Συνθετη Αναζητηση Νομοθεσιας - Νομολογιας

Επιλογές Αναζήτησης

Νομοθεσία

ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΔΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΟΣ ΜΕΣΩ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ – ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ – ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ – ΑΠΛΗ ΚΑΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΗ ΔΥΣΦΗΜΙΣΗ – ΑΠΟΚΛΕΙΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΜΕΝΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΩΣ ΛΟΓΟ ΑΡΣΗΣ ΤΟΥ ΑΔΙΚΟΥ

Α.Π. 848/2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΔΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΟΣ ΜΕΣΩ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ – ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ – ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ – ΑΠΛΗ ΚΑΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΗ ΔΥΣΦΗΜΙΣΗ – ΑΠΟΚΛΕΙΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΜΕΝΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΩΣ ΛΟΓΟ ΑΡΣΗΣ ΤΟΥ ΑΔΙΚΟΥ – Εν προκειμένω η αδικοπραξία η οποία ετελέσθη με το επίμαχο δημοσίευμα εις βάρος του αναιρεσείοντος, φέρει τα χαρακτηριστικά της συκοφαντικής, δυσφημήσεως, και στηρίζει την κρίση του για το επιδικασθέν ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του ενώ ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδηλώσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντος δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία, ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, εφ' όσον η εκδήλωση αυτή αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση – Απόρριψη λόγων αναίρεσης (57, 914 Α.Κ. 362, 363, 367 Π.Κ., αρθρ. 1 του ν. 1178/1981)

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΡΟΣΒΟΛΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ – ΒΑΣΕΙ ΠΟΙΩΝ ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ ΕΠΙΛΕΓΕΤΑΙ ΤΟ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΑ ΤΟΠΟΝ ΑΡΜΟΔΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ – Εν προκειμένω ιδρύεται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της αγωγής, ως προς τη βάση της αδικοπραξίας, αφού ο εναγόμενος είναι κάτοικος ... και επιπλέον φέρεται να προώθησε τη δημοσίευση της επιστολής του στην ιστοσελίδα- ηλεκτρονική εφημερίδα, της οποίας ο φορέας μετάδοσης των επίμαχων πληροφοριών είναι μεν στις ΗΠΑ, πλην όμως μπορούν αυτές να καταστούν προσβάσιμες σε απροσδιόριστο αριθμό χρηστών του διαδικτύου και στην …, όπου βρίσκεται το κέντρο των συμφερόντων του ενάγοντος και όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός - Επίσης, εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ελληνικό δίκαιο διότι στην Ελληνική Επικράτεια, όπου κατοικεί ο ενάγων, επήλθε (κατά κύριο μάλιστα λόγο) η ζημία, δηλαδή η προσβολή της προσωπικότητά του από την ανάρτηση της επίμαχης επιστολής μέσω ιστοσελίδας του διαδικτύου – Απόρριψη λόγου αναίρεσης (26 ΑΚ)

ΗΘΙΚΗ ΒΛΑΒΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΣΕ ΙΣΤΟΤΟΠΟ – ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΠΟΥ ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΥΠΟΨΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΥΨΟΥΣ ΑΥΤΗΣ – Σαφείς αιτιολογίες για την επιδίκαση στον ενάγοντα του ανωτέρω ποσού, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αναγνωρίσθηκε ότι υπέστη ο αναιρεσίβλητος από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, δεχόμενο το Εφετείο ότι ο εναγόμενος (αναιρεσείων) προσδιόρισε την αναγνωσιμότητα της δημοσιευθείσας επιστολής στην διεθνούς εμβέλειας ηλεκτρονική εφημερίδα – Απόρριψη λόγου αναίρεσης (932 ΑΚ)


Αριθμός 848/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Τ. Μ. Κ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Νικολαΐδη. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Σ. του Κ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κρανιδιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4437/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2722/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-9-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ και των άρθρων 361, 362, 363 και 367 ΠΚ συνάγεται ότι εκείνος του οποίου προσβάλλεται η προσωπικότητα α) με τη διατύπωση γι' αυτόν, γραπτώς ή προφορικώς, λέξεων ή φράσεων που κατά την κοινή αντίληψη περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του, είτε περιφρόνηση για το πρόσωπό του από τον δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με τέτοια οικειοθελή ενέργειά του προσβάλλεται η τιμή του άλλου και β) με ισχυρισμό ή διάδοση δυσφημιστικού γεγονότος, δηλαδή συμβάντος ή περιστατικού του παρόντος ή του παρελθόντος που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, το οποίο (δυσφημιστικό γεγονός) δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, δικαιούται, εκτός άλλων, και την καταδίκη του υπαιτίου της δυσφημιστικής διαδόσεως ή του εξυβριστικού ισχυρισμού στην καταβολή χρηματικού ποσού προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή (ΑΠ 271/2012 ΝΟΜΟΣ). Προσβολή της προσωπικότητος με αδικοπραξία πραγματώνεται και με ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361,362 και 363 του Π.Κ ( ΑΠ 521/2018). Τέτοιου είδους προσβολές δύνανται να προκληθούν και από δημοσίευμα στον τύπο ή από δηλώσεις σε ραδιοφωνική ή τηλεοπτική εκπομπή ή από αναρτήσεις στο διαδίκτυο (internet), μέσω ηλεκτρονικών ιστοσελίδων ή άλλων ιστοτόπων (όπως blogs), που λειτουργούν ως διεθνή μέσα διακινήσεως πληροφοριών, με μεγάλη εμβέλεια δράσεως, και μάλιστα παγκοσμίως, και εντεύθεν με σημαντικό αριθμό αποδεκτών των όσων δι' αυτών διαδίδονται, που μεγεθύνει την προσβολή του θιγομένου από τη διάδοση συκοφαντικών, δυσφημιστικών ή εξυβριστικών ισχυρισμών.

Επίσης, το άρθρο 367 του Π.Κ. ορίζει στην παρ. 1 αυτού ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη α) οι δυσμενείς κρίσεις ... καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ..." και στη δευτέρα παράγραφο ότι "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 (δηλαδή της συκοφαντικής δυσφημήσεως) καθώς και β) όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης". Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ.1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος από δημοσίευμα εφημερίδας ή τηλεοπτική ή ραδιοφωνική εκπομπή προσώπου, ή από αναρτήσεις στο διαδίκτυο (internet), μέσω ηλεκτρονικών ιστοσελίδων ή άλλων ιστοτόπων, λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας του εν ευρεία εννοία δημοσιεύματος , ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ.2, δηλαδή όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363-362 ΠΚ. Η τελευταία αυτή διάταξη (367 Π.Κ.) για την ενότητα της εννόμου τάξεως εφαρμόζεται αναλογικώς και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 57- 59 και 914 επ. Α.Κ(ΑΠ 354/2012).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως (ΟλΑΠ11/2017, 36/1988, ΑΠ 675/2014). Εσφαλμένη εφαρμογή σημαίνει εσφαλμένη υπαγωγή, η οποία υπάρχει, όταν απεδόθη μεν στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθώς η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια όμως δεν εφαρμόσθηκε ο ίδιος στη δικαζόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, που δέχθηκε ανέλεγκτως ο δικαστής της ουσίας, υπήγοντο στον κανόνα αυτόν ή, αντιστρόφως, εφαρμόσθηκε ο κανόνας αυτός, καίτοι τα περιστατικά δεν υπήγοντο σ' αυτόν. Προς εξεύρεση της παραβάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση, ο οποίο συγκροτείται από την μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό) (ΑΠ 438/2018). Επίσης, από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση( ΑΠ 521/2018).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιφατικότητα αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποία πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να δύναται να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο, πρέπει δε να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφ' όσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΑΠ 1625/2018).

Εν προκειμένω, με τους πρώτο (κατά το πρώτο τμήμα αυτού), δεύτερο, πέμπτο (κατά το πρώτο και δεύτερο τμήμα αυτού) και έκτο (κατά το πρώτο και δεύτερο τμήμα αυτού) λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η πλημμέλεια από τον αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθ' όσον το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένως εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 361, 362, 363 και 367 ΠΚ, περιέλαβε δε αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα δε διότι: α) με βάση τα αποδειχθέντα δυσφημιστικά γεγονότα δέχθηκε ότι στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου, ενώ τα κριθέντα ως δυσφημιστικά γεγονότα κατεχωρίσθησαν στο διαδίκτυο και μάλιστα στο blog με τίτλο "..." β) από τις παραδοχές της - και δη, ενώ αποδέχεται την ορθή ερμηνεία της λέξεως Brush ως ανεπαίσθητο και περαστικό άγγιγμα ... αμέσως εν συνεχεία δέχεται ότι έγινε η δημοσίευση εν γνώσει του ότι '' ...αφ' ενός η υπεκμίσθωση χώρου από εταιρεία στην οποία είναι (ενν. ο αναιρεσίβλητος - ενάγων) διευθυντής δεν προσδίδει άνευ ετέρου και την ιδιότητα του εμπλεκομένου στο παράνομο τζόγο , αφ' ετέρου ότι τα αναφερόμενα στο δημοσίευμα, δεν αφορούν τον ίδιο τον εφεσίβλητο αλλά συγγενικό του πρόσωπο...'' - προκύπτει ότι ουδέν ψευδές γεγονός παρέθεσε ο αναιρεσείων στην επιστολή του προς την Κ. ούτε στο δημοσίευμα, γ) οι παραδοχές της - περί υπαινιγμού εις βάρος του αναιρεσιβλήτου περί της εκ μέρους του παράνομης αξιοποιήσεως της θεσμικής δυνατότητας της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης να εισπράττει εξέταστρα και να εκδίδει πιστοποιητικά γλωσσομάθειας έναντι ανταλλάγματος, αφήνοντας να εννοηθεί ότι τα εν λόγω πιστοποιητικά διατίθενται όχι αξιοκρατικά, καθώς και η αναφορά του ρήματος sell (=πωλώ) χρησιμοποιηθέν υπό την έννοια "έναντι εξέταστρων" - δεν δύνανται να θεμελιώσουν την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, δ) δεν στοιχειοθετείται δυσφήμηση εις βάρος του αναιρεσιβλήτου ατομικώς, ε) εμπεριέχει αντιφατικές αιτιολογίες δοθέντος ότι η "σύντομη επαφή" (που αναφέρει η προσβαλλομένη) δεν συμπίπτει εννοιολογικώς με το "ανεπαίσθητο και περαστικό άγγιγμα" του δημοσιεύματος και στ) δεν εξέτασε την ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, αλλά και ιδιαίτερου καθήκοντος από πλευράς εναγομένου, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που ανάγονται στο πρόσωπο του, καίτοι συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 367 ΠΚ, εφ' όσον αυτός δεν ενήργησε με πρόθεση να πληγεί η προσωπικότητα του ενάγοντος, αλλά η αναφορά τούτου στο συγκεκριμένο άρθρο οφειλόταν αφ' ενός μεν στο γεγονός ότι ο θιγόμενος αποτελεί ένα δημόσιο πρόσωπο στην πολιτική και κοινωνική ζωή της Ελλάδας αλλά και της Αμερικής, αφ' ετέρου δε στο ότι όφειλε να ενημερώσει την γερουσιαστή Κ., προκειμένου να αποφύγει εκμετάλλευση του γεγονότος από τους πολιτικούς αντιπάλους της, ενώ οι περιεχόμενες σε αυτό αναφορές προς το πρόσωπο του δεν είναι ψευδείς.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι επί των συγκεκριμένων θεμάτων αυτή δέχθηκε τα ακόλουθα: ''... Στις 19.12.2007, ο εναγόμενος απέστειλε με τηλεομοιοτυπία (fax) στην Γερουσιαστή και υποψήφια για την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, Χ. Κ., κείμενο επιστολής, το οποίο στη συνέχεια, συνοδευόμενο από πρόλογο, ανάρτησε στο δικό του δικτυακό τόπο (www.....com) και το οποίο στις 20.12.2007 αναρτήθηκε στην διαδικτυακή εφημερίδα- ιστολόγιο " ...", που βρίσκεται στον διαδικτυακό τόπο "www.....com", στην Αγγλική γλώσσα. Το ανωτέρω κείμενο αποδιδόμενο στην Ελληνική είναι το ακόλουθο: "...Ο Σ. υπήρξε ιδιοκτήτης εργολαβικής εταιρείας. Η διασύνδεση μεταξύ των εργολάβων και της τοπικής πολιτικής δεν είναι ασυνήθιστη. Αλλά η πτώχευση, η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων λόγω φορολογικών εκκρεμοτήτων, η σύντομη επαφή με τον παράνομο τζόγο και άλλες δυστυχείς καταστάσεις, ήταν οι μικρής σημασίας αιτίες που εξανάγκασαν τον Σ. να μετακινηθεί στην …από την … στις αρχές της δεκαετίας του 1990... Ο Σ. είχε αναγνωρίσει ένα πραγματικό χρυσωρυχείο στη δυνατότητα της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης να πουλάει πιστοποιητικά Αγγλικής γλωσσομάθειας, τα οποία οι Έλληνες χρειάζονται για την απόκτηση δουλειάς στο δημόσιο τομέα. Εξοπλισμένος λοιπόν με αφιερωμένες σε αυτόν και υπογραμμένες φωτογραφίες του Μ. Κ., ο Σ. διόρισε τον εαυτό του στο Συμβούλιο Ελληνοαμερικανικής Ένωσης. Μεθόδευσε την κατάληψη του Σωματείου, εκπαραθύρωσε όσα μέλη του Συμβουλίου είχαν την οξυδέρκεια να αμφισβητήσουν τις διοικητικές του μεθόδους και προήδρευσε της διαδικασίας για τη μετάλλαξη της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης σε προσωπικό φέουδο... Αντίθετα, από το ίδιο ανωτέρω αποδεικτικό υλικό, δεν προέκυψε η αλήθεια του ισχυρισμού περί "σύντομης επαφής (του εφεσίβλητου- ενάγοντος) με τον παράνομο τζόγο".

Ειδικότερα, ο εκκαλών- εναγόμενος, προς απόδειξη της ανωτέρω δημοσιευθείσας είδησης, στηρίχθηκε σε ένα δημοσίευμα της εφημερίδας "...", με ημερομηνία 22.3.1992, το οποίο αναφέρεται στην απαγγελία κατηγορίας σε βάρος του αδελφού του εφεσίβλητου- ενάγοντος για την πράξη της εκμετάλλευσης χώρου, όπου ήταν εγκατεστημένα απαγορευμένα παίγνια και τον οποίο χώρο εκμίσθωνε στον τελευταίο εταιρεία συνιδιοκτησίας του εφεσίβλητου- ενάγοντος. Ειδικότερα στο δημοσίευμα της ανωτέρω εφημερίδας αναφέρεται: "Ο Σ. και ο Β. είναι διευθυντές καφετέριας. Μιας από τις 25 τοποθεσίες που είναι ύποπτες για παράνομο τζόγο" και συνεχίζει "ο πρόεδρος του Δημοκρατικού κόμματος Κ. Σ. είναι εγγεγραμμένος ως διευθυντής (μέλος ΔΣ) της εταιρείας στην οποία ανήκει η καφετέρια "..." στο ...... Ο Β. επιβεβαίωσε την ιδιοκτησία της εταιρείας αλλά είπε ότι η καφετέρια είχε υπεκμισθωθεί στον αδελφό του Σ., Ά. Σ." Τα περιστατικά όμως αυτά από μόνα τους δεν επαρκούν για την απόδοση στον εφεσίβλητο- ενάγοντα της ιδιότητας του εμπλεκόμενου με τον παράνομο τζόγο, ισχυρισμός που προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του τελευταίου, καθώς αναφέρει γενικώς και αορίστως ότι είχε αυτός επαφή με τον παράνομο τζόγο, χωρίς να προσδιορίζει επακριβώς σε τι συνίσταται αυτή η επαφή, επαφιόμενος στη φαντασία του αναγνωστικού κοινού. Ο εναγόμενος, χωρίς να τηρήσει "τις συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου" και ειδικότερα το καθήκον του σεβασμού της προσωπικότητας και το καθήκον της αλήθειας, που επιβάλλει να προηγηθεί (του δημοσιεύματος) ο έλεγχος της αλήθειας των πληροφοριών και των ειδήσεων, ώστε το περιεχόμενο να συμπίπτει με την πραγματικότητα, προχώρησε στη δημοσίευση των εν λόγω φερόμενων ως αληθινών περιστατικών, γνωρίζοντας ότι αυτά είναι αναληθή, με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εφεσίβλητου, λαμβανομένου υπόψη ότι με την επίμαχη δημοσίευση εμφανίζονται ως πραγματικές καταστάσεις και γεγονότα, απλές φήμες που δεν αφορούν, μάλιστα, τον ίδιο τον εφεσίβλητο, αλλά συγγενικό του πρόσωπο.

Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος- εναγομένου ότι με την επίμαχη επιστολή του αναφέρει απλά το γεγονός της επαφής (Brush ανεπαίσθητο και περαστικό άγγιγμα) που είναι, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα στο δημοσίευμα, αληθές και δηλώνει την περαστική χωρίς δηλαδή να υπάρχει συνέχεια για τον εφεσίβλητο επαφή του τελευταίου με το παράνομο τζόγο, δεν αναιρεί το γεγονός, ότι, σε συνάρτηση με το όλο περιεχόμενο του επίμαχου κειμένου, αποδίδει στον εφεσίβλητο- ενάγοντα την ιδιότητα του εμπλεκόμενου με το παράνομο τζόγο και ότι ο ίδιος (εκκαλών- εναγόμενος) χωρίς να τηρήσει τις συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου, όπως ανωτέρω αναφέρονται, προχώρησε σε δημοσίευση, γνωρίζοντας ότι αφενός μεν η υπεκμίσθωση χώρου από εταιρεία στην οποία είναι διευθυντής δεν προσδίδει άνευ ετέρου και την ιδιότητα του εμπλεκόμενου στο παράνομο τζόγο, αφετέρου ότι τα αναφερόμενα στο δημοσίευμα της εφημερίδας, που υπόνοιες εγείρουν για παράνομο τζόγο, δεν αφορούν τον ίδιο τον εφεσίβλητο αλλά συγγενικό του πρόσωπο. Ως εκ τούτου, με βάση τα ανωτέρω, στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου. Ακολούθως, ο εκκαλών- εναγόμενος, στη συνέχεια με το επίμαχο δημοσίευμα, εκθέτει ότι ο εφεσίβλητος- εναγόμενος είχε αναγνωρίσει ένα πραγματικό χρυσωρυχείο στη δυνατότητα της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης να πουλάει πιστοποιητικά Αγγλικής γλωσσομάθειας, που οι Έλληνες χρειάζονται για την απόκτηση δουλειάς, ότι με τις αφιερωμένες σ' αυτόν φωτογραφίες με τον Μ. Κ. διόρισε τον εαυτό του στο συμβούλιο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, μεθόδευσε την κατάληψη του σωματείου, εκπαραθύρωσε όσα μέλη του συμβουλίου είχαν την οξυδέρκεια να αμφισβητήσουν τις διοικητικές τους μεθόδους και προήδρευσε της διαδικασίας για τη μετάλλαξη της Ένωσης σε προσωπικό φέουδο. Οι ανωτέρω αναφορές που αποτελούν γεγονότα και αξιολογικές κρίσεις που συνδέονται και συσχετίζονται με τα γεγονότα, εντάσσονται στο γενικότερο πνεύμα του κειμένου ως προς την αποδιδόμενη στον εφεσίβλητο- ενάγοντα ιδιότητα του πρώην πολιτικού που εκμεταλλεύεται τις δήθεν πολιτικές του διασυνδέσεις προς εξυπηρέτηση αποκλειστικά των προσωπικών του συμφερόντων. Μπορούν δε να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του εφεσίβλητου, καθόσον καταλείπει σαφή υπαινιγμό σε βάρος του τελευταίου περί της εκ μέρους του παράνομης αξιοποίησης της θεσμικής δυνατότητας της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης να εισπράττει εξέταστρα και να εκδίδει πιστοποιητικά γλωσσομάθειας έναντι ανταλλάγματος, αφήνοντας να εννοηθεί ότι τα εν λόγω πιστοποιητικά διατίθενται όχι αξιοκρατικά. Η επιλογή δε του ρήματος "να πουλάει" είναι χαρακτηριστική και δεν αφήνει περιθώρια απόδοσης διαφορετικής ερμηνείας.

Επίσης, αποδίδει στον εφεσίβλητο- ενάγοντα την κατηγορία ότι εξελέγη στο συμβούλιο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης παράνομα, υιοθετώντας αδιαφανείς και μη δημοκρατικές διαδικασίες και ότι έχει καταστεί η Ελληνοαμερικανική Ένωση προσωπικό του φέουδο. Η αναφορά δε των ανωτέρω γίνεται, μάλιστα, χωρίς να παραθέτει περιστατικά που να θεμελιώνουν τους ισχυρισμούς του. Ούτε και προκύπτει, από τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, ότι οι εν λόγω πληροφορίες για το πρόσωπο και τον τρόπο δράσης του εφεσίβλητου- ενάγοντος είναι αληθείς. Στοιχειοθετείται δε η αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης (δια του τύπου) σε βάρος του εκκαλούντος- εναγομένου, η γνώση δε του τελευταίου περί της αναλήθειας των υποστηριζόμενων στην επίμαχη επιστολή, προκύπτει από την αξιολόγηση του ύφους του συνόλου του δημοσιεύματος και σε απόλυτη συνάρτηση και σχέση με αυτό και ενισχύεται περαιτέρω και από το γεγονός ότι τα όσα αναφέρονται εμφανίζονται ως καταστάσεις και γεγονότα, όχι δηλαδή ως φήμες ή απόψεις που διαδίδονται από τρίτους. Ο τελευταίος δε, προχώρησε στη δημοσίευση των ανωτέρω φερομένων ως αληθινών περιστατικών, γνωρίζοντας το ψεύδος του περιεχομένου τους με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εφεσίβλητου- ενάγοντος... Η ένσταση δε του εκκαλούντος- εναγομένου ότι προέβη στη δημοσίευση από δικαιολογημένο ενδιαφέρον που συναρτάται με την ως άνω ιδιότητα του και πηγάζει από την προστατευόμενη από το Σύνταγμα (άρθρο 14), την ΕΣΔΑ (άρθρο 10) και το ΔΣ ΑΠΔ (άρθρο 19) ελευθερία έκφρασης και την κοινωνική αποστολή του τύπου, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον αποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο του επίμαχου δημοσιεύματος ήταν κατά τα ανωτέρω αποσπάσματα του ψευδές και ότι ο εναγόμενος προέβη στη δημοσίευση και ακολούθως επαναδημοσίευση του στον προσωπικό διαδικτυακό του τόπο και στο περιοδικό "..." εν γνώσει του ψεύδους, θέλοντας να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εφεσίβλητου- ενάγοντος. Σύμφωνα δε με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος δεν εφαρμόζεται όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα ουσιαστικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως στην προκειμένη περίπτωση...''.

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 Α.Κ. 361, 362, 363 και 367 παρ. 1 Π.Κ., και 1 του ν. 1178/1981 και δεν εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθ' όσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη εφαρμογή των διατάξεων τούτων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Τούτο δε διότι στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθενται με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν πλήρως το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αδικοπραξία η οποία ετελέσθη με το επίμαχο δημοσίευμα εις βάρος του αναιρεσείοντος, φέρει τα χαρακτηριστικά της συκοφαντικής, δυσφημήσεως, και στηρίζουν την κρίση του για το επιδικασθέν ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του σε συκοφαντική δυσφήμησή του. Επίσης, ορθώς έκρινε, με βάση τα ανελέγκτως κριθέντα περιστατικά ότι ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδηλώσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντος δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία, ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, εφ' όσον η εκδήλωση αυτή αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση.

Εξ άλλου: ανωτέρω πρώτος λόγος (κατά το πρώτο τμήμα αυτού) ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, εφ' όσον από τις παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει ότι η θεμελίωση της ευθύνης του ενάγοντος θεμελιώνεται στις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361-363 Π.Κ, κατά τα προεκτεθέντα και όχι εκείνες περί αστικής ευθύνης περί τύπου του ν. 1178/1981, οι οποίες αναφέρονται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου. Και είναι αληθές ότι στην προσβαλλομένη αναφέρεται η φράση ότι "...στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου". Πλην καθίσταται προφανές ότι η προσθήκη '' δια του τύπου'' ετέθη εκ παραδρομής και κατ' ουδέν επηρεάζει τις λοιπές παραδοχές της προσβαλλομένης ως προς την ευθύνη του εναγομένου, εντεύθεν δεν τίθεται ζήτημα εσφαλμένης εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.

Περαιτέρω, ουδεμία αντίφαση υπάρχει στις παραδοχές της προσβαλλομένης, όσον αφορά στην απόδοση στην ελληνική γλώσσα της λέξεως "brush" ως "σύντομη επαφή"( που αναφέρεται στην επίσημη μετάφραση ή "ανεπαίσθητο και περαστικό άγγιγμα", καθ' όσον η προσβαλλομένη έλεγξε και τις δύο αποδόσεις, δηλαδή και την αναφερομένη στην προσαχθείσα επίσημη μετάφραση, την διενεργηθείσα υπό δικηγόρου και την υπο του αναιρεσείοντος επικαλουμένη, έκρινε δε ότι, υφ' οιανδήποτε εκδοχή, θεμελιώνεται η αδικοπρακτική, δυσφημιστική συμπεριφορά του εναγομένου αναιρεσείοντος. Τέλος, οι λοιπές προβαλλόμενες, από τον ίδιο αναιρεσείοντα, με τους ανωτέρω λόγους, αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, από το δικαστήριο της ουσίας και μέσω αυτών, πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση αυτών. Συνεπώς οι ως άνω πρώτος ( κατά το πρώτο τμήμα αυτού), δεύτερος, πέμπτος (κατά το πρώτο και δεύτερο τμήμα αυτού) και έκτος (κατά το πρώτο και δεύτερο τμήμα αυτού) λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

H εκδίκαση υποθέσεως υπαγομένης στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του δικάσαντος δικαστηρίου κατά διαδικασία διαφορετική από εκείνη που ορίζει ο νόμος δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως ούτε από τον αρ. 5 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε από τους αρ. 8 και 14 του ίδιου άρθρου, διότι το είδος της διαδικασίας κατά την οποία εκδικάζεται μία υπόθεση δεν συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, ώστε η εκδίκασή της κατά διαφορετική διαδικασία να δημιουργεί ακυρότητα, εκτός και αν δεν εφαρμόσθηκε ειδικός σε αυτή δικονομικός κανόνας που έπρεπε να εφαρμοσθεί και ο οποίος περιέχει ή ευνοϊκότερες για τον εναγόμενο ή αυστηρότερες για τον ενάγοντα διατάξεις (ΟλΑΠ 402/1981, 1652/2013). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως(κατά το δεύτερο τμήμα του) από τον αριθ. 5 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η προσήκουσα, αντί της τηρηθείσης, είναι η τακτική διαδικασία, εφ' όσον δεν πρόκειται για αδίκημα περί Τύπου ούτε μετεδόθη τηλεοπτικώς ή ραδιοφωνικώς, αλλά περί αναπαραγωγής επιστολής, δημοσιευθείσης στο διαδίκτυο, είναι προεχόντως απαράδεκτος.

Περαιτέρω, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η ευρύτητα με την οποία είχε διατυπωθεί η διάταξη του άρθρου 681 Δ' παρ. 1 του ΚΠολΔ - προ της καταργήσεως της από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - καθιστούσε σαφές ότι, στην καθοριζομένη απ' αυτήν ειδική διαδικασία των άρθρων 666 επ. του ΚΠολΔ. υπήγοντο όλες ανεξαιρέτως οι διαφορές που αποσκοπούν στην αποκατάσταση οποιασδήποτε μορφής περιουσιακής ζημίας ή στην ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, και επί προσβολών της προσωπικότητας, οι οποίες συντελούνται στο διαδίκτυο (internet) μέσω ηλεκτρονικών ιστοσελίδων (περιοδικών), που λειτουργούν ως διεθνές μέσο διακινήσεως πληροφοριών. (ΑΠ 576/2015). Κατά ταύτα ο ανωτέρω ισχυρισμός στερείται βασιμότητας.

Κατά το άρθρο 26 του Α.Κ. οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα. Τόπος τελέσεως του αδικήματος - και ως τέτοιο εννοείται η αδικοπραξία υπό ευρεία έννοια - είναι τόσο ο τόπος που ενήργησε ή παρέλειψε να ενεργήσει ο υπαίτιος της αδικοπραξίας όσο και ο τόπος στον οποίο επήλθε η ζημία. Στην περίπτωση δε που τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αδικοπραξία, μεταξύ των οποίων και η επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, συντελούνται στο έδαφος περισσοτέρων πολιτειών, στον ζημιωθέντα απόκειται η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου. Έτσι, επί προσβολής της προσωπικότητας με τη δημοσίευση πληροφοριών μέσω ιστοσελίδας του διαδικτύου, τόπος τελέσεως της αδικοπραξίας είναι τόσο ο τόπος όπου είναι εγκατεστημένος ο φορέας μεταδόσεως των επίμαχων πληροφοριών και κάθε τόπος όπου υπάρχει ή υπήρξε πρόσβαση στο επίμαχο δημοσίευμα που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο και επήλθε η ζημία, ο τόπος δε της συνήθους διαμονής του προσβληθέντος είναι ο τόπος στον οποίο κατά κύριο λόγο επήλθε η ζημία (ΑΠ 903/2010). Κατά το δίκαιο δε που ορίζει η διάταξη αυτή κρίνονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα ζητήματα: Αν η συγκεκριμένη πράξη αποτελεί αδίκημα, αν η υπαιτιότητα αποτελεί προϋπόθεση του αδικήματος και της υποχρεώσεως για αποζημίωση, αν και βάσει ποίων προϋποθέσεων θεμελιώνεται αντικειμενική ευθύνη εις βάρος κάποιου άλλου, ποία είναι το είδος και η έκταση της οφειλομένης αποζημιώσεως (άρθρα 914, 297, 298 για την περιουσιακή ζημία και 932 ΑΚ για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), πότε η πράξη είναι παράνομη, ποίος βαθμός υπαιτιότητας απαιτείται για τη θεμελίωση υποχρεώσεως προς αποζημίωση, αν μεταξύ της πράξεως και της ζημίας απαιτείται αιτιώδης συνάφεια, ποίες οι συνέπειες του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος και πότε παραγράφεται η σχετική αξίωση (ΑΠ 711/2011).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο και με το τρίτο τμήμα του πρώτου λόγου (κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αντί του επικαλουμένου αριθμού 8) της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθ' όσον το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ. Ειδικότερα ότι: α) εφαρμοστέο στην προκειμένη υπόθεση τυγχάνει το Αμερικανικό δίκαιο, κατά το οποίο έπρεπε να κριθεί εάν η πράξη συνιστά πρωτίστως ποινικό και κατά συνέπεια και αστικό αδίκημα, δοθέντος ότι, αφ' ενός μεν ότι κατά την αγωγή αδίκημα συνέβη στις ΗΠΑ, εφ' όσον το περιεχόμενο της επιστολής αναφερόταν σε θέμα που αφορούσε στις Αμερικανικές εκλογές, και δη στην πολιτική επιρροή του ενάγοντος στο αμερικανικό εκλογικό σύστημα και την προστασία του Δημοκρατικού Αμερικανικού Κόμματος και της ιδίας της υποψήφιας Κ., αφ' ετέρου δε συνδεόταν με γεγονότα που συνέβησαν στο ... (ΗΠΑ),όπου βρισκόταν το κέντρο των συμφερόντων τούτου( (ενάγοντος) και β) τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την επίδικη αδικοπραξία, μεταξύ των οποίων και η επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, συντελέσθηκαν στο έδαφος περισσότερων πολιτειών.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, επί του συγκεκριμένου θέματος του εφαρμοστέου δικαίου, αυτή δέχθηκε τα ακόλουθα: ''...Στην υπόθεση που κρίνεται, με την αγωγή του ο ενάγων εκθέτει ότι ο εναγόμενος δημοσίευσε στην ιστοσελίδα " ..." την αναφερόμενη στην αγωγή επιστολή, η οποία πλήττει την προσωπική και επαγγελματική τιμή και υπόληψή του ως ατόμου, κατοίκου ... και ως προέδρου της Ελληνοαμερικανικής Ενώσεως στην Ελλάδα, με έντονη πολιτική δράση στην πολιτεία του ... των ΗΠΑ. Ότι ο εναγόμενος γνώριζε ότι το περιεχόμενο της επιστολής, στην οποία παρουσιάζεται ως διεφθαρμένος πολιτικός, αναξιόπιστος επιχειρηματίας, παραβάτης φορολογικών υποχρεώσεων, ασχολούμενος με τον παράνομο τζόγο, ο οποίος εκμεταλλεύεται τις πολιτικές του διασυνδέσεις με πολιτικές προσωπικότητες για να ανελιχθεί επαγγελματικά στην Ελλάδα και να αυτοδιοριστεί στο διοικητικό συμβούλιο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, μη τηρώντας τις δημοκρατικές διαδικασίας, είναι αναληθές και το ανάρτησε με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του. Ότι με τη δημοσίευση στην ανωτέρω ιστοσελίδα των εν λόγω προσβλητικών της προσωπικότητάς του περιστατικών, διέδωσε αυτά σε μεγάλο, μη δυνάμενο να προσδιοριστεί αριθμό χρηστών του διαδικτύου σε όλο το κόσμο, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι διαμένοντες στην ….. Ότι επιπλέον αναδημοσίευσε την ανωτέρω επιστολή του τόσο στον αναφερόμενο στην αγωγή προσωπικό διαδικτυακό του τόπο, αλλά επιπλέον και στο αναφερόμενο στην αγωγή περιοδικό.

Με βάση τα ανωτέρω, ιδρύεται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της αγωγής, ως προς τη βάση της αδικοπραξίας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αφού κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, ο εναγόμενος είναι κάτοικος ... (ΚΠολΔ 3 και 22) και επιπλέον φέρεται να προώθησε τη δημοσίευση της επιστολής του στην ιστοσελίδα- ηλεκτρονική εφημερίδα, της οποίας ο φορέας μετάδοσης των επίμαχων πληροφοριών είναι μεν στις ΗΠΑ, πλην όμως μπορούν αυτές να καταστούν προσβάσιμες σε απροσδιόριστο αριθμό χρηστών του διαδικτύου και στην …, όπου βρίσκεται το κέντρο των συμφερόντων του ενάγοντος και όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός. Επίσης, εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ελληνικό δίκαιο (ΑΚ 26), διότι στην Ελληνική Επικράτεια, όπου κατοικεί ο ενάγων, επήλθε (κατά κύριο μάλιστα λόγο) η ζημία, δηλαδή η προσβολή της προσωπικότητά του από την ανάρτηση της επίμαχης επιστολής μέσω ιστοσελίδας του διαδικτύου...''.

Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε ότι εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο είναι το Ελληνικό Δίκαιο - ως το δίκαιο του τόπου(…) όπου βρίσκεται το κέντρο των συμφερόντων του ενάγοντος και στον οποίο υπήρξε πρόσβαση των αποδεκτών στο επίμαχο δημοσίευμα, που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο, εντεύθεν επήλθε η ζημία από την αδικοπραξία( προσβολή της προσωπικότητάς του) - δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 26 του ΑΚ, εντεύθεν οι περί του αντιθέτου πρώτος (κατά το τρίτο τμήμα του) και τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. Σημειωτέον ότι στην προκείμενη υπόθεση δεν εφαρμόζεται ο Κανονισμός 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές ("Ρώμη ΙΙ"), εφ' όσον η εν λόγω αδικοπραξία φέρεται ότι τελέσθηκε κατά την 20-12-2007, δηλαδή είναι προγενέστερη της έναρξης ισχύος (11-1-2009) του ως άνω Κανονισμού (άρθρα 31 και 32 αυτού).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 273/2011), ενώ δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας για το αποδεικτικό του πόρισμα στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, που μνημόνευσε στην απόφασή του, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 333/2017) και επίσης δεν ιδρύεται από παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ειδικότερων περιστατικών, που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν δεν συμπίπτουν απολύτως, χωρίς όμως να διαφέρουν ουσιωδώς, από τα περιστατικά της αγωγής (ΑΠ 846/2017). Ο όρος "πράγματα" στην ανωτέρω διάταξη είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ δηλαδή νοούνται και εδώ, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση, αντένσταση κ.λπ. δικαιώματος και όχι οι αρνητικοί ισχυρισμοί ούτε τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου( ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1112/2018)..

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφ' όσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφ' όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθ' όσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου( ΑΠ 319/2017).

ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ.