Α.Π. 10 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΠΟΥ ΕΛΑΒΕ ΧΩΡΑ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΥΜΜΕΤΕΙΧΕ ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ. ΕΥΘΥΝΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΙΟΥΧΟΥ.-Tο Εφετείο ορθά έκρινε, πως δεν αποδείχθηκε ότι, από την περιγραφόμενη σύμβαση παραχώρησης, υφίσταται ρητή υποχρέωση της παραχωρησιούχου για εγκατάσταση και λειτουργία καμερών παρακολούθησης και διαχείρισης της κυκλοφορίας, ειδικά στους Κόμβους εισόδου και εξόδου οχημάτων. Με την παραδοχή αυτή προσδιορίζει με σαφήνεια το σχετικό με την επικαλούμενη υποχρέωση αναμφίβολο περιεχόμενο της σύμβασης αυτής. Δεν δέχεται ότι υπάρχει κενό, ασάφεια ή αμφιβολία για την ύπαρξη ή μη της ως άνω υποχρέωσης, για το οποίο έπρεπε να ερμηνεύσει ή να συμπληρώσει τη σύμβαση, ώστε να γεννάται υποχρέωση αυτού να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για να διαπιστώσει το περιεχόμενό της. Εξάλλου, το Εφετείο δεν προβαίνει έμμεσα στην ερμηνεία της σύμβασης αυτής. Οι αναφορές του στη διεθνή πρακτική σχετικά με την τοποθέτηση καμερών στους κλειστούς αυτοκινητόδρομους, όπως είναι η αναφερόμενη, στην προκείμενη περίπτωση, Εθνική Οδός Αθηνών - Κορίνθου, καθώς, επίσης στην αντικειμενική δυνατότητα, από τεχνικής και οικονομικής άποψης, εγκατάστασης καμερών διαχείρισης της κυκλοφορίας σε όλους τους Κόμβους, δεν αποτελούν ερμηνεία της σύμβασης, αλλά έγιναν για την συναγωγή συμπερασμάτων ενίσχυσης της κρίσης για το σαφές περιεχόμενο της σύμβασης. Απόρριψη.-(αρθ. 173 ,200 ,281 ,288, 297, 298, 330, 914 ΑΚ)
Απόφαση 10 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 10/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Ξ. του Ν., κατοίκου ... Αγρινίου, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Καπελλάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑ ΟΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡΟΜΟ ΕΛΕΥΣΙΝΑ - ΚΟΡΙΝΘΟΣ - ΠΑΤΡΑ - ΠΥΡΓΟΣ - ΤΣΑΚΩΝΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΥΜΠΙΑ ΟΔΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Νέα Πέραμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παναγόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-03-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2470/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2853/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/10/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Με την κρινόμενη από 06-10-2017 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 2853/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσία την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της 2470/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση, είχε απορριφθεί η από 29-03-2012 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει χρηματικό ποσό 28.251,14 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, ως αποζημίωση για τη θετική του ζημία και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται: α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δίκαιου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση ζημίας άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος. Για την κατάφαση της "παρανομίας", δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και, εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς, απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 346/2017, ΑΠ 1029/2015). Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η ανθρώπινη συμπεριφορά ως αντικειμενικό βασικό στοιχείο θεμελίωσης αδικοπρακτικής ευθύνης, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, Η παράλειψη, όμως, για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημίωσης, πρέπει να είναι παράνομη. Τούτο συμβαίνει,, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε ορισμένη θετική ενέργεια έναντι συγκεκριμένου προσώπου ή της ολότητας, στην οποία έχει υποχρέωση να προβεί από το νόμο, από δικαιοπραξία ή από τη συναλλακτική καλή πίστη, κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, καθώς και όταν, από προηγούμενη συμπεριφορά του ιδίου, αυτός δημιούργησε πραγματική κατάσταση επικίνδυνη για τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα τρίτων ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου (ΑΠ 664/2017, ΑΠ 821/2014, ΑΠ 139/2014). Περαιτέρω, αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή, δηλαδή, που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη, στον κύκλο της αρμοδιότητας του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΑΠ 96/2018, ΑΠ 1653/2010, ΑΠ 1500/2002). Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε, δε, πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 895/2019, ΑΠ 810/2017). Στο πλαίσιο αυτό, ο ενάγων είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί με σαφήνεια στην ιστορική βάση της αγωγής του, με την οποία αιτείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και να αποδείξει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, όλα τα γεγονότα, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο, ως άνω, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 914 ΑΚ, θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 515/2016, ΑΠ 473/2016). Έτσι, στην περίπτωση του παράνομου της συμπεριφοράς λόγω παράλειψης οφειλόμενης νομικής υποχρέωσης, ο ενάγων θα επικαλεστεί, εκτός των άλλων, τη συγκεκριμένη νομική υποχρέωση που παρέλειψε ο εναγόμενος, ήτοι τη θετική ενέργεια στην οποία όφειλε να προβεί. καθώς και τη βάση στην οποία κατ' αυτόν θεμελιώνεται η υποχρέωση να προβεί σ' αυτήν (νόμος, δικαιοπραξία, καλή πίστη κλπ).
Σύμφωνα, δε, με όσα ο ενάγων, σχετικά, ισχυρίζεται, ενόψει της καθιερούμενης από το άρθρο 106 ΚΠολΔ, θεμελιακής δικονομικής αρχής, της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο της ουσίας θα κρίνει τη συνδρομή των προϋποθέσεων για τη βασιμότητα της αγωγής. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. O κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Κατά, δε, το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν, από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου (ΟλΑΠ 1/1999). Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές, προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης, αιτιάσεις, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 2090/2017, ΑΠ 255/2010).
[II] Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, το Εφετείο, μετ' εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι την 26-10-2010, ο αναιρεσείων ενώ οδηγούσε το ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητό του στην Νέα Εθνική Οδό Αθηνών Κορίνθου, με κατεύθυνση προς Κόρινθο, και κινούμενος επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του, συγκρούστηκε με αδέσποτο σκύλο που επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την οδό από τα αριστερά προς τα δεξιά κατά την πορεία του, με αποτέλεσμα να υποστεί το όχημά του υλικές ζημίες. Σχετικά, δε, με τα ενδιαφέροντα την υπόθεση πραγματικά περιστατικά, τα οποία αφορούν τους λόγους αναίρεσης, δέχθηκε ειδικότερα και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«| Ο εκκαλών ισχυρίστηκε με την ένδικη αγωγή του ότι αποκλειστικός υπαίτιος του προκειμένου τροχαίου ατυχήματος είναι η εφεσίβλητος ανώνυμος εταιρία (αναιρεσίβλητη), η οποία καίτοι έχε αναλάβει την υποχρέωση συντηρήσεως της Οδού και εξασφαλίσεως όρων ασφαλούς κινήσεως των διερχομένων οχημάτων, παρέβη υπαιτίως την υποχρέωσή της αυτή, με συνέπεια την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, υπολαμβάνων ότι η εφεσίβλητος ανώνυμος εταιρία ώφειλε ιδίως να μεριμνήσει για την εγκατάσταση καμερών ελέγχου στα σημεία κόμβων - κλάδων εισόδου και εξόδου, των οποίων δεν είναι δυνατή η περίφραξη και εντεύθεν η παρεμπόδιση της εισόδου ζώων στην Εθνική Οδό, προκειμένου τα αρμόδια όργανα να έχουν διαρκή εποπτεία του χώρου και να αντιλαμβάνονται εγκαίρως μέσω των καμερών την τυχόν είσοδο ζώων ή και οποιοδήποτε άλλο εμπόδιο στην οδό, να ειδοποιούν αμέσως τους χρήστες της οδού μέσω των εγκατεστημένων κατά μήκος αυτής φωτεινών πινάκων ενημερώσεως, ώστε αυτοί να εντείνουν την προσοχή τους και να μειώσουν στο ελάχιστο την ταχύτητα του οχήματός τους και ούτω να προληφθεί οιοδήποτε ατύχημα εξαιτίας του εμποδίου. Επί του ισχυρισμού αυτού λεκτέα τα ακόλουθα: Με το Ν. 3621/2007 "Κύρωση Σύμβασης Παραχώρησης του Έργου της Μελέτης, Κατασκευής, Χρηματοδότησης, Λειτουργίας, Συντήρησης και Εκμετάλλευσης του Αυτοκινητοδρόμου Ελευσίνα - Κόρινθος - Πάτρα - Πύργος - Τσακώνα και άλλες διατάξεις" κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ Νόμου η από 24-07-2007 Σύμβαση Παραχωρήσεως του ως άνω έργου μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της εφεσιβλήτου ανωνύμου εταιρίας [...]. Σύμφωνα με ρητές διατάξεις της ως άνω κυρωθείσας δια Νόμου Συμβάσεως Παραχωρήσεως η εφεσίβλητος Παραχωρησιούχος ανώνυμος εταιρία αναλαμβάνει μεταξύ άλλων την ευθύνη για οποιεσδήποτε εργασίες αφορούν σε συντήρηση τεχνικών (γέφυρες, τοίχοι) εις ό,τι αφορά στην αντικατάσταση αρμών, στηθαίων ασφαλείας, κιγκλιδωμάτων και περιφράξεων (άρθρο 6.5.1.νι,), σε εγκατάσταση και συντήρηση πινακίδων συστήματος ελέγχου κυκλοφορίας και ενημερώσεως των οδηγών (άρθρο 4.3.2.11) και σε κάθε άλλο σύστημα και/ή υποσύστημα τηλεματικής (Α.Τ.Τ.), απαραίτητο για την καλή και ασφαλή λειτουργία του Έργου. Οι υποχρεώσεις της εφεσιβλήτου Παραχωρησιούχου ανωνύμου εταιρίας προσδιορίσθηκαν και εξειδικεύθηκαν στην "Ειδική Συγγραφή Υποχρεώσεων" (Ε.Σ.Υ. - Προσάρτημα 2 της Συμβάσεως Παραχωρήσεως). Ειδικότερα, στο άρθρο 6.3.2. της Ε.Σ.Υ. (τιτλοφορούμενο "Ελάχιστες Απαιτήσεις Συντήρησης και Λειτουργίας") ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο Παραχωρησιούχος είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των συνήθων διαδικασιών συντηρήσεως σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, στις οποίες περιλαμβάνονται: α) η απομάκρυνση από το οδόστρωμα και τη ζώνη απαλλοτριώσεως νεκρών ζώων και άλλων αντικειμένων, μετά από γεγονός και όποτε κρίνεται απαραίτητο και σε κάθε περίπτωση το αργότερο μέσα σε μια (1) ώρα από τη γνωστοποίηση του συμβάντος και β) ο έλεγχος και η διεξαγωγή επισκευών σε στηθαία ασφαλείας και περιφράξεις, δύο φορές κατ' έτος, περαιτέρω δε ρητώς ορίσθηκε ότι, καθ' όσον αφορά στη διαχείριση "συμβάντων", ο Παραχωρησιούχος υποχρεούται να οργανώνει μία ομάδα, η οποία, εκτός από τη διάγνωση πιθανού κινδύνου, θα είναι σε θέση να επισκευάζει - διορθώσει τη ζημία, εάν αυτή δεν είναι σοβαρή, η δε οργάνωση για την αντιμετώπιση αυτών των γεγονότων πρέπει να επιτρέπει στην ομάδα να φθάσει στο σημείο όπου έχει εμφανισθεί το γεγονός το πολύ εντός μίας (1) ώρας. Σε συμμόρφωση προς τις ως άνω συμβατικές υποχρεώσεις η εφεσίβλητος ανώνυμος εταιρία έχει οργανώσει ομάδες περιπολίας και επεμβάσεως, οι οποίες έχουν χωρισθεί κατά τομείς αρμοδιότητος, κινούμενες καθημερινώς και συνεχώς σε τακτική περιπολία με συγκεκριμένη οργάνωση κατά μήκος της οδού για τον εντοπισμό και την ταχεία και αποτελεσματική αντιμετώπιση συμβάντων [...]. Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά στις απαιτήσεις συντηρήσεως και λειτουργίας της Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Κορίνθου, αποδεικνύεται ότι η Οδός είναι πλήρως περιφραγμένη, ήτοι διαθέτει πλήρη περίφραξη σε όλα τα σημεία της σε αμφότερες τις πλευρές της, ειδικότερα δε στο σημείο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος (41,9 χλμ) υφίσταται και κατά το χρόνο τυπική περίφραξη οδού, ύψους 1,65 μ., δια της οποίας σκοπείται και επιτυγχάνεται η είσοδος αδέσποτων ζώων στην Οδό από τις παραπλεύρους εκτάσεις. Η εν λόγω περίφραξη, κατασκευασθείσα ήδη κατά το χρόνο κατασκευής της Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Κορίνθου, έχει από το μήνα Αύγουστο του έτους 2008 και εφεξής αντικατασταθεί εξ ολοκλήρου καθ' όλο το μήκος της από την αρμόδια προς τούτο κοινοπραξία με την επωνυμία "Λ … C.J.V.", η οποία έχει αναλάβει με ανάθεση από την Παραχωρησιούχο ανώνυμο εταιρία μεταξύ άλλων και τις εργασίες συντηρήσεως και ανακαινίσεως της περιφράξεως, οι οποίες, σημειωτέον, είχαν ολοκληρωθεί στο σημείο του ατυχήματος (ύψος 42ου χλμ. Περίπου) την 24-09-2010, ήτοι προ του ενδίκου ατυχήματος, το οποίο έλαβε χώρα την 26-10-2010. Μοναδικά σημεία της Οδού, τα οποία εξαιρούνται της περιφράξεως, είναι οι Κλάδοι Εισόδου και Εξόδου των Ανισόπεδων Κόμβων της Οδού, δεδομένου ότι οι Κόμβοι, ως σημεία εισόδου και εξόδου οχημάτων, δεν είναι αντικειμενικώς δυνατόν να είναι περιφραγμένοι. Η διεξαγωγή και ολοκλήρωση εργασιών ανακαινίσεως και συντηρήσεως της περιφράξεως τουλάχιστον δύο (2) φορές κατ' έτος αποτελεί, όπως έχει ήδη εκτεθεί ανωτέρω, συμβατική υποχρέωση της εφεσιβλήτου Παραχωρησιούχου ανωνύμου εταιρίας, η οποία μάλιστα, είχε προβεί σε προγραμματισμένη επιθεώρηση της περιφράξεως στο συγκεκριμένο σημείο την 23-09-2010, ήτοι περίπου ένα μήνα προ του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, χωρίς να έχει διαπιστωθεί οποιοδήποτε πρόβλημα ή ζημία, χρήζουσα αποκαταστάσεως. Καθ' όσον αφορά στις συγκεκριμένες ενέργειες των προστηθέντων υπαλλήλων της εφεσιβλήτου ανωνύμου εταιρίας την ημέρα του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, αποδεικνύεται ότι ο ως άνω υπάλληλος Περιπολίας ενημέρωσε περί ώρα 22.50' το Κέντρο Διαχειρίσεως Κυκλοφορίας (στεγαζόμενο στο Σύμπλεγμα Σηράγγων της Κακιάς Σκάλας) ότι εντόπισε στο συγκεκριμένο σημείο της Οδού στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Κόρινθο και επί της Λωρίδος Εκτάκτου Ανάγκης (Λ.Ε.Α.) το φονευθέν αδέσποτο ζώο και ακολούθως προέβη σε απομάκρυνσή του από το οδόστρωμα[...]. Περαιτέρω, ο ως άνω Υπάλληλος Περιπολίας πραγματοποίησε επιτόπου έλεγχο της περιφράξεως στο συγκεκριμένο σημείο και διαπίστωσε ότι δεν υφίσταται βλάβη, κενό ή άλλο πρόβλημα σε αυτή. Ο εφεσίβλητος από πλευράς του συνομολογεί ότι αντικειμενικώς δεν είναι δυνατή η περίφραξη των Κλάδων Εισόδου και Εξόδου των Ανισόπεδων Κόμβων της Οδού (εν προκειμένω του πλησιέστερου Κόμβου της Πάχης), πλην όμως διατείνεται ότι η εφεσίβλητος ανώνυμος εταιρία υπαιτίως παρέλειψε να εκπληρώσει τη θεμελιώδη υποχρέωσή της για την προστασία των χρηστών της οδού, καθόσον δεν μερίμνησε για την εγκατάσταση συστημάτων παρακολουθήσεως (καμερών) σε επιλεγμένα σημεία των κόμβων, ώστε να ελέγχεται σε πραγματικό χρόνο η είσοδος στον αυτοκινητόδρομο αδεσπότων ζώων και να δρομολογείται αμέσως η διαδικασία απομακρύνσεως των ζώων από κλιμάκια ελέγχου σε συνεργασία με τα λειτουργούντα Κέντρα Διαχειρίσεως Κυκλοφορίας (Κ.Δ.Κ.) και η επιτόπου ενημέρωση των χρηστών της Οδού, ενώ θα ήταν δυνατή και η εφαρμογή άλλων διεθνώς χρησιμοποιούμενων μέσων (λ.χ. συσκευών απωθήσεως ζώων με εκπομπή απωθητικών ηχητικών κυμάτων και οσμών). Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός παρίσταται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον αποδεικνύεται ότι: α) η εφεσίβλητος ανώνυμος εταιρία είχε λάβει κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος όλα τα προβλεπόμενα από τη Σύμβαση Παραχωρήσεως και την Ειδική Συγγραφή Υποχρεώσεων (Ε.Σ.Υ.) μέτρα συντηρήσεως της Οδού και ασφαλείας των χρηστών αυτής (έλεγχος και διατήρηση της ακεραιότητας της περιφράξεως στο σημείο του ατυχήματος, επαρκής τεχνητός φωτισμός του χώρου) και β) οι προστηθέντες αυτής υπάλληλοι (Υπάλληλοι Περιπολίας, Προσωπικό Κέντρου Διαχειρίσεως Κυκλοφορίας) ενήργησαν στην προκειμένη περίπτωση κατά τα οριζόμενα στα ισχύοντα και εγκεκριμένα από τις αρμόδιες κρατικές Αρχές Εγχειρίδια Λειτουργίας, κατ' εφαρμογή των συμβατικών υποχρεώσεων της εφεσιβλήτου ανωνύμου εταιρίας (διαρκής τακτική εκτέλεση περιπολιών με πλείονα οχήματα και επιθεώρηση της Οδού προ και κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, εντοπισμός εντός του προβλεπόμενου χρόνου ανταποκρίσεως - μία ώρα - της σορού του νεκρού ζώου και άμεσος απομάκρυνση αυτής από το οδόστρωμα, παροχή των προβλεπόμενων υπηρεσιών οδικής βοηθείας και καλύψεως του οχήματος του εκκαλούντος με ειδικό όχημα περιπολίας, φέρον την προβλεπόμενη σήμανση, επιθεώρηση της περιφράξεως στο συγκεκριμένο σημείο, άμεση και ταχεία παράδοση του σημείου στην κυκλοφορία μετά την ασφαλή απομάκρυνση του ακινητοποιηθέντος οχήματος του εκκαλούντος) και ως εκ τούτου δεν αποδείχθηκε υπαίτιος παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεών της εφεσιβλήτου ανωνύμου εταιρίας αναφορικώς με τη συντήρηση της Οδού και την εφαρμογή των προβλεπόμενων μέτρων ασφαλείας των χρηστών της Οδού. Αναφορικώς με τον βασικό ισχυρισμό του εκκαλούντος περί βαρύνουσας την εφεσίβλητο ανώνυμο εταιρία υποχρεώσεως εγκαταστάσεως συσκευών παρακολουθήσεως της κυκλοφορίας (καμερών καταγραφής εικόνας) επί των Κόμβων (σημείων εισόδου και εξόδου από την Οδό), κρίνεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται από τη Σύμβαση Παραχωρήσεως ρητή υποχρέωση της εφεσιβλήτου Παραχωρησιούχου ανωνύμου εταιρίας να εγκαθιστά και να λειτουργεί κάμερες παρακολουθήσεως και διαχειρίσεως της κυκλοφορίας σε κάθε σημείο της Οδού ή, ειδικώς, στους Κόμβους εισόδου και εξόδου οχημάτων, η περιοχή των οποίων εξ αντικειμένου δεν δύναται να είναι περιφραγμένη. Σημειωτέον ότι κατά τη διεθνή πρακτική κάμερες διαχειρίσεως κυκλοφορίας εγκαθίστανται και λειτουργούν για προφανείς λόγους ασφαλείας σε συγκεκριμένα σημεία των κλειστών αυτοκινητοδρόμων, όπως οι Σταθμοί Διοδίων και οι Σήραγγες, η πρακτική δε αυτή ακολουθείται και από την εφεσίβλητο Παραχωρησιούχο ανώνυμο εταιρία στη συγκεκριμένη Οδό, δεδομένου ότι είναι αντικειμενικώς αδύνατον (τόσο από τεχνικής, όσο και από οικονομικής απόψεως) να εγκατασταθούν κάμερες διαχειρίσεως κυκλοφορίας σε όλους τους Κόμβους, πέραν και ανεξαρτήτως του ότι ακόμη και ήθελε υποτεθεί ότι εγκαθίστανται και λειτουργούν κάμερες στα συγκεκριμένα σημεία, είναι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αδύνατος (και εν πάση περιπτώσει εξαιρετικώς δυσχερής) ο εντοπισμός (λόγω μεγέθους, ταχύτητος κλπ.) του συνόλου των τυχών εισερχομένων στον κόμβο αδεσπότων ζώων και, κυρίως, η συνεχής διατήρηση σε ετοιμότητα αμέσου παρεμβάσεως των προστηθέντων υπαλλήλων της εφεσιβλήτου ανωνύμου εταιρίας προς περισυλλογή ή απομάκρυνση των εισερχομένων αδεσπότων ζώντων ζώων, πέραν και ανεξαρτήτως του ότι η ισχύουσα "Ειδική Συγγραφή Υποχρεώσεων" δεν προβλέπει υποχρέωση απομακρύνσεως ζώντων, αλλά μόνον νεκρών ζώων. Ενόψει των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού η συνδρομή των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας (άρθρα 914 επ. ΑΚ) της εφεσιβλήτου ανωνύμου εταιρίας ή των προστηθέντων υπαλλήλων αυτής, όπως αυτές παρατίθενται αναλυτικώς ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας, μη συντρεχούσης της αναγκαίας για την κατάγνωση της υποχρεώσεως αποζημιώσεως εξ αδικοπραξίας προϋποθέσεως της υπαιτίου παραλείψεως οφειλομένης ενεργείας |».
Με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της προσβαλλόμενης με αυτή πρωτόδικης απόφασης, η οποία όμοια είχε κρίνει και είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία των παρατιθέμενων διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ τις οποίες εφάρμοσε. Ειδικότερα, το Εφετείο, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε, κατά την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, ότι θεμελιώνουν το προς διάγνωση δικαίωμα, έκρινε ότι, ο αναιρεσείων, επικαλούνταν στην ιστορική βάση αυτής, για τη θεμελίωση της αδικοπραξίας και ειδικότερα του στοιχείου του παρανόμου της συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, ως προϋποθέσεως αδικοπραξίας, την παράλειψη της οφειλόμενης, με βάση τη Σύμβαση Παραχώρησης και την εξειδικεύουσα αυτήν Ειδική Συγγραφή Υποχρεώσεων, θετικής ενέργειας από αυτήν, για τοποθέτηση καμερών παρακολούθησης της κυκλοφορίας ειδικότερα στους Κόμβους εισόδου και εξόδου οχημάτων του αυτοκινητόδρομου Αθηνών Κορίνθου. Άλλα στοιχεία του παρανόμου δεν δέχθηκε το Εφετείο ότι εισάγονται με την αγωγή και ούτε αυτό είχε υποχρέωση να αναζητήσει, εάν δηλαδή η ως άνω παραληφθείσα ενέργεια (τοποθέτηση καμερών παρακολούθησης στους Κόμβους εισόδου και εξόδου οχημάτων), απέρρεε από άλλη διάταξη νόμου ή από την συναλλακτική καλή πίστη, εφόσον αυτά δεν προβάλλονται στην ιστορική βάση της αγωγής, ως περιστατικά της νομικής θεμελίωσης της αγωγικής υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης. Ούτε, βέβαια, ο αναιρεσείων, ισχυρίζεται, με την αναίρεσή του, ότι, η ανωτέρω εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το Εφετείο, δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής, ούτε επικαλείται ότι περιείχε στο δικόγραφο της αγωγής ισχυρισμό, ότι, η ανωτέρω υποχρέωση (θετική ενέργεια τοποθέτησης καμερών στους κόμβους εισόδου και εξόδου των οχημάτων από τον αυτοκινητόδρομο), επιβάλλονταν κατά τους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, δηλαδή ισχυρισμό, ο οποίος θεμελιώνει το δικαίωμά του σ' αυτή τη διαφορετική βάση και ο οποίος, ως ουσιώδης ισχυρισμός για την έκβαση της δίκης, δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, θεμελιώνοντας αναιρετικό λόγο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Η εσφαλμένη ή ορθή ερμηνεία των ουσιαστικών διατάξεων, καθώς και η πλήρης, σαφής και μη αντιφατική αιτιολογία της απόφασης, ελέγχονται με βάση τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ως προς τους προταθέντες ισχυρισμούς και το περιεχόμενό τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει για όλα τα στοιχεία της αδικοπραξίας και καταλήγει στην κρίση περί μη συνδρομής της προϋπόθεσης του παρανόμου, δεχόμενη ότι, η φερόμενη ως παραληφθείσα ως άνω υποχρέωση, δεν προκύπτει από τη σύμβαση παραχώρησης, γεγονός στο οποίο, κατά την ιστορική βάση της αγωγής, στηρίζεται η γένεση της υποχρέωσης αυτής, η παράλειψη της οποίας θεμελίωνε το στοιχείο του παρανόμου της επικαλούμενης αδικοπραξίας. Ο αναιρεσείων δεν είχε προτείνει, κατά τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο, ότι, η υποχρέωση της τοποθέτησης καμερών στους Κόμβους εισόδου και εξόδου οχημάτων, θεμελιώνονταν στην καλή πίστη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, ώστε, η παράλειψη της ενέργειας αυτής, να στηρίζει την συνδρομή της προϋπόθεσης της παράνομης συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης και συνεπώς δεν παραβίασε τις διατάξεις αυτές με τη μη εφαρμογή τους, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του, δεν είχαν εφαρμογή. Εξάλλου, η επιχειρούμενη με τον πρώτο λόγο της έφεσης, προσθήκη αυτών των περιστατικών της στήριξης της υποχρέωσης στη συναλλακτική καλή πίστη ή το γενικό πνεύμα του δικαίου, ως νέων ουσιωδών γεγονότων τα οποία συνιστούν προϋπόθεση γένεσης της συνέπειας του παρανόμου της παράλειψης, αυτής, αποτελεί, κατ' άρθρο 225 ΚΠολΔ, απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής και κατά συνέπεια, το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην, εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με τη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και τη μη έρευνα της συνδρομής του παρανόμου της επικαλούμενης παράλειψης της αναιρεσίβλητης, με βάση αυτές τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από την αποδιδόμενη ως άνω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Ομοίως, ενόψει των ανωτέρω, είναι αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί έλλειψης νόμιμης βάσης της απόφασης, συνεπεία έλλειψης και ανεπάρκειας αιτιολογιών. Τούτο διότι, η αποδιδόμενη έλλειψη, κατά ένα μέρος, και ανεπάρκεια, κατά τα λοιπά, αιτιολογιών, αποδίδεται όχι με βάση τις εφαρμοσθείσες διατάξεις του κανόνα του άρθρου 914 ΑΚ, αλλά εκείνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, περί της προκύπτουσας με βάση την καλή πίστη υποχρέωσης ενέργειας τοποθέτησης καμερών στους Κόμβους εισόδου και εξόδου οχημάτων, οι οποίες δεν εφαρμόστηκαν και με βάση τις παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν. Επομένως, ο αναιρετικός ως άνω λόγος, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και δεν ιδρύεται από την έλλειψη αιτιολογίας ή την ανεπάρκεια αιτιολογίας των πραγματικών περιστατικών που θα έπρεπε να διαλάβει η απόφαση, εφαρμόζοντας αυτούς τους ουσιαστικούς κανόνες.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στην σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 1324/2018). Η διαπίστωση του δικαστηρίου της ουσίας, για την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως, μπορεί, είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι, το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλόμενων, προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1531/2017, ΑΠ 25/2016, ΑΠ 441/2015). Έμμεση διαπίστωση υπάρχει και όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, στο συσχετισμό των όρων της, καταφεύγοντας για το σχηματισμό της κρίσης του για τη μορφή και το περιεχόμενο της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 252/2016, ΑΠ 441/2015). Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τα άνω, την δήλωση βουλήσεως, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 934/2014, ΑΠ 211/2011) και δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αρυσθεί και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 315/2016, ΑΠ 934/2014, ΑΠ 737/2001). Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 738/2018, ΑΠ 1597/2017), εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις. Οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες, παραβιάζονται, και ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση και την παραδοχή, έστω και έμμεσα, της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για την συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλομένων, ώστε να αναζητήσει την αληθινή βούληση αυτών (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 315/2016, ΑΠ 934/2014, ΑΠ 604/2011), είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και την ερμηνεία ή την συμπλήρωση της σύμβασης, καίτοι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η σύμβαση είναι πλήρης ή σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους ή όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1003/2019, ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 704/2018, ΑΠ 1000/2017), ως κριτήρια συμπεριφοράς που επιβάλλεται κατά τις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 495/2013). Όταν όμως η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες (ΑΠ 45/2019, ΑΠ 366/2018, ΑΠ 1420/2013). Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται, όμως, και εκ πλαγίου, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται, και ούτε προκύπτει, αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει, οπότε η απόφαση του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 1093/ 2011).
Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο, παράβαση από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι, το Εφετείο δέχεται ότι, η από 24-7-2007 σύμβαση παραχώρησης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της αναιρεσίβλητης, με την οποία η τελευταία ανέλαβε την ευθύνη, εκτός των άλλων, για την εγκατάσταση και συντήρηση πινακίδων συστήματος ελέγχου κυκλοφορίας και ενημερώσεως των οδηγών της Ε.Ο. Αθηνών Κορίνθου και κάθε άλλου συστήματος και/ή υποσυστήματος τηλεματικής απαραίτητο για την καλή και ασφαλή λειτουργία του έργου, παρουσιάζει κενό και ασάφεια ως προς το ζήτημα αν αυτή αφορά και την εγκατάσταση και λειτουργία καμερών παρακολούθησης και διαχείρισης της κυκλοφορίας στους κόμβους εισόδου και εξόδου οχημάτων και προέβη σε ερμηνεία με βάση τα αναφερόμενα στοιχεία και επιχειρήματα, καταλήγοντας στο εσφαλμένο πόρισμα ότι δεν προκύπτει από τη σύμβαση τέτοια σχετική ρητή υποχρέωση της αναιρεσίβλητης, παρέλειψε, ωστόσο, να προσφύγει στους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άνω διατάξεων, ενώ αν προσέφευγε στους κανόνες αυτούς, θα έκρινε, αντίθετα, ότι, σύμφωνα με την καλή πίστη, προκύπτει υποχρέωση αυτής για εγκατάσταση καμερών στους κόμβους του αυτοκινητόδρομου, ώστε να καλυφθεί το κενό ασφάλειας των χρηστών της οδού από την είσοδο από τα σημεία αυτά αδέσποτων ζώων στο οδόστρωμα. Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως τούτο ανωτέρω παρατέθηκε, προκύπτει ότι το Εφετείο, έκρινε, πως δεν αποδείχθηκε ότι, από την περιγραφόμενη σύμβαση παραχώρησης, υφίσταται ρητή υποχρέωση της αναιρεσίβλητης για εγκατάσταση και λειτουργία καμερών παρακολούθησης και διαχείρισης της κυκλοφορίας, ειδικά στους Κόμβους εισόδου και εξόδου οχημάτων. Με την παραδοχή αυτή προσδιορίζει με σαφήνεια το σχετικό με την επικαλούμενη υποχρέωση αναμφίβολο περιεχόμενο της σύμβασης αυτής. Δεν δέχεται το Εφετείο ότι υπάρχει κενό, ασάφεια ή αμφιβολία για την ύπαρξη ή μη της ως άνω υποχρέωσης, για το οποίο έπρεπε να ερμηνεύσει ή να συμπληρώσει τη σύμβαση, ώστε να γεννάται υποχρέωση αυτού να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για να διαπιστώσει το περιεχόμενό της. Εξάλλου, το Εφετείο δεν προβαίνει έμμεσα στην ερμηνεία της σύμβασης αυτής. Οι αναφορές του στη διεθνή πρακτική σχετικά με την τοποθέτηση καμερών στους κλειστούς αυτοκινητόδρομους, όπως είναι η αναφερόμενη, στην προκείμενη περίπτωση, Εθνική Οδός Αθηνών - Κορίνθου, καθώς, επίσης στην αντικειμενική δυνατότητα, από τεχνικής και οικονομικής άποψης, εγκατάστασης καμερών διαχείρισης της κυκλοφορίας σε όλους τους Κόμβους, δεν αποτελούν ερμηνεία της σύμβασης, αλλά έγιναν για την συναγωγή συμπερασμάτων ενίσχυσης της κρίσης για το σαφές περιεχόμενο της σύμβασης. Τούτο διότι, ουδόλως συνδέει η προσβαλλόμενη τις αναφορές αυτές με την διαπίστωση μήπως, παρά τη μη ρητή αναφορά της σύμβασης παραχώρησης σε ύπαρξη της άνω υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης, προκύπτει κάτι διαφορετικό από το προσδιορισθέν σαφές περιεχόμενο αυτής και συγκεκριμένα, τη διερεύνηση της πραγματικής βούλησης των συμβαλλόμενων διαδίκων σχετικά με την υποχρέωση τοποθέτησης καμερών στους Κόμβους του αυτοκινητόδρομου. Οι επιπλέον αναφορές του Εφετείου, στη δυνατότητα του εντοπισμού των εισερχόμενων στον αυτοκινητόδρομο ζώων, σε περίπτωση που είχαν τοποθετηθεί κάμερες στους Κόμβους εισόδου και εξόδου αυτού, και εντεύθεν στην απομάκρυνση των ζώων αυτών από το οδόστρωμα, ανάγονται, ως επάλληλη αιτιολογία, στην αντίκρουση του στοιχείου της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράλειψης της τοποθέτησης καμερών (εφόσον, όμως, συνέτρεχε τέτοια υποχρέωση, ώστε να πρόκειται περί παράνομης παράλειψης) και της επελθούσας ζημίας. Τούτο, όμως, προϋποθέτει τη συνδρομή παράνομης παράλειψης από την πλευρά της αναιρεσίβλητης, την οποία δεν δέχεται το Εφετείο. Επομένως, αφού με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, δεν διαπίστωσε κενό ή ασάφεια ή αμφιβολία στη σύμβαση παραχώρησης, ορθά δεν προσέφυγε στους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Συνεπώς, υπό τις εκτιθέμενες ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους κανόνες αυτούς, ο δε τέταρτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, ο αναιρεσείων προσβάλλει την απόφαση, υποστηρίζοντας ότι στερείται νόμιμης βάσης. Συγκεκριμένα, διατείνεται ότι το Εφετείο, ενώ ερμηνεύει τη σύμβαση παραχώρησης με βάση τον κανόνα του άρθρου 200 ΑΚ, περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού δεν παραθέτει κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει η ορθή εφαρμογή της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, δεν εξετάζει το ενδεχόμενο να ιδρύεται από τη σύμβαση η υποχρέωση τοποθέτησης καμερών στους κόμβους εισόδου και εξόδου οχημάτων από τον αυτοκινητόδρομο, παρά τη μη ρητή αναγραφή τέτοιας υποχρέωσης, περιέχει ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία στην παραδοχή του περί της διεθνούς πρακτικής που εφαρμόζεται στους κλειστούς αυτοκινητόδρομους, δεν αιτιολογεί την κρίση του περί της αντικειμενικής αδυναμίας, από τεχνική και οικονομική άποψη, εγκατάστασης καμερών στους κόμβους του αυτοκινητόδρομου, καθώς, επίσης, δεν εξετάζει το σκοπό της τοποθέτησης των καμερών για την ειδοποίηση των χρηστών της οδού για την περίπτωση εισόδου ζώων στο οδόστρωμα ώστε να λαμβάνουν μέτρα αποφυγής ατυχήματος. Με το περιεχόμενο τούτο, μέμφεται το Εφετείο για σφάλμα από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση καθόσον το Εφετείο, δέχθηκε ότι από το περιεχόμενο της σύμβασης παραχώρησης δεν υφίσταται υποχρέωση της αναιρεσίβλητης για τοποθέτηση καμερών στους κόμβους του αυτοκινητόδρομου, δεν ερμήνευσε, δε, τη σύμβαση αυτή με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 200 ΑΚ, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων. Εξάλλου, οι αναφορές του Εφετείου στην εφαρμοζόμενη διεθνή πρακτική αναφορικά με την τοποθέτηση καμερών σε σημεία των κλειστών αυτοκινητόδρομων και την αντικειμενική αδυναμία μιας τέτοιας ενέργειας, αποτελούν επιχειρήματα και όχι ζητήματα, κατά την εκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ώστε το σφάλμα στην πληρότητα και σαφήνεια των αιτιολογιών, να μην ιδρύει αυτό τον αναιρετικό λόγο. Τέλος, οι αιτιάσεις αυτές αφορούν αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης που δεν στηρίζουν το διατακτικό της, αφού σ' αυτό κατέληξε αυτή με την παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη δεν υπέχει, κατά τη σύμβαση παραχώρησης, υποχρέωση τοποθέτησης καμερών στους κόμβους του αυτοκινητόδρομου. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη, από το μέρος τούτο του τρίτου αναιρετικού λόγου, εκ του αρ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια. Ο, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Δηλαδή, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 97/2016, ΑΠ 677/2015). Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ’ αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια. Ισχυρίζεται, δε, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, ότι κανένας από τους διαδίκους δεν προσκόμισε σχετικό αποδεικτικό στοιχείο αναφορικά με την παραδοχή του περί του περιεχομένου της διεθνούς πρακτικής για την τοποθέτηση καμερών παρακολούθησης και διαχείρισης της κυκλοφορίας στους κλειστούς αυτοκινητόδρομους, παρά μόνο υπήρξε σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης και ουδόλως παραθέτει, αν και όφειλε, τα στοιχεία στα οποία στηρίζει την παραδοχή του αυτή, λαμβάνοντας, κατ' αυτό τον τρόπο, υπόψη πράγματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του ως προς την ουσία της υπόθεσης, το Δικαστήριο στηρίχθηκε στα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχονται στα πρακτικά συνεδριάσεως εκείνου, καθώς και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και συνεπώς οι παραδοχές της δεν έγιναν χωρίς απόδειξη. Δεν ήταν, δε, αναγκαίο να μνημονεύει το Εφετείο από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο σχημάτισε την κρίση του για την αλήθεια κάθε ισχυρισμού που ερεύνησε, ειδικότερα, δε, του συγκεκριμένου ισχυρισμού, ούτε η μη αναφορά ιδρύει τον προτεινόμενο λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, το γεγονός που αφορά η συγκεκριμένη παραδοχή περί της διεθνούς πρακτικής, δεν αποτελεί "ζήτημα" κατά την έννοια που προεκτέθηκε, δηλαδή αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που τείνει στην κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά επιχείρημα του Εφετείου, που έχει συναχθεί από τις αποδείξεις και δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προτεινόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου και την εμπειρική πραγματικότητα, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα. Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ). Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 309/2017, ΑΠ 43/2017, ΑΠ 2084/2017). Με το τρίτο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 εδ. β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι, η αναιρεσίβλητη, δεν είχε υποχρέωση να τοποθετήσει κάμερες παρακολούθησης της κυκλοφορίας στους κόμβους του άνω αυτοκινητόδρομου, παραβίασε, με όσα δέχθηκε για να στηρίξει την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμογή του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 200 ΑΚ, τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, ενώ αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας ότι, όποιος έχει ανάγκη να επιβλέπει λεπτομερώς κάποιο χώρο επιλέγει την τοποθέτηση κάμερας υψηλής ευκρίνειας και αν η έκταση αυτή είναι μεγάλη, προσθέτει και δεύτερη κάμερα, καθώς επίσης και ότι, ενδεχομένως, τα μικρά ζώα να μην είναι ευδιάκριτα στις κάμερες, αλλά και όταν εισέρχονται στην οδό δεν αποτελούν κίνδυνο για τους οδηγούς, αφού, λόγω του μεγέθους τους, δεν μπορούν να έχουν επιβλαβείς συνέπειες σε περίπτωση σύγκρουσης με αυτά του οχήματος, το Εφετείο, με εσφαλμένη κρίση περί του τι αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας, έκρινε ότι και με την τοποθέτηση καμερών παρακολούθησης στους κόμβους του αυτοκινητόδρομου, είναι λογικά αδύνατος ο εντοπισμός των εισερχόμενων σ' αυτόν ζώων και σε κάθε περίπτωση εξαιρετικά δυσχερής, λόγω του μεγέθους τους. Με το περιεχόμενο τούτο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττει αιτιολογία που δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και επιπλέον, διότι, τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν αφορούν στην ερμηνεία των ως άνω εφαρμοσθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, αλλά χρησιμοποιούνται για να διαγνωσθούν πραγματικά περιστατικά που αφορούν την απόδειξη της ύπαρξης ή όχι συνάφειας μεταξύ της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην, από τον αρ. 1 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδιδόμενη με τον ανωτέρω λόγο της αναίρεσης, πλημμέλεια.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς, διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως, δε, στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, με την εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, που συνίσταται στην παραμόρφωση του περιεχομένου της από 24-07-2007 σύμβασης παραχώρησης. Ειδικότερα, διατείνεται ότι, από την προαναφερόμενη σύμβαση παραχώρησης, την οποία έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση, προέκυπτε, όχι με τρόπο ρητό, αφού δεν προσδιορίζει τα μέτρα για τα οποία θεσπίζει υποχρέωση της αναιρεσίβλητης, αλλά αρκούντως σαφή, ότι αναφέρεται στην τοποθέτηση καμερών στους κόμβους του αυτοκινητόδρομου, αφού δεν υφίσταται άλλο σύστημα που να εννοείται με τον όρο σύστημα ή υποσύστημα. Ισχυρίζεται, δε, ότι η προσβαλλόμενη υπέπεσε σε σφάλμα παραμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης αυτής, περιοριζόμενη στο να διαπιστώσει ότι δεν υπήρξε ρητή αναγραφή της υποχρέωσης τοποθέτησης καμερών στους κόμβους του αυτοκινητόδρομου, μολονότι από τον προαναφερόμενο όρο της, δεν προσδιορίζεται μεν ρητά, αλλά σαφώς αναφέρεται στις κάμερες, αφού δεν υφίσταται άλλο σύστημα ή υποσύστημα τηλεματικής που να εννοείται με αυτό τον όρο και συνεπώς, ιδρύεται, όχι ρητά, αλλά αρκούντως σαφώς, τέτοια υποχρέωση. Με το επικαλούμενο ως άνω περιεχόμενο, ο προτεινόμενος λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο, όχι εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου της σύμβασης και ότι, συνεπεία αυτής, δέχεται πραγματικά περιστατικά, διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτήν, αλλά εσφαλμένη κρίση ως προς την ερμηνεία, εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου της και τη μη συναγωγή του ορθού, κατ' αυτόν, αποδεικτικού πορίσματος, περί της αλήθειας κρίσιμου πραγματικού περιστατικού, ήτοι της συναγόμενης εξ αυτής υποχρέωσης τοποθέτησης καμερών στους κόμβους του αυτοκινητόδρομου. Η αποδιδόμενη, εσφαλμένη, όμως, εκτίμηση, ως προς τα συναγόμενα με την εκτίμηση του περιεχομένου της σύμβασης, πραγματικά περιστατικά, δεν μπορεί να ιδρύσει τον εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 06-10-2017 αίτηση για αναίρεση της 2853/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Εξάλλου, ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 06-10-2017 αίτηση του Γ. Ξ. για αναίρεση της 2853/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία,
η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και
ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
1974 - 2026 © Τετράβιβλος. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Όροι και Προϋποθέσεις