Συνθετη Αναζητηση Νομοθεσιας - Νομολογιας

Νομοθεσία

ΤρΕφΑιγαιου 59/2023 ΑΓΩΓΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ – ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΔΙΑΘΕΤΗ ΓΙΑ ΣΥΝΤΑΞΗ ΔΙΑΘΗΚΗΣ – ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΕΛΛΕΙΨΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ ΤΩΝ ΠΡΑΤΤΟΜΕΝΩΝ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΔΙΑΘΕΤΗ

 

ΤρΕφΑιγαιου 59/2023 (Εφαρμ. Αστ. Δικαίου 2023)


ΑΓΩΓΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ – ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΔΙΑΘΕΤΗ ΓΙΑ ΣΥΝΤΑΞΗ ΔΙΑΘΗΚΗΣ - ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΕΛΛΕΙΨΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ ΤΩΝ ΠΡΑΤΤΟΜΕΝΩΝ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΔΙΑΘΕΤΗ – ΚΡΙΣΙΜΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΑΥΤΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ – ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ  Αποδείχθηκε, ότι ο διαθέτης κατά τον χρόνο σύνταξης της Διαθήκης του, αφενός είχε συνείδηση των πραττομένων του, αφετέρου ότι τούτος δεν έπασχε από κάποια ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, χωρίς τέτοια να μπορεί να θεωρηθεί η ύπαρξη καρκίνου με τις εγκεφαλικές μεταστάσεις, καταστάσεις οι οποίες κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δεν αρκούν για να καταστήσουν κάποιον ανίκανο για σύνταξη Διαθήκης και η όποια πραγματική βούληση του διαθέτη, από την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, προέκυψε ότι ήταν αυτή που αποτυπώθηκε στη Διαθήκη- Στην περίπτωση που ο διαθέτης είχε μειωμένες τις πνευματικές και διανοητικές του δυνάμεις, βρισκόταν σε σύγχυση, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί, να κατανοήσει και να απαντήσει σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά το χρόνο σύνταξης της Διαθήκης, ο συντάξας τη Διαθήκη συμβολαιογράφος και ο συνάδελφος του, που συνέπραξε, θα διαπίστωναν ευχερώς ότι υπήρχαν σοβαροί λόγοι που εμπόδιζαν τη σύνταξη της Διαθήκης και θα αποχωρούσαν, χωρίς να συντάξουν αυτήν – Απόρριψη αγωγής (1718, 1719, 131 ΑΚ)

ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ ΕΦΕΣΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΠΙΔΟΣΗΣ Ή ΜΗ ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ – ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ – ΕΠΙΔΟΣΗ ΣΕ ΚΛΕΙΣΤΗ ΟΙΚΙΑ ΚΑΙ ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΔΙΔΟΝΤΟΣ – ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ Η ΘΥΡΟΚΟΛΛΗΣΗ ΑΛΛΑ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΕΠΙΔΟΣΗ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΔΙΑΜΟΝΗΣ – ΕΠΙΔΟΣΗ ΣΤΟΝ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟ ΔΙΚΗΓΟΡΟ – Η ΜΗ ΕΓΚΥΡΗ ΕΠΙΔΟΣΗ ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΕΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ – ΑΠΩΛΕΙΑ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ ΚΑΙ ΑΙΤΗΜΑ ΓΙΑ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΤΕΡΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ – ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΤΟΥ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ – ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ – ΑΝΩΤΕΡΑ ΒΙΑ – ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ – Το υπό κρίση αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση είναι απορριπτέο πρωτίστως ως απαράδεκτο, διότι, δεν αναφέρεται στο εφετήριο ο χρόνος γνώσης του δόλου των αντιδίκων της ούτε εξατομικεύονται τα μέσα αποδείξεως για την εξακρίβωση της αλήθειας του προβαλλόμενου λόγου και δη περί του δόλου των αντιδίκων της, σε κάθε όμως περίπτωση η ένδικη έφεση με την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο των εφεσίβλητων ήτοι μετά την παρέλευση της αποκλειστικής προθεσμίας των τριάντα ημερών από τη γνώση της αιτούσας-εκκαλούσας περί του δόλου των αντιδίκων της – Απαράδεκτο αίτησης (518, 152, 153, 155, 144, 122, 128, 135 ΚΠολΔ)

ΠΔ


ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Ελπινίκη Θεοφίλη, Πρόεδρο Εφετών, Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη και Άννα Τσόρμπα, Εφέτη-Εισηγήτρια, και από τη Γραμματέα Μαρίνα Δεναξά.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, την 23η Σεπτεμβρίου 2022, για να δικάσει τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/20-07-2020 έφεση, μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ-ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ:1) ... του … και της …, συζύγου ..., κατοίκου πόλεως Τήνου (περιοχή Άγιος Γεώργιος-Βρύση), 2) … (…) … του … και της …, κατοίκου πόλεως Τήνου (περιοχή Άγιος Γεώργιος-Βρύση), 3) … (…) … του … και της …, κατοίκου πόλεως Τήνου (περιοχή Άγιος Γεώργιος-Βρύση), 4) … (…) …. του … και της …, κατοίκου πόλεως Τήνου (περιοχή Άγιος Γεώργιος-Βρύση), και ήδη κατοίκου Αθηνών (οδός … αρ. …) και 5) … χήρας ..., κατοίκου πόλεως Τήνου (περιοχή Άγιος Γεώργιος-Βρύση), που παραστάθηκαν διά της πληρεξουσίας τους Δικηγόρου Μαρούσας Πλατή (ΔΣ Σύρου), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Οι εφεσίβλητες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, την από 14-06-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/28-06-2012 αγωγή τους κατά της εκκαλούσας. Επ’ αυτής εκδόθηκε, ερήμην της εναγομένης, η με αριθμό 8/2015 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της ανωτέρω απόφασης παραπονείται η εκκαλούσα-εναγομένη με την υπ’ αριθμόν έκθεσης κατάθεσης …/02-04-2018 έφεσή της, που κατέθεσε στη Γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, η οποία απευθύνεται στο Δικαστήριο τούτο (αριθμός έκθεσης κατάθεσης …/20-07-2020), δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας αρχικά ορίστηκε η 5η Μαρτίου 2021, και μετά από αναβολές η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης και κατά την εκφώνηση της από τη σειρά του σχετικού πινακίου, οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 501, 502 παρ. 1, 503 παρ. 1, 513 παρ. 1, 516 παρ. 1 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ερήμην απόφαση προσβάλλεται με αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας από τον διάδικο που ερημοδικάστηκε. Αν η ερήμην απόφαση είναι επιπλέον πρωτόδικη και οριστική, υπόκειται και σε έφεση εξαρχής, δηλαδή ευθύς από τη δημοσίευσή της, γιατί η προθεσμία για την άσκηση αιτιολογημένης ανακοπής δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Συνεπώς οι προθεσμίες για την άσκηση των δύο αυτών ενδίκων μέσων αρχίζουν ταυτόχρονα από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως και συντρέχουν (ΑΠ 1543/2018 Νόμος, ΑΠ 1220/2000 Ελλ. Δ. 43.102). Στην περίπτωση αυτή η έφεση ασκείται επικουρικά, υπό την αίρεση απόρριψης της ανακοπής ερημοδικίας. Αν η ανακοπή γίνει δεκτή, η έφεση στερείται πλέον αντικειμένου. Όσο εκκρεμεί η ανακοπή στον πρώτο ή στον δεύτερο βαθμό, η συζήτηση της έφεσης είναι απαράδεκτη (ΑΠ 84/2015 Νόμος, ΑΠ 1782/2002 ΧρΙΔ 2003.243).

ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπ’ αριθμόν 8/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, που εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, έγινε δεκτή η αγωγή των εναγόντων ήδη εφεσίβλητων και αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της με αριθμό …/14-01-2010 δημόσιας Διαθήκης του ... του …, κατοίκου εν ζωή Τήνου Κυκλάδων, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Τήνου .... Κατά της απόφασης αυτής η εκκαλούσα άσκησε την από 02-03-2017 και με αριθμό κατάθεσης .../03-03-2017 ανακοπή ερημοδικίας, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 37/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία η ανακοπή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Ακολούθως, κατά της ίδιας με αριθμό 8/2015 οριστικής απόφασης άσκησε α) την από 31-03-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2018 ανακοπή ερημοδικίας και β) την από 31-03-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου …/31-03-2018 έφεση, η οποία απευθύνεται στο Δικαστήριο τούτο (αριθμός έκθεσης κατάθεσης …/20-07-2020). Κατά τη συζήτηση της έφεσης στην προαναφερόμενη δικάσιμο της 23ης Σεπτεμβρίου 2022 επί της ως άνω ανακοπής είχε ήδη εκδοθεί και δημοσιευθεί, στις 13-01-2020, η με αριθμό 4/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία επίσης η ανακοπή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω άσκησής της για δεύτερη φορά κατά της ίδιας οριστικής απόφασης. Ωστόσο, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης είχε εκδοθεί η απόφαση επί της ασκηθείσας για δεύτερη φορά από την τότε ανακόπτουσα-εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανακοπής ερημοδικίας κι έτσι δεν εκκρεμούσε η έκδοση οριστικής απόφασης επί της ήδη ασκηθείσας ανακοπής ερημοδικίας στον πρώτο βαθμό. Ούτε εκκρεμεί έφεση κατ’ αυτής της απόφασης. Συνεπώς, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση έφεσης δεν υφίσταται εκκρεμοδικία και ο σχετικός περί του αντιθέτου ισχυρισμός των εφεσίβλητων, ότι η συζήτηση της έφεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, διότι αυτή έλαβε χώρα κατά τον χρόνο που εκκρεμούσε η έκδοση οριστικής απόφασης επί της ήδη ασκηθείσας ανακοπής ερημοδικίας κατά της ίδιας (8/2015) ερήμην απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά, αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της εφέσεως, ιδίως δε αν η έφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά της νόμιμες διατυπώσεις. Αντικείμενο της έρευνας κατά το στάδιο αυτό αποτελεί το εκκλητό ή μη της εκκαλούμενης αποφάσεως, η νομιμοποίηση του εκκαλούντος και του εφεσιβλήτου, η κατάθεση του δικογράφου στον αρμόδιο γραμματέα, η νομότυπη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης και η ενέργεια όλων των άνω διατυπώσεων εντός της προθεσμίας του άρθρου 518 ΚΠολΔ. Αν λείπει μια από τις άνω προϋποθέσεις και ιδίως αν η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση της οριζόμενης από το άρθρο 518 ΚΠολΔ, προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της απόφασης, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα ή των εξήντα ημερών αν διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη, η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα να επιχειρηθεί η πράξη αυτή (ΑΠ 626/2001 ΕλλΔνη 2002. 1406).

Εξάλλου, ο διάδικος που άσκησε εκπρόθεσμη έφεση μπορεί να προβάλει ότι δεν την άσκησε εμπρόθεσμα, για λόγους ανώτερης βίας ή εξ αιτίας δόλου του αντιδίκου του και να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (άρθρ. 152 επ. ΚΠολΔ, ΑΠ 2021/2017 Νόμος). Κατά τη διάταξη του άρθρου 152 παρ.1 ΚΠολΔ, αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη του άρθρου 155 παρ.2 ΚΠολΔ, που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση για την επαναφορά πρέπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν δυνατόν να τηρηθεί η προθεσμία, καθώς και τα προς απόδειξη αυτών αποδεικτικά μέσα και να περιέχει την πράξη που παραλείφθηκε ή να αναφέρει ότι έχει ήδη ενεργηθεί, συνάγεται ότι η επαναφορά αποτελεί έκτακτο ένδικο βοήθημα, με το οποίο παρέχεται προστασία για την απώλεια γνήσιας δικονομικής προθεσμίας, η δε απώλεια αυτής έχει ως συνέπεια την έκπτωση από το δικαίωμα για ενέργεια της διαδικαστικής πράξης που αφορά η προθεσμία (ΑΚ 151) και την απόρριψή της ως εκπρόθεσμης, με την προϋπόθεση ότι πρόκειται για πράξη σύγχρονη ή προγενέστερη της αίτησης επαναφοράς.

Έτσι και ο διάδικος που δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμη, κατά το άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ, έφεση, δηλαδή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την επίδοση της οριστικής πρωτόδικης απόφασης, αν διαμένει στην Ελλάδα, και εξήντα ημερών, αν διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, μπορεί, αν η εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Κατά την έννοια αυτή, η επαναφορά δεν συνεπάγεται τη χορήγηση νέας προθεσμίας για την επιχείρηση της εκπρόθεσμης διαδικαστικής πράξης, αλλά προσδίδεται σε αυτήν με τη δικαστική απόφαση, που δέχεται την αίτηση επαναφοράς, η έννομη συνέπεια που θα είχε, αν ήταν εμπρόθεσμη (ΟλΑΠ 29/1992), δηλαδή θεωρείται πλασματικά ως εμπρόθεσμη. Ανταποκρίνεται έτσι η επαναφορά σε εκτιμήσεις επιείκειας και παράλληλα ικανοποιείται το δικαίωμα ακρόασης των διαδίκων, με τελικό στόχο την εξισορρόπηση της ασφάλειας και βεβαιότητας του δικαίου με την αρχή της απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης. Η επαναφορά, κατά το άρθρο 153 ΚΠολΔ, πρέπει να ζητηθεί μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα άρσης του εμποδίου, που συνιστούσε την ανώτερη βία, ή της γνώσης του δόλου του αντιδίκου, η σχετική δε αίτηση ασκείται, κατά το άρθρο 155 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, με τα δικόγραφα που κοινοποιεί ο ένας διάδικος στον άλλον ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο που κατατίθεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την άσκηση της αγωγής και κοινοποιείται στον αντίδικο.

Επομένως, η αίτηση επαναφοράς μπορεί να ασκηθεί και με το δικόγραφο της έφεσης, το οποίο πρέπει, κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ, να κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, να κοινοποιηθεί στον εφεσίβλητο μέσα στην προθεσμία του άρθρου 153 ΚΠολΔ (ΑΠ 264/2013 Νόμος), η δε άσκησή της δεν ολοκληρώνεται πριν από την επίδοση της αίτησης στον καθ’ ου αυτή απευθύνεται (αν και τέτοια επίδοση δεν απαιτείται αυτοτελώς για την άσκηση της έφεσης, ΑΠ 1467/2019, ΑΠ 79/2019, ΕφΠειρ 627/2022 Νόμος). Συνακόλουθα, αν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή με την εκτεθείσα έννοια, το αίτημα επαναφοράς είναι απαράδεκτο (ΑΠ 367/2022, ΑΠ 1467/2019 Νόμος). Η συζήτησή της γίνεται μαζί με την συζήτηση περί του παραδεκτού της έφεσης. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, κρίνεται παραδεκτή η έφεση, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1222/2022, ΑΠ 824/2018 Νόμος). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 158 ΚΠολΔ, με την οποία επιδιώκεται η εξασφάλιση σταθερότητας στη διαδικασία και η αποτροπή διατήρησης της εκκρεμότητας για μακρό χρόνο, τίθεται περιορισμός σχετικά με την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ο οποίος συνίσταται στον αποκλεισμό της υποβολής της αίτησης αυτής αν για οποιοδήποτε λόγο, ακόμη και από δόλο του αντιδίκου του αιτούντος, απωλέστηκε η οριζόμενη στο άρθρο 153 του ίδιου Κώδικα προθεσμία των 30 ημερών για την άσκηση της. Συνακόλουθα, αν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή με την εκτεθείσα έννοια, το αίτημα επαναφοράς είναι απαράδεκτο (ΑΠ 730/2021, ΑΠ 879/2021 Νόμος).

IV. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρ. 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σε αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, κατοχυρώνεται, ως ατομικό συνταγματικό δικαίωμα για κάθε απειλούμενο στα δικαιώματα ή συμφέροντά του, η δυνατότητα πρόσβασης στα δικαστήρια για την παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 8/2003 Νόμος), στην οποία εμπεριέχεται και το δικαίωμα ακρόασής του (ΑΠ 1670/1980 Νόμος), που καθιερώνεται και ως δικονομική αρχή (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ) με σκοπό τη χρηστή διεξαγωγή της διαδικασίας. Η παροχή έννομης προστασίας ως ατομικό συνταγματικό δικαίωμα δεν καλύπτει ωστόσο και την πρόβλεψη οπωσδήποτε ένδικων μέσων, αλλά εναπόκειται κατ’ αρχήν στο νομοθέτη να κρίνει αν, πόσα και ποια ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας ενδεχομένως την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας, με την οποία η υπόθεση δικάζεται (ΑΠ 264/2013, ΑΠ 1289/2011, ΑΠ805/2001 όλες δημ. στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου).

Κατά τα λοιπά παραπέμποντας η παραπάνω διάταξη στον κοινό νομοθέτη για την ειδικότερη ρύθμιση της διαδικασίας παροχής έννομης προστασίας, δεν απαγορεύει σε αυτόν να θέτει κατά την κρίση του περιορισμούς στην άσκηση του αντίστοιχου δικαιώματος, εφόσον όμως αυτοί συμβάλλουν στη διασφάλισή του και δεν αναιρούν την ουσία του (ΑΠ 675/2010, ΑΠ 632/2004, ΑΠ 550/2003 όλες δημ. στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου). Συνεπώς για να είναι συνταγματικά ανεκτοί οι τιθέμενοι περιορισμοί πρέπει να συνάδουν με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή από αυτά της δικαιοσύνης και να μην υπερβαίνουν τα όρια πέρα από τα οποία ισοδυναμούν με άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου με την ως άνω συνταγματική διάταξη ατομικού δικαιώματος (ΑΕΔ 45/1997, ΑΕΔ 33/1995, ΟλΑΠ 20/1998 Νόμος), δηλαδή δεν επιτρέπεται οι τιθέμενοι περιορισμοί να περιστέλλουν κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό το δικαίωμα, ώστε αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα (ΑΕΔ 2/1999, ΟλΑΠ 25/2006, ΑΠ 360/2010 Νόμος).

Με την προϋπόθεση αυτή οι τιθέμενοι περιορισμοί είναι αντίστοιχα συμβατοί και με την αρχή της δίκαιης δίκης, που εισάγεται με τη διάταξη του άρθρ. 6 παρ. 1 εδ. α΄ της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Η διάταξη αυτή συμπορεύεται με την ως άνω συνταγματική διάταξη, ορίζοντας ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί δίκαια η υπόθεσή του, δημόσια και σε εύλογη προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργεί νόμιμα και το οποίο θα αποφασίσει είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα αστικής φύσης δικαιώματα και υποχρεώσεις του, είτε για τη βασιμότητα κάθε εναντίον του κατηγορίας. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου κυρώθηκε αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ/γμα 53/1974 και συνεπώς αποτελεί έκτοτε εσωτερικό δίκαιο που υπερισχύει κατά το άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου, δηλαδή έχει άμεση υπερνομοθετική ισχύ και οι διατάξεις της δεν συνεπάγονται διεθνή μόνο ευθύνη των συμβαλλόμενων κρατών, αλλά θεμελιώνουν απευθείας δικαιώματα για τα πρόσωπα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους (ΟλΑΠ 21/2001 δημ. στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου). Στο πλαίσιο έτσι αυτό ο κοινός νομοθέτης έχει υποχρέωση να ρυθμίζει τη διαδικασία δικαστικής επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών κατά τρόπο που θα εξασφαλίζει την ακώλυτη και ισότιμη για όλους πρόσβαση στη δικαιοσύνη και τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης κατά την παραπάνω έννοια, στην οποία όμως και πάλι δεν περιλαμβάνεται η πρόβλεψη οπωσδήποτε ένδικων μέσων (ΑΠ 264/2013, ΑΠ 1290/2011, ΑΠ 968/2010, ΑΠ127/2009, ΑΠ 1104/2007 όλες δημ. στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου).

Κατά τα λοιπά η υποχρέωση αυτή του νομοθέτη δεν εξαντλείται στην τυπική μόνο δυνατότητα πρόσβασης στα δικαστήρια, αλλά περιλαμβάνει και την αξίωση για απόδοση ουσιαστικής δικαιοσύνης, που ικανοποιείται όταν εξασφαλίζεται για όλους τους διαδίκους η δυνατότητα προβολής των ισχυρισμών τους και η απόδειξή τους με την προσαγωγή των κατάλληλων αποδεικτικών μέσων υπό συνθήκες δικονομικής ισότητας, δηλαδή υπό συνθήκες που δεν θέτουν κάποιο διάδικο σε σαφώς μειονεκτικότερη θέση από τον αντίδικό του σε σχέση με την παρουσίαση και υπεράσπιση της θέσης του. Επομένως είναι δυνατή η θέσπιση περιορισμών ως προς τα μέσα, το χρόνο και τον τρόπο της δικονομικής προβολής των ισχυρισμών των διαδίκων, εφόσον αυτοί δεν έχουν ως στόχο να καταστρατηγήσουν, αλλά να διασφαλίσουν το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας υπό συνθήκες δίκαιης δίκης, επιταχύνοντας χωρίς σοβαρούς κινδύνους τη δικαστική διαδικασία και συντελώντας έτσι στην απονομή ουσιαστικότερης δικαιοσύνης, ασφαλώς όμως αποκλείονται περιορισμοί που στόχο έχουν να αποδυναμώσουν τη θέση διαδίκου, εμποδίζοντας εξ αρχής αυτόν να προτείνει κρίσιμους για τα έννομα συμφέροντά του ισχυρισμούς. Τέτοιοι περιορισμοί παραβιάζουν σαφώς το ως άνω συνταγματικά κατοχυρωμένο και από την ΕΣΔΑ εγγυημένο δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας υπό συνθήκες δίκαιης δίκης και είναι καταφανώς αντίθετοι προς την έννοια των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, σε συνδυασμό άλλωστε και με την αρχή της ισότητας που κατοχυρώνει το άρθρ. 4§1 του Συντάγματος (ΑΠ 385/2010 δημ. στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου), δεσμεύοντας τον κοινό νομοθέτη, ώστε όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου, που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή αφαίρεσης δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από γενικό κανόνα, εκτός αν η ιδιαίτερη ρύθμιση δικαιολογείται από ειδικές περιστάσεις ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, διότι διαφορετικά δημιουργείται ανεπίτρεπτη ανισότητα στη νομοθετική μεταχείριση (ΟλΑΠ 23/2004, ΑΠ 264/2013 Νόμος).

Εξάλλου, σε αντίθεση με τις γνήσιες δικονομικές προθεσμίες, οι καταχρηστικές δεν είναι δεκτικές αποκατάστασης με την επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση, αφού αυτές δεν συνδέονται με οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ενέργεια διαδίκου, αλλά τάσσονται από το νόμο με σκοπό τη δημιουργία διαδικαστικής βεβαιότητας και ασφάλειας των συναλλαγών (ΑΠ 264/2013, ΑΠ 2064/2009, ΑΠ 1471/ 2007 όλες δημ. στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου). Καταχρηστική είναι και η προθεσμία των τριών ετών για την άσκηση έφεσης κατά την παρ. 2 του άρθρ. 518 ΚΠολΔ (πριν την αντικατάσταση της παραγράφου 2 από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, με έναρξη ισχύος από την 1-1-2016 κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 Ν. 4335/2015), που αρχίζει από τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης και ισχύει αν η πρωτόδικη απόφαση δεν έχει επιδοθεί, με δυνατότητα ωστόσο επιμήκυνσής της στην περίπτωση που επιδοθεί πριν από τη λήξη της η πρωτόδικη απόφαση και συμβεί, με αφετηρία πλέον την επίδοση αυτή, η γνήσια προθεσμία των τριάντα ή αναλόγως των εξήντα ημερών για την άσκηση έφεσης κατά την παρ. 1 του άρθρ. 518 ΚΠολΔ να υπερβαίνει τη διάρκεια της καταχρηστικής προθεσμίας (ΑΠ 264/2013 οπ). Η παρέλευση έτσι άπρακτης της καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση έφεσης αποτελεί αποσβεστικό λόγο του ένδικου αυτού μέσου, χωρίς να λαμβάνονται κατά τα λοιπά υπόψη οι προσωπικές συνθήκες των διαδίκων που συνιστούν την ανώτερη βία, εξαιτίας της οποίας δεν μπόρεσαν ενδεχομένως να τηρήσουν τη σχετική προθεσμία.

Η ερμηνεία αυτή δεν είναι αντίθετη με τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ, διότι η τριετής προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ (και ήδη διετής με τον τροποποίηση που επήλθε στο στην παράγραφο αυτή του άρθρου 518 με τον Ν. 4335/2015) αρκεί αυτή καθ’ εαυτή για να εξασφαλίσει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια στο πλαίσιο δίκαιης δίκης (ΑΠ 2064/2009, ΑΠ1471/ 2007 Νόμος), ενώ και η αρχή της ισότητας δεν θίγεται αδικαιολόγητα, αφού η ασφάλεια του δικαίου, που επιτυγχάνεται με την προθεσμία αυτή, αντισταθμίζει το έλλειμμα στη δυνατότητα άσκησης έφεσης μεταξύ όσων από λόγους ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου τους εμποδίσθηκαν να εφεσιβάλουν έγκαιρα κατά τη διάρκεια της προθεσμίας την πρωτόδικη απόφαση και εκείνων που δεν εμποδίσθηκαν από τέτοιους λόγους.

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 1, 499, 310 παρ. 1, 144, 122 επ. ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η από την επομένη της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης στον διάδικο ή στον νόμιμο αντιπρόσωπο του ή στον αντίκλητο αυτού έναρξη της 30ήμερης ή 60ήμερης προθεσμίας για άσκηση της έφεσης κατά το παραπάνω άρθρο 518 παρ. 1, προϋποθέτει έγκυρη επίδοση, ώστε σε περίπτωση ακυρότητας της επίδοσης, που μπορεί να προταθεί από τον εκκαλούντα, δεν αρχίζει η παραπάνω προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 1 και τρέχει μόνο η τριετής (και σήμερα διετής) προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 2 (Σ. Σαμουήλ, η έφεση, έκδοση 2003, § 375, ΕφΑθ 507/2009).

Σύμφωνα δε με τη σαφή διατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 128 ΚΠολΔ, ως κατοικία θεωρείται η οικία ή το διαμέρισμα στο οποίο διημερεύει ή διανυκτερεύει αυτός προς τον οποίο απευθύνεται το προς επίδοση έγγραφο και αν ακόμη για πολύ μικρό χρονικό διάστημα, ανεξαρτήτως για ποιο λόγο, δεν χρησιμοποιεί το χώρο αυτό προς το σκοπό αυτό. Απουσία αρκετών μηνών σημαίνει εγκατάλειψη της κατοικίας υπό την έννοια της προκείμενης διάταξης. Η ευχερής αναίρεση της έννοιας της κατοικίας προφυλάσσει συγχρόνως από επιδόσεις που γίνονται με δόλο, δηλαδή εν γνώσει ότι το έγγραφο δεν θα περιέλθει σε όποιον αφορά (βλ. Ορφανίδη σε ΕρμΚΠολΔ, Κεραμέα - Κονδύλη - Νίκα υπό άρθρο 128 αρ. 4, σ. 294). Από δε την παράγραφο 4 του αυτού άρθρου προκύπτει ότι για να είναι έγκυρη η θυροκόλληση του δικογράφου πρέπει εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται αυτό να αναζητηθεί από τον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή στη διεύθυνση της κατοικίας του, δηλαδή στην οικία ή το διαμέρισμα της κατοικίας του, δηλαδή στην κατά τα ανωτέρω προορισμένη για διημέρευση ή διανυκτέρευση του παραλήπτη και όχι σε άλλο οίκημα και μόνο αν ο παραλήπτης δεν βρεθεί εκεί, ούτε άλλος σύνοικος το έγγραφο πρέπει να επικολλάται στη θύρα της κατοικίας του αυτής.

Η αναγραφόμενη στο προς επίδοση έγγραφο διεύθυνση του προσώπου, στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, δεν δεσμεύει τον δικαστικό επιμελητή, που οφείλει εξ επαγγέλματος να ερευνήσει αν πράγματι αυτός προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση κατοικεί στη διεύθυνση αυτή και, αν διαπιστώσει ότι δεν κατοικεί εκεί, αλλά σε άλλη διεύθυνση, να κάνει την επίδοση στην πραγματική κατοικία του και όχι στην αναφερομένη στο επιδοτέο έγγραφο (ΑΠ 300/2003, ΕλλΔ/νη 2004/441, ΕφΘεσ 2933/2017, Αρμ 2020/87, ΕφΠειρ 260/2015 Νόμος, Ορφανίδης σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ό.π., άρθρο 128 αριθ. 4 και άρθρο 123 αριθ. 4) και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 122, 124 παρ. 2, 128 παρ. 1-3, 139, 435 και 440 ΚΠολΔ, η βεβαίωση στην έκθεση επιδόσεως ότι στη συγκεκριμένη διεύθυνση, όπου έγινε η επίδοση του εγγράφου, είναι η κατοικία αυτού που το παρέλαβε, είναι περιστατικό την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής και εντεύθεν αυτό επιδέχεται ανταπόδειξη χωρίς να προσβληθεί ως πλαστό, το βάρος δε της ανταπόδειξης φέρει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 του ίδιου κώδικα, εκείνος που αμφισβητεί την αλήθεια της σχετικής βεβαίωσης στην έκθεση του επιμελητή. Κατά δε το άρθρο 159 παρ. 3 ΚΠολΔ, η ακυρότητα της επίδοσης του άρθρου 128 παρ. 4 του ίδιου κώδικα, ως παράβαση διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία διαδικαστικής πράξεως, ερευνάται μετά από πρόταση των διαδίκων και με τη συνδρομή των στοιχείων της βλάβης (ΑΠ 1908/2008, ΑΠ 237/2006, ΕφΑθ 1942/2007 Νόμος).

Έτσι αν συντελεσθεί επίδοση με θυροκόλληση στην κλειστή οικία του παραλήπτη από την οποία απουσιάζει ο τελευταίος, ώστε ο επισπεύδων την επίδοση καθιστά τοιουτοτρόπως αδύνατη τη γνώση του εγγράφου από το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, η τοιαύτη κοινοποίηση δεν είναι ισχυρή σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Μια τέτοια συμπεριφορά του επισπεύδοντος τη συζήτηση αντιβαίνει στο άρθρο 116 ΚΠολΔ, αλλά και στο άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ σύμφωνα με την οποία κάθε διάδικος έχει θεμελιακό δικαίωμα να εκδικασθεί η υπόθεση του δικαίως, ώστε αυτό προσβάλλεται όταν κλητεύεται κατά τρόπο που δεν λαμβάνει γνώση της κλήσης του (ΕφΑιγαίου 115/2019 Νόμος). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 128 παρ. 2 και 135 του ΚΠολΔ, για να επιδοθεί μία απόφαση στον διάδικο ως αγνώστου διαμονής πρέπει πραγματικά αυτός, κατά τον χρόνο της επιδόσεώς της στο αρμόδιο εισαγγελέα, να μην κατοικούσε μόνιμα ή να μην είχε πρόσκαιρη έστω διαμονή σε ορισμένο τόπο, τον οποίο γνώριζε αυτός που παρήγγειλε την επίδοση ή το όργανο που την έκανε ή κλήθηκε να την κάνει ή που μπορούσαν να τον πληροφορηθούν αν ενεργούσαν με επιμέλεια. Η άγνοια δηλαδή του τόπου της κατοικίας ή της διαμονής του προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση πρέπει να είναι αντικειμενική, υπό την έννοια ότι δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση δια των συνήθων μέσων επιμελείας (ΑΠ 830/2020, ΑΠ 559/2020 Νόμος).

V. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση έφεση με τη σωρευόμενη σε αυτή αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, κατά της με αριθμό 8/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία ερήμην της εναγομένης, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη η αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας της με αριθμό …/14-01-2010 δημόσιας Διαθήκης του ... του …, κατοίκου εν ζωή Τήνου Κυκλάδων, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Τήνου ..., αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και για το παραδεκτό της έχει κατατεθεί εκ μέρους της εκκαλούσας το προβλεπόμενο εκ του άρθρου 495 § 3 Αγ΄ ΚΠολΔ νόμιμο παράβολο ποσού 150 ευρώ (βλ. σχετική σημείωση του Γραμματέα του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στη με αριθμό …/2018 έκθεση κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου, στην οποία γίνεται αναφορά στο σχετικό e-παράβολο, το συνημμένο e-παράβολο και την από 2-4-2018 απόδειξη πληρωμής στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος). Η ως άνω εκκαλουμένη επιδόθηκε στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα στις 29-10-2015 (βλ. την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τις ενάγουσες ήδη εφεσίβλητες υπ’ αριθ. .../29-10-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Νάξου ...), η κρινόμενη δε έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 02-04-2018 (βλ. την έκθεση κατάθεσης δικογράφου της Γραμματέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου με αριθμό …/02-04-2018), ήτοι εκπρόθεσμα μετά την πάροδο της νόμιμης κατά τα προδιαληφθέντα 30ήμερης προθεσμίας από την επίδοση της εκκαλουμένης, όπως οι εφεσίβλητες ισχυρίζονται. Η εκκαλούσα, η οποία συνομολογεί το εκπρόθεσμο της έφεσής της, ισχυρίζεται ότι συντρέχει στη προκείμενη περίπτωση ανώτερη βία και δόλος των αντιδίκων της, εξαιτίας της συνδρομής της οποίας δικαιούται να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, κατ’ άρθρο 152 παρ. ΚΠολΔ, ώστε η έφεσή της να θεωρηθεί παραδεκτή.

Ειδικότερα, αυτή ισχυρίζεται ότι απουσίαζε στο εξωτερικό από τις 27-10-2011, ήδη δύο έτη πριν από την επίδοση της αγωγής, γεγονός που γνώριζαν οι εφεσίβλητες, οι οποίες επέδωσαν την εκκαλουμένη απόφαση στην οικία της στην Τήνο, που ήξεραν ότι δεν διαμένει και ότι έτσι δεν θα λάβει γνώση αυτής. Ότι επέστρεψε στην Ελλάδα στα τέλη του έτους 2016 και όταν μετά από λίγο καιρό μετέβη στην Τήνο βρήκε τις κλειδαριές της οικίας της αλλαγμένες. Ότι ανέθεσε την υπόθεση σε δικηγόρο, ο οποίος διαπίστωσε την έκδοση της εκκαλουμένης ερήμην της και την αναγνώριση της ακυρότητας της δημόσιας Διαθήκης του ..., με την οποία κληρονόμησε την οικία της και ότι λόγω των περιορισμένων οικονομικών της αρχικά, στις 2 Μαρτίου 2017, κατέθεσε μόνο την υπ’ αριθ. …/03-03-2017 ανακοπή ερημοδικίας κατά των αντιδίκων της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Το υπό κρίση αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση είναι απορριπτέο πρωτίστως ως απαράδεκτο, διότι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω, δεν αναφέρεται στο εφετήριο δικόγραφο κατ’ άρθρο 155 παρ. 2 του ΚΠολΔ ο χρόνος γνώσης του δόλου των αντιδίκων της (ΑΠ 626/2001 ό.π.), ούτε εξατομικεύονται τα μέσα αποδείξεως για την εξακρίβωση της αλήθειας του προβαλλόμενου λόγου (ΕφΔωδ 20/2017 Νόμος) και δη περί του δόλου των αντιδίκων της. Σε κάθε όμως περίπτωση η ένδικη έφεση με την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο των εφεσίβλητων ... (που τις είχε εκπροσωπήσει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) στις 29-07-2020, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμόν ...΄/29-07-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αιγαίου, με έδρα την Ερμούπολη Σύρου, ..., ήτοι μετά την παρέλευση της αποκλειστικής προθεσμίας των τριάντα ημερών από τη γνώση της αιτούσας-εκκαλούσας περί του δόλου των αντιδίκων της, αν ήθελε υποτεθεί, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου της αίτησης επαναφοράς και έφεσης, ότι η αιτούσα-εκκαλούσα έλαβε χώρα αυτού στα τέλη του έτους 2016 όταν επέστρεψε στην Ελλάδα από το εξωτερικό ή σε κάθε περίπτωση στις 02-03-2017 που η αιτούσα-εκκαλούσα άσκησε τη με αριθμό κατάθεσης …/03-03-207 ανακοπή ερημοδικίας κατά των εναγουσών ήδη καθ’ ων η αίτηση-εφεσίβλητων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ως απαράδεκτη.

VΙ. Περαιτέρω, όμως, η εκκαλούσα ισχυρίζεται, ότι η έφεσή της πρέπει να θεωρηθεί εμπρόθεσμη, ασκηθείσα εντός της καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, επειδή η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης από τις αντιδίκους της προς αυτήν δεν έγινε ως αγνώστου διαμονής, αφού οι τελευταίες, όπως συνομολογούν στις προτάσεις τους, επί της ανακοπής ερημοδικίας που η ίδια είχε ασκήσει, γνώριζαν ότι διέμενε στο εξωτερικό, αν και δεν ήξεραν την ακριβή της διεύθυνση, αλλά παρόλα αυτά επέδωσαν την εκκαλουμένη στη διεύθυνση της οικίας της ιδιοκτησίας της στην Τήνο, όπου δεν διέμενε από τις 27-10-2011 μέχρι και τα τέλη του έτους 2016, οπότε επέστρεψε στην Ελλάδα. Ότι συνεπώς η επίδοση πρέπει να κηρυχθεί άκυρη. Ότι η ίδια αλλιώς θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, αφού η έφεσή της θα απορριφθεί ως απαράδεκτη, η οποία όμως λόγω της άκυρης επίδοσης και της αγωγής, ούτε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραστάθηκε. Ότι η συμπεριφορά των αντιδίκων της είναι αντίθετη προς τα άρθρα 116 ΚΠολΔ και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. H ακυρότητα αυτή παραδεκτά προτείνεται από την ενάγουσα ήδη εκκαλούσα στην κατ’ έφεση τούτη δίκη, αφού εξαιτίας της μπορεί να ζητηθεί αναίρεση (άρθρο 160 παρ. 3 και 559 6 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τα προλεχθέντα, η ένδικη έφεση, που κατατέθηκε νομότυπα στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/02-04-2018, είναι εμπρόθεσμη, ως ασκηθείσα πριν την παρέλευση της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας για άσκηση αυτής κατ’ άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 106/2006 Νόμος). Και ναι μεν έγινε επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, στις 29-10-2015 (βλ. την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τις ενάγουσας ήδη εφεσίβλητες υπ’ αριθ. .../29-10-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Νάξου ...), με θυροκόλληση, λόγω απουσίας της, στην οδό … αρ. …, στην πόλη της Τήνου, του Νομού Κυκλάδων, πλην όμως αποδείχθηκε ότι η εναγομένη από τον Οκτώβριο του έτους 2011 μέχρι τις 25-11-2016 διέμενε στο εξωτερικό, στα τέκνα της στη …, οπότε στις 26-11-2016 επέστρεψε στην Ελλάδα (βλ. τα σχετικά έγγραφα 9, 10 που αυτή επικαλείται και προσκομίζει, όπως και τα υπ’ αριθ. …/09-06-2017 και τα από 14-12-2018 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, και δη την κατάθεση της μάρτυρός της ... του …).

Οπότε δεν διέμενε στην επίδικη οικία της ιδιοκτησίας της επί της παραπάνω οδού, στην Τήνο του Νομού Κυκλάδων. Οι ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες γνώριζαν ότι δεν διέμενε πια στην ως άνω οικία. Δεν αποδείχθηκε όμως, ότι γνώριζαν την ακριβή διεύθυνση διαμονής στην ανωτέρω χώρα. Συνεπώς, βάσει των παραπάνω, έπρεπε η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης προς την εναγομένη να γίνει ως αγνώστου διαμονής κι όχι ως γνωστής με θυροκόλληση, γεγονός το οποίο γνώριζαν τόσο οι ενάγουσες, όσο και ο δικαστικός επιμελητής, που ενήργησε την επίδοση, λαμβανομένου δε υπόψη, ότι η επίδοση με θυροκόλληση σε κλειστή οικία, όπου δεν κατοικεί - κατά το χρόνο της επίδοσης - το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται αυτή, ήτοι η εναγομένη, δεν είναι η προσήκουσα, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη. Η εναγομένη άσκησε την ένδικη έφεση στις 02-04-2018, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (βλ. την έκθεση κατάθεσης δικογράφου της Γραμματέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου με αριθμό …/02-04-2018), πλην όμως μη νομοτύπως έγινε επίδοση της εκκαλουμένης, σύμφωνα με τα αναλυτικώς αναφερόμενα παραπάνω και στην προεκτεθείσα νομική σκέψη της παρούσας. Οι ενάγουσες όφειλαν να επιδώσουν την εκκαλουμένη απόφαση στην εναγομένη ως αγνώστου διαμονής κατ’ άρθρο 135 ΚΠολΔ. Επομένως, η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στην παραπάνω διεύθυνση, στην Τήνο Κυκλάδων, είναι μη έγκυρη, όπως βάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα, προβάλλοντας την ακυρότητα αυτή, ενώ κατά την κρίση του Δικαστηρίου η παραπάνω παράβαση των εναγουσών ήδη εκκαλούντων προκάλεσε βλάβη στην εναγομένη ήδη εκκαλούσα, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της παραπάνω επίδοσης, η οποία συνίσταται στο γεγονός ότι η τελευταία διαφορετικά δεν μπορεί να ασκήσει εμπρόθεσμη έφεση και να κριθεί η ένδικη διαφορά ενώπιον του Δικαστηρίου με την παρουσία αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών, καθόσον η εκκαλουμένη εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης ήδη εκκαλούσας (άρθρο 159 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, το Δικαστήριο δεν θα διατάξει την επανάληψη της κατά τα ανωτέρω άκυρης επίδοσης, καθόσον ήδη έχει επέλθει έκπτωση από το δικαίωμα της ενάγουσας ήδη εκκαλούσας για την άσκηση έφεσης, αφού από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης μέχρι σήμερα έχει παρέλθει η καταχρηστική προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ (άρθρο 161 ΚΠολΔ). Έτσι, εφόσον η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι έγκυρη και συνακόλουθα δεν άρχισε να τρέχει η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης κατ’ άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, η έφεση είναι εμπρόθεσμη, ασκηθείσα εντός της τριετούς προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης (κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του ανωτέρω Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 02-04-2018 και δημοσίευση της εκκαλουμένης στις 30-03-2015, σημειωτέον δε είναι ότι η καταχρηστική προθεσμία άσκησης της έφεσης αρχίζει από την επομένη ημέρα της δημοσίευσης της απόφασης, ήτοι από την 31-3-2015 και λήγει την αντίστοιχη ημέρα του τρίτου έτους και δη την 31-03-2018, που σύμφωνα με το ημερολόγιο είναι Σάββατο, δηλαδή εξαιρετέα ημέρα, η επομένη ημέρα 1-4-2018 είναι Κυριακή, δηλαδή αργία, ούτως ώστε η προθεσμία λήγει τη Δευτέρα 2-4-2018, που είναι η αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα βλ. και άρθρα 144, 145 ΚΠολΔ, 240-242 ΑΚ, ΑΠ 240/2007 Νόμος, Κ. Οικονόμου, «Η Έφεση», εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2017, άρθρο 518, αρ. 23, σ. 134-135), και ασκηθείσα νομότυπα είναι παραδεκτή (βλ. και ΟλΑΠ 10/2018 για αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν πριν την 1-1- 2016, χωρίς να επιδοθούν, εξακολουθεί και μετά την 1-1-2016 να ισχύει η τριετής προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης, που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015), απορριπτόμενων των αντίθετα υποστηριζόμενων από τις εφεσίβλητες περί απαραδέκτου αυτής, ως ασκηθείσας εκπρόθεσμα με την επίκληση της παραπάνω επιδόσεως.

VII. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 44 παρ. 2 του νόμου 3994/2011, «Αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αν ασκηθεί έφεση από εναγόμενο που δικάστηκε ερήμην, με συνέπεια να θεωρηθούν ομολογημένοι κατά το άρθρο 271 παρ. 3 ΚΠολΔ οι αγωγικοί πραγματικοί ισχυρισμοί και να γίνει δεκτή η αγωγή, η εκκαλουμένη απόφαση με μόνη την κατ’ άρθρο 532 ΚΠολΔ τυπικά παραδεκτή άσκηση της έφεσης εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους τυχόν πρόσθετους αυτής λόγους, προκειμένου να ανατραπεί το σε βάρος του εναγόμενου τεκμήριο ομολογίας. Επομένως, αν στην έφεση περιέχεται άρνηση της αγωγής, η απόφαση εξαφανίζεται στο σύνολό της, χωρίς να απαιτείται να γίνει προηγουμένως δεκτός κάποιος λόγος έφεσης και η υπόθεση συζητείται εκ νέου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο ο εκκαλών - εναγόμενος μπορεί να προβάλει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που θα μπορούσε να είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν είχε παραστεί. Έτσι, παρέχεται μια ευκαιρία "ουσιαστικής ακρόασης" στον ερημοδικασθέντα και μη ακουσθέντα πρωτοδίκως, επανορθώνοντας με την έφεσή του τις δυσμενείς συνέπειες από την απουσία του στον πρώτο βαθμό και το εφετείο λειτουργεί πλέον ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 1287/2022, ΑΠ 828/2021, ΑΠ 229/2020, Νόμος).

VIII. Επομένως, η υπό κρίση έφεση κατά της με αριθμό 8/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, που εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης, κατά την τακτική διαδικασία, όπως παραπάνω προελέχθη, αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα κατά τα προαναφερθέντα (V.I) και για το παραδεκτό της της έχει κατατεθεί εκ μέρους της εκκαλούσας το προβλεπόμενο εκ του άρθρου 495 § 3 Αγ΄ ΚΠολΔ νόμιμο παράβολο ποσού 150 ευρώ (βλ. σχετική σημείωση του Γραμματέα του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στη με αριθμό …/2018 έκθεση κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου, στην οποία γίνεται αναφορά στο σχετικό e-παράβολο, το συνημμένο e-παράβολο και την από 2-4-2018 απόδειξη πληρωμής του στην … Τράπεζα της Ελλάδος), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή, αφού η εκκαλούσα-εναγομένη προβάλλει εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της, να γίνει δε και ουσιαστικά δεκτή (άρθρο 528 ΚΠολΔ), να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση (χωρίς προηγουμένως να ευδοκιμήσει κάποιος από τους λόγους έφεσης), να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου στην εκκαλούσα που το κατέθεσε (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, να ερευνηθεί εκ νέου η νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής κατά την ίδια (τακτική) διαδικασία (άρθρα 533 παρ.1 και 535 παρ.1 ΚΠολΔ).

ΙΧ. Με την από 14-06-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/28-06-2012 αγωγή τους, οι ενάγουσες - ήδη εφεσίβλητες εξέθεταν, ότι ο αποβιώσας στις 18-7-2010 πατέρας των τεσσάρων πρώτων και σύζυγος της πέμπτης από αυτές, ... του ..., είχε συντάξει όσο ζούσε, την υπ’ αριθ. …/14-1-2010 δημόσια Διαθήκη του ενώπιον του Συμβολαιογράφου Τήνου, ..., δημοσιευθείσα με το 209/1410-2010 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία εγκαθιστούσε κληρονόμους του τις ενάγουσες και την εναγομένη, οικιακή βοηθό του, που είχε προσληφθεί από τις ενάγουσες. Ότι κατά το χρόνο σύνταξης της δημόσιας Διαθήκης του, που έγινε στην οικία του, ο κληρονομούμενος δεν είχε συνείδηση των πράξεών του και αδυνατούσε να κατανοήσει την ουσία και το περιεχόμενο της πράξης, που επιχείρησε, καθώς έπασχε από καρκίνο του πνεύμονα με μετάσταση στην παρεγκεφαλίτιδα, με συνέπεια να παρουσιάζει, μεταξύ άλλων, διαταραχές συνείδησης, διαλείψεις και κενά μνήμης, που δεν του επέτρεπαν να επικοινωνήσει ή να συνεννοηθεί με άλλο πρόσωπο.

Με βάση το ανωτέρω ιστορικό ζητούσαν, επικαλούμενες έννομο συμφέρον τους υπό την ιδιότητά τους ως πλησιεστέρων συγγενών και συνακόλουθα εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος, α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της παραπάνω δημόσιας Διαθήκης, λόγω του ότι κατά το χρόνο σύνταξής της ο διαθέτης δεν είχε συνείδηση των πράξεών του και στερείτο της χρήσης του λογικού, και β) να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά τους έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο και τα αιτήματα, η αγωγή παραδεκτά φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 18, 30 ΚΠολΔ), κατά την τακτική διαδικασία, και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 131, 1718, 1719 ΑΚ, 70, 176, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ο ισχυρισμός της εναγομένης-εκκαλούσας, ότι οι τιμώμενοι με τη Διαθήκη ... και ... αποτελούν αναγκαίους ομόδικούς της κι ως εκ τούτου η συζήτηση της αγωγής είναι απαράδεκτη, ελέγχεται απορριπτέα, καθόσον μεταξύ περισσότερων κληρονόμων και κληροδόχων από δημόσια Διαθήκη, κατά των οποίων έχει ασκηθεί η προκείμενη αγωγή από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του διαθέτη, δεν υπάρχει σχέση αναγκαίας ομοδικίας (βλ. Κ. Παπαδόπουλος, «Αγωγές Κληρονομικού Δικαίου», τόμος πρώτος, 1994, σ. 264, ΟλΑΠ 902/1982 ΕΕΝ 1983.475). Πρέπει, συνεπώς, η αγωγή, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, καθώς για το αντικείμενό της καταβλήθηκε, το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το με αριθμό …/273-2015 διπλότυπο της ΔΟΥ Σύρου).

Χ. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, η Διαθήκη, για την οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 Α.Κ. είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1719 αρ. 3 του ίδιου Κώδικα, ανίκανοι να συντάσσουν Διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της Διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική η διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους. Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη Διαθήκης, δηλαδή α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση, υψηλός πυρετός, επενέργεια τοξικής ουσίας κ.λ.π.) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της Διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της Διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νου, αφού αρκεί η σε μεγάλο βαθμό σύγχυση της συνείδησης και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή, στην οποία υπάγονται οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως είναι η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, η παράνοια και οι οργανοψυχικές παθήσεις, που οφείλονται σε παθολογοανατομικές αλλοιώσεις του εγκεφάλου ή άλλες εγκεφαλικές διαταραχές, όπως είναι οι ψυχώσεις της γεροντικής ηλικίας, όπως η γεροντική άνοια, όταν από αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, η ολιγοφρένεια κ.ά. Και στις δύο όμως πιο πάνω περιπτώσεις, για να κριθεί ένα πρόσωπο ανίκανο για τη σύνταξη Διαθήκης, απαιτούνται δύο επιπλέον προϋποθέσεις:

1) η παρεμπόδιση του ελευθέρου προσδιορισμού της βούλησης του διαθέτη εξαιτίας της διαταραχής και 2) η αποφασιστική επιρροή της βούλησής του, δηλαδή η σημαντική μείωση της ικανότητας αντικειμενικού ελέγχου της πραγματικότητας από το διαθέτη. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 131 παρ.1 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "η δήλωση βουλήσεως είναι άκυρη αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του”, προκύπτει, ότι η προαναφερόμενη ακυρότητα υφίσταται και σε κάθε δήλωση βουλήσεως που πραγματοποιήθηκε υπό το κράτος των ανωτέρω καταστάσεων. Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, προς σύνταξη έγκυρης Διαθήκης ο διαθέτης πρέπει να έχει ικανότητα προς τούτο, υπάρχουσα κατά το χρόνο σύνταξης της Διαθήκης και καθ’ όλη τη διάρκειά της. Δηλαδή η συνδρομή της ανικανότητας στις παραπάνω μορφές κρίνεται κατά το χρόνο σύνταξης της Διαθήκης, ενώ η μεταγενέστερη επέλευσή της ή η ύπαρξή της σε προγενέστερο χρόνο δεν ασκεί επιρροή. Αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή για βαριά ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη, τότε δεν είναι αναγκαία η απόδειξή της κατά το χρόνο σύνταξης της Διαθήκης, αφού αυτή τεκμαίρεται λόγω της διάρκειάς της. Διαθήκη που συντάσσεται από τέτοιο ανίκανο προς σύνταξη Διαθήκης πρόσωπο είναι αυτοδικαίως άκυρη και θεωρείται εξ αρχής μη γενομένη (άρθρα 1718, 180 ΑΚ), και καθένας, που έχει έννομο συμφέρον, και τέτοιο έχει ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος του διαθέτη, στον οποίο λόγω της ακυρότητας της Διαθήκης περιέρχεται η κληρονομιά του, μπορεί να ζητήσει με αγωγή να αναγνωριστεί ότι η εν λόγω Διαθήκη είναι άκυρη. Η ικανότητα προς σύνταξη Διαθήκης, κατά τεκμήριο υφίσταται και συνεπώς αυτός, που επικαλείται το αντίθετο του τεκμηρίου βαρύνεται με την απόδειξή του (AΠ 120/2022, ΑΠ 405/2019, ΑΠ 489/2018 Νόμος).

XI. Απ’ όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζονται μετ’ επικλήσεως εκ μέρους των διαδίκων, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα. 336 παρ. 3, 339, 340, 390, 395 και 432 επ. ΚΠολΔ), ορισμένα από τα οποία έγγραφα αναφέρονται ειδικά κατωτέρω, χωρίς να παραλείπεται κάποιο κατά την ουσιαστική κρίση της ένδικης διαφοράς, και αφού γίνει υπόμνηση ότι όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα συνεκτιμήθηκαν, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ, χωρίς να απαιτείται από το Δικαστήριο και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων ή αντίκρουση ειδικά κάθε αποδεικτικού στοιχείου ή αιτιολόγηση γιατί βάρυνε περισσότερο στην κρίση του κάποιο από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 262/2020, ΑΠ 76/2019, ΑΠ 64/2019 Νόμος), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Τη 18η Ιουλίου 2010 απεβίωσε, στην Τήνο του Νομού Κυκλάδων, ο ... του ..., κάτοικος όσο ζούσε Τήνου. Κατά τον χρόνο θανάτου του, μοναδικοί πλησιέστεροι συγγενείς του και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ήταν η σύζυγός του πέμπτη ενάγουσα-ήδη εφεσίβλητη και τα τέσσερα τέκνα του από τον γάμο με την τελευταία, λοιπές ενάγουσες-εφεσίβλητες. Στις 4-01-2010 συντάχθηκε, στο σπίτι που διέμενε ο ως άνω ..., στη θέση «Αγκάλη» της πόλεως Τήνου, επί της οδού …αρ. …, ενώπιον του συμβολαιογράφου Τήνου ..., η υπ’ αριθμόν .../14-01-2010 δημόσια Διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ’ αριθ. …/04-10-2010 πρακτικό δημοσίευσης δημόσιας Διαθήκης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Σύμφωνα με το περιεχόμενό της, κατά τη σύνταξή της, συνέπραξε ο συμβολαιογράφος Τήνου ... και ο ... του … και της …, ως μάρτυρας, οι οποίοι ήταν παρόντες καθ’ όλη τη διάρκεια σύνταξης αυτής και δεν παραστάθηκε κανείς άλλος, παρεκτός του διαθέτη, του συμβολαιογράφου, του δεύτερου συμβολαιογράφου και του μάρτυρα, ενώ η Διαθήκη αναγνώστηκε μεγαλόφωνα και με ευκρίνεια στον διαθέτη και τα συμπράττοντα πρόσωπα και υπογράφηκε από τον διαθέτη, τα συμπράττοντα πρόσωπα και τον συμβολαιογράφο. Με την επίμαχη Διαθήκη ο αποβιώσας εγκατέστησε κληρονόμους του τη σύζυγό του και τα τέκνα του, και κληροδόχους τους εγγονούς του ... και ..., και την εναγομένη.

Συγκεκριμένα, τις τέσσερις θυγατέρες ενάγουσες …, …, … και ... (… αναφέρεται στη Διαθήκη) ... τις εγκατέστησε κληρονόμους του, κοινά και αδιαίρετα, σε ποσοστό ¼ εξ αδιαιρέτου την κάθε μία εξ αυτών, στην υπόγεια αποθήκη, εμβαδού 126 τ.μ., με ποσοστό συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου στο όλο οικόπεδο πενήντα χιλιοστά (50/1000), που καθόρισε με τη Διαθήκη, η οποία κείται σε διώροφη με υπόγειο οικοδομή, που βρίσκεται εντός της Πόλεως Τήνου, του Δήμου Τήνου, στη θέση «Αγκάλη», επί της …, με αριθμό 1. Στην κόρη του … ... (τέταρτη ενάγουσα) άφησε την ψιλή κυριότητα, της οικίας του, που βρίσκεται στη θέση «Άγιος Γεώργιος Βρύση», του Δήμου Τήνου, την ισόβια δε οίκηση και επικαρπία αυτού την άφησε στη σύζυγό του Ζωή ... (πέμπτη ενάγουσα). Στη Διαθήκη αναφέρεται, ότι η σύζυγός του, πλην της ισόβιας οίκησης και επικαρπίας στο παραπάνω σπίτι, θα έχει και το δικαίωμα ισόβια να λαμβάνει τη μηνιαία σύνταξή του και πάσης φύσεως επιδόματα και βοηθήματα που θα δικαιούται.

Περαιτέρω, στην κόρη του … ... (δεύτερη ενάγουσα) άφησε ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου του ισόγειου καταστήματός από την οικοδομή στη θέση «Αγκάλη», με επιφάνεια εκατόν είκοσι έξη (126) μέτρα τετραγωνικά, στο οποίο καθόρισε με τη Διαθήκη ποσοστό συγκυριότητος εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο τετρακόσια χιλιοστά (400/1000). Επίσης, κληροδότησε στην εγγονή του ... ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου του ισόγειου καταστήματός του στην παραπάνω οικοδομή του στη θέση «Αγκάλη», με εξ αδιαιρέτου ποσοστό στο όλο οικόπεδο τετρακόσια χιλιοστά. Στον εγγονό του ... κληροδότησε από την παραπάνω διώροφη οικοδομή του το δυτικό διαμέρισμα, του πρώτου ορόφου πάνω από τον ισόγειο όροφο, στο οποίο καθόρισε με τη Διαθήκη, ότι ανήκει ποσοστό συγκυριότητας αδιαίρετα στο όλο οικόπεδο διακόσια πενήντα χιλιοστά (250/1000), όπως και το δικαίωμα υψούν στην ως άνω διώροφη οικοδομή, για το οποίο καθόρισε με τη Διαθήκη ποσοστό συγκυριότητας πενήντα χιλιοστά (50/1000) εξ αδιαιρέτου στο όλο οικόπεδο.

Τέλος, όπως επακριβώς αναφέρεται στη Διαθήκη, «στην ... (...) με την οποία συζώ και η οποία με περιποιείται με στοργή στις ημέρες της ασθένειάς μου αφιλοκερδώς, αφήνω το διαμέρισμά μου (το Ανατολικό), επί του πρώτου ορόφου στη διώροφη οικοδομή μου, στη θέση «Αγκάλη», Δήμου Τήνου». Η πρώτη ενάγουσα ..., με την υπ’ αριθμόν …/30-01-2011 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Τήνου ..., που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχτηκε για τον εαυτό της την κληρονομία του πατέρα της και μαζί με τον σύζυγό της ..., ως ασκούντες από κοινού τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους ..., αποδέχτηκαν την κληροδοσία που άφησε ο κληρονομούμενος ... στην εγγονή του, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ως άνω δημόσια Διαθήκη του. Επίσης, η εναγομένη, δυνάμει της υπ’ αριθμόν .../19-05-2011 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε την κληροδοσία (διαμέρισμα), που κατέλιπε σ’ αυτήν ο κληρονομούμενος με την προαναφερόμενη δημόσια Διαθήκη του. Από το ίδιο το ως άνω περιεχόμενο της Διαθήκης αποδείχθηκε, ότι ο ... και η εναγομένη διατηρούσαν ερωτικό δεσμό και συζούσαν, καθώς και ότι η εναγομένη τον φρόντιζε και τον περιποιούταν στην ασθένειά του. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι ο ως άνω διαθέτης τον Νοέμβριο του έτους 2009 εισήχθη στη νευρολογική κλινική του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου «Αττικόν» με αστάθεια βάδισης, διπλωπία και θάμβος όρασης. Μετά από ενδελεχείς εξετάσεις αποδείχθηκε ότι έπασχε από καρκίνο στον πνεύμονα, με εγκεφαλικές μεταστάσεις. Ακολούθησαν συνεδρίες ακτινοθεραπείας και φαρμακευτική αγωγή (βλ. τα υπ’ αριθμούς 5-9 σχετικά έγγραφα, που οι ενάγουσες επικαλούνται και προσκομίζουν). Ο θανών ζούσε μαζί με την εναγομένη στο διαμέρισμά του επί της οδού ... αρ. …, στην πόλη της Τήνου, ο οποίος ουδέποτε νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρική κλινική, ούτε αποδείχθηκε ότι λάμβανε σχετική φαρμακευτική αγωγή.

Αποδείχθηκε, ότι η κατάσταση της υγείας του διαθέτη ήταν μεν βεβαρημένη, διότι έπασχε από καρκίνο, πλην, όμως, ουδόλως αποδείχθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι το εν λόγω νόσημα τον κατέστησε ανίκανο προς σύνταξη Διαθήκης. Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι η φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε για την ασθένειά του (βλ. τα με αριθμούς 8 και 9 σχετικά έγγραφα, που οι ενάγουσες επικαλούνται και προσκομίζουν) επέδρασε στην ψυχική και διανοητική κατάστασή του, ώστε να τον καταστήσει ανίκανο να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της ένδικης Διαθήκης. Σε κανένα ιατρικό σημείωμα από αυτά που προσκόμισαν οι ενάγουσες δεν αναφέρεται ότι ο διαθέτης, κατά το χρόνο σύνταξης της Διαθήκης (14-01-2010), έπασχε από πνευματική και διανοητική διαταραχή και ότι βρισκόταν σε παντελή αδυναμία να επιμεληθεί των προσωπικών και περιουσιακών του υποθέσεων, καταστάσεις στις οποίες εάν τυχόν είχε περιέλθει ο διαθέτης, θα αναφερόταν στις ιατρικές γνωματεύσεις που προσκομίζουν οι ενάγουσες. Εξάλλου, δεν προσκομίζεται καμία μαρτυρική κατάθεση (ένορκη βεβαίωση) από τις ενάγουσες από την οποία να προκύπτει, ότι ο κληρονομούμενος δεν είχε την ικανότητα, κατά τον επίδικο χρόνο σύνταξης της Διαθήκης για αυτοδιάθεση και διαχείριση των υποθέσεών του και της περιουσίας του.

Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της ένδικης Διαθήκης, προκύπτει ότι ο κληρονομούμενος διέθεσε την περιουσία του σε οχτώ διαφορετικά πρόσωπα, ήτοι στις πέντε ενάγουσες, στα δύο εγγόνια του και στην εναγομένη, με διάταξη τελευταίας βούλησης (Διαθήκη) συνέστησε οριζόντια ιδιοκτησία στην αναφερόμενη στη Διαθήκη οικοδομή, στη Διαθήκη του εγκαθιστά κληρονόμους και κληροδόχους τους παραπάνω σε πέντε διαφορετικά ακίνητα, και σε διάφορα εμπράγματα δικαιώματα (επικαρπία, ψιλή κυριότητα, κυριότητα, συγκυριότητα). Το γεγονός ότι εγκατέστησε κληροδόχο του την εναγομένη στο ανωτέρω διαμέρισμα, δεν συνάδει με τον ισχυρισμό των εναγουσών ότι το έκανε επειδή είχε αποκτήσει σχέση εξάρτησης με μαζί της, και ότι η τελευταία του άσκησε ψυχολογική βία και έντονη πίεση για να καλέσει τον συμβολαιογράφο σπίτι του και να προβεί στη σύνταξη της Διαθήκης, χωρίς να τις ενημερώσει και ότι γι’ αυτό προέβη στην κληροδοσία υπέρ της, αφού, σε αυτή την περίπτωση, η εναγομένη θα είχε φροντίσει τα περιουσιακά του στοιχεία να περιέλθουν σ’ αυτήν ή σε οικείους της, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, από το οποίο σαφώς συνάγεται ότι δεν πρόκειται για υποβόλιμη διάταξη, αλλά για διάταξη που ανταποκρινόταν στη βούληση του διαθέτη. Δηλαδή, κατά τον χρόνο σύνταξης της προσβαλλόμενης Διαθήκης ο κληρονομούμενος είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και δεν είχε μειωμένες τις διανοητικές του δυνάμεις, ούτε βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε την ελεύθερη έκφραση της βούλησης.

Εξάλλου από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι κατά τον κρίσιμο μεταγενέστερο χρόνο σύνταξης της ένδικης Διαθήκης, αποκλειόταν η χρήση του λογικού του. Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε, ότι ο διαθέτης κατά τον χρόνο σύνταξης της Διαθήκης του, αφενός είχε συνείδηση των πραττομένων του, αφετέρου ότι τούτος δεν έπασχε από κάποια ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, χωρίς τέτοια να μπορεί να θεωρηθεί η ύπαρξη καρκίνου με τις εγκεφαλικές μεταστάσεις, καταστάσεις οι οποίες κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δεν αρκούν για να καταστήσουν κάποιον ανίκανο για σύνταξη Διαθήκης και η όποια πραγματική βούληση του διαθέτη, από την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, προέκυψε ότι ήταν αυτή που αποτυπώθηκε στη Διαθήκη. Περαιτέρω, ως προελέχθη, η επίμαχη δημόσια Διαθήκη συντάχθηκε ενώπιον δύο συμβολαιογράφων και ενός μάρτυρα. Ο διαθέτης ενώπιον των προαναφερομένων υπαγόρευσε το κείμενο της Διαθήκης προσδιορίζοντας τα περιουσιακά του στοιχεία και τα πρόσωπα στα οποία επιθυμούσε να περιέλθει το καθένα από αυτά.

Στην περίπτωση που ο διαθέτης είχε μειωμένες τις πνευματικές και διανοητικές του δυνάμεις, βρισκόταν σε σύγχυση, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί, να κατανοήσει και να απαντήσει σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά το χρόνο σύνταξης της Διαθήκης, ο συντάξας τη Διαθήκη συμβολαιογράφος και ο συνάδελφος του, που συνέπραξε, θα διαπίστωναν ευχερώς ότι υπήρχαν σοβαροί λόγοι που εμπόδιζαν τη σύνταξη της Διαθήκης και θα αποχωρούσαν, χωρίς να συντάξουν αυτήν. Το γεγονός ότι η επίμαχη Διαθήκη συντάχθηκε ενώπιον δύο συμβολαιογράφων και ενός μάρτυρα, υποδηλώνει ότι προέβη στις ενέργειες αυτές προκειμένου να εξασφαλίσει το κύρος της Διαθήκης που είχε αποφασίσει να συντάξει, φοβούμενος τυχόν προσβολή αυτής από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά αποδείχθηκε, ότι κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης Διαθήκης ο ... είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα. Ήταν ικανός και μπορούσε με λογική σκέψη και ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησης να συντάξει κατά τον κρίσιμο χρόνο Διαθήκη, έχοντας επίγνωση της σημασίας και του περιεχομένου της. Με τη Διαθήκη υλοποίησε την επιθυμία του να τιμήσει την εναγομένη με την οποία είχε αναπτύξει ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς, διότι, όπως ο ίδιος αναφέρει στη Διαθήκη του, αυτή τον περιποιούταν με στοργή. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω αποδείχθηκε, ότι ο κληρονομούμενος είχε την δύναμη να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της επιχειρούμενης πράξης, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο συνέταξε τη δημόσια Διαθήκη του, δεν αποκλειόταν ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησής του με λογικούς υπολογισμούς, άρα είχε συνείδηση των πραττομένων και δεν στερούταν της χρήσης του λογικού του.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, επειδή οι ενάγουσες, οι οποίες έχουν το βάρος απόδειξης, δεν απέδειξαν ότι ο διαθέτης πατέρας τους ... του ... και της … εμφάνιζε κατά το χρόνο σύνταξης της ένδικης Διαθήκης τέτοια ψυχική ή και διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Οι εφεσίβλητες-ενάγουσες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας-εναγομένης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας τους (106, 176, 189, παρ. 1, 191 παρ. 2, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓIA TOYΣ ΛOΓOYΣ AYTOYΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τη σωρευόμενη στο δικόγραφο της έφεσης αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ουσιαστικά την έφεση κατά της υπ’ αριθμόν 8/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθμόν 8/2015 εκκαλουμένη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ την αγωγή.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΚATAΔΙΚΑΖΕΙ τις ενάγουσες-εφεσίβλητες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εναγομένης-εκκαλούσας, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην εκκαλούσα του καταβληθέντος από αυτήν e-παράβολου άσκησης έφεσης, ποσού εκατό πενήντα (150) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε στις 05-04-2023 και δημοσιεύθηκε στην Ερμούπολη Σύρου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους τους δικηγόρους, στις 11 Μαΐου 2023.-

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ          Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ