Συνθετη Αναζητηση Νομοθεσιας - Νομολογιας

Νομοθεσία

ΑΡΧΗ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΟΤΗΤΑΣ ΕΠΙΕΙΚΕΣΤΕΡΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ - KΑΘΙΕΡΩΣΗ ΗΠΙΟΤΕΡΟΥ ΑΞΙΟΠΟΙΝΟΥ - ΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑ Π.Κ. ΜΕ ΑΡΘΡΟ 15 παρ. 1 Δ.Σ.Α.Π.Δ. (2 Π.Κ.) - ΕΠΑΝΑΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΣΥΝΟΛΙΚΗΣ ΕΚΤΙΤΕΑΣ ΠΟΙΝΗΣ

ΑΠ 24/2021 (Ε΄- ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


ΑΡΧΗ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΟΤΗΤΑΣ ΕΠΙΕΙΚΕΣΤΕΡΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ - ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ ΑΠΛΩΣ ΕΠΙΕΙΚΕΣΤΕΡΟΥ ΝΕΟΥ ΝΟΜΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΗ ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΠΡΑΞΗΣ - ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΗΠΙΟΤΕΡΟΥ ΑΞΙΟΠΟΙΝΟΥ - ΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑ Π.Κ. ΜΕ ΑΡΘΡΟ 15 παρ. 1 Δ.Σ.Α.Π.Δ. (2 Π.Κ.). Οι διατάξεις του άρθρου 2 του νέου Ποινικού Κώδικα διατηρούν τη διάκριση ανάμεσα στις διατάξεις νόμων που χαρακτηρίζουν την πράξη μη αξιόποινη (ανέγκλητη) και σ' εκείνες που, αν και δεν χαρακτηρίζουν την πράξη μη αξιόποινη (ανέγκλητη), περιέχουν πάντως ευμενέστερες, για την ποινική της αντιμετώπιση, διατάξεις (απλώς ευμενέστερες διατάξεις), οι οποίες εμπίπτουν μεν στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 2 του ίδιου Κώδικα, όχι, όμως, και στη δεύτερη και, συνεπώς, οι διατάξεις νόμων που χαρακτηρίζουν την πράξη μη αξιόποινη (ανέγκλητη) εφαρμόζονται μέχρι την ολοκλήρωση της έκτισης της ποινής, ενώ οι απλώς ευμενέστερες διατάξεις εφαρμόζονται μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξης. Αν ο νομοθέτης ήθελε οι απλώς ευμενέστερες διατάξεις να εφαρμόζονται μέχρι την ολοκλήρωση της έκτισης της ποινής και όχι μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξης, είτε θα είχε επιλέξει διαφορετική γραμματική διατύπωση στο άρθρο 2 του ίδιου Κώδικα, ορίζοντας ως απώτερο χρονικό σημείο εφαρμογής γι' αυτές την ολοκλήρωση της έκτισης της ποινής, είτε θα είχε ρυθμίσει το ζήτημα με μεταβατικές διατάξεις.

ΕΠΑΝΑΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΣΥΝΟΛΙΚΗΣ ΕΚΤΙΤΕΑΣ ΠΟΙΝΗΣ  - ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΕΥΜΕΝΕΣΤΕΡΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΑΡΘΡΟΥ 94 παρ. 1 Π.Κ. (Ν. 4619/2019). Η διάταξη αυτή είναι ευμενέστερη, σε σχέση με την αντίστοιχη του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 Ποινικού Κώδικα, εφόσον με αυτή: α) καταργήθηκε το ελάχιστο όριο επαύξησης της ποινής βάσης για κάθε συντρέχουσα ποινή, β) το ανώτατο όριο της επαύξησης μειώθηκε στο ένα δεύτερο, από τα τρία τέταρτα, κάθε συντρέχουσας ποινής και γ) μειώθηκαν τα ανώτατα όρια της συνολικής ποινής από τα είκοσι πέντε έτη στα είκοσι (έτη) στην περίπτωση της κάθειρξης και από τα δέκα έτη σε οκτώ (έτη) στην περίπτωση της φυλάκισης. 

Ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ..., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ειδικότερα για το ότι το δικάσαν Δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο ...) "....κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των αρθ. 2 και 94 ΠΚ, δέχθηκε ότι δεν είναι νόμιμος ο επανακαθορισμός της συνολικής εκτιτέας ποινής της απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών στα είκοσι (20) έτη, αντί των είκοσι πέντε (25) ετών, επειδή - σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης - τούτο προσκρούει στο αμετάκλητο της εν λόγω απόφασης, παραδοχή όμως εσφαλμένη καθόσον σύμφωνα με το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 8/2019 Γνωμοδότησης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στην προκειμένη περίπτωση ο καταδικασθείς (παρά το αμετάκλητο της απόφασης) ωφελείται σύμφωνα με την υπερνομοθετικής ισχύος, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 Συντ., διάταξη του άρθ. 15 παρ. 1 εδ. γ' του ν. 2462/1997  κατά την οποία "....δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνη που προβλεπόταν κατά την χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν μετά την διάπραξη του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν", η οποία δεν θέτει ως προϋπόθεση το μη αμετάκλητο της καταδίκης ...., είναι αβάσιμος. Πλειοψηφία μίας ψήφου. Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια.


Απόφαση 24 / 2021    ( Ε΄ - ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 24/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 155/2020 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιουλίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Παππαδά (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ..., περί αναιρέσεως της 218/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου .... Με αιτούντα - αντιλέγοντα το Θ. Β... του Ι., κρατούμενο στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ..., με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών ... ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 3/10-3-2020 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου ... Σ. Ε. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 437/20.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 10-3-2020 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3/2020 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ... (ασκηθείσα με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου ...) για αναίρεση της απόφασης 218/21-2-2020 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., με την οποία απορρίφθηκαν οι κατά το άρθρο 562 εδ. β' του ΚΠοινΔ αντιρρήσεις του Θ. Β. του Ι., κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Τύπου Β' ..., κατά της Διάταξης 17599/24-10-2019 του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, οι οποίες υποβλήθηκαν με την από 4-12-2019 αίτηση με αριθμό 9917/9-12-2019 του ως άνω κρατουμένου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 562 εδ. β', 563 εδ. β' του ΚΠοινΔ), περιέχει δε παραδεκτό λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. γ', 2 και 3 εδ. α' του ΚΠοινΔ, "1...Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου...2. Αν ζητεί την αναίρεση ο εισαγγελέας, δεν κλητεύεται αλλά εκπροσωπείται από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. 3. Οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο...". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 515 παρ. 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, "Αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να είναι παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος απ' αυτούς δεν εμφανίστηκε". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 563 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, "Στις περιπτώσεις των άρθρων 561 και 562 ο καταδικασμένος κλητεύεται στο δικαστήριο σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 551". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 551 παρ. 4 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, "Εκείνος που καταδικάστηκε κλητεύεται και αν κρατείται δεν προσάγεται, μπορεί, όμως, να αντιπροσωπευθεί με συνήγορο διοριζόμενο κατά τους όρους του άρθρου 42 παρ. 2". Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο έκθεμα στην αναφερόμενη στο προεισαγωγικό της απόφασης αυτής δικάσιμο (10-7-2020), δεν παραστάθηκε ο υποβαλών τις κατά το άρθρο 562 εδ. β' του ΚΠοινΔ αντιρρήσεις, με την από 4-12-2019 αίτηση με αριθμό 9917/9-12-2019, Θ. Β. του Ι., κρατούμενος στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Τύπου Β' ..., κατά της Διάταξης 17599/24-10-2019 του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, καίτοι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αφού, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης με ημεροχρονολογία 8-5-2010 του Σ. Γ., υπαλλήλου του ως άνω Καταστήματος Κράτησης, επιδόθηκε στα χέρια του ίδιου, νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 1 εδ. α' και 3, 166 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, η κλήση 437/8-5-2020 του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να παραστεί δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της αναφερόμενης στην προηγούμενη σκέψη της απόφασης αυτής αίτησης αναίρεσης στην προαναφερόμενη δικάσιμο (10-7-2020). Κατά συνέπεια, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να συνεχιστεί σαν να ήταν και ο ως άνω αιτών-αντιλέγων παρών. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το Ν. 4619/2019 και ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα, "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "Κατά του υπαιτίου δύο ή περισσότερων εγκλημάτων που τελέστηκαν με περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρησή τους, συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας από αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μία από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το ένα δεύτερο κάθε συντρέχουσας ποινής, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τα είκοσι έτη, όταν η βαρύτερη ποινή είναι κάθειρξη και τα οκτώ έτη όταν πρόκειται για φυλάκιση". Η διάταξη αυτή είναι ευμενέστερη, σε σχέση με την αντίστοιχη του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 Ποινικού Κώδικα, εφόσον με αυτή: α) καταργήθηκε το ελάχιστο όριο επαύξησης της ποινής βάσης για κάθε συντρέχουσα ποινή, β) το ανώτατο όριο της επαύξησης μειώθηκε στο ένα δεύτερο, από τα τρία τέταρτα, κάθε συντρέχουσας ποινής και γ) μειώθηκαν τα ανώτατα όρια της συνολικής ποινής από τα είκοσι πέντε έτη στα είκοσι (έτη) στην περίπτωση της κάθειρξης και από τα δέκα έτη σε οκτώ (έτη) στην περίπτωση της φυλάκισης. Περαιτέρω, κατά την ως άνω σαφή διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα, απώτερο χρονικό σημείο εφαρμογής του επιεικέστερου για τον κατηγορούμενο νόμου είναι εκείνο της αμετάκλητης εκδίκασης της πράξης. Η διάταξη αυτή εισάγει, ως διαδικαστικό όριο για την εφαρμογή του επιεικέστερου για τον κατηγορούμενο νόμου, την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξης και, συνεπώς, δεν αφορά στο τρίτο στάδιο της ποινικής δίκης, δηλαδή στο στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης, το οποίο δημιουργεί δικονομική έννομη σχέση δημόσιου δικαίου μεταξύ του Κράτους και του καταδικαζομένου. Περαιτέρω, ο Ποινικός Κώδικας προνοεί και για την περίπτωση, κατά την οποία, μετά την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξης και, ενώ εκτίεται η ποινή που επιβλήθηκε γ' αυτή, τίθεται σε ισχύ νέος νόμος, που καταργεί το αξιόποινο της πράξης. Ειδικότερα, με τη ρητή διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του νέου Ποινικού Κώδικα, ορίζεται ότι "2. Αν μεταγενεστέρως νόμος χαρακτήρισε την πράξη μη αξιόποινη (ανέγκλητη), παύει η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε καθώς και τα ποινικά επακόλουθά της, όπως και η εκτέλεση των μέτρων ασφαλείας". Δεν προβλέπει, όμως, και τη συγγενή με την προηγούμενη περίπτωση, κατά την οποία, μετά την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξης και, ενώ ακόμη εκτίεται η ποινή που επιβλήθηκε γ' αυτή, αρχίζει να ισχύει νέος νόμος, ο οποίος δεν καταργεί μεν το αξιόποινο, το καθιστά, όμως, ηπιότερο. Έτσι, ανακύπτει το ζήτημα της εφαρμογής ή μη της αρχής της εφαρμογής της ευμενέστερης ποινικής διάταξης στην περίπτωση κατά την οποία, μετά την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξης, αρχίζει να ισχύει νέος νόμος, ο οποίος δεν καταργεί το αξιόποινο, αλλά καθιστά αυτό ηπιότερο. Υπό το καθεστώς του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 Ποινικού Κώδικα, επικράτησε η άποψη ότι μετά την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξης αναδρομική ισχύ είχε μόνο ο νόμος που καθιστούσε την πράξη μη αξιόποινη (ανέγκλητη) και ότι ο νομοθέτης θέλησε να ρυθμίσει μόνο την περίπτωση, κατά την οποία, μετά το αμετάκλητο της καταδικαστικής απόφασης, η πράξη χαρακτηριζόταν ως μη αξιόποινη (ανέγκλητη), ηθελημένα δε δεν προέβλεψε για την κατά τον ίδιο χρόνο αναδρομική ή μη ισχύ του νέου νόμου που δεν καταργούσε το αξιόποινο αλλά καθιστούσε αυτό ηπιότερο (απλώς επιεικέστερου νόμου), με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει ανάλογη εφαρμογή του νέου αυτού νόμου μετά το αμετάκλητο της καταδικαστικής απόφασης, αφού το νομοθετικό κενό δεν ήταν ακούσιο (ΟλΑΠ 643/1985, ΑΠ 192/2012, ΑΠ 294/2002). Οι διατάξεις του άρθρου 2 του νέου Ποινικού Κώδικα διατηρούν τη διάκριση ανάμεσα στις διατάξεις νόμων που χαρακτηρίζουν την πράξη μη αξιόποινη (ανέγκλητη) και σ' εκείνες που, αν και δεν χαρακτηρίζουν την πράξη μη αξιόποινη (ανέγκλητη), περιέχουν πάντως ευμενέστερες, για την ποινική της αντιμετώπιση, διατάξεις (απλώς ευμενέστερες διατάξεις), οι οποίες εμπίπτουν μεν στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 2 του ίδιου Κώδικα, όχι, όμως, και στη δεύτερη και, συνεπώς, οι διατάξεις νόμων που χαρακτηρίζουν την πράξη μη αξιόποινη (ανέγκλητη) εφαρμόζονται μέχρι την ολοκλήρωση της έκτισης της ποινής, ενώ οι απλώς ευμενέστερες διατάξεις εφαρμόζονται μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξης. Αν ο νομοθέτης ήθελε οι απλώς ευμενέστερες διατάξεις να εφαρμόζονται μέχρι την ολοκλήρωση της έκτισης της ποινής και όχι μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξης, είτε θα είχε επιλέξει διαφορετική γραμματική διατύπωση στο άρθρο 2 του ίδιου Κώδικα, ορίζοντας ως απώτερο χρονικό σημείο εφαρμογής γι' αυτές την ολοκλήρωση της έκτισης της ποινής, είτε θα είχε ρυθμίσει το ζήτημα με μεταβατικές διατάξεις. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 εδ. γ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Ν. 2462/1997), "....Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνη που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του, ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν....". Η διάταξη αυτή, η οποία έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, δεν διαλαμβάνει μεν την προϋπόθεση του μη αμετακλήτου της καταδίκης, πλην, όμως, αναφέρεται στην επιβολή ποινής, η οποία συντελείται μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξης, και όχι στην έκτιση ποινής, η οποία έπεται χρονικά της επιβολής. Συνεπώς, η αντίθετη, προς την ανωτέρω, άποψη περί εφαρμογής της ευμενέστερης ποινικής διάταξης στην περίπτωση κατά την οποία, μετά την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξης, αρχίζει να ισχύει νέος νόμος που δεν καταργεί το αξιόποινο αλλά καθιστά αυτό ηπιότερο (απλώς επιεικέστερος νόμος) δεν εναρμονίζεται με την ως άνω διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 εδ. γ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 562 του ΚΠοινΔ, "Κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση του καταδικασθέντος σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης και το είδος ή τη διάρκεια της ποινής λύεται από τον αρμόδιο κατ' άρθρο 549 εισαγγελέα, ο οποίος αποφαίνεται αμελλητί με αιτιολογημένη διάταξή του. Σε περίπτωση αμφιβολίας του εισαγγελέα ή αντίρρησης του καταδικασθέντος επιλαμβάνεται το δικαστήριο των πλημμελειοδικών του τόπου όπου εκτίεται η ποινή". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι το πλημμελειοδικείο, το οποίο επιλαμβάνεται τέτοιων αντιρρήσεων του καταδικασθέντος, περιορίζεται στην εξέταση ζητημάτων σχετικών με την εκτελεστότητα αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, τα οποία προκύπτουν κατά την εκτέλεση και μετά το αμετάκλητο αυτής και ειδικότερα αναφορικά: α) με την εκτελεστότητα της σχετικής απόφασης, όταν προβάλλεται ότι αυτή δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, β) με το είδος της επιβληθείσας ποινής και γ) με τη διάρκεια της ποινής, στην περίπτωση που από τον καταδικασθέντα γίνεται επίκληση εσφαλμένου προσδιορισμού του χρόνου λήξης της ποινής (άρθρο 554 του ΚΠοινΔ) ή λόγου που παύει ή κωλύει τη συνέχιση της έκτισής της, όπως της απονομής χάρης (άρθρο 564 περ. β' του ΚΠοινΔ) ή της παραγραφής της ποινής (άρθρο 565 περ. α' του ΚΠοινΔ) ή του χαρακτηρισμού της πράξης ως μη αξιόποινης με μεταγενέστερο νόμο (άρθρο 2 παρ. 2 του ΠΚ). Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου και, έτσι, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο Θ. Β. του Ι. κρατείται στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Τύπου Β' ..., με βάση την απόφαση 2464/15-9-2017 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία επιβλήθηκε σ' αυτόν συνολική ποινή κάθειρξης είκοσι εννιά (29) ετών και ορίστηκε, ως εκτιτέα, συνολική ποινή κάθειρξης είκοσι πέντε (25) ετών, για τις αξιόποινες πράξεις της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση και της εκβίασης κατά συναυτουργία κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Η απόφαση αυτή είχε καταστεί αμετάκλητη πριν από την 30η-6-2019. Με την από 4-12-2019 αίτησή του, με αριθμό 9917/9-12-2019, ο ως άνω κρατούμενος, υπέβαλε, κατά το άρθρο 562 εδ. β' του ΚΠοινΔ, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., αντιρρήσεις κατά της Διάταξης 17599/24-10-2019 του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και ζήτησε τον επανακαθορισμό, μετά την ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 αυτού, της εκτιτέας συνολικής ποινής από είκοσι πέντε (25) σε είκοσι (20) έτη. Το δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του 218/21-2-2020, την ως άνω αίτηση του αιτούντος-αντιλέγοντος κρατουμένου, δεχόμενο, μετά την παράθεση της σχετικής νομικής σκέψης, ότι: "....Από την αποδεικτική διαδικασία και δη από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο αιτών-καταδικασθείς στο ακροατήριο, προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο αιτών κρατείται στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Τύπου Β' ..., δυνάμει της υπ' αριθμ. 2464/2019 (ενν. 2464/2017) απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία του επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης είκοσι εννέα (29) ετών με εκτιτέα τα είκοσι πέντε (25) έτη για τις πράξεις της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, εκβίασης κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Η ως άνω εκτιόμενη ποινή των είκοσι πέντε (25) ετών έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη πριν από τις 30.6.2019. Κατόπιν τούτων, δεδομένου του ότι απώτερο χρονικό σημείο της εφαρμογής της ευμενέστερης διάταξης νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νέου Ποινικού Κώδικα, είναι η αμετάκλητη εκδίκαση της πράξης, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, πρέπει οι αντιρρήσεις του καταδικασθέντος να απορριφθούν". Με αυτά που δέχθηκε, το δικάσαν Δικαστήριο ορθά, κατά τη γνώμη που επικράτησε, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 2 και 94 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, η απλώς ευμενέστερη, για τον αιτούντα-αντιλέγοντα, διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα, με την οποία μειώθηκαν τα ανώτατα όρια της συνολικής ποινής από είκοσι πέντε (25) σε είκοσι (20) έτη στην περίπτωση της κάθειρξης, δεν εφαρμόζεται, αφού τέθηκε σε ισχύ μετά την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξης. Κατά συνέπεια, ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ..., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ειδικότερα για το ότι το δικάσαν Δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο ...) "....κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των αρθ. 2 και 94 ΠΚ, δέχθηκε ότι δεν είναι νόμιμος ο επανακαθορισμός της συνολικής εκτιτέας ποινής της υπ' αριθ. 2464/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών στα είκοσι (20) έτη, αντί των είκοσι πέντε (25) ετών, επειδή - σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης - τούτο προσκρούει στο αμετάκλητο της εν λόγω απόφασης, παραδοχή όμως εσφαλμένη καθόσον σύμφωνα με το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 8/2019 Γνωμοδότησης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στην προκειμένη περίπτωση ο καταδικασθείς (παρά το αμετάκλητο της απόφασης) ωφελείται σύμφωνα με την υπερνομοθετικής ισχύος, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 Συντ., διάταξη του άρθ. 15 παρ. 1 εδ. γ' του ν. 2462/1997 (Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα) κατά την οποία "....δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνη που προβλεπόταν κατά την χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν μετά την διάπραξη του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν", η οποία δεν θέτει ως προϋπόθεση το μη αμετάκλητο της καταδίκης (σχετ. Διάταξη ΕισΕφΔωδεκανήσου 129/2019 και Διάταξη ΕισΕφΘράκης 84/2019)....", είναι αβάσιμος.
Δύο μέλη του Δικαστηρίου, οι Αρεοπαγίτες Γεώργιος Παπαηλιάδης και Βασιλική Ηλιοπούλου, είχαν την γνώμη άτι είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ.1Ε' λόγος της ένδικης εισαγγελικής αναίρεσης για τους ακόλουθους λόγους: Η γενική αρχή της αναδρομικής ισχύος του ηπιότερου νόμου αποτυπώνεται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 2 του Π Κ, καθεμία από τις οποίες αντιστοιχεί σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα της ποινικής διαδικασίας. Η πρώτη παράγραφος αναφέρεται στο χρονικό διάστημα, το οποίο αρχίζει από την τέλεση της πράξης και εξικνείται μέχρι την έκδοση της αμετάκλητης δικαστικής απόφασης και κατά το οποίο εφαρμόζεται η ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο διάταξη. Η δεύτερη παράγραφος, κατά τη σχετική πρόβλεψη, αναφέρεται στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα ανάμεσα στην αμετάκλητη καταδίκη και μέχρι την ολοσχερή απότιση της ποινής, κατά το οποίο εφαρμόζεται ο μεταγενέστερος νόμος που χαρακτηρίζει την πράξη όχι αξιόποινη (ανέγκλητη). Τούτο δε διότι, όπως είναι φανερό, η συνέχιση έκτισης ποινής για μια πράξη που πλέον μπορεί να τελείται ατιμώρητα, οδηγεί σε άτοπα, άδικα, ανεπιεική και αντισυνταγματικά αποτελέσματα, επειδή προσκρούει στην απαγόρευση του υπερμέτρου, όντας άσκοπη ποινή, αφού δεν εξυπηρετεί καμία πρόληψη. Τούτων παρέπεται ότι η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου εφαρμόζεται και κατά το στάδιο της εκτέλεσης της ποινής και επομένως αν επέλθει νομοθετική μεταβολή μετά το αμετάκλητο της καταδικαστικής απόφασης, οι νέες ρυθμίσεις καταλαμβάνουν και εκείνους που καταδικάστηκαν αμετακλήτως, στο μέτρο που είναι ευνοϊκότερες γι' αυτούς υπό τον όρο ότι δεν οδηγούν σε επανεκδίκαση της υπόθεσης που έχει ήδη αμετάκλητα κριθεί. Εξάλλου, η φάση της εκτέλεσης της ποινής αποτελεί τμήμα της ποινικής δίκης, η οποία δεν περατώνεται με την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης, αφού η έννομη σχέση, που είναι αντικείμενο της δίκης, επιζεί και μετά την απόφαση, όπως αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ο νόμος αναθέτει στη δικαστική εξουσία την επίλυση των περισσοτέρων προβλημάτων που ανακύπτουν κατά την εκτέλεση.
Συνεπώς, η ως άνω διάταξη του άρθρου 2§1 του Π Κ, έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση που ο νεότερος επιεικέστερος νόμος ίσχυσε μετά την αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης, πριν όμως από την εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής (ΑΠ 1729/2019) ενόψει του ότι, κατά τα προεκτεθέντα, η φάση της εκτέλεσης αποτελεί τμήμα της έννομης σχέσης που δημιουργείται μεταξύ δράστη και πολιτείας και αρχίζει από την τέλεση της πράξης, λήγει δε με την εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε αμετάκλητα (ΑΠ 1169/2009).
Επομένως, στην περίπτωση αμετάκλητα καταδικασθέντος κρατούμενου προς έκτιση συνολικής ποινής κάθειρξης 25 ετών, ή φυλάκισης 10 ετών, που υπερβαίνουν το ανώτατο προβλεπόμενο από τον νέο ΠΚ (άρθρο 94) όριο της συνολικής ποινής των είκοσι (20) και των οκτώ (8)ετών, αντίστοιχα, πρέπει, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 2§1 ΠΚ, να χωρήσει επανακαθορισμός (από τον κατ' άρθρο 549 ΚΠΔ αρμόδιο Εισαγγελέα ή το Δικαστήριο του άρθρου 562 ΚΠΔ, κατόπιν σχετικών αντιρρήσεων) του ανωτάτου ορίου της εκτιτέας ποινής κάθειρξης ή φυλάκισης, κατ" εφαρμογή του ως άνω νεότερου επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε μετά την αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης, πριν όμως από την εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής, αφού, όπως προεκτέθηκε, η φάση της εκτέλεσης αποτελεί τμήμα της έννομης σχέσης που δημιουργείται μεταξύ δράστη και Πολιτείας και αρχίζει από την τέλεση της πράξης και λήγει με την εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε αμετάκλητα. Από τον ως άνω επανακαθορισμό του ανωτάτου ορίου της εκτιτέας συνολικής κοινής κάθειρξης στα 20 έτη ή ποινής φυλάκισης στα 8 έτη, όπως προβλέπει η ευμενέστερη διάταξη του άρθρου 94§1 του νέου ΠΚ, δεν θίγεται το δεδικασμένο, "αφού δεν πρόκειται για κατάγνωση νέας ποινής, αλλά για καθορισμό εκτιτέας συνολικής ποινής", ενόψει του ότι η εφαρμογή του νεότερου ηπιότερου νόμου δεν επιβάλλει επανεκδίκαση της υπόθεσης για την οποία υπάρχει η αμετάκλητη καταδίκη, ενώ η συνέχιση της εκτέλεσης της ποινής, και μετά την πάροδο του απειλούμενου στο νέο νόμο μέγιστου χρόνου, είναι και αντίθετη στην αρχή της απαγόρευσης του υπερμέτρου και στη ρητή επιταγή της διάταξης του άρθρου 15§1 εδ. γ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Ν.2462/1997), κατά την οποία "...δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνη που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Η ως άνω διάταξη που έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) δεν περιέχει την προϋπόθεση του μη αμετάκλητου της καταδίκης. Βέβαια στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 2§2 του ΠΚ δεν αντιμετωπίζονται ρητά οι ως άνω περιπτώσεις, κατά τις οποίες, μετά την αμετάκλητη επιβολή ποινής και πριν από την εκτέλεσή της, τίθεται σε ισχύ νόμος που δεν καταργεί το αξιόποινο της πράξης, αλλά απλά το καθιστά ηπιότερο, πλην όμως ενόψει των αμέσως προηγούμενων πρέπει και στις περιπτώσεις αυτές να εφαρμοστεί ο μεταγενέστερος ηπιότερος νόμος, κατ" ανάλογη εφαρμογή της διάταξης της § 1 του ως άνω άρθρου, διότι, άλλως, η άκαμπτη εφαρμογή σ* αυτές της διάταξης της § 2 του ως άνω άρθρου του ΠΚ, οδηγεί σε ανεπιεική αποτελέσματα, (όταν μάλιστα ο νεότερος επιεικέστερος νόμος δεν επιβάλλει, ως εκτέθηκε ανωτέρω, επανεκδίκαση της υπόθεσης, οπότε δεν θίγεται το δεδικασμένο), ενώ επίσης δεν συμβαδίζει με το πνεύμα του νομοθέτη του νέου Π Κ για αποκλιμάκωση και εξορθολογισμό των ποινών και επιπλέον έρχεται σε αντίθεση με μια από τις βασικές αρχές που διέπουν τις ρυθμίσεις του, δηλαδή την αρχή της επιείκειας. Άλλωστε, ο δικαιολογητικός λόγος της καθιέρωσης από τον Ποινικό Κώδικα του κανόνα της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου είναι ότι σε κάθε νομοθετική μεταβολή υποδηλώνεται αλλαγή στην αξιολόγηση μιας κατάστασης και κατά συνέπεια η μεταβολή επί το ηπιότερο σημαίνει ότι ο νομοθέτης αναθεώρησε μια αυστηρή αξιολόγηση του, χάριν μιας επιεικέστερης. Έτσι, είναι εντελώς αδικαιολόγητο να εξακολουθήσει ο κατηγορούμενος να εκτίει την ποινή που του επιβλήθηκε με τον προϊσχύσαντα αυστηρότερο νόμο, όταν η πολιτεία με τα αρμόδια καταστατικά της όργανα θέλησε για την αξιόποινη αυτή πράξη να επιβάλλεται ηπιότερη ποινή. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 2 του ΠΚ, δεν εμποδίζει σε αμετάκλητες καταδίκες την άμεση εφαρμογή ευμενέστερων διατάξεων που αφορούν την απόλυση υφ' όρον, την αποκατάσταση, τη μετατροπή της ποινής, την εγγραφή στο ποινικό μητρώο και την κατάργηση της παρεπόμενης ποινής (ΑΠ 928/2020, ΑΠ 929/2020).
Μετά από αυτά και ενόψει του ότι η απόφαση επί του μοναδικού, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγου της αίτησης αναίρεσης λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να παραπεμφθεί υποχρεωτικώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 1 και 2 του Ν. 1756/1988 και 3 παρ. 3 του Ν. 3810/1957, που έχει διατηρηθεί σε ισχύ για τις ποινικές υποθέσεις, στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου την από 10-3-2020 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3/2020 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ... (ασκηθείσα με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου ...) για αναίρεση της απόφασης 218/21-2-2020 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., με την οποία απορρίφθηκαν οι κατά το άρθρο 562 εδ. β' του ΚΠοινΔ αντιρρήσεις του Θ. Β. του Ι., κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Τύπου Β' ..., κατά της Διάταξης 17599/24-10-2019 του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, οι οποίες υποβλήθηκαν με την από 4-12-2019 αίτηση με αριθμό 9917/9-12-2019 του ως άνω κρατουμένου, κατά το μοναδικό, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των εφαρμοσθεισών, ως άνω, ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 2 και 94 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2020. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ