Συνθετη Αναζητηση Νομοθεσιας - Νομολογιας

Νομοθεσία

ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΩΝ ΣΥΣΤΑΤΙΚΩΝ ΜΕΡΩΝ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΣΤΟΝ ΑΙΓΙΑΛΟ.

 

Α.Π. 659/2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΩΝ ΣΥΣΤΑΤΙΚΩΝ ΜΕΡΩΝ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΣΤΟΝ ΑΙΓΙΑΛΟ (άρθρ. 953, 954, 968 ΑΚ, άρθρ. 2 παρ. 1 Ν. 2971/2001, άρθρ. 378 ΠΚ)

ΕΛΛΕΙΨΗ ΕΙΔΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΗΣ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ (άρθρ. 93 παρ. 3 Συντ., άρθρ. 139 ΚΠΔ, άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ)

ΕΣΦΑΛΜΕΝΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΕΚ ΠΛΑΓΙΟΥ (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, άρθρ. 378 ΠΚ)

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΕΓΚΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ (άρθρ. 381 παρ. 1 ΠΚ, άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ)

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΟΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΛΛΟΤΡΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΦΘΕΙΡΟΜΕΝΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ (άρθρ. 26, 27, 378 ΠΚ)

Η απόφαση 659/2025 του Αρείου Πάγου αναιρεί καταδικαστική απόφαση για το έγκλημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας λόγω έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Το δικαστήριο έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση άφησε αδιευκρίνιστο αν οι καταστραφείσες εγκαταστάσεις (βάση ΔΕΗ) είχαν καταστεί συστατικά μέρη του ακινήτου και αν αυτό αποτελούσε τμήμα αιγιαλού. Το ζήτημα είναι κρίσιμο, καθώς ο αιγιαλός ανήκει κατά νόμο στο Δημόσιο, γεγονός που επηρεάζει άμεσα τη νομιμοποίηση υποβολής της έγκλησης από ιδιώτη και την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος. Η ασάφεια ως προς την κυριότητα του πράγματος στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση.


Αριθμός 659/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο -Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου - Εισηγητή και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Μητρουλιά (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γκρόζο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 518/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Γ. Χ. του Σ., κάτοικο ..., που δεν εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ'αριθμό 1/14-11-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα,

που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, με αριθμό 1/2024, αίτηση του αναιρεσείοντος, Γ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., με δήλωσή του ενώπιον της γραμματέως του Πρωτοδικείου Καβάλας, στις 14-11-2024, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 518/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Κατά το άρθρο 381 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, 'Οποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών", ενώ κατά την αντίστοιχη επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 378 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, που εφαρμόσθηκε στην προκείμενη περίπτωση, για την ως άνω πράξη, πέραν της απειλούμενης και από τις δύο διατάξεις ποινής φυλάκισης έως δύο έτη, απειλείται διαζευκτικά χρηματική ποινή. Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, απαιτείται αφενός μεν αλλοτριότητα του φθειρόμενου πράγματος, η οποία κρίνεται κατά τις περί κυριότητας διατάξεις του Αστικού Κώδικα, αφετέρου δε φθορά του ξένου πράγματος και δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και στη βούληση ή αποδοχή της καταστροφής ή βλάβης του. Το έγκλημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας αποσκοπεί στην προστασία της ιδιοκτησίας, δεδομένου ότι με αυτό (έγκλημα) καταλύεται, ολικώς ή μερικώς το δικαίωμα κυριότητας είτε δια της καταστροφής, είτε δια της βλάβης είτε δι' αχρηστεύσεως του ξένου εν όλω ή εν μέρει πράγματος, που είναι το αντικείμενό του. Πρόκειται, δηλαδή, για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, που μπορεί να τελεστεί δια της καταστροφής ή βλάβης ή της καθ' οιονδήποτε τρόπο αχρηστεύσεως του πράγματος.

Εξάλλου, απαιτείται δόλος του δόλου του δράστη (αρκεί και ο ενδεχόμενος), που συνίσταται στη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο εν όλω ή εν μέρει, και στη θέληση της καταστροφής ή της βλάβης ή της αχρήστευσης αυτού (ΑΠ 675/2020, ΑΠ 1642/2016). Το ανωτέρω έγκλημα, στη βασική του μορφή, που, υπό τον προγενέστερο ΠΚ διωκόταν κατ' έγκληση (άρθρ. 381 παρ. 1, 383 προϊσχύσαντος ΠΚ), ήδη διώκεται αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 378 παρ. 1, 381 παρ.1 ισχύοντος ΠΚ). Το δικαίωμα δε για έγκληση για το έγκλημα αυτό ανήκε μόνο στον ιδιοκτήτη του φθαρέντος πράγματος και όχι σε άλλον (ΑΠ 609/1993). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων ΑΚ 968 και 2 παρ. 1 του ν. 2971/2001, ο αιγιαλός ανήκει κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 852/2021, ΑΠ 444/2021 Πολ.) Τέλος, κατά το άρθρο 953 ΑΚ, "Συστατικό μέρος πράγματος, που δεν μπορεί να αποχωρισθεί από το κύριο πράγμα, χωρίς βλάβη αυτού του ιδίου ή του κυρίου πράγματος ή χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού του, δεν μπορεί να είναι χωριστά αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος". Κατά δε το άρθρο 954 ΑΚ "Συστατικά του ακινήτου με την έννοια του προηγούμενου άρθρου είναι και 1) τα πράγματα που έχουν συνδεθεί σταθερά με το έδαφος, ιδίως οικοδομήματα....". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ως συστατικό μέρος του πράγματος θεωρείται το κινητό πράγμα, το οποίον συνδέεται κατά τέτοιο τρόπο με το κύριο ακίνητο, ώστε να καθίσταται αδύνατος ο αποχωρισμός, χωρίς βλάβη αυτού. Το συνδεδεμένο στερεώς με το ακίνητο πράγμα ενώνεται ουσιαστικώς και μορφοποιείται σε μία συνολική ενότητα, διάφορη της αρχικής, σε τρόπο ώστε να εμφανίζεται νέα υλική μορφή. Συνέπεια της στερεάς αυτής σύνδεσης του κινητού πράγματος με το ακίνητο είναι ότι η κυριότητα επεκτείνεται και στο ενσωματωμένο κινητό πράγμα, εφεξής δε ο κύριος του ακινήτου δικαιούται να προστατεύει ολόκληρο το ακίνητο, όπως διαμορφώθηκε με το συστατικό, το οποίο αφομοιώθηκε. Αποτέλεσμα της συλλογιστικής αυτής είναι ότι επί φθοράς ξένης ιδιοκτησίας το δικαίωμα έγκλησης ανήκει στον κύριο του ακινήτου, έστω και αν η φθορά αναφέρεται στο συστατικό τμήμα, διακριτό φυσικώς (ΑΠ 308/1996).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (Ολ. ΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά στον δόλο, που απαιτείται κατ' άρθρο 26 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που, κατά τον νόμο, απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ιδιαίτερης αιτιολογίας του, διότι αυτός ενυπάρχει στην πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, τα οποία έγιναν δεκτά με την προσήκουσα αιτιολογία και προκύπτει από αυτήν, εκτός αν γίνεται δεκτός ενδεχόμενος δόλος, οπότε απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία. Όταν όμως αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης, είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία των στοιχείων αυτών του δόλου. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί δε λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 482/2023, ΑΠ 452/2023).

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφαση αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 806/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, με την προαναφερόμενη υπ` αριθμ. 518/2024 απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθείσα πρωτόδικη απόφαση, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία του κατηγορουμένου), δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "...ο κατηγορούμενος στη Θάσο, την 21/2/2018 με πρόθεση έβλαψε ξένα ολικά κινητά πράγματα και ειδικότερα προκάλεσε φθορές στην παροχέτευση της ΔΕΗ και την τσιμεντένια βάση της παροχής ηλεκτροδότησης της ΔΕΗ που βρίσκονταν έξω από το τροχόσπιτο ιδιοκτησίας του Γ. Χ. του Χ., προκαλώντας ούτως ζημία σε αυτόν ύψους περίπου 1.000 ευρώ. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος διατηρούσε επιχείρηση - αναψυκτήριο στην παραλία ..., μισθώνοντας προς τούτο τμήμα του αιγιαλού από τον Δήμο Θάσου. Στην ίδια παραλία ο πρώτος μάρτυρας, Γ. Χ., διατηρούσε τροχόσπιτο. Περί τις 19-02-2018, ο τελευταίος είχε αναθέσει σε εργάτες να κατασκευάσουν με υλικά, που είχε ήδη προμηθευτεί ο ίδιος, τσιμεντένιο στύλο παροχέτευσης της ΔΕΗ, προκειμένου να ηλεκτροδοτείται το τροχόσπιτό του. Οι σχέσεις μεταξύ του κατηγορουμένου και του Γ. Χ. την περίοδο εκείνη ήταν τεταμένες, λόγω διαφωνιών ως προς το ποιος από τους δύο δικαιούταν σε χρήση τμήματος του αιγιαλού, όπου είχε εγκαταστήσει το τροχόσπιτό του ο δεύτερος εξ αυτών. Στις 21-02-2018 και ενώ ήταν η τρίτη ημέρα των ανωτέρω εργασιών, ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε την εκτέλεση αυτών (εργασιών) στο σημείο και μετέβη εκεί από την Καβάλα, όταν δε είδε τους εργάτες που εκείνη την ώρα ολοκλήρωναν τις εργασίες τους, χωρίς να έχει στεγνώσει ακόμα το τσιμέντο που χρησιμοποίησαν, ο κατηγορούμενος έβγαλε τα ξύλα και τα σίδερα που στήριζαν την κατασκευή, με αποτέλεσμα η τσιμεντένια βάση να χάσει τη στήριξή της και το τσιμέντο που δεν είχε ακόμα στεγνώσει να πέσει στο έδαφος μαζί με ολόκληρη την κατασκευή, η οποία καταστράφηκε ολοσχερώς. Με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος με πρόθεση κατέστρεψε την παροχέτευση της ΔΕΗ και τη τσιμεντένια βάση της παροχής ηλεκτροδότησης που βρίσκονταν έξω από το τροχόσπιτο ιδιοκτησίας του Γ. Χ. προκαλώντας έτσι σε αυτόν ζημία ύψους περίπου 1.000 ευρώ. Την πράξη του αυτή δεν αρνήθηκε, αντίθετα επιβεβαίωσε, κατά την απολογία του, ο κατηγορούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, επικαλούμενος ότι δεν είχε άλλο τρόπο να αντιδράσει πιο άμεσα. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σε βάρος του με το κατηγορητήριο πράξης της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό".

Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας (άρθρ. 378 παρ. 1 ΠΚ) και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, που ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:

"Στη Θάσο, την 21/2/2018 με πρόθεση έβλαψε ξένα ολικά κινητά πράγματα και ειδικότερα προκάλεσε φθορές στην παροχέτευση της ΔΕΗ και την τσιμεντένια βάση της παροχής ηλεκτροδότησης της ΔΕΗ που βρίσκονταν έξω από το τροχόσπιτο ιδιοκτησίας του Γ. Χ. του Χ., προκαλώντας ούτως ζημία σε αυτόν ύψους περίπου χιλίων ευρώ". Με τις παραδοχές όμως αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης, από τις προαναφερθείσες διατάξεις, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι παρουσιάζει ασάφειες και ελλείψεις, σχετικά με τα ουσιώδη περιστατικά, αναγκαία για την συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, 1) αν η καταστραφείσα παροχέτευση της ΔΕΗ και η τσιμεντένια βάση της παροχής ηλεκτροδότησης είχαν καταστεί συστατικά ακινήτου και 2) αν στην περίπτωση αυτή, το ακίνητο επί του οποίου είχαν κατασκευαστεί τα ανωτέρω, ανήκε στον φερόμενο ως παθόντα, Γ. Χ. ή ήταν αιγιαλός, όπως είχε ισχυρισθεί ο αναιρεσείων στην επισκοπούμενη απολογία του ενώπιον του Εφετείου, δεδομένου μάλιστα ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται α) ότι ο κατηγορούμενος διατηρούσε επιχείρηση - αναψυκτήριο στην παραλία ..., μισθώνοντας προς τούτο τμήμα του αιγιαλού από τον Δήμο Θάσου, β) ότι ο κατηγορούμενος και ο εγκαλών, εκείνη την περίοδο, είχαν διαφωνίες ως προς το ποιος από τους δύο δικαιούνταν σε χρήση τμήματος του αιγιαλού, όπου είχε εγκαταστήσει το τροχόσπιτό του ο δεύτερος εξ αυτών και γ) ότι η παροχέτευση της ΔΕΗ και η τσιμεντένια βάση της παροχής ηλεκτροδότησης, που καταστράφηκαν, βρίσκονταν έξω από το τροχόσπιτο ιδιοκτησίας του Γ. Χ. Εφόσον δε, κρινόταν ότι πρόκειται για καταστραφέντα πράγματα, που βρίσκονταν στον αιγιαλό και κατέστησαν συστατικά αυτού, θα ανέκυπτε περίπτωση υπέρβασης εξουσίας (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ), καθόσον το Δικαστήριο θα έκρινε επί αδικήματος για το οποίο δεν είχε υποβληθεί η κατά νόμο έγκληση από το δικαιούμενο πρόσωπο. Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Δ' ΚΠΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή τους, να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ανωτέρω Δικαστήριο, που την εξέδωσε, συγκροτούμενο όμως από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519, 522 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 518/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ          Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ