Συνθετη Αναζητηση Νομοθεσιας - Νομολογιας

Επιλογές Αναζήτησης

Νομοθεσία

ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΕΠΙΕΙΚΕΣΤΕΡΟΥ (ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ) ΝΟΜΟΥ - ΕΙΔΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ - ΑΝΑΙΡΕΣΗ. ΑΝΑΦΟΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΩΝ ΜΟΝΟ ΣΤΟ ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΧΩΡΙΣ ΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΣΤΟ ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟ ΑΠ 530/2020 (Β΄ ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

 

ΑΠ 530/2020  (Β΄ ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΕΠΙΕΙΚΕΣΤΕΡΟΥ (ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ) ΝΟΜΟΥ - ΕΙΔΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ - ΑΝΑΙΡΕΙΤΑΙ Η ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΟΤΙ ΕΓΙΝΕ ΑΝΑΦΟΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΩΝ ΜΟΝΟ ΣΤΟ ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΣΤΟ ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟ - (2 παρ.1 Π.Κ., 590 παρ.1, 589 παρ.3, 93 παρ.3, 139, 510 παρ.1 Κ.Π.Δ)- Οι δικονομικοί νόμοι, έχουν αναδρομική ισχύ και καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις (μόνο) ως προς το ατέλεστο μέρος τους, εκτός αν αυτοί ορίζουν διαφορετικά. Ο νέος δικονομικός νόμος διέπει το διαδικαστικό μέρος της ποινικής δίκης, που συντελείται μετά τη θέσπισή του και όχι και τις διαδικαστικές πράξεις που είχαν ήδη συντελεστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του, οι οποίες διατηρούν το κύρος τους. Από αυτά παρέπεται ότι το επιτρεπτό του ενδίκου μέσου και οι σχετικές πλημμέλειες της απόφασης ή του βουλεύματος, κρίνονται με βάση τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης ή έκδοσης του βουλεύματος, το δε παραδεκτό του ενδίκου μέσου, κρίνεται με βάση τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο άσκησης αυτού. Για την ύπαρξη αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όταν γίνεται αναφορά πραγματικών περιστατικών στο σκεπτικό, χωρίς έστω μερική παραπομπή στο διατακτικό της απόφασης, τούτο συνιστά έλλειψη αιτιολογίας.


Αριθμός 530/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β' Ποινικό Τμήμα Διακοπών

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέτα Στράτα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου, ΣταματικήΜιχαλέτου - Εισηγήτρια και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 3 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Μπρακουμάτσου, και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Δ. του Ν., κατοίκου ... που παρέστη με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Παναγιώτη Παπαχρήστο και Ιωάννη Παπαχρήστο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΖΤ4560/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Π. - Α. Κ. του Π., κάτοικο ..., που δεν εμφανίσθηκε.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 5145/2.5.2019 αίτηση του, καθώς και στους από 9.8.2019 προσθέτους λόγους που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 725/2019.
Αφού άκουσε
Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνουν δεκτοί οι 3ος και 4ος λόγοι της αίτησης αναίρεσης και του 2ου πρόσθετου λόγου αυτής, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η ένδικη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο πρώτο του Ν.4620/2019 κυρώθηκε ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 585 του νέου ΚΠΔ), στη διάταξη του άρθρου 590§ 1 του ως άνω νέου ΚΠΔ ορίζεται ότι "υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος ΚΠΔ, οι δε πράξεις που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους". Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 589§3 του ίδιου ως άνω νέου ΚΠΔ, "αποφάσεις και βουλεύματα που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και στις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος ΚΠΔ και εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα". Από τις ως άνω μεταβατικές διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 2 του ΑΚ, κατά το οποίον ο νόμος ορίζει για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική ισχύ, συνάγεται η γενική δικαιϊκή αρχή, ότι οι δικονομικοί νόμοι, που αποσκοπούν στην ορθή απονομή του δικαίου, έχουν αναδρομική ισχύ και καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις (μόνο) ως προς το ατέλεστο μέρος τους, εκτός αν αυτοί ορίζουν διαφορετικά. Έτσι, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σ' αυτόν, ο νέος δικονομικός νόμος διέπει το διαδικαστικό μέρος της ποινικής δίκης, που συντελείται μετά τη θέσπισή του και όχι και τις διαδικαστικές πράξεις που είχαν ήδη συντελεστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του, οι οποίες διατηρούν το κύρος τους. Από αυτά παρέπεται ότι το επιτρεπτό του ενδίκου μέσου και οι σχετικές πλημμέλειες της απόφασης ή του βουλεύματος, για τις οποίες παρέχεται η άσκησή του, κρίνονται με βάση τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης ή έκδοσης του βουλεύματος, το δε παραδεκτό του ενδίκου μέσου, δηλαδή, η συνδρομή των όρων νομότυπης και εμπρόθεσμης άσκησης του, κρίνεται με βάση τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο άσκησης αυτού.

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη υπ' αριθμόν 5145/2019 και από 2-5-2019 αίτηση του Α. Δ. του Ν., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4560/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμισης και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473§§ 1-3, 474 §§ 1-3 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, οι οποίες εφαρμόζονται κατ' άρθρο 589§2 ενόψει του ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε πριν την 1-7-2019 που άρχισε να ισχύει ο ανωτέρω νόμος, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 15-4-2019 και η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με σχετική δήλωση του κατηγορουμένου στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στις 2-5-2019. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή αναιρετικών λόγων, παρά την απουσία της υποστηρίζουσας την κατηγορία, Π.-Α. Κ., η οποία κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα να εμφανισθεί κατά την ως άνω αναγραφόμενη δικάσιμο (όπως προκύπτει από το από 13-6-2019 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, Χ. Λ.), αφού ενόψει της εμφάνισης του αναιρεσείοντος, η συζήτηση θα γίνει ωσάν να ήταν παρούσα και η πολιτικώς ενάγουσα (άρθρα 512§1γ' και 515§2α'του Νέου ΚΠΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση του Δικαστηρίου για την ενοχή, δηλαδή, στην αναφορά με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, των πραγματικών περιστατικών, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το Δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και η απόφαση δεν στερείται αιτιολογίας, εφόσον στο διατακτικό περιέχονται πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα στο βαθμό που απαιτείται, για να συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, ώστε να καθίσταται περιττή η λεκτική διαφοροποίηση του σκεπτικού. Η επιτρεπτή αυτή αλληλοσυμπλήρωση προϋποθέτει αναφορά ορισμένων από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά στο αιτιολογικό της απόφασης και παραπομπή κατά τα λοιπά στο διατακτικό αυτής, καθόσον ακόμη και η απλή επανάληψη του διατακτικού στο σκεπτικό, δεν συνιστά καθ' εαυτή ελλιπή αιτιολογία, με την προϋπόθεση ότι το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Εάν όμως, στο αιτιολογικό ουδόλως αναφέρονται περιστατικά, αλλά γίνεται καθολική παραπομπή αυτού στο διατακτικό, δηλαδή, όταν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία και γίνεται ολική αναφορά δια παραπομπής στο διατακτικό, τότε η αιτιολογία μεταπίπτει σε τυπική και δεν πληρούται η απαίτηση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης, όπως απαιτούν οι αναφερθείσες στην αρχή της παρούσας διατάξεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλομένη, υπ' αριθ. 4560/2018 απόφασή του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμισης και του επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Όπως όμως, προκύπτει από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της ως άνω αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, κατά τα αναγραφόμενα κατά λέξη στη θέση του σκεπτικού, τα ακόλουθα: "προέκυψε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάσθηκε πρωτοδίκως, υπό τις ακριβείς συνθήκες που περιγράφονται στο διατακτικό της εκκαλούμε νης απόφασης. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ως πρωτοδίκως". Η ως άνω όμως, αιτιολογία η οποία μάλιστα δεν παραπέμπει καν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αλλά στο διατακτικό της εκκαλούμενης, χωρίς οποιαδήποτε συμπλήρωση ως προς κάποιο στοιχείο ή οποιαδήποτε αναφορά σε προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά συγκροτούντα την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, δεν είναι η απαιτούμενη από τις προδιαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ούτε καν τυπική, αλλά πρόκειται για ελλιπή αιτιολογία, αφού δεν υφίσταται ίδιο σκεπτικό, αλλά έγινε αναφορά μόνο στο διατακτικό της πρωτόδικης (εκκαλούμενης) απόφασης, χωρίς οιαδήποτε παραπομπή στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης, με το οποίο και μόνον μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν ενιαίο σύνολο, οπότε και είναι επιτρεπτή, υπό τις αναφερθείσες παραπάνω προϋποθέσεις, η αλληλοσυμπλήρωσή τους. Συνακόλουθα, το ανωτέρω σκεπτικό, χωρίς έστω μερική παραπομπή στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, συνιστά έλλειψη αιτιολογίας και επομένως, οι σχετικοί, από τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, τρίτος και τέταρτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ' ακολουθία αυτών πρέπει, κατά παραδοχή των λόγων αυτών, παρελκούσης, ως αλυσιτελούς πλέον, της έρευνας των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ισχύοντος ΚΠΔ, η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, η σύνθεση του οποίου, από Δικαστές άλλους, εκτός απ' αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΕΧΕΤΑΙ την υπ' αριθμόν υπ' αριθμόν 5145/2019 και από 2-5-2019 αίτηση του Α. Δ. του Ν., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4560/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμόν 4560/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από Δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου 2019.
Και
Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ