Α.Π. 486/2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΕΚΠΡΟΘΕΣΜΗ ΕΦΕΣΗ – ΕΓΚΥΡΟΤΗΤΑ ΕΠΙΔΟΣΗΣ ΔΙΑ ΘΥΡΟΚΟΛΛΗΣΕΩΣ. - Εκείνος προς τον οποίο έγινε η επίδοση σε διεύθυνση άλλη από εκείνη της πραγματικής του κατοικίας και επικαλείται την ακυρότητα της γενομένης προς αυτόν επίδοσης της οριστικής απόφασης, προκειμένου να υποστηρίξει τον περί εμπροθέσμου της άσκησης της έφεσής του ισχυρισμό του, πρέπει να ισχυρίζεται και να αποδεικνύει, ότι ο επισπεύδων γνώριζε την πραγματική κατοικία ή ότι ο ίδιος πριν την επίδοση είχε γνωστοποιήσει στον τελευταίο την μεταβολή της. Το Εφετείο, με το να απορρίψει την έφεση της ενάγουσας αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της (ήτοι μετά την παρέλευση της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση στην εκκαλούσα της οριστικής απόφασης), δεχόμενο ότι η επίδοση της οριστικής απόφασης έλαβε χώρα νομίμως, δια θυροκολλήσεως, στην κατοικία της εκκαλούσας λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση επιδόσεως, δεν έσφαλε. Απορρίπτει - (119 παρ. 1 και 3, 120, 518 αρ. 1 ΚΠολΔ).
ΑΧ
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 2/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Ερατώ Κολέση και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. Λ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Ιωάννου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλεξάνδρα Κωνσταντινίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 548/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 232/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-6-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟN ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 03.06.2021 και με αριθμό κατάθεσης .../04.06.2021, αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, 232/13.01.2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της την, από 10.04.2019 και με αριθμό κατάθεσης .../2019, έφεση του ήδη αναιρεσείοντος (ενάγοντος) κατά της 548/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την, από 20.11.2015 και με αριθμό κατάθεσης .../2015, αγωγή αυτής (ήδη αναιρεσείουσας) κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου ν.π.ι.δ., ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν γίνεται επίκληση επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ούτε προσκομίζεται απόδειξη περί τούτου (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τις διατάξεις των άρθρων 119 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ (όπως η παρ. 1 ίσχυε τόσο προ της αντικαταστάσεώς της με το άρθρο 1 του ν 4335/2015 με έναρξη ισχύος από 01.01.2016, όσο, κατά το πρώτο εδάφιό της, και μετά τον νόμο αυτόν) ορίζεται ότι οι διάδικοι οφείλουν να αναγράφουν στα δικόγραφά τους (μεταξύ των άλλων της αγωγής και της έφεσης) την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας τους και ιδίως οδό και αριθμό, κάθε δε μεταβολή της διεύθυνσης πρέπει να γνωστοποιείται με τα δικόγραφα που κοινοποιούνται εκατέρωθεν ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση, επισυνάπτεται στη δικογραφία και κοινοποιείται στον αντίδικο, με δε τη διάταξη του άρθρου 120 του ιδίου κώδικα ορίζεται ότι επίδοση εγγράφου που αφορά την εκκρεμή δίκη, καθώς και η επίδοση της οριστικής απόφασης, είναι έγκυρη, όταν γίνει στην, κατά το άρθρο 119 ΚΠολΔ, αναφερόμενη διεύθυνση και αν ακόμη ο αποδέκτης της επίδοσης δεν είχε πια εκεί την κατοικία του, εφόσον βέβαια αυτός δεν είχε δηλώσει (γνωστοποιήσει) με κάποιον από τους περιοριστικώς, ως άνω, οριζόμενους τρόπους μεταβολή της διεύθυνσής του αυτής (ΟλΑΠ 3/2007, ΑΠ 352/2024, 1277/2017, 1684/2014).
Από τις διατάξεις αυτές και ιδίως εκείνη του άρθρου 120 του ΚΠολΔ, εκτός άλλων, συνάγεται ότι εκείνος προς τον οποίο έγινε η επίδοση σε διεύθυνση άλλη από εκείνη της πραγματικής του κατοικίας και επικαλείται την ακυρότητα της γενομένης προς αυτόν επίδοσης της οριστικής απόφασης, προκειμένου να υποστηρίξει τον περί εμπροθέσμου της άσκησης της έφεσής του ισχυρισμό του, πρέπει να ισχυρίζεται και να αποδεικνύει, ότι ο επισπεύδων γνώριζε την πραγματική κατοικία ή ότι ο ίδιος πριν την επίδοση είχε γνωστοποιήσει στον τελευταίο την μεταβολή της (ΟλΑΠ 3/2007, ΑΠ 1277/2017, 724/2013). Σκοπός των διατάξεων αυτών, κατά τις οποίες είναι έγκυρη η επίδοση στη διεύθυνση κατοικίας του παραλήπτη του επιδιδόμενου εγγράφου, την οποία αυτός δήλωσε είτε αρχικώς είτε μετά νόμιμη, ως άνω, γνωστοποίηση μεταβολής της κατοικίας του, ακόμη και αν πράγματι δεν κατοικεί εκεί (πλασματική κατοικία) είναι η αποφυγή της στρεψοδικίας με την επίκληση ακυροτήτων της επίδοσης από τον παραλήπτη του επιδιδόμενου εγγράφου, ώστε να διασφαλίζονται τα έννομα συμφέροντα του αντιδίκου του για την ομαλή και κατά το δυνατό χωρίς προσκόμματα διεξαγωγή και ολοκλήρωση της δίκης με την έκδοση δικαστικής απόφασης, επί της αιτούμενης παροχής έννομης προστασίας και της αναγκαστικής αυτής εκτέλεσης (ΑΠ 352/2024, 1277/2017, 1684/2014).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 1/2019, 12/2000, 1/1999, ΑΠ 19/2022, 597/2019, 558/2008). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε (ρητά) για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003), αλλά και αν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 257/2023, 1627/2022, 297/2019, 545/2019).
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και έχουν ουσιώδη σημασία για την έκβαση της δίκης (ΑΠ 1130/2010, 131/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης το δικάσαν Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής: "η από 10-4-2019 (γεν. αριθ. εκθ. καταθ. .../2019) έφεση της ενάγουσας της από 20-11-2015 (αριθ. εκθ. καταθ. .../2015) αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά της με αριθμό 548/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την παρέλευση της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση στην εκκαλούσα της παραπάνω οριστικής απόφασης. Ειδικότερα, από τα έγγραφα, που περιέχονται στη δικογραφία, αποδεικνύεται ότι η εκκαλουμένη επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 30-5-2017 (βλ. υπ. αριθμ. 888Γ'/2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Μ. Δ.) με θυροκόλληση στην οικία της που βρίσκεται στην Νέα Σμύρνη Αττικής και στην οδό ... και η κρινομένη έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 12-4-2019. Επίσης, αποδεικνύεται ότι η παραπάνω διεύθυνση κατοικίας της εκκαλούσας αναγραφόταν στο δικόγραφο της από 20-11-2015 αγωγής της, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση αλλά και στο δικόγραφο της από 10-4-2019 εφέσεώς της.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η εκκαλουμένη επιδόθηκε νόμιμα στην εκκαλούσα. Περαιτέρω, με την από 22-11-2019 προσθήκη-αντίκρουση επί της κρινομένης έφεσής της, η εκκαλούσα ζητεί επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, επικαλούμενη δόλο του εφεσίβλητου νομικού προσώπου, προκειμένου η εκπροθέσμως ασκηθείσα έφεση της να θεωρηθεί ως εμπρόθεσμη, υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά. Η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση απαραδέκτως ασκείται με τον τρόπο αυτό, αφού, ... , η άσκησή της χωρεί αποκλειστικά είτε με τα δικόγραφα που κοινοποιεί ο ένας διάδικος στον άλλον ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο που κατατίθεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την άσκηση της αγωγής και κοινοποιείται στον αντίδικο (...)".
Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο, αφού απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, απέρριψε επίσης ως απαράδεκτη την ένδικη έφεση λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της. Η αναιρεσείουσα, τότε εκκαλούσα - ενάγουσα, με τους τέσσερις πρώτους λόγους αναίρεσης προβάλλει αντιστοίχως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση:
1) στερείται νόμιμης βάσης, λόγω έλλειψης αιτιολογίας εν σχέσει με το σύννομο της επίδοσης της εκκαλούμενης πρωτόδικης απόφασης,
2) παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προταθήκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τον -προβαλλόμενο, με την προσθήκη των προτάσεών της, (προς αντίκρουση του προβαλλόμενου από το, τότε εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμού περί απαραδέκτου, ως εκπρόθεσμης, της ένδικης έφεσής της, για το λόγο ότι η εκκαλούμενη οριστική απόφαση επιδόθηκε στην ίδια, κάτοικο ημεδαπής, στις 30.05.2017, συνταχθείσης της 888Γ'/30.05.2017 έκθεσης επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας Αθηνών Μ. Δ., και η έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 12.04.2019, ήτοι μετά την κατά το άρθρο 518 αρ. 1 προθεσμία των τριάντα ημερών)- ισχυρισμό της ότι η επίδοση δια θυροκολλήσεως της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης στην φερόμενη ως διεύθυνση της κατοικίας της επί της οδού ... στη Νέα Σμύρνη Αττικής είναι άκυρη (και επομένως δεν άρχισε η προς άσκηση της έφεσης προθεσμία με την επίδοση αυτή), διότι δεν έγινε στην πραγματική της κατοικία επί της οδού ... στη Νέα Σμύρνη Αττικής, την οποία γνώριζε το τότε εφεσίβλητο ν.π.ι.δ. (εναγόμενο) και ήδη αναιρεσίβλητο α) από τον προσωπικό της φάκελο που τηρείται στο αρχείο του ως εργαζομένη σ' αυτό και β) από την άσκηση, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, άλλης αγωγής της ιδίας με άλλους 22 εργαζόμενους στο εναγόμενο κατ' αυτού, όπου αναγραφόταν η πραγματική διεύθυνση κατοικίας της και η οποία αγωγή επιδόθηκε στο τελευταίο πριν από την επίμαχη επίδοση, την οποία άλλωστε, πραγματική διεύθυνση κατοικίας της, είχε γνωστοποιήσει στο εναγόμενο, πριν την επίμαχη επίδοση, με την άσκηση της ανωτέρω άλλης αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, γεγονότα, εξάλλου, που απέκρυψε δολίως το τότε εφεσίβλητο - εναγόμενο ώστε να απορριφθεί η έφεσή της ως εκπρόθεσμη,
3) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη της πραγματικής διεύθυνσης κατοικίας της και συγκεκριμένα: α) το ...2010 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Ά. Α. δυνάμει του οποίου μεταβίβασε το διαμέρισμά της που βρισκόταν στην διεύθυνση όπου έλαβε χώρα η επίδοση, β) το έγγραφο των ΕΛΤΑ που αναφέρει ότι το συστημένο γράμμα της δικαστικής επιμελήτριας που πραγματοποίησε την επίμαχη δια θυροκολλήσεως επίδοση επεστράφη στον αποστολέα του ως αζήτητο, γ) τα εκκαθαριστικά της σημειώματα για τα έτη 2010-2018 και δ) την προαναφερόμενη αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας που άσκησε κατά του αντιδίκου της για άλλη υπόθεση, την έκθεση επίδοσης αυτής πριν από την επίμαχη επίδοση, όπου αναγράφεται η πραγματική της διεύθυνση και την 9/2019 απόφαση, που εκδόθηκε επί της αγωγής αυτής και
4) παρά τον νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα της άνω επίδοσης της εκκαλούμενης, πρωτόδικης, απόφασης προς αυτή, η οποία (επίδοση) της προκάλεσε βλάβη, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας και συνίσταται στη στέρηση του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας και συγκεκριμένα του δικαιώματος της έφεσης, που, όπως ισχυρίζεται, θεμελιώνεται στο άρθρο 20 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνουν το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας και εν τέλει εξέπεσε του δικαιώματός της να αξιώσει από το εναγόμενο τα αξιούμενα με την αγωγή ποσά.
Έτσι, σύμφωνα με την αναιρεσείουσα, το Εφετείο υπέπεσε στις προβλεπόμενες από τους αριθμούς 19, 8, 11γ και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες. Με την προαναφερθείσα υπ' αριθμόν 888Γ'/30.05.2017 έκθεση επιδόσεως, η δικαστική επιμελήτρια της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Δ. βεβαιώνει, ότι στις 30.05.2017, ημέρα Τρίτη και ώρα 10.45', μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου του εναγομένου ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "..." πήγε στη Νέα Σμύρνη Αττικής για να επιδώσει προς την ενάγουσα Ι. Λ., κάτοικο Νέας Σμύρνης Αττικής οδός ..., ακριβές αντίγραφο της υπ' αριθμόν 548/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα εργατικών διαφορών), δηλαδή της εκκαλουμένης και, αφού δεν βρήκε την ίδια στην άνω επί της οδού ... κατοικία της, ούτε κάποιο από τα αναφερόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 128 του ΚΠολΔ πρόσωπα, θυροκόλλησε την απόφαση αυτή μέσα σε ενσφράγιστο φάκελο στην παραπάνω κατοικία της παρουσία του μάρτυρα Κ. Τ..
Η προαναφερθείσα έκθεση επιδόσεως συνοδεύεται: 1) από την, από 30.05.2017, απόδειξη παραλαβής αντιγράφου θυροκολλημένου εγγράφου σε αστυνομικό τμήμα, κατά την οποία στις 30.05.2017 η αυτή ως άνω δικαστική επιμελήτρια πήγε στο Αστυνομικό Τμήμα Νέας Σμύρνης για να επιδώσει στον Προϊστάμενο αυτού αντίγραφο του εγγράφου που θυροκόλλησε και, επειδή απουσίαζε ο Προϊστάμενος, παρέδωσε αντίγραφο του άνω θυροκολληθέντος εγγράφου στην Αξιωματικό Υπηρεσίας Ε. Κ. (Αστυφύλακα), η οποία και υπογράφει θέτοντας και την υπηρεσιακή σφραγίδα και 2) από την από 30.05.2017 βεβαίωση ΕΛΤΑ, σύμφωνα με την οποία, κατά την ημερομηνία αυτή, η ίδια δικαστική επιμελήτρια παρέδωσε στον υπάλληλο των ΕΛΤΑ του ταχυδρομικού πρακτορείου Ομόνοιας (...) Κ. Φ., συστημένο γράμμα, με έγγραφη ειδοποίηση κατ' άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, απευθυνόμενο στην ενάγουσα (τότε εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα), κάτοικο ως ανωτέρω (Νέας Σμύρνης Αττικής οδός ...). Η τελευταία, ως ενάγουσα δήλωσε με το δικόγραφο της ένδικης, από 20.11.2015, αγωγής της, κατ' άρθρο 119 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως διεύθυνση κατοικίας της την ανωτέρω οδό ... στη Νέα Σμύρνη Αττικής, και η διεύθυνση αυτή αναγραφόταν και στις επί της αγωγής αυτής, από 17.02.2017, πρωτόδικες προτάσεις της και εντεύθεν και στην εκκαλούμενη (548/2017) απόφαση, διεύθυνση κατοικίας στην οποία έλαβε χώρα η επίμαχη επίδοση, την ίδια δε διεύθυνση κατοικίας δήλωσε και ως εκκαλούσα στο δικόγραφο της ένδικης, από 10.04.2019, έφεσή της (άρθρο 119 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ενόψει αυτών, η επίμαχη επίδοση της προαναφερόμενης πρωτόδικης οριστικής απόφασης ήταν νόμιμη και έγκυρη, καθόσον έγινε στην κατοικία της αναιρεσείουσας (τότε εκκαλούσας - ενάγουσας) επί της οδού ... στην Νέα Σμύρνη Αττικής, την οποία εξακολουθούσε να διατηρεί αυτή και μετά την άσκηση της αγωγής και έως τουλάχιστον την άσκηση της έφεσης και βεβαίως κατά το ενδιάμεσο αυτών χρονικό διάστημα, οπότε έλαβε χώρα η επίδοση της εκκαλούμενης (πρωτόδικης) απόφασης, αφού στα δικόγραφα αυτά, αγωγής και έφεσης, αναγράφεται από την ίδια την αναιρεσείουσα τότε εκκαλούσα ως κατοικία της η ως άνω διεύθυνση, κατά τα προεκτεθέντα, όπως εξάλλου ορθώς δέχτηκε και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Ο εκ του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως αναλυτικά ανωτέρω αναφέρεται, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω προταθέντα ισχυρισμό στα πλαίσια του αιτήματος της επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση λόγω του δόλου του τότε εφεσίβλητου (εναγομένου) προκειμένου η εκπροθέσμως ασκηθείσα έφεση να θεωρηθεί ως εμπρόθεσμη, και τον απέρριψε ρητώς ως απαράδεκτο, σε κάθε όμως περίπτωση, είναι αβάσιμος, διότι, όπως, προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας [περί ακυρότητος της επίμαχης επίδοσης της εκκαλούμενης, πρωτόδικης, απόφασης στην αναφερόμενη στην αντίστοιχη έκθεση ως κατοικία της (οδό ...) αφού, κατ' αυτήν, δεν έγινε στην πραγματική της κατοικία (οδό ...), την οποία γνώριζε το εναγόμενο ν.π.ι.δ., αλλά και του την είχε γνωστοποιήσει η ίδια] και τον απέρριψε στην ουσία εκ του πράγματος, καθώς, δέχθηκε τα αντίθετα προς τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ήτοι ότι η αναγραφόμενη στην έκθεση επίδοσης παραπάνω διεύθυνση κατοικίας της ήταν η πραγματική και αναγραφόταν από την ίδια την αναιρεσείουσα ως κατοικία της στο δικόγραφο της αγωγής της, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, αλλά και στο δικόγραφο της έφεσής της και επομένως η τότε εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα εξακολουθούσε να διατηρεί την κατοικία αυτή και στο ενδιάμεσο διάστημα, οπότε έλαβε χώρα η επίδοση της εκκαλούμενης πρωτόδικης απόφασης, και δεδομένου ότι δεν είχε δηλώσει (γνωστοποιήσει) με κάποιον από τους περιοριστικώς, οριζόμενους στο άρθρο 119 παρ. 3 του ΚΠολΔ τρόπους μεταβολή της διεύθυνσής της αυτής, ενώ τα έγγραφα που επικαλείτο η τότε εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα προς επιστήριξη του ανωτέρω ισχυρισμού της με την απόδειξη της πραγματικής κατ' αυτήν διεύθυνσης κατοικίας της, δεν είχαν ουσιώδη σημασία για την έκβαση της δίκης, καθώς δεν ήταν λυσιτελή προς απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού της, ενόψει του ότι το μεν (...2010) συμβόλαιο αγοραπωλησίας δυνάμει του οποίου μεταβίβασε το διαμέρισμά της στην διεύθυνση, όπου έλαβε χώρα η επίδοση, έλαβε χώρα σε χρόνο προγενέστερο και αυτής της ένδικης αγωγής, όπου η ενάγουσα (εκκαλούσα) δηλώνει ως κατοικία της την ανωτέρω διεύθυνση, το δε έγγραφο των ΕΛΤΑ κατά το οποίο το συστημένο γράμμα της δικαστικής επιμελήτριας στην ανωτέρω διεύθυνση της ενάγουσας, στα πλαίσια της δια θυροκολλήσεως επίδοση, επεστράφη σ' αυτή ως αζήτητο, δεν αναιρεί την εκεί κατοικία της εκ μόνης της μη παραλαβής του, ενώ η άλλη αγωγή, που ασκήθηκε σε άλλο δικαστήριο και αφορά άλλη υπόθεση, η έκθεση επίδοσής της και η επ' αυτής απόφαση, δεν αφορούν την επίδικη υπόθεση, όπου στα δικόγραφα της αγωγής, αλλά κατόπιν και της έφεσης δηλωνόταν από την ίδια την ενάγουσα - εκκαλούσα η παραπάνω διεύθυνση κατοικίας της, όπου και έλαβε χώρα η επίμαχη επίδοση.
Επομένως, ο εκ του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω, το Εφετείο, με το να απορρίψει την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της (ήτοι μετά την παρέλευση της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση στην εκκαλούσα της παραπάνω οριστικής απόφασης), δεχόμενο ότι η επίδοση της οριστικής απόφασης έλαβε χώρα νομίμως, δια θυροκολλήσεως, στην κατοικία της εκκαλούσας επί της ανωτέρω οδού λαμβάνοντας υπόψη την προαναφερόμενη έκθεση επιδόσεως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (με το να μην κηρύξει την ακυρότητα της επίδοσης), γι' αυτό, ο τέταρτος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Για το ίδιο λόγο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος, εκτιμώμενος από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφέρεται στην παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α της ΕΣΔΑ, λόγω της απώλειας του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας εκ της μη κήρυξης της ακυρότητας της επίδοσης. Ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι παραπάνω διατάξεις των άρθρων 124, 126 και 128 ΚΠολΔ, οι οποίες, όπως εκτιμάται, φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, είναι δικονομικές (ΑΠ 811/2024, 617/2019), με αποτέλεσμα, να μην ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, καθόσον με τον λόγο αυτό ελέγχονται μόνον οι παραβάσεις ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 617/2019, 14/2014).
Κατόπιν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 03.06.2021 και με αριθμό κατάθεσης .../2021, αίτηση αναίρεσης κατά της 232/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1974 - 2026 © Τετράβιβλος. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Όροι και Προϋποθέσεις