Συνθετη Αναζητηση Νομοθεσιας - Νομολογιας

Επιλογές Αναζήτησης

Νομοθεσία

ΑΔΙΚΟΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΙΑΤΡΟΥ – ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΕΝΑΓΟΥΣΑ ΤΗΣ ΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΩΣΗ ΟΤΙ Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΧΕΙ ΕΠΑΝΕΛΘΕΙ – ΑΜΕΛΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΙΑΤΡΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ

Α.Π. 1075/2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


ΑΔΙΚΟΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΙΑΤΡΟΥ – ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΕΝΑΓΟΥΣΑ ΤΗΣ ΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΩΣΗ ΟΤΙ Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΧΕΙ ΕΠΑΝΕΛΘΕΙ – ΑΜΕΛΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΙΑΤΡΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ - ΗΘΙΚΗ ΚΑΤΑΠΤΩΣΗ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΚΑΙ ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟ - Η εκτεθείσα αμελής και παράνομη συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσιβλήτου δεν προκάλεσε ηθική βλάβη στην αναιρεσείουσα, με την ορθή αιτιολογία α) ότι η πρώτη πρόταση του συμπεράσματος της γνωμάτευσης είναι σαφέστατη και εύκολα κατανοητή από οποιονδήποτε μέσο άνθρωπο που δεν είναι ιατρός, β) ότι η επίμαχη φράση στην γνωμάτευση δεν αποτέλεσε περιεχόμενο της διάγνωσης του πρώτου αναιρεσιβλήτου, με την έννοια της εσφαλμένης εκτίμησης των ευρημάτων της ψηφιακής μαστογραφίας της ενάγουσας, αλλά τέθηκε από παραδρομή από υπάλληλο της γραμματείας, και γ) ότι η δημιουργούμενη αντίφαση μεταξύ του αρχικού συμπεράσματος της γνωμάτευσης και της ανωτέρω επίμαχης φράσης ήταν ευχερές να διαπιστωθεί από οποιονδήποτε ιατρό και κυρίως από το θεράποντα ιατρό της αναιρεσείουσας, τελικό αποδέκτη της γνωμάτευσης, ο οποίος πράγματι κατανόησε ότι η μαστογραφία δεν έδειξε μη φυσιολογικές αλλοιώσεις στους μαστούς – Δεν υφίσταται αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου ιατρού - Απόρριψη λόγων αναίρεσης (914, 932, 330 ΑΚ)


Αριθμός 1075/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Σ. του Χ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κυπριώτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Η. του Ι., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...", της οποίας η επωνυμία μετατράπηκε σε "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στον …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νεκτάριο Μακρυστάθη και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Κατσίκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3335/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 720/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-3-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β' 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της ένδικης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως προνοίας και ασφαλείας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την, επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεως του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει. Αν με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγομένου, που είναι αόριστη νομική έννοια, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια τούτου, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή (ΑΠ 910/2017, ΑΠ 717/2016, ΑΠ 1467/2009). Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία ή αναλόγως την αντίστοιχη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και την επέφερε όντως στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1979/2017).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφου, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης ,που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1007/2018, ΑΠ 1348/2017, ΑΠ 2053/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το Σεπτέμβριο του έτους 2012 η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) στα πλαίσια τακτικού γυναικολογικού ελέγχου προέβη σε μαστογραφία και υπερηχογράφημα μαστών στο διαγνωστικό κέντρο...., στις οποίες εξετάσεις διαγνώσθηκε ότι πάσχει από καρκίνο στον αριστερό μαστό. Συγκεκριμένα στην από 26/9/2012 μαστογραφία "χαμηλής δόσεως αμφοτέρων των μαστών σε κεφαλουραία και έσω πλάγια προβολή" διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: "Μαστοί με άφθονο το ινοαδενώδες στοιχείο με οζώδη μορφολογία. Παρουσία μαλακής σκιάσεως με ομαλά όρια στον οπισθομαζικό χώρο κεντρικά στον δεξιό μαστό. Έτερα μαλακή σκίαση με τους αυτούς χαρακτήρες παρατηρείται περί την 11η ώρα του αριστερού μαστού. Στο άνω έξω τεταρτημόριο του ιδίου μαστού παρατηρείται συρροή ινοαδενικών στοιχείων τα οποία δεν αναλύονται πλήρως στην εντοπιστική λήψη στην έσω πλάγια προβολή. Σε σύγκριση με την προηγούμενη μαστογραφία, δεν παρατηρούνται οι αναφερόμενες μαλακές σκιάσεις καθώς και η παραπάνω συρροή", ενώ στο από 27/9/2012 υπερηχογράφημα μαστών διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: "Μαστοί με άφθονο το ινοαδενώδες στοιχείο. Παρουσία υποήχου συμπαγούς μορφώματος με ομαλά όρια στην 1η ώρα του δεξιού μαστού μεγέθους 9 Χ 4 χιλ. ως επί ινοαδενώματος. Παρουσία κυστικών σχηματισμών μεγέθους 4 χιλ. στην 1η ώρα του αριστερού μαστού και 2,5 χιλ στην 3η ώρα του μαστού. Παρουσία υποήχου διαταραχής της ηχοδομής στην 2η ώρα του αριστερού μαστού μεγέθους 8 χιλ. η οποία παράγει έντονη ακουστική σκιά και της οποίας σκόπιμος κρίνεται ο έλεγχος".

Προκειμένου να επιβεβαιωθεί η πάθησή της την 27/9/2012 μετέβη στο διαγνωστικό κέντρο της δεύτερης εναγόμενης (δεύτερης των αναιρεσιβλήτων), όπου υποβλήθηκε σε Μαγνητική Τομογραφία (MRI) Μαστών Άμφω, στην οποία διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: "Παρατηρείται ασύμμετρη απεικόνιση του ινοαδενικού στοιχείου σε έκταση περίπου 10 χιλ. που ενισχύεται μετά την εφ. έγχυση της παραμαγνητικής σκιαγραφικής ουσίας στην 2η ώρα του αριστερού μαστού, με σχετικά ενίσχυση και του παρακείμενου κεντρικότερου και περιφερικότερου τμήματος του ινοαδενικού στοιχείου. Ύπαρξη ινοαδενώματος διαστάσεων 8Χ10Χ10 χιλ. στην 2η ώρα του δεξιού μαστού. Φυσιολογική απεικόνιση θωρακικού τοιχώματος θωρακικών μυών και χωρίς συνύπαρξη εμφανώς διογκωμένων με παθολογικό μέγεθος ενδομαστικών μασχαλιαίων λεμφαδένων. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Ασύμμετρη παρεγχυματική αλλοίωση στην 2η ώρα του αριστερού μαστού προφανώς στα πλαίσια ανάπτυξης νεοεξεργασίας χωρίς ειδικά μορφολογικά χαρακτηριστικά των περιφερικότερων ινοαδενικών στοιχείων με ενίσχυση των μετά την εφ. έγχυση της παραμαγνητικής σκιαγραφικής ουσίας λόγω της φάσης του αναπαραγωγικού κύκλου της εξεταζόμενης", ενώ την ίδια ημέρα λήφθηκε βιολογικό υλικό και στάλθηκε για βιοψία στο κυτταρολογικό εργαστήριο του Ειδικού Αντικαρκινικού Νοσοκομείου …..., η οποία σύμφωνα με την από 3/10/2012 κυτταρολογική εξέταση έδειξε "ελάχιστα κακοήθη νεοπλασματικά κύτταρα αδενικής προέλευεσης - θετικό για κακοήθεια". Κατόπιν τούτων την 10/10/2012 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση μερικής μαστεκτομής αριστερού μαστού και στη συνέχεια σε θεραπευτική αγωγή με ακτινοβολίες και φαρμακευτική αγωγή. Ένα έτος μετά την επέμβαση η ενάγουσα παραπέμφθηκε με το από 20/9/2013 παραπεμπτικό σημείωμα για εξετάσεις μέσω του λογισμικού του ΟΠΑΔ, το οποίο υπογραφεί ο ιατρός Παναγιώτης Μανωλάκος, να προβεί σε μαστογραφία (ακτινογραφία εκάστου μαστού Face + Proflle), για την εκτέλεση της οποίας την 30/9/2013 μετέβη στο διαγνωστικό κέντρο της δεύτερης εναγόμενης (δεύτερης αναιρεσίβλητης) όπου υποβλήθηκε σε ψηφιακή μαστογραφία και των δυο μαστών. Η γνωμάτευση της εξέτασης αυτής έγινε από τον πρώτο εναγόμενο (πρώτο των αναιρεσιβλήτων), ιατρό - ακτινοδιαγνώστη, ο οποίος παρέχει τις υπηρεσίες του στη δεύτερη εναγόμενη, το περιεχόμενο της οποίας είναι το ακόλουθο: "Μαστοί χωρίς επιπρόσθετες σκιάσεις υπό την έννοια της ογκόμορφου εξεργασίας. Δεν παρατηρούνται παθολογικά συρρέουσες μικροαποτιτανώσεις. Φυσιολογική η απεικόνιση των θηλών και το πάχος του δέρματος. Δεν παρατηρούνται παθολογικά διογκωμένοι μασχαλιαίοι λεμφαδένες. Σημειολογία ενδεικτική κακοήθους βλάβης δεν παρατηρείται.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Εξέταση χωρίς ευρήματα κακοηθείας. Σε σύγκριση με προηγούμενο μαστογραφικό έλεγχο δεν παρατηρείται αξιόλογη μεταβολή της μαστογραφικής εικόνας". Καταρχάς, όπως πλήρως αποδείχθηκε κυρίως από το περιεχόμενο των ως άνω γνωματεύσεων και τη χρήση αγνώστων και ακατανόητων όρων για όσους δεν έχουν γνώσεις της ιατρικής επιστήμης και ορολογίας, αυτές απευθύνονται στου θεράποντες ιατρούς των εξεταζόμενων, οι οποίοι και μόνο μπορούν να κατανοήσουν τους δυσνόητους αυτούς όρους που περιέχονται σε αυτές και να εξηγήσουν στους εξεταζόμενους τι ακριβώς καταδείχθηκε στις εξετάσεις τους. Τούτο διότι δεν είναι δυνατόν ο εξεταζόμενος, εάν δεν είναι ιατρός, να αντιληφθεί και να εκτιμήσει ποια είναι τα ευρήματα της εξέτασης που υποβλήθηκε. Άλλωστε σε καμία από τις εξετάσεις στις οποίες διαγνώσθηκε η ύπαρξη καρκίνου στην ενάγουσα αναφέρεται η λέξη καρκίνος ή κακοήθεια, για δε την εμφάνιση του καρκίνου πληροφόρησε την ενάγουσα ο θεράπων ιατρός της, ο οποίος ως γνώστης της ιατρικής ορολογίας την ενημέρωσε ότι η "παρουσία υποήχου διαταραχής της ηχοδομής στην 2η ώρα του αριστερού μαστού μεγέθους 8 χιλ. η οποία παράγει έντονη ακουστική σκιά" και η "ασύμμετρη παρεγχυματική αλλοίωση στην 2η ώρα του αριστερού μαστού προφανώς στα πλαίσια ανάπτυξης νεοεξεργασίας" φανερώνουν την ύπαρξη του καρκίνου.

Παρά τα ανωτέρω όμως η πρώτη πρόταση του συμπεράσματος της γνωμάτευσης του πρώτου εναγόμενου ("Εξέταση χωρίς ευρήματα κακοήθειας"), που είναι απόλυτα σύμφωνη με το κείμενο της γνωμάτευσής του και τις αρνητικές διαπιστώσεις του (Μαστοί χωρίς επιπρόσθετες σκιάσεις... Δεν παρατηρούνται παθολογικά συρρέουσες μικροαποτιτανώσεις. Φυσιολογική η απεικόνιση των θηλών και το πάχος του δέρματος. Δεν παρατηρούνται παθολογικά διογκωμένοι μασχαλιαίοι λεμφαδένες. Σημειολογία ενδεικτική κακοήθους βλάβης δεν παρατηρείται) είναι σαφέστατη και εύκολα κατανοητή από οποιονδήποτε μέσο άνθρωπο που δεν είναι ιατρός, ο οποίος μπορεί να διαπιστώσει μόνο από την ανάγνωση του ανωτέρω συμπεράσματος και χωρίς να είναι απαραίτητο να αντιλαμβάνεται και το υπόλοιπο κείμενο της γνωμάτευσης, ότι η ενάγουσα δεν πάσχει πλέον από καρκίνο. Μάλιστα ήδη επιχρίσματα "εξ εκκρίματος θηλής μαστού" είχαν αποσταλεί για κυτταρολογική εξέταση, κατά την οποία, σύμφωνα με την από 9/7/2013 έκθεση της ιατρού κυτταρολόγου ... , δεν βρέθηκαν στοιχεία κακοήθειας. Παρά ταύτα όμως όταν την Πέμπτη 3/10/2013 η ενάγουσα έλαβε στην κατοχή της την πιο πάνω γνωμάτευση του πρώτου εναγόμενου όχι μόνο δεν καθησύχασε αναγιγνώσκοντας ότι δεν ευρέθηκαν ευρήματα κακοήθειας, αλλά κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς της ανησύχησε διαβάζοντας την επόμενη πρόταση του συμπεράσματος "Σε σύγκριση με προηγούμενο μαστογραφικό έλεγχο δεν παρατηρείται αξιόλογη μεταβολή της μαστογραφικής εικόνας", με βάση την οποία θεώρησε και της δημιουργήθηκε η ακλόνητη πεποίθηση ότι ο καρκίνος παρά την χειρουργική επέμβαση που είχε υποβληθεί και την ψυχοφθόρα φαρμακευτική αγωγή που είχε ακολουθήσει εξακολουθούσε να υφίστατο και ενδεχομένως να είχε εξαπλωθεί και σε άλλα όργανα.

Όπως μάλιστα ισχυρίζεται στην αγωγή της και κατέθεσε και ο μάρτυρας απόδειξης, μνηστήρας της, η πεποίθηση της ότι με την εξέταση αυτή διαγνώσθηκε εκ νέου η ύπαρξη καρκίνου και ότι η υγεία της δεν είχε αποκατασταθεί ήταν τόσο εδραιωμένη, που της προκάλεσε πανικό και κατάπτωση του ηθικού της. Σύμφωνα με τους ίδιους ισχυρισμούς η ηρεμία της δεν επανήλθε, ακόμα και όταν την ανέγνωσε στο θεράποντα ιατρό της σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με αυτόν, οπότε.... εκείνος την καθησύχασε ως προς την κατάσταση της υγείας της, εκτιμώντας ότι επρόκειτο για κάποιο λάθος, αντιλαμβανόμενος την αντίφαση της τελευταίας πρότασης με το υπόλοιπο κείμενο και την παρότρυνε να απευθυνθεί στους εναγόμενους για περαιτέρω διευκρινήσεις. Είναι προφανές όμως ότι η φράση αυτή εκ παραδρομής προστέθηκε στο κείμενο της γνωμάτευσης και μάλιστα όχι από τον πρώτο εναγόμενο, καθόσον, ... οι ιατροί ακτινοδιαγνώστες της δεύτερης εναγόμενης καταγράφουν σε μαγνητόφωνο τις διαπιστώσεις τους από τον έλεγχο των απεικονιστικών εξετάσεων ή τουλάχιστον τις καταγράφουν χειρόγραφα, οι οποίες καθαρογράφονται από υπάλληλο της γραμματείας της δεύτερης εναγόμενης με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή σε προδιατυπωμένο έντυπο που έχει αποθηκευτεί στο αρχείο του ηλεκτρονικού υπολογιστή, όπου αναγράφεται η επωνυμία της δεύτερης εναγόμενης το όνομα του/της εξεταζόμενου/ης, η ηλικία του/της και η ημερομηνία και το είδος της εξέτασης, σύμφωνα με το παραπεμπτικό σημείωμα του θεράποντος ιατρού, μέσα από το σύστημα του ασφαλιστικού φορέα του/της εξεταζόμενου/ης.

Το ίδιο συνέβη με την εξέταση της ενάγουσας, της οποίας η ηλικίας (48) και το είδος της εξέτασης ("ΜΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ ΨΗΦΙΑΚΗ ΔΕΞΙΑ (f + Pr)") αναγράφηκε από την υπάλληλο της γραμματείας και όχι από τον πρώτο εναγόμενο, πλην όμως από παραδρομή παρείσφρησε η συγκεκριμένη φράση, η οποία είναι προδιατυπωμένη σε όλες τις γνωματεύσεις που εκδίδει η δεύτερη εναγομένη και αναλόγως του υπόλοιπου κειμένου είτε διατηρείται είτε εξαλείφεται. Στην προκείμενη περίπτωση η φράση αυτή δεν αποτέλεσε περιεχόμενο της διάγνωσης του πρώτου εναγόμενου, διότι δεν συνδέεται κατά λογική ακολουθία με το υπόλοιπο κείμενο της γνωμάτευσης, καθόσον οι προηγούμενοι μαστογραφικοί έλεγχοι έδειξαν την ύπαρξη παθολογικών ανωμαλιών στον αριστερό μαστό της ενάγουσας, ενώ σύμφωνα με το σαφές συμπέρασμα της γνωμάτευσης της από 30/9/2013 μαστογραφίας των μαστών της σε αυτή δεν παρατηρείται κακοήθεια. Εκτός τούτου δεν ήταν δυνατόν η τότε (την 30/9/2013) μαστογραφική εικόνα να μην παρουσίαζε αξιόλογη μεταβολή με εκείνη του προηγούμενου μαστογραφικού ελέγχου, που είχε γίνει πριν από τη χειρουργική επέμβαση και είχε καταδείξει την ύπαρξη του καρκίνου, διότι προφανέστατα ήταν διαφορετική, αφού ήδη είχε γίνει μερική μαστεκτομή στον αριστερό μαστό και ήδη είχε αφαιρεθεί το σημείο που είχε προσβάλει ο καρκίνος. Από την εν λόγω φράση δεν θα μπορούσε να γεννηθεί η εντύπωση για το ενδεχόμενο μετάστασης του καρκίνου, διότι και στην περίπτωση αυτή, εφόσον ο καρκίνος θα είχε προσβάλει άλλο σημείο των μαστών της ενάγουσας, η μαστογραφική εικόνα θα ήταν διαφορετική και όχι η ίδια.

Επειδή επομένως από την ανάγνωση της γνωμάτευσης καταδεικνύεται ότι η τελευταία φράση, παρέμεινε εκ παραδρομής και δεν είχε καμία σχέση με τη διάγνωση του πρώτου εναγόμενους ο θεράπων ιατρός της ενάγουσας την καθησύχασε ότι δεν διαγνώσθηκε καρκίνος, όπως έκανε και όταν επέστρεψε από τα εξωτερικό, .., η δε ενάγουσα έχοντας την αυθεντική γνώμη του θεράποντος ιατρού της και μη έχοντας η ίδια ιατρικές γνώσεις για να έχει διαφορετική εκτίμηση επί της γνωμάτευσης, δεν θα έπρεπε να διακατέχεται από οποιαδήποτε ανησυχία. Ο μνηστήρας της όμως προκειμένου να ζητήσει διευκρινήσεις τη Δευτέρα 7/10/2013 μετέβη στο διαγνωστικό κέντρο της δεύτερης εναγόμενης, όπου συνάντησε τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι η υγεία της ενάγουσας είναι καλή, ότι δεν είχε διαγνωσθεί κακοήθεια και αφού διαπίστωσε την εκ παραδρομής τεθείσα ως φράση, τη διέγραψε χειρόγραφα. Παρά την αδόκιμη αυτή κίνηση του πρώτου εναγόμενου, η ενάγουσα αδικαιολόγητα δεν πείστηκε από τις διευκρινήσεις του πρώτου εναγόμενου, που επιβεβαίωσε τα όσα ήδη της είχε πει ο θεράπων ιατρός της, αλλά συνέχισε να θεωρεί ότι δεν θεραπεύτηκε από τη νόσο, υποψία που δεν βασίζεται σε οποιαδήποτε αντικειμενικό εύρημα ή σε αντίθετη ιατρική γνωμάτευση. Αποδεικνύεται επομένως.... ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν προέβη από αμέλειά του σε εσφαλμένη διάγνωση, με την έννοια ότι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, μελέτησε, εντόπισε και εκτίμησε εσφαλμένα τα ευρήματα της ψηφιακής μαστογραφίας της ενάγουσας και συμπεριέλαβε σε αυτή συνειδητά και ως αποτέλεσμα της διανοητικής αυτής διεργασίας τη φράση "Σε σύγκριση με προηγούμενο μαστογραφικό έλεγχο δεν παρατηρείται αξιόλογη μεταβολή της μαστογραφικής εικόνας", η οποία ουδεμία νοηματική συνέχεια έχει με τα προηγούμενα αναγραφόμενα στην ίδια γνωμάτευση. Διότι η μαστογραφική εικόνα της ενάγουσας την 30/9/2013 με βάση όσα ο πρώτος εναγόμενος είχε διαπιστώσει και καταγράψει στην επίδικη γνωμάτευσή του ήταν διαφορετική σε σχέση με τον προηγούμενο μαστογραφικό έλεγχο, ο οποίος είχε καταδείξει παθολογικά ευρήματα.

Η αντίφαση αυτή μάλιστα ήταν ευχερές να διαπιστωθεί από οποιονδήποτε ιατρό και κυρίως από το θεράποντα ιατρό της ενάγουσας, στον οποίο η γνωμάτευση αυτή απευθυνόταν και ο οποίος πράγματι κατανόησε ότι η μαστογραφία δεν έδειξε μη φυσιολογικές αλλοιώσεις στους μαστούς, αντιλήφθηκε την αντίφαση και καθησύχασε αμέσως την ενάγουσα. Εκτός τούτων ο ισχυρισμός της τελευταίας ότι παρά τα όσα τη είπε ο θεράπων ιατρός της και τα όσα διαβεβαίωσε το μνηστήρα της ο πρώτος εναγόμενος, ότι δηλαδή από παραδρομή δεν εξαλείφθηκε η τελευταία φράση, η οποία ουδεμία σχέση έχει με την γνωμάτευσή του, συνέχισε να πιστεύει ότι δεν έχει θεραπευτεί με αποτέλεσμα να στεναχωρηθεί σοβαρά, να ανησυχήσει ισχυρά και να δοκιμάσει έντονο ψυχικό άλγος, δεν αποδεικνύεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο. Κυρίως δεν αποδεικνύεται ότι εξαιτίας της γνωμάτευσης του πρώτου εναγόμενου υποβλήθηκε σε ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες, επισκεπτόταν διαρκώς νοσοκομειακές μονάδες και ιατρούς και παρουσίασε διάχυτο άγχος και καταθλιπτικόμορφες εκδηλώσεις.... Αποδεικνύεται ...ότι η λήψη της από 30/9/2013 γνωμάτευσης δεν της προκάλεσε επιπλέον όξυνση των προβλημάτων της".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε, λόγω της ερημοδικίας αυτής στον πρώτο βαθμό, την πρωτόδικη απόφαση, που επίσης είχε απορρίψει την αγωγή, και στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου. Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή η εκτεθείσα αμελής και παράνομη συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσιβλήτου δεν μπορούσε να προκαλέσει και πράγματι δεν προκάλεσε ηθική βλάβη στην αναιρεσείουσα, με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή αιτιολογία α) ότι η πρώτη πρόταση του συμπεράσματος της γνωμάτευσης "Εξέταση χωρίς ευρήματα κακοήθειας", είναι σαφέστατη και εύκολα κατανοητή από οποιονδήποτε μέσο άνθρωπο που δεν είναι ιατρός, ο οποίος μπορεί να διαπιστώσει μόνο από την ανάγνωση του ανωτέρω συμπεράσματος και χωρίς να είναι απαραίτητο να αντιλαμβάνεται και το υπόλοιπο κείμενο της γνωμάτευσης, ότι η αναιρεσείουσα δεν έπασχε πλέον από καρκίνο, β) ότι η επίμαχη φράση στην γνωμάτευση δεν αποτέλεσε περιεχόμενο της διάγνωσης του πρώτου αναιρεσιβλήτου, με την έννοια της εσφαλμένης εκτίμησης των ευρημάτων της ψηφιακής μαστογραφίας της ενάγουσας, αλλά τέθηκε από παραδρομή από υπάλληλο της γραμματείας, χωρίς να συνδέεται κατά λογική ακολουθία με το υπόλοιπο κείμενο της γνωμάτευσης και με το προηγηθέν σαφές συμπέρασμα αυτής, αφού ήταν προφανές ότι η νέα μαστογραφική εικόνα ήταν οπωσδήποτε διαφορετική από την προηγούμενη, καθόσον, πέραν του ότι είχε ήδη μεσολαβήσει μερική μαστεκτομή στον αριστερό μαστό, αναγραφόταν στη γνωμάτευση ότι δεν παρατηρήθηκε κακοήθεια, σε αντίθεση δηλαδή με όσα αναγράφονταν κατά τον μαστογραφικό έλεγχο που διενεργήθηκε πριν την επέμβαση, και γ) ότι η δημιουργούμενη αντίφαση μεταξύ του αρχικού συμπεράσματος της γνωμάτευσης και της ανωτέρω επίμαχης φράσης ήταν ευχερές να διαπιστωθεί από οποιονδήποτε ιατρό και κυρίως από το θεράποντα ιατρό της αναιρεσείουσας, τελικό αποδέκτη της γνωμάτευσης, ο οποίος πράγματι κατανόησε ότι η μαστογραφία δεν έδειξε μη φυσιολογικές αλλοιώσεις στους μαστούς και γι' αυτό καθησύχασε αμέσως την αναιρεσείουσα. Η συγκεκριμενοποίηση, με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, της αμέλειας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, συνιστάμενης στην από παραδρομή προσθήκη στην ένδικη γνωμάτευση της μη αποδίδουσας την πραγματικότητα επίμαχης φράσης, ουδόλως αντιφάσκει με την παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι ενόψει του σαφούς περιεχομένου της πρώτης πρότασης του συμπεράσματος της γνωμάτευσης, δεν μπορούσε να προκληθεί ανησυχία και γενικά βλάβη της υγείας της αναιρεσείουσας, όπως αβασίμως η τελευταία ισχυρίζεται. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών.

Κατά τα λοιπά, η αναιρεσείουσα, με τον ίδιο ως άνω λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, και με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι, με το να μη δεχθεί ως αποδειχθέντα τα αναφερόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή εξ αιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσίβλητου, υπέστη την επικαλούμενη βλάβη της υγείας της, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 330, 297, 298 ΑΚ και 8 του ν. 2551/1994. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι η αναιρεσείουσα, υπό την κατ'επίφαση επίκληση της παραβίασης των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η περαιτέρω παραδοχή του οποίου ότι παρόμοιες, όπως η ένδικη, ιατρικές γνωματεύσεις απευθύνονται στου θεράποντες ιατρούς των εξεταζόμενων, οι οποίοι και μόνο μπορούν να κατανοήσουν τους δυσνόητους αυτούς όρους που περιέχονται σε αυτές, συνιστά επιχείρημα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, σχετικά με τη μη πρόκληση βλάβης στην υγεία της αναιρεσείουσας και, ως εκ τούτου, δεν υπήρξε εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, στις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά. Δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 451/2014). Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί ισχυρισμοί, ούτε τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου (ΑΠ 1202/2000). Ακόμη, δεν είναι πράγματα οι ισχυρισμοί που έχουν σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων και την απόκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 719/2017, ΑΠ 244/2001). Έτσι, η συγκεκριμενοποίηση της αμέλειας του εναγομένου με την παραδοχή εν μέρει διαφορετικών περιστατικών από τα εκτιθέμενα στην αγωγή, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, δεν ιδρύει τον αναιρετικό από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 846/2017, ΑΠ 524/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη, και συγκεκριμένα ότι η επίμαχη φράση στην ένδικη γνωμάτευση δεν καταχωρίστηκε από τον πρώτο αναιρεσίβλητο αλλά από τον υπάλληλο της γραμματείας, ο οποίος αποτυπώνει μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή τη γνωμάτευση του ιατρού, που είτε έχει καταγραφεί χειρόγραφα είτε σε μαγνητόφωνο. Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, αφού η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστά παραδοχή πραγμάτων, αλλά περιστατικών που συγκεκριμενοποιούν την αμέλεια του πρώτου αναιρεσιβλήτο με ειδικότερα περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν δεν συμπίπτουν απολύτως, χωρίς όμως να διαφέρουν ουσιωδώς, από τα περιστατικά της αγωγής.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 § 1 στοιχ. β' , 453 και 524 § 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.ΑΠ 14/2005). Για την ίδρυση του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 173/2015). Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (ΑΠ 492/2015). Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1761/2017, ΑΠ 1741/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη την από 9-10-2013 βεβαίωση του θεράποντος ψυχολόγου της αναιρεσείουσας Γ. Λ., στην οποία βεβαιώνεται με σαφήνεια η ιδιαιτέρως δυσμενής επίδραση που είχε στην ψυχική της κατάσταση η αμελής συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα "που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε ως άμεσα αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και την επικαλούμενη ως άνω βεβαίωση, της οποίας μάλιστα κάνει ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση. Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από το εν λόγω έγγραφο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-3-2018 αίτηση της Α. Σ. για αναίρεση της 720/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Αυγούστου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ