Συνθετη Αναζητηση Νομοθεσιας - Νομολογιας

Επιλογές Αναζήτησης

Νομοθεσία

ΥΒΡΙΣΤΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ ΜΕΣΩ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΥΤΩΣΗΣ– ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ – ΠΑΡΑΜΕΛΗΣΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΤΗΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΗΛΙΚΟΥ – ΑΔΙΚΟΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ ΤΟΥΣ

Α.Π. 1008/2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


ΥΒΡΙΣΤΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ ΜΕΣΩ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΥΤΩΣΗΣ– ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ – ΠΑΡΑΜΕΛΗΣΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΤΗΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΗΛΙΚΟΥ – ΑΔΙΚΟΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ ΤΟΥΣ – ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ – Εν προκειμένω η παραπάνω αδράνεια των γονέων του ανηλίκου επί τριετία περίπου (2008-2010), αν και ο υιός τους είχε επιδείξει αντικοινωνική συμπεριφορά που ήταν γνωστή σε αυτούς, σε συνδυασμό με την έλλειψη δυνατότητας επίβλεψης και εποπτείας του υιού τους κατά τη χρήση απ' αυτόν Η/Υ (λόγω της καθομολογουμένης άγνοιάς τους να χρησιμοποιούν Η/Υ) συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα προσβολή της προσωπικότητας των εκκαλουσών – Σαφείς αιτιολογίες ως προς την αδικοπρακτική συμπεριφορά των γονέων του ανηλίκου – Απόρριψη λόγων αναίρεσης (57, 914, 923, 1510, 1518 ΑΚ)

ΗΘΙΚΗ ΒΛΑΒΗ ΛΟΓΩ ΠΡΟΣΒΟΛΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΥΒΡΙΣΤΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ – ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ – ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΠΟΥ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΥΠΟΨΗ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΓΙΑ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΥΨΟΥΣ ΤΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ – ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ – Εν προκειμένω το Εφετείο διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της επιδίκασης των ανωτέρω ποσών για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης των αναιρεσίβλητων, λαμβάνοντας υπόψη για τον καθορισμό του εύλογου ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως το είδος και τη βαρύτητα της ηθικής προσβολής, την περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως των παθόντων, τη βαρύτητα του πταίσματος των εναγομένων και όλες τις ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης – Απόρριψη λόγου αναίρεσης (932 ΑΚ, 25 Συντ)


Αριθμός 1008/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Α. του Π. και 2) Α. συζύγου Γ. Α., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μάρκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ό. - Λ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. Ε. του Π., κατοίκου ..., 3) Χ. Ζ. του Ν., κατοίκου ..., 4) Α. Ξ. του Ε., κατοίκου ... και 5) Χ. Μ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Οικονόμου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις τρεις από 20-4-2011, δύο από 21-4-2011 και δύο από 25-10-2011 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 120/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-7-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο χωρίς απόδειξη οδηγήθηκε στο σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς το κρίσιμο ζήτημα ότι τα (προσβλητικά της προσωπικότητας των αναιρεσίβλητων) ηλεκτρονικά μηνύματα του, υπό την εποπτεία τους τελούντος, ανηλίκου τέκνου τους πλην άλλων περιείχαν και απειλές για επικείμενο βιασμό τους. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα κ.λπ.) βάσει των οποίων το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση ή αντένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν δεν είναι αυτονόητη γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου (ΑΠ 1850/2007).

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού κατέληξε στο (μη πληττόμενο) αποδεικτικό συμπέρασμα ότι ο ανήλικος γιος των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, ο οποίος τελούσε υπό την εποπτεία τους, με τις αναφερόμενες αναρτήσεις του σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης και με ηλεκτρονικά μηνύματα προσέβαλε κατ' εξακολούθηση την προσωπικότητα των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητων σε επίπεδο της ηθικής τους υπόστασης και της γενετήσιας αξιοπρέπειάς τους, ακολούθως αναφορικά με το ζήτημα κατά πόσο οι αναιρεσείοντες παραμέλησαν την εκ του νόμου οφειλόμενη εποπτεία του τέκνου τους δέχτηκε και τα ακόλουθα: "Οι γονείς του ανήλικου Π. Α., οι οποίοι ασκούσαν εκ του νόμου (άρθρα 1510 και 1518 Α.Κ.) από κοινού τη γονική μέριμνα και συνεπώς είχαν υποχρέωση εποπτείας του, αγνοούσαν την προσβλητική της προσωπικότητας των εκκαλουσών των υπό στοιχείο Γ' έφεσης συμπεριφορά του υιού τους, που διήρκεσε επί πέντε (5) μήνες περίπου και είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση ηθικής βλάβης στις εκκαλούσες της παραπάνω έφεσης, για αποκατάσταση της οποίας ευθύνονται, καθόσον τεκμαίρεται ... η συνδρομή στο πρόσωπο τους, τόσο της υπαίτιας παραμέλησης της εποπτείας του ανήλικου υιού τους, όσο και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής, της παράνομης συμπεριφοράς του ανηλίκου και της προκληθείσας στις ως άνω εκκαλούσες ηθικής βλάβης, για την οποία δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση. Ο προβληθείς ισχυρισμός των εφεσιβλήτων της ιδίας έφεσης και γονέων του ανήλικου Π. Α., ότι άσκησαν την προσήκουσα επιμέλεια και εποπτεία του υιού τους, έχοντας τοποθετήσει τον Η/Υ της οικίας τους εντός του σαλονιού για να μπορούν να ελέγχουν σε ποιες ιστοσελίδες είχε πρόσβαση ο υιός τους και την ώρα που αφιέρωνε χρησιμοποιώντας το διαδίκτυο δεν αρκεί υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για την ανατροπή του εκ του νόμου καθιερωμένου μαχητού τεκμηρίου περί μη προσήκουσας άσκησης της εποπτείας του. Και τούτο επειδή ο Π. Α. είχε δώσει στο πρόσφατο παρελθόν και άλλα δείγματα παραβατικής συμπεριφοράς, απτόμενα της σφαίρας της γενετήσιας ζωής, για τα οποία είχαν ενημερωθεί οι γονείς του, χωρίς να λάβουν πρόνοια και αποτελεσματικά μέτρα για την αποτροπή παρόμοιας συμπεριφοράς στο μέλλον.

Πιο συγκεκριμένα ο Π. Α. πήγαινε στην ΣΤ' τάξη του Δημοτικού, με τη χρήση της συσκευής κινητού τηλεφώνου της μητέρας του είχε παρενοχλήσει τη γυμνάστρια Α. Π., η οποία παρέδιδε μαθήματα χορού στον Πολιτιστικό Σύλλογο ... και μεταξύ των μαθητών της υπήρξε και ο ίδιος, αποστέλλοντάς της γραπτό μήνυμα με περιεχόμενο ότι "είχε ωραία βυζιά". Ακολούθως, την επόμενη χρονιά, που ο ανήλικος Π. πήγαινε στην Α' Γυμνασίου, απέστειλε στην ίδια δασκάλα χορού ένα γράμμα, με το οποίο της γνωστοποιούσε ότι την παρακολουθεί και της ζητούσε, για να την αφήσει ήσυχη, να τοποθετήσει ένα σετ εσώρουχά της στο παράθυρο της αίθουσας διδασκαλίας, διαφορετικά θα συνέχιζε να την παρακολουθεί και επιπλέον την απείλησε ότι αν έδειχνε στην αστυνομία ή σε κάποιον άλλον το γράμμα "θα πάθαινε πράγματα που δεν θα της άρεσαν". Μετά την ταυτοποίηση του συντάκτη του γράμματος με τον Π. Α., που επιτεύχθηκε κατόπιν σύγκρισης του γραφικού του χαρακτήρα με το γραφικό χαρακτήρα μαθητών Γυμνασίου ..., που είχαν συντάξει αίτηση εγγραφής στη σχολική βιβλιοθήκη, η Α. Π. ενημέρωσε τη μητέρα του ανήλικου και της συνέστησε να επισκεφθεί παιδοψυχολόγο, χωρίς όμως η ενημέρωση αυτή να κινητοποιήσει τους γονείς του ανήλικου για την αναζήτηση κατάλληλης βοήθειας από πρόσωπο που είχε τις απαιτούμενες ειδικές γνώσεις (π.χ. παιδοψυχολόγο) προς καθοδήγηση του τελευταίου και παράλληλα για τη λήψη των ενδεικνυόμενων μέτρων προς αποτροπή επανάληψης παρόμοιας αντικοινωνικής συμπεριφοράς στο μέλλον έναντι του ιδίου ή άλλου προσώπου (σημειωτέον ότι δεν προσκομίζεται κανένα έγγραφο περί παρακολούθησης του ανήλικου από παιδοψυχολόγο ή άλλο ενδεδειγμένο σύμβουλο ψυχικής υγείας, ούτε προσκομίζεται οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο για την απόδειξη της προσήκουσας άσκησης της εποπτείας του ανήλικου Π. υπό τις διαμορφωθείσες συνθήκες), με αποτέλεσμα ο ανήλικος Π. να συνεχίσει καθ' όλη τη διάρκεια των σχολικών ετών 2008-2010 να ενοχλεί τη γυμνάστριά του με γραπτά μηνύματα από τη συσκευή του κινητού τηλεφώνου του να της τηλεφωνεί υβρίζοντάς την χυδαία, ενώ κάποια φορά ξεφούσκωσε τα ελαστικά του ΙΧΕ αυτοκινήτου της.

Η παραπάνω αδράνεια των γονέων του ανηλίκου Π. επί τριετία περίπου (2008-2010), αν και ο υιός τους είχε επιδείξει αντικοινωνική συμπεριφορά που ήταν γνωστή σε αυτούς, σε συνδυασμό με την έλλειψη δυνατότητας επίβλεψης και εποπτείας του υιού τους κατά τη χρήση απ' αυτόν Η/Υ (λόγω της καθομολογουμένης άγνοιάς τους να χρησιμοποιούν Η/Υ) συνδέεται αιτιωδώς με την, κατά τον ήδη εκτεθέντα τρόπο, επελθούσα προσβολή της προσωπικότητας των εκκαλουσών της υπό στοιχείο Γ' έφεσης από τον υιό τους και ως εκ τούτου θεμελιώνεται ευθύνη τους, κατά το άρθρο 923 Α.Κ." Το Εφετείο, με τις ανωτέρω παραδοχές, περιέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής εφαρμογής των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 923, 1510, 1518 ΑΚ, είναι δε αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ που υποστηρίζει τα αντίθετα. Δεν δημιουργούν αντίφαση (με το τελικό συμπέρασμα ότι οι αναιρεσείοντες παραμέλησαν την εποπτεία του τέκνου τους αναφορικά με τη χρήση του υπολογιστή και της χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης) η παραδοχή ότι είχαν τοποθετήσει τον υπολογιστή στο σαλόνι της οικίας τους για να τον επιτηρούν προς την παραδοχή ότι αυτοί αγνοούσαν παντελώς τη χρήση υπολογιστή, αφού η άγνοιά τους είναι ακριβώς ο λόγος που καθιστούσε ανεπαρκές το μέτρο που έλαβαν. Ούτε πάλι δημιουργεί αντίφαση η παραδοχή ότι στο παρελθόν ο ανήλικος είχε εκδηλώσει ανάλογη παραβατική συμπεριφορά προς τη γυμνάστριά του Α. Π. με διάφορες ενέργειές του (αποστολή τηλεφωνικών μηνυμάτων και επιστολών, ξεφούσκωμα ελαστικών αυτοκινήτου), που όμως δεν είχαν σχέση με τη χρήση υπολογιστή, σε σύγκριση με τις επίδικες παρενοχλήσεις των αναιρεσίβλητων που έγιναν με τη χρήση υπολογιστή, διότι το ζητούμενο ήταν αν γενικότερα ο εποπτευόμενος ανήλικος είχε δώσει με την παραβατική συμπεριφορά του στο παρελθόν αφορμές για πιο εντατική και επί όλων των δραστηριοτήτων του γονική εποπτεία.

Τέλος, το Εφετείο αιτιολογεί επαρκώς τις παραλειφθείσες υποχρεώσεις των αναιρεσειόντων ως γονέων αναφορικά με την οφειλόμενη εποπτεία, προσδιορίζοντας αυτές στο ότι, αν και ο εποπτευόμενος ανήλικος είχε σοβαρή παραβατική συμπεριφορά ήδη από την Στ' τάξη του δημοτικού, παρέλειψαν να ζητήσουν τη βοήθεια ειδικού (λ.χ. παιδοψυχολόγου) ώστε να προληφθεί η χειροτέρευση, ενώ η τοποθέτηση του υπολογιστή στο σαλόνι της οικίας τους για να τον επιτηρούν ήταν μέτρο εξ ορισμού ανεπαρκές, αφού αυτοί αγνοούσαν παντελώς τη χρήση υπολογιστή.

Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι ιδίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα τη κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ολομΑΠ 9/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητες εξαιτίας της προπεριγραφόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων υπέστησαν ηθική βλάβη και επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση στην πρώτη 15.000 ευρώ, στην τρίτη 10.000 ευρώ και σε κάθε μία από τις λοιπές 5.000 ευρώ. Κρίνοντας δε έτσι το δικαστήριο της ουσίας, ύστερα από αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού το επιδικασθέν ποσό δεν είναι -κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση- μεγαλύτερο από τα συνήθως επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της επιδίκασης των ανωτέρω ποσών για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης των αναιρεσίβλητων, λαμβάνοντας υπόψη για τον καθορισμό του εύλογου ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως το είδος και τη βαρύτητα της ηθικής προσβολής, την περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως των παθόντων, τη βαρύτητα του πταίσματος των εναγομένων και όλες τις ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης, ενώ δεν ήταν απαραίτητη η παράθεση άλλων επί πλέον αιτιολογιών αναφορικά με την οικογενειακή και οικονομική κατάσταση των αναιρεσειόντων. Ούτε πάλι συνιστά αντίφαση η αναφορά ότι ο εποπτευόμενος ανήλικος ήταν τότε στην εφηβική ηλικία του, αφού η παράλειψη γονικής εποπτείας στην κρίσιμη αυτή ηλικία επιτείνει τη βαρύτητα των ζημιογόνων παραλείψεων των γονέων του. Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, τρίτος και τέταρτος λόγοι είναι αβάσιμοι.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Ιουλίου 2017 αίτηση των Γ. Α. και Α. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 120/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Αυγούστου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ