Απόφαση 707 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΑΓΩΓΗ ΜΕ ΑΙΤΗΜΑ ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΣΗ ΛΟΓΟΔΟΣΙΑΣ. ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ. ΠΡΑΞΗ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΜΟΝΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΦΕΙΛΕΤΗ. ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ, ΠΟΥ ΑΠΕΡΡΙΨΕ ΤΗΝ ΕΦΕΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΔΙΚΩΝ ΤΟΥ. Το Εφετείο εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η υπ' αριθ. 17118/2013 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είναι μη οριστική και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε έφεση δεχόμενο, ότι, αφού, εκτός από την οριστική διάταξη για τη λογοδοσία, περιέχει και μη οριστική διάταξη (περί πραγματογνωμοσύνης) για το έλλειμμα. Με τα δεδομένα αυτά η από 27-1-2014 και υπ' αριθ. κατάθεσης 337/28-1-2014 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων δεν ήταν απαράδεκτη και ως εκ τούτου το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη. Επίσης, στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει ότι συντρέχει έννομο συμφέρον στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος για την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, που απέρριψε την έφεση των αντιδίκων του και ήδη αναιρεσίβλητων συνιστάμενο στην αποστέρηση του δικαιώματός του να προχωρήσει στην αναγκαστική εκτέλεση της ως άνω υπ' αριθ. 17118/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατ' άρθρ. 946 ΚΠολΔ, προκειμένου οι αντίδικοί του να εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους να καταθέσουν στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τον αναφερόμενο λογαριασμό εσόδων-εξόδων. Δεκτή. (αρθ. 303, 473, 474, 475, 476, 477, 718 ΑΚ)
Αριθμός 707/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Ζ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αντωνόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. χήρας Δ. Τ., το γένος Β., 2) Β. Τ. του Δ., 3) Ν. Τ. του Δ., 4) Κ. Τ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Χειμωνίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17118/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1504/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/9/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 11-9-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται από τον αναιρεσείοντα ως νικήσαντα διάδικο η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 1504/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το δικαστήριο αυτό δίκασε την από 27.1.2014 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 17118/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 10-2-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος, είχε υποχρεώσει τους αναιρεσιβλήτους να αποδώσουν λογοδοσία για την αναφερόμενη διαχείριση εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την επίδοση της απόφασης, είχε καταδικάσει αυτούς για την περίπτωση μη συμμόρφωσής τους προς την ανωτέρω διάταξη σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση και είχε διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τον προσδιορισμό των εσόδων, των εξόδων και το κατάλοιπο του λογαριασμού από την εν λόγω διαχείριση, και απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη κατ' άρθρο 513 παρ.1 β' για το λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εν μέρει οριστική. Επομένως, είναι παραδεκτή, εφόσον ο αναιρεσείων, ως νικήσας διάδικος, επικαλείται για την άσκηση της παρούσας αναίρεσης έννομο συμφέρον του, συνιστάμενο στην αποστέρηση του δικαιώματός του να προχωρήσει στην αναγκαστική εκτέλεση της ως άνω υπ' αριθ. 17118/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατ' άρθρ. 946 ΚΠολΔ, προκειμένου οι αντιδικοί του να εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους να καταθέσουν στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τον αναφερόμενο λογαριασμό εσόδων-εξόδων (άρθρ. 577 παρ.1, 556 παρ. 2 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 303 ΑΚ, όποιος έχει τη διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει. Για το σκοπό αυτόν ο δοσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων, καθώς και ό,τι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει τα δικαιολογητικά, εφόσον συνηθίζονται. Από τη διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 718 ΑΚ, προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση της υποχρέωσης προς λογοδοσία αποτελεί η διαχείριση ξένης ολικά ή μερικά περιουσίας, που συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, χωρίς τις οποίες δεν νοείται διαχείριση. Τη λογοδοσία μπορεί να ζητήσει κατά τις διατάξεις των άρθρων 473-477 ΚΠολΔ ο δεξίλογος με αγωγή του, στην οποία μπορεί να περιλάβει και αίτημα για την καταβολή του πιθανού υπολοίπου του λογαριασμού. Επιπλέον, κατά το άρθρο 474 ΚΠολΔ, η απόφαση που διατάζει λογοδοσία ή παράδοση καταλόγου των στοιχείων ομάδας αντικειμένων ορίζει προθεσμία μέσα στην οποία ο λογαριασμός ή ο κατάλογος πρέπει να κατατεθεί με τα δικαιολογητικά στη γραμματεία του δικαστηρίου. Κατά δε το άρθρο 477 παρ. 1 και 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, αν δεν κατατεθούν μέσα στην προθεσμία που όρισε η απόφαση, ο λογαριασμός ή ο κατάλογος, η απόφαση γίνεται οριστική ως προς την υποχρέωση λογοδοσίας ή την υποβολή του καταλόγου. Αν ζητήθηκε με την αγωγή για λογοδοσία κατά το άρθρο 473 να καταβληθεί ορισμένο έλλειμμα, για την περίπτωση που δεν θα κατατεθεί ο λογαριασμός και το έλλειμμα πιθανολογείται, το δικαστήριο με την απόφαση που διατάζει τη λογοδοσία μπορεί να καταδικάσει τον εναγόμενο, για την περίπτωση που δεν θα καταθέσει εμπρόθεσμα το λογαριασμό ή το κατάλογο με τα δικαιολογητικά, να καταβάλει το κατά την κρίση του έλλειμμα. Το δικαστήριο μπορεί, εάν το κρίνει αναγκαίο, να διατάξει απόδειξη για το πιθανό έλλειμμα. Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται ότι, προκειμένου να εξαναγκαστεί ο δοσίλογος να εκπληρώσει εμπροθέσμως την υποχρέωσή του, ήτοι να προβεί στις ως άνω πράξεις, οι οποίες δεν μπορούν να γίνουν από τρίτο πρόσωπο, αλλά η επιχείρηση αυτών εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του, καταλείπεται στο δικαστήριο η διακριτική εξουσία, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης αυτού προς τις επιταγές από τη δικαστική απόφαση, να καταδικάσει τούτον σε καταβολή ορισμένου ελλείμματος, εφόσον, όπως είναι φυσικό, τούτο ζητήθηκε και πιθανολογείται. Λαμβανομένου όμως υπόψη ότι το μέσον τούτο εξαναγκασμού εξαρτάται από τους ως άνω όρους, είναι προφανές ότι ορίστηκε από το νομοθέτη όχι ως αποκλειστικό μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης στην ως άνω περίπτωση, αλλά ως πρόσθετο μέσο που συντρέχει με τα λοιπά μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης που προβλέπονται στη γενική διάταξη του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, ήτοι μετά της καταδίκης σε χρηματική ποινή και της απαγγελίας προσωπικής κράτησης, χρησιμοποιουμένων δε αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο κατά του απειθούντος οφειλέτη. Επίσης, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, αν ο εναγόμενος-δοσίλογος δεν συμμορφώθηκε προς την απόφαση που διέταξε τη λογοδοσία και δεν κατέθεσε εμπρόθεσμα το λογαριασμό, με τη μορφή που παραπάνω προσδιορίστηκε, η απόφαση γίνεται οριστική, ως προς την υποχρέωσή του για λογοδοσία. Αν δε ζητήθηκε η καταβολή ορισμένου ελλείμματος και το δικαστήριο καταδίκασε το δοσίλογο στην καταβολή του ελλείμματος αυτού, για την περίπτωση που ο δοσίλογος δεν καταθέσει το λογαριασμό μέσα στην προθεσμία που ορίστηκε, η απόφαση γίνεται οριστική και ως προς την υποχρέωση προς καταβολή του ελλείμματος με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αυτής, μετά δε την τελεσιδικία της είναι εκτελεστή και ως προς τα με αυτή διατασσόμενα κατά το άρθρο 946 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαναγκαστικά μέτρα (ΑΠ 1446/2012, ΑΠ 1122/2006, ΑΠ 978/1997, ΑΠ 1184/1980). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο που δίκασε κατά τα ως άνω την έφεση των αναιρεσιβλήτων, δέχτηκε τα ακόλουθα: "...με την από 10.02.2010 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ο ενάγων, ήδη εφεσίβλητος, ιστορούσε ότι ο ίδιος και ο δικαιοπάροχος των εναγομένων, ήδη εκκαλούντων, Δ. Τ., που απεβίωσε στις 25-3-2007, είχαν συστήσει την αναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρεία, που είχε αντικείμενο την ανέγερση οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής, στην οποία διαχειριστής ήταν ο Δ. Τ.. Ότι η εταιρεία αυτή μετά το θάνατο του Δ. Τ., συνεχίσθηκε με τον ίδιο (ενάγοντα) και τους εναγομένους και εν τέλει λύθηκε στις 28.11.2008 με καταγγελία του ιδίου (ενάγοντος), που επιδόθηκε στους αντιδίκους του. Ζητούσε δε ο ενάγων με την αγωγή του να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να λογοδοτήσουν για τη διαχείριση της ως άνω εταιρείας από την ανάληψη των καθηκόντων του δικαιοπαρόχου τους Δ. Τ. ως διαχειριστή της εταιρείας μέχρι το θάνατό του, σε περίπτωση δε μη συμμόρφωσής τους με την ως άνω υποχρέωσή τους να καθοριστεί το εικαζόμενο κατάλοιπο στο ποσό των 1.627.000 ευρώ, από το οποίο να υποχρεωθούν να του καταβάλουν 27.999 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται να του καταβάλουν 1.600.000 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 17118/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία α) υποχρέωσε τους εναγόμενους να αποδώσουν λογοδοσία για τη γενόμενη διαχείριση της εταιρείας από το δικαιοπάροχό τους κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 25-3-2007, τάσσοντας προς τούτο προθεσμία τριών (3) μηνών από την επίδοση της απόφασης και β) διέταξε αποδείξεις και συγκεκριμένα πραγματογνωμοσύνη για τη διαχείριση των υποθέσεων της ως άνω εταιρείας, επιφυλασσόμενο να αποφασίσει για το τυχόν προκύπτον κατάλοιπο. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, η ανωτέρω απόφαση επιδόθηκε αρχικά από τον ενάγοντα στους αντιδίκους του στις 17.09.2013 (βλ. τις υπ' αριθμ. .../17-9-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Τ. Τ.). Ακολούθως δε, μετά την παρέλευση τα τρίμηνης προθεσμίας χωρίς να κατατεθεί λογαριασμός, επιδόθηκε εκ νέου η ως άνω απόφαση από τον ενάγοντα στους εναγομένους την 30.12.2013 (βλ. τις υπ' αριθμ. .../30.12.2013 εκθέσεις επιδόσεως του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή). Κατόπιν αυτών οι εκκαλούντες άσκησαν την υπό κρίση υπ' αριθμ. 337/28.01.2014 έφεση κατά της ως άνω αποφάσεως. Όπως προαναφέρθηκε, μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριών μηνών από την πρώτη επίδοση της αποφάσεως η διάταξη αυτής, που υποχρέωνε τους εναγομένους σε λογοδοσία κατέστη οριστική. Όμως, δεν είχε εκδοθεί οριστική διάταξη και για το δεύτερο αίτημα της αγωγής, ήτοι για την καταβολή του πιθανού καταλοίπου. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η εκκαλούμενη απόφαση είναι εν μέρει οριστική, αφού εκτός από την προαναφερόμενη οριστική διάταξη για την απόδοση λογοδοσίας, περιέχει και μη οριστική διάταξη για το έλλειμμα, γι' αυτό δεν υπόκειται σε έφεση πριν από την έκδοση οριστικής αποφάσεως και για το δεύτερο σκέλος της.
Συνεπώς, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 532 ΚΠολΔ)". Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, προβάλλοντας ότι το εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι η πιο πάνω εκκαλούμενη απόφαση ήταν εν μέρει οριστική, ως περιέχουσα, εκτός από την προαναφερόμενη οριστική διάταξη για την απόδοση λογοδοσίας, και μη οριστική διάταξη για το έλλειμμα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε έφεση πριν από την έκδοση οριστικής απόφασης και για το δεύτερο σκέλος της. Προς διερεύνηση του ως άνω λόγου και προκειμένου να διαγνωσθεί η βασιμότητα της αποδιδόμενης με την αίτηση αναίρεσης συγκεκριμένης αιτίασης επισκοπούνται επιτρεπτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από τα διαδικαστικά έγγραφα εκείνα της ένδικης από 10-2-2010 αγωγής του αναιρεσείοντος και της υπ' αριθ. 17118/2013 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Στο πρώτο από τα έγγραφα αυτά, που είναι η ένδικη αγωγή, αναφέρεται ότι "...είναι υπόχρεοι (οι εναγόμενοι) να λογοδοτήσουν...και να μου ανακοινώσουν λογαριασμό, ο οποίος να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων και το κατάλοιπο που προκύπτει από την αντιπαράθεση...
Επειδή οι εναγόμενοι πρέπει να υποχρεωθούν να μου καταβάλουν το κατάλοιπο το οποίο πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των 1.627.999 ευρώ...για τους λόγους αυτούς ζητώ...να επιβληθεί στους εναγομένους χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση ενός έτους για την περίπτωση που οι εναγόμενοι δεν συμμορφωθούν προς το διατακτικό της απόφασης που θα εκδοθεί. Να καθοριστεί το εικαζόμενο κατάλοιπο στο ποσό των 1.627.999 ευρώ και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να μου καταβάλουν το παραπάνω ποσό...", ενώ στο δεύτερο έγγραφο, ήτοι στην απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αναφέρεται ότι "... Υποχρεώνει τους εναγομένους να αποδώσουν λογοδοσία ... Τάσσει προθεσμία τριών (3) μηνών από την επίδοση της απόφασης αυτής, εντός της οποίας υποχρεούται οι εναγόμενοι να καταθέσουν στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου λογαριασμό ...
Καταδικάζει τους εναγομένους για την περίπτωση μη συμμόρφωσής τους προς την ανωτέρω διάταξη σε χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας τριών μηνών...Διατάσσει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τον προσδιορισμό των εσόδων, των εξόδων και το κατάλοιπο του λογαριασμού....". Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι η ως άνω πραγματογνωμοσύνη, που διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν αφορούσε στο πιθανολογούμενο έλλειμμα από την ένδικη διαχείριση ως πρόσθετο μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης, ενόψει και του ότι δεν περιλαμβάνονταν σχετικό αίτημα στην ένδικη αγωγή, αλλά αναφέρονταν στον προσδιορισμό του καταλοίπου του λογαριασμού για την περίπτωση που αυτός ήθελε κατατεθεί και μάλιστα εζητείτο η καταψήφιση του αναφερόμενου ποσού νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, πράγμα που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μόνο στο δεύτερο στάδιο της δίκης για τη λογοδοσία. Επομένως, το Εφετείο εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πιο πάνω υπ' αριθ. 17118/2013 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είναι μη οριστική και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε έφεση δεχόμενο, ότι, αφού, εκτός από την οριστική διάταξη για τη λογοδοσία, περιέχει και μη οριστική διάταξη (περί πραγματογνωμοσύνης) για το έλλειμμα. Τούτο δε διότι δεν υπάρχει σ' αυτήν διάταξη για έλλειμμα, αφού τέτοιο αίτημα δεν υπήρξε, αλλά είναι σαφές ότι η μη οριστική διάταξη περί πραγματογνωμοσύνης αναφερόταν, κατά τα ως άνω, στο κατάλοιπο του λογαριασμού, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή ως προς το ότι η ένδικη αγωγή περί λογοδοσίας είναι οριστική (υπό αίρεση βέβαια), αφού περιέχει διάγνωση για όλα τα επίπεδα της δικαστικής κρίσης κατά το πρώτο στάδιο εκδίκασης αυτής (αγωγής) και απεκδύουν έτσι το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία σε σχέση με το εν λόγω αίτημα κατά το στάδιο αυτό. Με τα δεδομένα αυτά και λαμβανομένου υπόψη ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, έχει λάβει χώρα επίδοση στους ήδη αναιρεσίβλητους της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τόσο στις 17-9-2013, όσο και μετά την παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας, χωρίς να έχει κατατεθεί λογαριασμός στις 30-12-2013, η πιο πάνω από 27-1-2014 και υπ' αριθ. κατάθεσης 337/28-1-2014 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων δεν ήταν απαράδεκτη και ως εκ τούτου το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη. Επίσης, στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει ότι συντρέχει έννομο συμφέρον στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος για την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, που απέρριψε την έφεση των αντιδίκων του και ήδη αναιρεσίβλητων συνιστάμενο στην αποστέρηση του δικαιώματός του να προχωρήσει στην αναγκαστική εκτέλεση της ως άνω υπ' αριθ. 17118/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατ' άρθρ. 946 ΚΠολΔ, προκειμένου οι αντίδικοί του να εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους να καταθέσουν στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τον αναφερόμενο λογαριασμό εσόδων-εξόδων.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του αρθρ. 580 ΚΠολΔ, και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν, καθόσον η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 1504/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1974 - 2026 © Τετράβιβλος. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Όροι και Προϋποθέσεις