακροατηρίου, με ημερομηνία κατάθεσης 29-6-2017, για τις αξιόποινες πράξεις της απάτης στο δικαστήριο, ψευδορκίας μάρτυρα, εκβίασης και συκοφαντικής δυσφήμισης, καθώς και τις υπ' αριθμ.9274,9275/28-6-2017 δύο ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των μαρτύρων Γ. Α. και Θ. Α., για τις οποίες δεν δικαιολογείται η μη προσκόμισή τους τότε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο Εφετείο. Στα έγγραφα αυτά που επικαλείται και προσκόμισε ο αιτών ως νέα αποδεικτικά στοιχεία, δεν θεμελιώνονται οι ισχυρισμοί του ότι δηλαδή αυτός δεν τέλεσε τις πράξεις και έπρεπε να αθωωθεί. Το περιεχόμενο των καταθέσεων αυτών είναι ταυτόσημο και οι μάρτυρες φέρονται ως συνεργάτες και φίλοι του αιτούντος, απηχώντας ακριβώς τις απόψεις του τελευταίου, όπως αυτές εκτίθενται στην υπό κρίση αίτηση επανάληψης της διαδικασίας.

Ειδικότερα, οι μάρτυρες αυτοί στις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις υποστηρίζουν τα εξής σε σχέση με τα κατατεθέντα από τους μάρτυρες στο ακροατήριο: ότι "Ο Π. Κ. (μηνυτής και πολιτικώς ενάγων) δεν ανέλαβε την επιχείρηση το έτος 2005 όταν πέθανε ο πατέρας του Ν. Κ., όπως αναληθώς κατέθεσε, αλλά από το 2003. Δεν ήταν ανίδεος για τη λειτουργία της επιχείρησης, ως αναληθώς κατέθεσε, διότι ήταν 21 ετών και είχε αρκετή γνώση του αντικειμένου της επιχείρησης στην οποία δούλευε από τα 15. Δεν αγνοούσε τα χρέη της επιχείρησης ως αναληθώς κατέθεσε, αλλά γνώριζε και αυτός και οι άλλοι μηνυόμενοι ότι υπήρχαν οφειλές στο ΙΚΑ και τη Δ.Ο.Υ. για τη διετία 2004-2005. Κατέθεσε ψευδώς ότι το έτος 2006 μετέβη στην Δ.Ο.Υ. και το Ι.Κ.Α. για να μάθει τι χρωστάει η επιχείρηση αφού γνώριζε από Γ. το λογιστή τους ότι οφείλει και πόσο οφείλει, αλλά με τη σχεδιασμένη επίσκεψη στη Δ.Ο.Υ. και το Ι.Κ.Α. ήθελε να παρουσιάσει ότι αγνοούσε τις οφειλές ώστε να τα ρίξει στον Γ.. Κατέθεσε ψευδώς ότι έδινε χρήματα σ Γ. για να πληρώσει τη Δ.Ο.Υ. και το Ι.Κ.Α. και αυτός δεν πλήρωνε αφού μετά από κάθε πληρωμή του ζητούσε ο μηνυόμενος απόδειξη. Η μηνυομένη Μ. Κ. ήξερε την οφειλή της επιχείρησης και ζήτησε από Γ. να βρει τρόπο για να κάνει τη δήλωση φόρου κληρονομιάς και να πάρει ασφαλιστική ενημερότητα. Είναι ψέματα ότι ο πεθαμένος ή ο γιός του άφηναν χρήματα στην επιχείρηση για να περάσει να τα πάρει ο Γ.ς γιατί ο αποβιώσας δούλευε ο ίδιος το μηχάνημα και ήταν πάντα στην επιχείρηση. Είναι ψέμα ότι στο Ι.Κ.Α. και στην Εφορία μόλις άκουσαν το όνομα του Γ.υ είπαν στον μηνυόμενο Κ. ότι έμπλεξε. Είναι ψέματα όσα κατέθεσε η Μ. Κ. ότι ο γιός της χάρισε στον Γ. 11.000 ευρώ. Κρύβει η ίδια από το δικαστήριο όλα τα χρόνια που του έδιδαν χρήματα για να πληρώνει τις υποχρεώσεις της επιχείρησης αυτός τα κατέθετε. Κατέθεσε ψέματα αφού γνωρίζει ότι επί 20 χρόνια δεν παρατηρήθηκε η παραμικρή αταξία στη διαχείριση της επιχείρησης. Κατέθεσε ψέματα ότι της έστειλε φαξ ο Γ.ς ότι δεν οφείλουν στο Ι.Κ.Α. Κατέθεσε ψέματα η ίδια ότι η οικία της ήταν απέναντι από την επιχείρηση δηλ. στο ..., ενώ η αλήθεια είναι ότι κατοικεί στη .... Κατέθεσε ψέματα ότι σ Γ. έδινε χρήματα και ο σύντροφός της Μ. Κ., ενώ τον άνθρωπο αυτόν δεν γνώριζε ο Γ.ς. Ο Ι. Κ., μοναδικός εργαζόμενος της επιχείρησης, κατέθεσε ψέματα ότι του άφηνε ο μακαρίτης χρήματα για να πληρώνει ο Γ. διάφορες υποχρεώσεις και αυτός έπαιρνε τα χρήματα και δεν έδιδε αποδείξεις. Αποκρύπτει ο ίδιος και οι άλλοι δύο ότι η αλήθεια είναι ότι από το έτος 2003 άρχισε να πηγαίνει άσχημα η επιχείρηση και δεν είχε να πληρώνει ούτε τους φόρους από 3.500 ευρώ περίπου. Από το 2004 δεν έδιναν χρήματα σ Γ. για να πληρώσει τις υποχρεώσεις γιατί δεν είχαν και τους πήρε την επιχείρηση ο εργάτης Ι. Κ. για τα χρέη που είχαν προς αυτόν''.

Τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία δεν συνιστούν νέες αποδείξεις που καθιστούν φανερή την αθωότητα του αιτούντος, ούτε επιδρούν κατά κάποιο τρόπο στην απόδειξη ότι ο αιτών δεν τέλεσε τις πράξεις έτσι ώστε να μπορούν να θεμελιώσουν βάσιμο λόγο επανάληψης διαδικασίας. Διότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τους αρνητικούς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου ως προς την τέλεση των αξιόποινων πράξεων, η υπεράσπιση μάλιστα του τελευταίου εξέτασε μάρτυρα στο ακροατήριο.

Εξάλλου, τέτοιοι ισχυρισμοί, δηλαδή περί ψευδών μαρτυρικών καταθέσεων, πρέπει, να αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, καθόσον δεν επηρεάζει την παραδοχή της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας το γεγονός ότι ελήφθησαν υπόψη για τη δικαστική κρίση καταθέσεις μαρτύρων που είπαν ψέματα, εάν ο αιτών δεν ισχυρίζεται παράλληλα ότι η ψευδορκία των μαρτύρων αποδείχθηκε με αμετάκλητη απόφαση (Α.Π. 1111/2011). Ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του οι ψευδείς καταθέσεις των μαρτύρων οι οποίοι εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, ως θεμελιωτικός λόγος επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας από το άρθρο 525 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., πρέπει, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού ο αιτών δεν ισχυρίζεται, παράλληλα, ότι η ψευδορκία των μαρτύρων αυτών έχει αποδειχθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή ότι τέτοια απόφαση δεν απαγγέλθηκε για τους προεκτεθέντες λόγους, οι οποίοι αναφέρονται στην παρ.2 του άρθρου 525 Κ.Ποιν.Δ., χωρίς την ύπαρξη των οποίων το σχετικό αίτημα στερείται νόμιμου ερείσματος.

Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται οποιαδήποτε βεβαιότητα, για την αθωότητα του αιτούντος. Οι άλλες αιτιάσεις που περιέχονται στην υπό κρίση αίτηση κατατείνουν στον έλεγχο της κρίσης καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου από ουσιαστικής άποψης και πρέπει, να απορριφθούν.

Μετά από αυτά, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, καθώς και το περαιτέρω αίτημα αναστολής εκτελέσεως της επιβληθείσας ποινής, προϋπόθεση του οποίου κατά το άρθρο 529 Κ.Ποιν.Δ. είναι η παραδοχή της αίτησης επαναλήψεως της διαδικασίας. Επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-9-2017 αίτηση του Γ. Γ. του Β. για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας κατά της υπ' αριθμ. 800/2013 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (Κακ/των) Πειραιώς, καθώς και το αίτημα του ιδίου περί αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσας με την απόφαση αυτή ποινής.

Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2019 Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ