Συνθετη Αναζητηση Νομοθεσιας - Νομολογιας

Νομοθεσία

ΣτΕ 236/2025 ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΑΛΛΟΔΑΠΟΥ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΩΣ ΜΕΛΟΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΕΛΛΗΝΑ ΠΟΛΙΤΗ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ ΣΤΗ ΣΕΝΓΚΕΝ.

 

ΣτΕ 236/2025


ΣΥΝΘΗΚΗ ΣΕΝΓΚΕΝ – ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΛΛΟΔΑΠΟΥ ΤΡΙΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΕΝΓΚΕΝ – ΣΚΟΠΟΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗΣ ΔΙΑΜΟΝΗΣ Ή ΕΙΣΟΔΟΥ ΤΟΥ ΑΛΛΟΔΑΠΟΥ ΣΤΗ ΧΩΡΑ – ΛΟΓΟΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ – ΕΚΤΕΛΕΣΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΧΩΡΕΣ ΣΕΝΓΚΕΝ ΧΩΡΙΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗΣ – ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΑΛΛΟΔΑΠΟΥ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΩΣ ΜΕΛΟΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΕΛΛΗΝΑ ΠΟΛΙΤΗ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ ΣΤΗ ΣΕΝΓΚΕΝ – ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ Η ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΑΚΡΟΑΣΗ ΤΟΥ ΑΛΛΟΔΑΠΟΥ – ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ. - Λαμβάνοντας υπόψη αφενός μεν τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα ο γάμος του αιτούντος με την Ελληνίδα σύζυγό του, την διάρκεια της κοινής συμβίωσής τους στην Ελλάδα και το γεγονός ότι δεν απέκτησαν τέκνα αφετέρου δε την κρίση των τσεχικών αρχών ότι συντρέχει στην περίπτωση του αιτούντος «πιθανός κίνδυνος υπονόμευσης της δημόσιας τάξης και της ασφάλειας των συμβαλλομένων κρατών», όπως αυτή τεκμηριώνεται στις συμπληρωματικές πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν στις ελληνικές αρχές, το Δικαστήριο, δυνάμενο να επιληφθεί του ζητήματος τούτου και πρωτοτύπως, κρίνει ότι οι οικογενειακοί δεσμοί που έχει αναπτύξει ο αιτών στην Ελλάδα δεν αρκούν για την χορήγηση άδειας διαμονής ενόψει των σοβαρών λόγων δημοσίου συμφέροντος που τεκμηριώνονται από την υφιστάμενη καταχώρισή του στο πληροφοριακό σύστημα Σένγκεν, ο χαρακτηρισμός δε των πιο πάνω συμπληρωματικών στοιχείων ως «απορρήτων» δικαιολογείται εν προκειμένω, διότι αποβλέπει στη διασφάλιση της ακεραιότητας της αστυνομικής έρευνας – Απόρριψη αίτησης - (άρθρο 82 του ν. 4251/2014, 8 ΕΣΔΑ).

ΠΔ


ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Δ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2024, με την εξής σύνθεση: Ηλίας Μάζος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση της Πρόεδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Βασιλική Κίντζιου, Όλγα Παπαδοπούλου, Σύμβουλοι, Κωνσταντίνα Σκούρα, Μαγδαληνή Φασιλάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ευδοξία Καπίρη. Για να δικάσει την από 17 Μαΐου 2022 έφεση:

του ., κατοίκου Κομοτηνής (.), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Θεόδωρο Τσιάτσιο (Α.Μ. 7705 Δ.Σ. Θεσσαλονίκης), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου, ο οποίος παρέστη με την Αναστασία Σκουντή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

και κατά της υπ’ αριθμ. 4/2021 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κομοτηνής. Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Κωνσταντίνας Σκούρα.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του εκκαλούντος ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, με την υπό κρίση έφεση, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό πληρωμής .), ζητείται η εξαφάνιση της 4/2021 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κομοτηνής. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως του εκκαλούντος κατά της 2019/954/5.7.2019 απόφασης του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας Θράκης, με την οποία απορρίφθηκε το από 18.8.2017 αίτημα να χορηγηθεί άδεια διαμονής στον εκκαλούντα υπό την ιδιότητά του ως συζύγου Ελληνίδας πολίτη.

2. Επειδή, με τη Σύμβαση της 19ης Ιουνίου 1990 για την εφαρμογή της Συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 (L 239/22.9.2000) [στο εξής ΣΕΣΣ], η οποία κυρώθηκε με το ν. 2514/1997 (Α΄ 140), ελήφθησαν τα απαραίτητα μέτρα για την κατάργηση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα και, εκτός των άλλων, προβλέφθηκε η εγκατάσταση του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν. Ειδικότερα, στο άρθρο 5 του ν. 2514/1997 ορίζεται ότι «1. Μπορεί να επιτραπεί η είσοδος στα εδάφη των Συμβαλλόμενων Μερών, για διαμονή που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες, στον αλλοδαπό που εκπληρώνει τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α. … β. … γ δ. Δεν έχει καταχωρηθεί με σκοπό την απαγόρευση εισόδου… 2. Η είσοδος στα εδάφη των Συμβαλλόμενων Μερών πρέπει να απαγορεύεται στον αλλοδαπό που δεν εκπληρώνει τις προϋποθέσεις αυτές στο σύνολό τους, εκτός αν ένα Συμβαλλόμενο Μέρος κρίνει απαραίτητο να παρεκκλίνει από την αρχή αυτή για λόγους ανθρωπιστικούς ή εθνικού συμφέροντος ή λόγω διεθνών υποχρεώσεων. Στην περίπτωση αυτή, η είσοδος θα περιορίζεται στο έδαφος του ενδιαφερόμενου Συμβαλλόμενου Μέρους, το οποίο πρέπει να ειδοποιήσει σχετικά τα άλλα Συμβαλλόμενα Μέρη», στο δε άρθρο 25 του ιδίου νόμου, όπως αυτό και το άρθρο 25 της ΣΕΣΣ ίσχυαν κατά τον χρόνο έκδοσης της ένδικης πράξης [ήτοι, πριν τη θέση σε ισχύ του Κανονισμού (ΕΕ) 1861/2018 (L 312/14), ο οποίος αφενός προβλέπει στο άρθρο 64 τη διαγραφή του άρθρου 25 της ΣΕΣΣ, αφετέρου ρυθμίζει εκ νέου στο άρθρο 27 τη διαδικασία της διαβούλευσης πριν από τη χορήγηση ή την παράταση ισχύος τίτλου διαμονής] ορίστηκε ότι «1. Όταν ένα Συμβαλλόμενο Μέρος σκοπεύει να χορηγήσει τίτλο διαμονής σε αλλοδαπό που έχει καταχωρηθεί με σκοπό την απαγόρευση εισόδου προβαίνει σε διαβούλευση με το καταχωρούν Συμβαλλόμενο Μέρος και λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντά του. Ο τίτλος διαμονής χορηγείται μόνο για σοβαρούς λόγους, κυρίως ανθρωπιστικούς ή απορρέοντες από διεθνείς υποχρεώσεις. Αν ο τίτλος διαμονής χορηγηθεί, το καταχωρούν Συμβαλλόμενο Μέρος προβαίνει στην ανάκληση της καταχωρήσεως, αλλά ωστόσο μπορεί να καταχωρήσει τον αλλοδαπό αυτό στον εθνικό κατάλογο. 2. Όταν προκύπτει ότι αλλοδαπός, κάτοχος ενός ισχύοντος τίτλου διαμονής καταχωρείται με σκοπό την απαγόρευση εισόδου, το Συμβαλλόμενο Μέρος διαβουλεύεται με το Μέρος που χορήγησε τον τίτλο διαμονής, για να διαπιστωθεί αν είναι επαρκείς οι λόγοι για ανάκληση του τίτλου διαμονής. Αν ο τίτλος διαμονής δεν ανακληθεί, το καταχωρούν Συμβαλλόμενο Μέρος προβαίνει στην ανάκληση της καταχωρήσεως, αλλά ωστόσο μπορεί να καταχωρήσει τον αλλοδαπό αυτό στον εθνικό του κατάλογο».

Το κεκτημένο Σένγκεν ενσωματώθηκε στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την προσάρτηση σχετικού πρωτοκόλλου στη Συνθήκη του Άμστερνταμ (C 340/111 10.11.1997) και ακολούθως με το Πρωτόκολλο (αριθ. 2), το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την ΕΕ και στη Συνθήκη περί ιδρύσεως της ΕΚ (C321 E/191 29.12.2006) και στο οποίο επιβεβαιώνεται ότι οι διατάξεις του κεκτημένου Σένγκεν εφαρμόζονται μόνον εάν και στον βαθμό που συμβιβάζονται με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το κοινοτικό δίκαιο (βλ. ήδη Πρωτόκολλο 19 στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης).

Περαιτέρω, οι κανόνες λειτουργίας και χρήσης του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (Schengen Information System ΙΙ- SIS II) προβλέπονταν κατά τον κρίσιμο χρόνο [ήτοι πριν από την έναρξη ισχύος του προαναφερθέντος Κανονισμού (ΕΕ) 1861/2018 (βλ. άρθρο 66 παρ. 5) αλλά και του Κανονισμού (ΕΕ) 1862/2018 (βλ. άρθρο 79 παρ. 5) κατά τα οριζόμενα στην Εκτελεστική Απόφαση 2023/201 της Επιτροπής της 30.1.2023 (L 27/31.1.2023)] στον Κανονισμό (ΕΚ) 1987/2006 «σχετικά με την εγκατάσταση, τη λειτουργία και τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II)» (L 381/4) όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (βλ. παρ. 3 του προοιμίου του Κανονισμού) και δη των διατάξεων περί των θεωρήσεων, της μετανάστευσης και άλλων πολιτικών σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Εξάλλου, η Απόφαση 2007/533/ΔΕΥ του Συμβουλίου «σχετικά με την εγκατάσταση, τη λειτουργία και τη χρήση του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II)» (L 205/63) συνιστούσε την αναγκαία νομοθετική βάση για τη λειτουργία του πληροφοριακού συστήματος Σένγκεν όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (βλ. παρ. 3 του προοιμίου της απόφασης) και δη των διατάξεων αυτής σχετικά με την αστυνομική και δικαστική συνεργασία.

3. Επειδή, κατά τα οριζόμενα στον ισχύοντα κατά τον κρίσιμο χρόνο Κανονισμό (ΕΚ) 1987/2006 το σύστημα πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς αποσκοπεί στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου ασφαλείας εντός ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης συμπεριλαμβανομένης της τήρησης της δημόσιας τάξης και ασφάλειας και της προστασίας της ασφάλειας στο έδαφος των κρατών μελών (βλ. άρθρο 1 παρ. 2). Για τους σκοπούς δε του Κανονισμού αυτού νοούνται ως συμπληρωματικές πληροφορίες οι πληροφορίες που δεν έχουν αποθηκευτεί στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν, συνδέονται ωστόσο με τις καταχωρίσεις του συστήματος αυτού, οι οποίες πρέπει να ανταλλάσσονται, εκτός των άλλων, προκειμένου τα κράτη μέλη να διαβουλεύονται μεταξύ τους ή να αλληλοενημερώνονται κατά την εισαγωγή καταχώρισης, ή μετά από εντοπισμό καταχώρισης, ώστε να είναι δυνατό να ληφθούν τα ενδεδειγμένα μέτρα, ή όταν δεν μπορεί να αναληφθεί η απαιτούμενη δράση (άρθρο 3 περ. β). Στο Κεφάλαιο IV του Κανονισμού αυτού σχετικά με καταχωρίσεις για υπηκόους τρίτων χωρών με σκοπό την απαγόρευση εισόδου και διαμονής ορίζεται ότι, πριν εισάγουν μια καταχώριση, τα κράτη μέλη αποφασίζουν αν η καταλληλότητα, η συνάφεια και η σπουδαιότητα της συγκεκριμένης περίπτωσης δικαιολογεί την καταχώριση στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν (άρθρο 21).

Περαιτέρω, ορίζεται ότι δεδομένα σχετικά με υπηκόους τρίτων χωρών, για τους οποίους εισάγεται καταχώριση με σκοπό την απαγόρευση εισόδου ή διαμονής, καταχωρίζονται σε αρχείο με βάση εθνική καταχώριση, η οποία απορρέει από απόφαση των αρμοδίων διοικητικών αρχών ή δικαστηρίων σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες της εθνικής νομοθεσίας και βάσει χωριστής αξιολόγησης. Οι προσφυγές κατά των αποφάσεων αυτών ασκούνται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου (άρθρο 24 παρ. 1). Τέλος, το καταχωρίζον κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την ακρίβεια και την ενημερότητα των δεδομένων, καθώς και τη νομότυπη εισαγωγή τους στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν και μόνον το καταχωρίζον κράτος μέλος επιτρέπεται να τροποποιεί, να συμπληρώνει, να διορθώνει, να ενημερώνει ή να διαγράφει τα δεδομένα που έχει εισαγάγει (άρθρο 34 παρ. 1-2).

4. Επειδή, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ απόδοση στην δημοτική γλώσσα με το άρθρο πρώτο του προεδρικού διατάγματος 76/2022, Α΄ 205) προβλέπει στο άρθρο 8 («Δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής») τα ακόλουθα: «1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 2. Δεν επιτρέπεται παρέμβαση δημόσιας αρχής στην άσκηση αυτού του δικαιώματος, εκτός εάν η εν λόγω παρέμβαση προβλέπεται από τον νόμο και αποτελεί μέτρο, το οποίο σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαίο για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια ασφάλεια, την οικονομική ευημερία της χώρας, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη ποινικών παραβάσεων, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων».

Εξάλλου, στο άρθρο 1 του Εβδόμου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1705/1987 (Α´ 89), ορίζεται ότι «1. Αλλοδαπός που έχει νόμιμα τη διαμονή του στην επικράτεια ενός Κράτους δεν απελαύνεται παρά μόνο μετά από απόφαση που έχει ληφθεί σύμφωνα με τον νόμο· στον ανωτέρω δίδεται η δυνατότητα: α) να προτείνει επιχειρήματα κατά της απέλασής του, β) να τύχει η υπόθεσή του επανεξέτασης και γ) να εκπροσωπείται για τους σκοπούς αυτούς ενώπιον της αρμόδιας αρχής, ή ενώπιον ενός ή περισσοτέρων προσώπων που ορίζονται απ’ αυτή την αρχή. 2. Αλλοδαπός μπορεί να απελαθεί και πριν από την άσκηση των δικαιωμάτων που προβλέπονται στην παραγ. 1α, β και γ αυτού του άρθρου όταν αυτή η απέλαση είναι αναγκαία για το συμφέρον της δημόσιας τάξης ή επιβάλλεται για λόγους εθνικής ασφαλείας».

5. Επειδή, στο άρθρο 82 του ν. 4251/2014 (Α΄ 80) ορίζεται ότι: «1. Σε πολίτες τρίτων χωρών που είναι μέλη οικογένειας Έλληνα και εισέρχονται στην Ελλάδα, με ομοιόμορφη θεώρηση εισόδου ή θεώρηση εισόδου περιορισμένης εδαφικής ισχύος, όπου αυτή απαιτείται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 1.1 του Κανονισμού (ΕΚ) 539/2001 του Συμβουλίου ή διαμένουν νόμιμα, με οριστικό ή προσωρινό τίτλο διαμονής, ο οποίος έχει χορηγηθεί από τις υπηρεσίες Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων της χώρας ή την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών χορηγείται ‘‘Δελτίο Διαμονής μέλους οικογένειας Έλληνα’’, υπό την προϋπόθεση σταθερής διαμονής τους στη χώρα. … 2. Το Δελτίο Διαμονής είναι ατομικό και χορηγείται στα μέλη της οικογένειας της επόμενης παραγράφου, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, υπό την επιφύλαξη εξέτασης λόγων δημόσιας τάξης και ασφάλειας και συνδρομής των προϋποθέσεων της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού. Κάθε μέτρο που λαμβάνεται για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας πρέπει να είναι σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας και να θεμελιώνεται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του προσώπου που αφορά. Προηγούμενες ποινικές καταδίκες δεν αποτελούν αυτοτελώς λόγους για τη λήψη τέτοιων μέτρων. Η προσωπική συμπεριφορά του προσώπου που αφορά το μέτρο πρέπει να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, που στρέφεται κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας. Αιτιολογίες που δεν συνδέονται με τα στοιχεία της υπόθεσης ή στηρίζονται σε εκτιμήσεις γενικής πρόληψης δεν γίνονται αποδεκτές. 3. …».

Εξάλλου, στο άρθρο 6 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «Το δικαίωμα διαμονής πολιτών τρίτων χωρών που εισέρχονται νόμιμα στην Ελλάδα, για έναν από τους λόγους του Κώδικα αυτού, τελεί υπό τις εξής προϋποθέσεις: α) … β) … γ) Να μην θεωρούνται απειλή για τη δημόσια τάξη, την εσωτερική ασφάλεια ή τις διεθνείς σχέσεις και να μην είναι καταχωρισμένοι ως ανεπιθύμητοι στις εθνικές βάσεις δεδομένων. Ως κριτήρια για τη συνδρομή των λόγων και δημόσιας τάξης και ασφάλειας, συνεκτιμώνται από την αρμόδια για την έκδοση της άδειας διαμονής υπηρεσία: i) η έκδοση τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης για κακούργημα ή πλημμέλημα σε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, ii) η εγγραφή στον κατάλογο ανεπιθύμητων, η οποία παύει αυτοδικαίως να ισχύει με τη χορήγηση ή ανανέωση άδειας διαμονής, iii) άλλοι λόγοι δημόσιας τάξης, οι οποίοι θα πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς και αιτιολογημένα στη σχετική απόφαση, iv) ιδιαιτέρως εξαιρετικοί λόγοι, ειδικώς αιτιολογημένοι, που αφορούν σε ζητήματα εσωτερικής ασφάλειας. Η εξέταση λόγων που αφορούν στη δημόσια τάξη και ασφάλεια της χώρας αποτελεί προαπαιτούμενο στοιχείο μόνο κατά την αρχική χορήγηση της άδειας διαμονής του πολίτη τρίτης χώρας και για την υπαγωγή σε καθεστώς αδειών διαμονής μακράς διάρκειας. … Εφόσον συντρέχουν λόγοι δημόσιας τάξης και ασφάλειας, η αρμόδια υπηρεσία μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση ή ανανέωση της άδειας διαμονής. Η συνδρομή λόγων δημόσιας τάξης και ασφάλειας που ανακύπτουν μετά τη χορήγηση της άδειας διαμονής συνιστούν λόγο ανάκλησής της. …, δ) …».

Περαιτέρω, στο ν. 3907/2011 «Ίδρυση Υπηρεσίας Ασύλου και Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής, προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ ‘‘σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη – μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών’’ και λοιπές διατάξεις» (Α´ 7), ορίζονται, τα εξής: στο άρθρο 18 (άρθρο 3 της Οδηγίας) ορίζεται ότι «Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, νοούνται ως: … β. "Παράνομη παραμονή": παρουσία στην ελληνική επικράτεια υπηκόου τρίτης χώρας που δεν πληροί ή δεν πληροί πλέον, τις προϋποθέσεις εισόδου, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 του Κώδικα Συνόρων του Σένγκεν, ή τις λοιπές προϋποθέσεις εισόδου, παραμονής ή διαμονής της κείμενης νομοθεσίας. γ. "Επιστροφή": διαδικασία επανόδου υπηκόου τρίτης χώρας είτε με οικειοθελή συμμόρφωση του προς υποχρέωση επιστροφής είτε αναγκαστικά: α) στη χώρα καταγωγής του ή β) σε χώρα διέλευσης, σύμφωνα με κοινοτικές ή διμερείς συμφωνίες Επανεισδοχής ή άλλες ρυθμίσεις ή γ) σε άλλη τρίτη χώρα, στην οποία αποφασίζει εθελοντικά να επιστρέψει και στην οποία γίνεται δεκτός. δ. "Απόφαση επιστροφής": διοικητική πράξη με την οποία κηρύσσεται ή αναφέρεται ως παράνομη η παραμονή υπηκόου τρίτης χώρας και του επιβάλλεται η υποχρέωση επιστροφής. …», στο άρθρο 20 (άρθρο 5 της Οδηγίας) ότι «Οι αρμόδιες αρχές κατά την εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου λαμβάνουν δεόντως υπόψη: α) το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, β) την οικογενειακή ζωή, γ) την κατάσταση της υγείας του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας και τηρούν την αρχή της μη επαναπροώθησης.» και στο άρθρο 21 (άρθρο 6 της Οδηγίας) ότι «1. Σε περίπτωση απόρριψης αιτήματος χορήγησης ή ανανέωσης τίτλου διαμονής, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης ισχύοντος τίτλου διαμονής, η αρμόδια αρχή εκδίδει απόφαση επιστροφής του υπηκόου τρίτης χώρας. Η απόφαση επιστροφής αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της απόφασης απόρριψης του αιτήματος διαμονής ή ανάκλησης του τίτλου διαμονής … Οι αποφάσεις επιστροφής εκδίδονται με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 5 … 4. Οι αρμόδιες κατά περίπτωση αρχές μπορούν ανά πάσα στιγμή να χορηγούν αυτοτελή άδεια διαμονής για λόγους φιλευσπλαχνίας, ανθρωπιστικούς ή άλλους λόγους σε υπήκοο τρίτης χώρας, ο οποίος διαμένει παράνομα στην ελληνική επικράτεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Η΄ του ν. 3386/2005 ή της παρ. 4 του άρθρου 15 του ν. 1975/1991. Στην περίπτωση έκδοσης της ανωτέρω άδειας διαμονής, δεν εκδίδεται απόφαση επιστροφής. Εφόσον η απόφαση επιστροφής έχει ήδη εκδοθεί, τότε αυτή ανακαλείται ή αναστέλλεται για χρονικό διάστημα ίσο με τη διάρκεια ισχύος της ανωτέρω άδειας».

6. Επειδή, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις της ΣΕΣΣ και του Κανονισμού (ΕΚ) 1987/2006 συνάγεται ότι η καταχώριση ενός αλλοδαπού στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν με σκοπό την απαγόρευση εισόδου ή διαμονής αποτελεί απόφαση αρχής ενός κράτους μέλους, η οποία ισχύει και είναι εκτελεστή σε όλα τα κράτη μέλη της Σύμβασης Σένγκεν, οι δε αρχές των λοιπών κρατών μελών δεν έχουν αρμοδιότητα ελέγχου της νομιμότητας της εν λόγω καταχώρισης, αφού μόνον το καταχωρίζον κράτος μέλος δύναται να τροποποιεί, να συμπληρώνει, ή να διαγράφει τα δεδομένα που έχει εισαγάγει στο κοινό πληροφοριακό σύστημα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 5 και της παρ. 1 του άρθρου 25 της ΣΕΣΣ σε περίπτωση που κράτος μέλος καλείται να αποφανθεί επί αιτήματος χορήγησης ή ανανέωσης άδειας διαμονής ή εξετάζει την ανάκληση ήδη χορηγηθέντος τίτλου διαμονής αλλοδαπού, ο οποίος έχει καταχωρισθεί στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν από άλλο Κράτος μέλος της Σύμβασης αυτής με σκοπό την απαγόρευση εισόδου ή διαμονής, κατ’ αρχάς ζητεί από το κράτος καταχώρισης όλες τις συμπληρωματικές κατά την έννοια του Κανονισμού (ΕΚ) 1987/2006 πληροφορίες, οι οποίες συνδέονται με και τεκμηριώνουν την επίμαχη καταχώριση.

Κατ’ εκτίμηση δε των συμπληρωματικών αυτών πληροφοριών, της αιτήσεως του ενδιαφερομένου και ιδίως των τυχόν σοβαρών λόγων, των οποίων γίνεται επίκληση με αυτήν, όπως η ύπαρξη προστατευομένων από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ οικογενειακών δεσμών οφείλει η εθνική αρχή, η οποία εξετάζει το ζήτημα της άδειας διαμονής κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, να προβεί σε στάθμιση μεταξύ των λόγων δημοσίου συμφέροντος, στην προστασία του οποίου αποβλέπει η υφιστάμενη καταχώριση στο πληροφοριακό σύστημα Σένγκεν, και των δικαιωμάτων του αλλοδαπού (πρβ. ΣτΕ 316/2024). Εφόσον η εθνική διοικητική αρχή ασκήσει την αρμοδιότητά της αυτή δηλαδή εφόσον προβεί στην κατά τα ανωτέρω στάθμιση, και καταλήξει σε κρίση περί απόρριψης του αιτήματος χορήγησης ή ανανέωσης του τίτλου διαμονής, η διαδικασία αυτή ικανοποιεί τις απαιτήσεις της παρ. 1 του άρθρου 25 της ΣΕΣΣ, ερμηνευομένης σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

Αν όμως, κατόπιν της ως άνω εκτίμησης του συνόλου των στοιχείων η αρχή του συμβαλλόμενου κράτους που εξετάζει το ζήτημα του τίτλου διαμονής, άγεται σε κρίση περί αποδοχής του αιτήματος του αλλοδαπού, παρά την υφιστάμενη καταχώρισή του στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν, τότε οφείλει να ζητήσει ειδικώς την γνώμη του κράτους μέλους της Σύμβασης, αρχή του οποίου ενήργησε την επίμαχη καταχώριση, προκειμένου να ληφθούν προσηκόντως υπόψη τα συμφέροντα αυτού και να μην ανακύψει χωρίς αποχρώντα λόγο ζήτημα ελλείψεως συνοχής των εθνικών δράσεων, το οποίο πάντως [ζήτημα] κατά το εδ. γ´ της παρ. 1 του προπαρατεθέντος άρθρου 25 της ΣΕΣΣ επιλύεται με την ρητή πρόβλεψη της υποχρέωσης του κράτους μέλους που ενήργησε την καταχώριση να προβεί στην ανάκλησή της, αν και το κράτος αυτό διατηρεί την ευχέρεια να καταχωρίσει τον αλλοδαπό στον εθνικό κατάλογο [βλ. αντίστοιχη εν γένει ρύθμιση του άρθρου 27 του νεώτερου Κανονισμού 2018/1861, όπου όμως δεν επαναλαμβάνεται η μνεία περί ευχέρειας καταχώρισης στον εθνικό κατάλογο].

7. Επειδή, από την εκκαλουμένη απόφαση και τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι ο εκκαλών, υπήκοος Γεωργίας και κάτοχος διαβατηρίου της χώρας αυτής, εισήλθε στην Ελλάδα στις 28.5.2017 μέσω του διεθνούς αερολιμένα Ελευθέριος Βενιζέλος με θεώρηση εισόδου ισχύος τριών μηνών, τέλεσε στις 17.8.2017 γάμο με την Ελληνίδα υπήκοο . (γεννηθείσα στην Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν) και στις 18.8.2017 υπέβαλε την υπ’ αρ. πρωτ. . αίτηση χορήγησης άδειας διαμονής ως σύζυγος Ελληνίδας υπηκόου. Προκειμένου να αποφανθεί επί της αιτήσεως αυτής η Διεύθυνση Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ανατολικής Μακεδονίας- Θράκης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας- Θράκης απηύθυνε στις 18.8.2017 ηλεκτρονικώς ερώτημα για παροχή πληροφοριών προς το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, το οποίο με ηλεκτρονικό μήνυμα της 21.8.2017 απήντησε ότι για τον αιτούντα συντρέχουν λόγοι δημοσίας τάξεως, διότι «του έχει επιβληθεί μέτρο από χώρα [της] ΕΕ: persons for discrete check - Art 36 (2) SIS II Decision» [πρόσωπο υπό διακριτική παρακολούθηση, άρθρο 36 της 2007/533/ΔΕΥ απόφασης].

Κατόπιν αυτού, η προαναφερθείσα Διεύθυνση Αλλοδαπών και Μετανάστευσης ζήτησε, με το ./22.8.2017 έγγραφό της προς το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, να ενημερωθεί ως προς την έκβαση της υπόθεσης και αν συντρέχουν λόγοι δημοσίας τάξεως και ασφάλειας σε βάρος του αιτούντος, έλαβε δε σχετική απάντηση με το από 25.9.2017 έγγραφο του Διοικητή του Τμήματος Ασφαλείας Κομοτηνής, στο οποίο αναφέρεται ότι υφίστανται πράγματι σοβαροί λόγοι δημοσίας τάξεως και ασφάλειας για τον εκκαλούντα, οι οποίοι δεν είναι ανακοινώσιμοι. Μετά την πάροδο περίπου δύο ετών η Τμηματάρχης του Τμήματος Αδειών Διαμονής Ροδόπης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης, με το ./6.6.2019 έγγραφό της προς την Αστυνομική Διεύθυνση Ροδόπης, ζήτησε εκ νέου ενημέρωση για την υπόθεση και ο Διοικητής του Τμήματος Ασφαλείας Κομοτηνής, με το από 13.6.2019 έγγραφό του, απήντησε ότι ο εκκαλών είναι εγγεγραμμένος στο σύστημα SIS II με αιτία αναζήτησης «μέτρο με σκοπό την απαγόρευση εισόδου ή διαμονής σε έδαφος Schengen» καθώς και ότι δεν είναι δυνατόν να παράσχει επιπλέον ενημέρωση σχετικά με τους λόγους επιβολής του συγκεκριμένου μέτρου από άλλο κράτος μέλος της σύμβασης Σένγκεν. Κατόπιν αυτών και στο πλαίσιο της εξέτασης της εκκρεμούς καθ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα αιτήσεως χορήγησης άδειας διαμονής ο εκκαλών κλήθηκε με το από 13.6.2019 έγγραφο του Γραμματέα της Επιτροπής Μετανάστευσης να προσέλθει μαζί με τη σύζυγό του σε συνέντευξη από την Επιτροπή, αλλά κατά τη συνεδρίαση του οργάνου αυτού στις 26.6.2019 δεν εμφανίστηκε.

Η δε Επιτροπή με την 14/26.6.2019 απόφασή της, κατά συνεκτίμηση του προαναφερθέντος από 13.6.2019 εγγράφου του Διοικητή του Τμήματος Ασφαλείας Κομοτηνής, διατύπωσε αρνητική γνώμη επί του αιτήματος του εκκαλούντος. Ακολούθως, εκδόθηκε η ένδικη υπ’ αριθμ. 2019/954/5.7.2019 απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης, με την οποία απορρίφθηκε για λόγους δημοσίας τάξης και ασφάλειας το αίτημα του εκκαλούντος να του χορηγηθεί άδεια διαμονής ως σύζυγος Ελληνίδας και επιβλήθηκε σε βάρος του το μέτρο της επιστροφής με οικειοθελή αναχώρηση από την Ελλάδα, εντός τριάντα ημερών από την επίδοση της προαναφερθείσας απόφασης. Εξάλλου, από τα στοιχεία που προσκομίζει ο εκκαλών προκύπτει ότι, σε απάντηση σχετικής αιτήσεώς του, το Τμήμα Sirene της Διεύθυνσης Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας της Ελληνικής Αστυνομίας με το από 1.4.2020 έγγραφο διευκρίνισε ότι υφίσταται καταχώριση του εκκαλούντος στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν δυνάμει του άρθρου 24 του Κανονισμού (ΕΚ) 2006/1987 (αλλοδαπός ανεπιθύμητος στο έδαφος Σένγκεν) από τις αρχές της Τσεχίας κατ’ επίκληση του άρθρου 154 του ν. 326/1999 περί παραμονής αλλοδαπών στην Τσεχική Δημοκρατία «λόγω πιθανού κινδύνου υπονόμευσης της δημόσιας τάξης απειλώντας ταυτόχρονα την ασφάλεια των συμβαλλομένων κρατών».

Στο έγγραφο αυτό επισημάνθηκε περαιτέρω ότι η χώρα καταχώρισης είναι αρμόδια για την εισαγωγή τροποποίηση ή διαγραφή της συγκεκριμένης καταχώρισης και παρατέθηκαν τα στοιχεία επικοινωνίας, αφενός, της αστυνομικής αρχής της Τσεχικής Δημοκρατίας, η οποία, σύμφωνα με τον οδηγό πρόσβασης στα δεδομένα που τηρούνται στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν, είναι αρμόδια για την τροποποίηση ή διαγραφή προσωπικών δεδομένων αφετέρου της τσεχικής αρχής προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία είναι αρμόδια σε περίπτωση άσκησης προσφυγής. Περαιτέρω, ο εκκαλών προσκομίζει μετάφραση του από 6.8.2020 εγγράφου του Αστυνομικού Διευθυντή της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης της Δημοκρατίας της Τσεχίας, το οποίο εκδόθηκε σε απάντηση αιτήσεώς του με ημερομηνία 8.7.2020 και τον ενημερώνει ότι κατά τον χρόνο αυτό υφίσταται καταχώρισή του στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 1987/2006 και όχι σύμφωνα με τα άρθρα 26, 32, 34 και 36 της 2007/533/ΔΕΥ απόφασης.

Επίσης, με το πιο πάνω έγγραφο ενημερώθηκε ο εκκαλών ότι έχει χαρακτηρισθεί ως ανεπιθύμητο πρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 154 παρ. 2 του νόμου 326/1999 και ότι, σύμφωνα με την παρ.1 του ιδίου άρθρου 154, ανεπιθύμητο πρόσωπο θεωρείται κάθε αλλοδαπός στον οποίο δεν επιτρέπεται να εισέλθει στην επικράτεια, διότι ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια της χώρας, να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη, τη δημόσια υγεία ή την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων. Σύμφωνα δε με την παρ. 7 του πιο πάνω άρθρου 154 η αστυνομία δεν κοινοποιεί στον αλλοδαπό την καταχώρισή του στο μητρώο ανεπιθύμητων προσώπων. Εν συνεχεία, με το ίδιο έγγραφο ενημερώνεται ο εκκαλών ότι σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 2 στ. α΄ του ν. 110/2019 περί επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι εφικτό να του παρασχεθούν περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την υπόθεση. Επίσης, προσκομίζει ο εκκαλών αίτημα προς το αρχηγείο της αστυνομίας της Τσεχικής Δημοκρατίας με ημερομηνία 25.8.2020 και θέμα «Αίτημα για διαγραφή του προσώπου του αιτούντος από τον κατάλογο ανεπιθύμητων ατόμων και για εκκαθάριση προσωπικών δεδομένων που καταχωρίστηκαν σχετικά με τον αιτούντα στο αστυνομικό μητρώο ανεπιθύμητων προσώπων του πληροφοριακού συστήματος των συμβαλλομένων μερών».

Περαιτέρω, σύμφωνα με το από 27.1.2023 έγγραφο του Διοικητή του Τμήματος Ασφαλείας Κομοτηνής προς το Δικαστήριο ο εκκαλών παραμένει εγγεγραμμένος στο πληροφοριακό σύστημα Σένγκεν με διάρκεια ισχύος της καταχώρισης έως τις 5.1.2024, ενώ με το από 15.4.2023 έγγραφο του ιδίου Διοικητή ενημερώθηκε το Δικαστήριο ότι ο εκκαλών θεωρήθηκε ανεπιθύμητος «δυνάμει της παραγράφου 154 του Ν. 326/199 και εισήχθη στο Σύστημα Πληροφοριών Schengen Δεύτερης Γενιάς (SIS II) λόγω του πιθανού κινδύνου υπονόμευσης της δημόσιας τάξης …» καθώς και ότι «οι λεπτομερείς πληροφορίες του φακέλου είναι απόρρητες και ούτε η Υπηρεσία μας δύναται να λάβει γνώση αυτών καθώς δεν είναι δυνατόν να γνωστοποιηθούν οι λόγοι για την καταχώρη[ι]ση του εν θέματι αλλοδαπού ...». Εντούτοις, στις 5.12.2023 περιήλθε στο Δικαστήριο έγγραφο από τη Διεύθυνση Αστυνομίας Ροδόπης με το χαρακτηρισμό «Απόρρητο». Τέλος, με το από 9.1.2024 έγγραφο του αναπληρωτή Διοικητή του Τμήματος Ασφαλείας Κομοτηνής ενημερώθηκε το Δικαστήριο ότι η καταχώριση του εκκαλούντος στο πληροφοριακό σύστημα Σένγκεν παρατάθηκε μέχρι τις 5.1.2025.

8. Επειδή, η αίτηση ακυρώσεως που άσκησε ο εκκαλών κατά της πιο πάνω 2019/954/5.7.2019 απόφασης του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης περί απόρριψης του αιτήματος χορήγησης άδειας διαμονής απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κομοτηνής. Ειδικότερα, απορρίφθηκε, εκτός των άλλων, και ο λόγος ακυρώσεως, όπως αναπτύχθηκε με το από 11.1.2020 υπόμνημα, με τον οποίο είχε προβληθεί ότι η ένδικη πράξη έχει εκδοθεί χωρίς νόμιμη και επαρκή αιτιολογία, διότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνον στην προαναφερθείσα καταχώριση του εκκαλούντος στο πληροφοριακό σύστημα Σένγκεν από τις αρχές της Τσεχίας, χωρίς να προκύπτει ότι η διοίκηση συνεκτίμησε, κατά την έννοια του άρθρου 25 της ΣΕΣΣ, αφενός μεν τους λόγους της καταχώρισης, αφετέρου δε τον χαρακτήρα και τη σταθερότητα των οικογενειακών δεσμών που είχε αναπτύξει ο εκκαλών στην Ελλάδα. Προέβαλε δε με την αίτηση ακυρώσεως ο εκκαλών ότι η διοίκηση, κατ’ εκτίμηση του λόγου καταχώρισής του στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν, του γεγονότος ότι κατά τον χρόνο υποβολής της από 18.8.2017 αιτήσεώς του δεν υφίστατο εγγραφή του στο σύστημα με σκοπό την απαγόρευση εισόδου και διαμονής και ότι διαμένει στην Ελλάδα από το έτος 2017 με τη σύζυγό του και την κόρη της, με τις οποίες αποτελούν οικογένεια, όφειλε να κάνει δεκτό το αίτημά του.

Ο λόγος αυτός ακυρώσεως απερρίφθη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με το σκεπτικό ότι η μη χορήγηση της άδειας διαμονής του εκκαλούντος εχώρησε, πράγματι, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 5 και 25 της Σύμβασης για την Εφαρμογή της Συμφωνίας Σένγκεν, λόγω του αντικειμενικού γεγονότος της εγγραφής του στον κατάλογο ανεπιθυμήτων Σένγκεν με απόφαση των τσεχικών αρχών, συνεπώς, η ένδικη πράξη αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς με μόνη την επίκληση του αντικειμενικού αυτού γεγονότος, χωρίς να απαιτείται να διαλαμβάνει ειδικότερους λόγους δημοσίου συμφέροντος που επέβαλαν την έκδοσή της. Περαιτέρω, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβλήθηκε παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας, της χρηστής διοίκησης και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικούμενου, απορρίφθηκε, ως αβάσιμος, με το σκεπτικό ότι, αφενός η Διοίκηση ενήργησε εν προκειμένω κατά δεσμία αρμοδιότητα, λόγω της συνδρομής των ανωτέρω αντικειμενικών δεδομένων, αφετέρου επειδή δεν προκύπτει, από τα στοιχεία του φακέλου, ούτε και προέβαλε ο εκκαλών ότι συντρέχουν σοβαροί λόγοι, σύμφωνα το άρθρο 25 της ΣΕΣΣ, που θα δικαιολογούσαν, όλως εξαιρετικώς, την χορήγηση τίτλου παραμονής στην Ελλάδα, παρά την εγγραφή του στον εν λόγω κατάλογο.

9. Επειδή, με την υπό κρίση έφεση προβάλλεται ότι κατά την αληθή έννοια των διατάξεων του άρθρου 25 της ΣΕΣΣ και του ν. 2514/1997 αλλά και από το σύνολο των διατάξεων της εν λόγω Σύμβασης προκύπτει ότι το κράτος μέλος που εξετάζει αίτημα χορήγησης άδειας διαμονής προσώπου, το οποίο έχει καταχωρισθεί στο πληροφοριακό σύστημα Σένγκεν, διαθέτει διακριτική ευχέρεια να κρίνει αν, κατ’ εκτίμηση των συμφερόντων του κράτους μέλους που έχει ενεργήσει την καταχώριση, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ή να γίνει δεκτή. Για το λόγο αυτό προβλέπεται και η διαδικασία της διαβούλευσης. Επομένως, η καταχώριση του αλλοδαπού στο πληροφοριακό σύστημα Σένγκεν με σκοπό την απαγόρευση εισόδου ή διαμονής σε έδαφος Σένγκεν δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου την απόρριψη του αιτήματος για χορήγηση άδειας διαμονής, η δε κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι το αντικειμενικό γεγονός της πιο πάνω καταχώρισης αρκεί για να αιτιολογήσει την ένδικη πράξη είναι εσφαλμένη. Προς θεμελίωση δε του παραδεκτού του λόγου αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 58 παρ. 1 εδ. β´ του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), ισχυρίζεται ο εκκαλών ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για την έννοια της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 ΣΕΣΣ διαβούλευσης, η οποία αποτελεί προαπαιτούμενο της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης. Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος και ο λόγος εφέσεως προβάλλεται παραδεκτώς, διότι πράγματι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για την έννοια της διαβούλευσης που προβλέπεται από το άρθρο 25 ΣΕΣΣ και την αμέσως συνδεόμενη με αυτή φύση της αρμοδιότητας της διοικητικής αρχής που εξετάζει αίτημα για χορήγηση άδειας διαμονής από αλλοδαπό, ο οποίος έχει καταχωριστεί στο πληροφοριακό σύστημα Σένγκεν με σκοπό την απαγόρευση εισόδου και διαμονής.

Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, ο λόγος εφέσεως είναι βάσιμος, διότι κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 5 και της παρ. 1 του άρθρου 25 ΣΕΣΣ, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, σε περίπτωση που κράτος μέλος καλείται να αποφανθεί επί αιτήματος χορήγησης τίτλου διαμονής σε αλλοδαπό, ο οποίος έχει καταχωρισθεί στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν από άλλο Κράτος μέλος της Σύμβασης αυτής με σκοπό την απαγόρευση εισόδου ή διαμονής, κατ’ αρχάς ζητεί από το κράτος καταχώρισης όλες τις συμπληρωματικές πληροφορίες, οι οποίες συνδέονται με και τεκμηριώνουν την επίμαχη καταχώριση.

Κατ’ εκτίμηση δε των συμπληρωματικών αυτών πληροφοριών, της αιτήσεως του ενδιαφερομένου και ιδίως των τυχόν σοβαρών λόγων, των οποίων γίνεται επίκληση με αυτήν, όπως η ύπαρξη οικογενειακών δεσμών, που εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, οφείλει η εθνική αρχή, η οποία εξετάζει το ζήτημα της άδειας διαμονής, να προβεί σε στάθμιση μεταξύ του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο διασφαλίζεται με την καταχώριση στο πληροφοριακό σύστημα Σένγκεν και την επιβολή του μέτρου απαγόρευσης εισόδου και διαμονής στο έδαφος Σένγκεν, και των δικαιωμάτων του αλλοδαπού. Συνεπώς, ο λόγος εφέσεως είναι βάσιμος και η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι η διοίκηση εν προκειμένω ενήργησε κατά δεσμία αρμοδιότητα για την απόρριψη της αίτησης χορήγησης άδειας διαμονής λόγω του αντικειμενικού γεγονότος της εγγραφής του εκκαλούντος στον κατάλογο ανεπιθυμήτων Σένγκεν κατόπιν απόφασης των τσεχικών αρχών πρέπει να εξαφανιστεί. Παρέλκει δε ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων εφέσεως.

10. Επειδή, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης το Δικαστήριο προχωρεί στην εκδίκαση της από 16.7.2019 αιτήσεως ακυρώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 64 του π.δ. 18/1989.

11. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, όπως παραδεκτώς αναπτύσσεται με το από 11.1.2020 υπόμνημα, προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν είναι νομίμως αιτιολογημένη και ότι εκδόθηκε κατά παράβαση των αρχών της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας, διότι στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνον στην προαναφερθείσα καταχώριση του αιτούντος στο πληροφοριακό σύστημα Σένγκεν από τις αρχές της Τσεχίας, χωρίς να προκύπτει ότι η διοίκηση συνεκτίμησε αφενός μεν τους λόγους της καταχώρισης, αφετέρου δε τον χαρακτήρα και τη σταθερότητα των οικογενειακών δεσμών που είχε αναπτύξει ο αιτών στην Ελλάδα.

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 5.12.2023 με τον χαρακτηρισμό «απόρρητο», η ελληνική αστυνομική αρχή αναζήτησε τα διαθέσιμα συμπληρωματικά στοιχεία από την αρμόδια τσεχική αρχή προκειμένου να είναι δυνατή η στάθμιση των λόγων δημοσίου συμφέροντος, στην θεραπεία των οποίων αποβλέπει η καταχώριση του αιτούντος στο πληροφοριακό σύστημα Σένγκεν και η επιβολή του μέτρου απαγόρευσης εισόδου και διαμονής στο έδαφος Σένγκεν, με τον σοβαρό λόγο της ύπαρξης οικογενειακών δεσμών στην Ελλάδα που επικαλείται ο αιτών με την αίτησή του για χορήγηση άδειας διαμονής. Επίσης, με το κατατεθέν εντός της ταχθείσας κατά την συζήτηση προθεσμίας, από 31.1.2024 υπόμνημα του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου προβάλλεται επικουρικώς ο ισχυρισμός ότι από τον φάκελο της Διοίκησης δεν προκύπτει η ύπαρξη σοβαρών λόγων που θα δικαιολογούσαν όλως εξαιρετικώς τη χορήγηση της αιτηθείσας άδειας.

Κατόπιν αυτών λαμβάνοντας υπόψη αφενός μεν τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα ο γάμος του αιτούντος με την Ελληνίδα σύζυγό του, την διάρκεια της κοινής συμβίωσής τους στην Ελλάδα και το γεγονός ότι δεν απέκτησαν τέκνα αφετέρου δε την κρίση των τσεχικών αρχών ότι συντρέχει στην περίπτωση του αιτούντος «πιθανός κίνδυνος υπονόμευσης της δημόσιας τάξης και της ασφάλειας των συμβαλλομένων κρατών», όπως αυτή τεκμηριώνεται στις συμπληρωματικές πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν στις ελληνικές αρχές, το Δικαστήριο, δυνάμενο να επιληφθεί του ζητήματος τούτου και πρωτοτύπως (πρβ. ΣτΕ Ολ. 49/2021), κρίνει ότι οι οικογενειακοί δεσμοί που έχει αναπτύξει ο αιτών στην Ελλάδα δεν αρκούν για την χορήγηση άδειας διαμονής ενόψει των σοβαρών λόγων δημοσίου συμφέροντος που τεκμηριώνονται από την υφιστάμενη καταχώρισή του στο πληροφοριακό σύστημα Σένγκεν (πρβ. ΣτΕ Ολ. 49/2021 σκ. 25, 30, πρβ. ΕΔΔΑ απόφαση της 2.8.2001, Boultif κατά Ελβετίας, αριθμ. προσφυγής 54273/2000 σκ. 40-56, απόφαση της 18.10.2006, Üner κατά Ολλανδίας, αριθμ. προσφυγής 46410/99 σκ. 57-60, απόφαση της 23.6.2008, Maslov κατά Αυστρίας, αριθμ. προσφυγής 1638/03 σκ. 68-76). Εξάλλου, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, τόσο η αρμοδιότητα της Διοίκησης κατά την εξέταση της αιτήσεως του αιτούντος όσο και η εξουσία του Δικαστηρίου κατά τον έλεγχο της προσβαλλόμενης πράξης δεν εξικνούνται μέχρι τον έλεγχο της νομιμότητας της πράξης καταχώρισης του αιτούντος στο πληροφοριακό σύστημα Σένγκεν από τις τσεχικές αρχές.

Πέραν τούτου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο χαρακτηρισμός πάντως των πιο πάνω συμπληρωματικών στοιχείων ως «απορρήτων» δικαιολογείται εν προκειμένω, διότι αποβλέπει στη διασφάλιση της ακεραιότητας της αστυνομικής έρευνας, τούτο δε δεν παραβιάζει την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του αιτούντος που κατοχυρώνονται από το άρθρο 1 του Εβδόμου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (και υπό την εκδοχή ότι η διάταξη αυτή, η οποία αφορά την απέλαση νομίμως διαμενόντων αλλοδαπών, ευρίσκει πεδίο εφαρμογής στην περίπτωση του εκκαλούντος), αφού το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο των στοιχείων του φακέλου της Διοίκησης και έλεγξε τόσο τον χαρακτηρισμό των στοιχείων ως απόρρητων όσο και την στάθμιση μεταξύ του δημοσίου συμφέροντος και των δικαιωμάτων του αιτούντος (πρβ. ΣτΕ 1551/2022, 4600/2005 επτ. πρβ. ΕΔΔΑ απόφαση της 15.10.2020, Muhammad and Muhammad κατά Ρουμανίας, αριθμ. προσφυγής 80982/ 12 σκ. 127-134, 163, απόφαση της 22.6.2023 Poklikayew κατά Πολωνίας, αριθμ. προσφυγής 1103/16 σκ. 62-82, απόφαση της 5.12.2023 F.S. κατά Κροατίας, αριθμ. προσφυγής 8857/16, σκ. 63-71). Επομένως, η προσβαλλόμενη πράξη είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη από την άποψη αυτή, δεν συντρέχει δε εν προκειμένω παραβίαση των αρχών της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας, απορριπτομένων όλων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του αιτούντος.

12. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, όπως παραδεκτώς αναπτύσσεται με το από 11.1.2020 υπόμνημα, προβάλλεται περαιτέρω ότι η Διοίκηση, κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος και του άρθρου 6 του ν. 2690/1999 (Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας Α´ 45) παρέλειψε να καλέσει τον αιτούντα σε ακρόαση πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης καθώς και ότι ο αιτών ουδέποτε έλαβε γνώση των λόγων δημοσίας τάξεως και ασφάλειας που αποδίδονται σε βάρος του, προκειμένου να παράσχει εξηγήσεις πριν την απόρριψη του αιτήματός του. Συναφώς, με την από 13.12.2022 αίτηση ενώπιον του Δ´ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας (με αρ. πρωτ. Π8212/13.12.2022) ο αιτών ζήτησε να του χορηγήσει το Δικαστήριο πρόσβαση στα στοιχεία του φακέλου, από τα οποία προκύπτουν οι σοβαροί λόγοι δημόσιας τάξης και ασφάλειας που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη πράξη και σε άλλα έγγραφα του φακέλου της Διοίκησης, ούτως ώστε να έχει τη δυνατότητα να προβάλλει «υπερασπιστικούς ισχυρισμούς» κατά το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.

Ωστόσο, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, το κράτος μέλος της ΣΕΣΣ κατά την εκτέλεση του μέτρου της απαγόρευσης εισόδου ή διαμονής που έχει επιβάλει άλλο κράτος μέλος, δεν έχει αρμοδιότητα ελέγχου της νομικής ή πραγματικής βάσης του εν λόγω μέτρου και της αντίστοιχης καταχώρισης στο πληροφοριακό σύστημα Σένγκεν, αφού μόνον το καταχωρίζον κράτος μέλος δύναται να τροποποιεί, να συμπληρώνει, ή να διαγράφει τα δεδομένα που έχει εισαγάγει στο κοινό πληροφοριακό σύστημα. Εξάλλου, κατά την στάθμιση, στην οποία προβαίνει η αρμόδια για την εξέταση του αιτήματος χορήγησης άδειας διαμονής εθνική αρχή, κατά το σκέλος που συνεκτιμά τους ουσιώδεις λόγους που επικαλείται ο ενδιαφερόμενος, λαμβάνει υπόψη την αίτησή του και όλα τα υποβληθέντα με αυτή στοιχεία, κατά το σκέλος δε που συνεκτιμά τους λόγους δημοσίου συμφέροντος, όπως αυτοί προκύπτουν από την ανέλεγκτη κατά τα ανωτέρω καταχώριση στο πληροφοριακό σύστημα Σένγκεν και τις συμπληρωματικές πληροφορίες που έλαβε από το κράτος μέλος που ενήργησε την καταχώριση, η άποψη του ενδιαφερομένου επ’ αυτών δεν αποτελεί κατά νόμο στοιχείο της εκτίμησης και της στάθμισης της διοίκησης.

Επομένως, εν προκειμένω με την υποβολή του αιτήματος για την χορήγηση άδειας διαμονής και όλων των υποστηρικτικών αυτής στοιχείων σχετικά με τους οικογενειακούς δεσμούς που έχει αναπτύξει ο αιτών στην χώρα τηρήθηκε ο τύπος της προηγούμενης ακρόασης και δεν απαιτείτο να κληθεί σε ακρόαση από τη διοίκηση ενόψει των στοιχείων που προέκυψαν από την έρευνα στο πληροφοριακό σύστημα Σένγκεν, δεδομένου ότι αφενός η εθνική διοικητική αρχή δεν είχε δυνατότητα ελέγχου ή τροποποίησης της καταχώρισης που είχε διενεργήσει άλλο κράτος μέλος, αφετέρου η προηγούμενη ακρόασή του δεν συνιστά ουσιώδη τύπο όσον αφορά την εκτίμηση των λόγων δημοσίου συμφέροντος και την στάθμιση, στην οποία προβαίνει κατ’ ουσιαστική εκτίμηση η αρμόδια διοικητική αρχή.

Περαιτέρω, δεδομένου ότι η προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερομένου δεν αποτελεί ουσιώδη τύπο για τη διενέργεια από τη διοίκηση της στάθμισης ανάμεσα στο δημόσιο συμφέρον και στην προστασία των δικαιωμάτων του, είναι απορριπτέο και το αίτημα που υπεβλήθη ενώπιον του Δικαστηρίου για την χορήγηση πρόσβασης στα χαρακτηρισθέντα ως απόρρητα στοιχεία του φακέλου, από τα οποία προκύπτουν οι σοβαροί λόγοι δημόσιας τάξης και ασφάλειας που αναφέρονται στις ένδικες διοικητικές πράξεις. Συνεπώς, ο λόγος πρέπει να απορριφθεί.

13. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη 4/2021 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κομοτηνής και να απορριφθεί η αίτηση ακυρώσεως. Εξάλλου, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις (κατά την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 39 του π.δ. 18/1989), κρίνει ότι οι διάδικοι πρέπει να απαλλαγούν από τη δικαστική δαπάνη και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Διά ταύτα

Δέχεται την έφεση.

Εξαφανίζει την 4/2021 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κομοτηνής.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου της εφέσεως.

Δικάζει την αίτηση ακυρώσεως και την απορρίπτει.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου της αιτήσεως ακυρώσεως.

Απαλλάσσει τους διαδίκους από τη δικαστική δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2024

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος                    Η Γραμματέας

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 4ης Φεβρουαρίου 2025.

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος                     Η Γραμματέας