Α.Π. 624/2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΕΙΣ ΧΕΙΡΑΣ ΤΡΙΤΟΥ. ΑΝΑΚΟΠΗ ΚΑΤΑ ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΡΙΤΟΥ. Η ΔΗΛΩΣΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΑΦΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΕΝΗ. Εν προκειμένω, η ανακοπή των αναιρεσειόντων-ανακόπτοντων Ελληνικού Δημοσίου και Προϊσταμένου της ΔΟΥ ΚΒ Αθηνών ήταν πλήρως ορισμένη. Η δήλωση της τρίτης αναιρεσίβλητης εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση και συνεπώς οι ανακόπτοντες όφειλαν να επικαλεστούν στην ανακοπή τους τη βασική έννομη σχέση και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία απορρέει η μέλλουσα οφειλή της τρίτης προς τους οφειλέτες της. Πράγματι οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν, τόσο την έννομη σχέση από την οποία ως δικαιογόνο αιτία θα προκύψει η μελλοντική απαίτηση των οφειλετών τους, ήτοι την εταιρική σχέση που συνέδεε την τρίτη, εις χείρας της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, με τους οφειλέτες, σχέση υφιστάμενη κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης, όσο και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία απορρέει η οφειλή αυτή, ήτοι "από κέρδη, προμήθειες, ενοίκια και οποιαδήποτε άλλη αιτία", χωρίς να υποχρεούται να αναφέρει και το ύψος των ποσών αυτών, αφού το μόνο ποσό που πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς από τους ανακόπτοντες είναι το ποσό της απαίτησης για το οποίο επέβαλε την κατάσχεση, το οποίο και αναφέρεται, και όχι το ποσό για το οποίο ασκείται η ανακοπή κατά της δήλωσης του τρίτου. Δεκτή. (αρθ. 583, 985, 990 ΚΠολΔ, αρθ. 30, 32, 33 ΚΕΔΕ)
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και εδρεύει στην Αθήνα και 2) του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ΚΒ' Αθηνών, που εδρεύει στην Αθήνα, ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιά τους Ευτυχία Τσούντου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Ε. του Ι., κατοίκου …., 2) Α. Ε. του Ι., κατοίκου … και 3) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Ε. Ο.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Νικόλαο Κατσαβό.
Στο σημείο αυτό, ο ως άνω δικηγόρος Νικόλαος Κατσαβός, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και διά του Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-1997 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 8998/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 4834/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-6-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Ανδρικοπούλου, ανέγνωσε την έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α`, 287, 290, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη δε της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να είναι είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε και αναγκαστική με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου.
Η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου διακοπής της δίκης από τον υπερού η διακοπή, δεν εμποδίζει τον αντίδικό του, που έλαβε γνώση, κατά οιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και αφού θεωρήσει τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο "περί επανάληψης" της βιαίως διακοπείσας δίκης προς τον υπερού η διακοπή διάδικο.
Τέτοιο δικόγραφο μπορεί να είναι και η, περιέχουσα πρόσκληση του τελευταίου (κληρονόμου) προς επανάληψη της δίκης, κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ περί αποποίησης της κληρονομιάς (ΑΠ 432/2020, ΑΠ 47/2018). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται, ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 963/2020, ΑΠ 740/2016, ΑΠ 593/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο στο ακροατήριο εμφανίστηκε ο δικηγόρος Νικόλαος Κατσαβός, ο οποίος δήλωσε ότι εκπροσωπεί τους αναιρεσίβλητους, και ζήτησε την αναβολή της δίκης, μετά δε την απόρριψη του αιτήματός του οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν. Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι οι επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες, έχοντας προφανώς πληροφορηθεί τον, μετά την άσκηση της αναίρεσης, επισυμβάντα θάνατο του δεύτερου αναιρεσίβλητου Α. Ε. του Ι., κάλεσαν προς συζήτηση της υπόθεσης με την επίδοση αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης, με την οποία ορίστηκε αρχικά δικάσιμος η 25/5/2020 και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο, τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι τον υιό του Ι. Ε. του Α. και την σύζυγό του Ε. χήρα Α. Ε., το γένος Β. Γ., όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες με επίκληση υπ' αριθμ. 5500Β72.10.2020 και 5501Β72.10.2020, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών διορισμένου στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ν. Τ..
Εξάλλου, η ιδιότητα των ως άνω κληθέντων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος δεύτερου αναιρεσίβλητου, Α. Ε., αποδεικνύεται από τα παρακάτω προσκομιζόμενα με επίκληση από τους αναιρεσείοντες πιστοποιητικά, ήτοι: 1) την από 7/8/2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Αθηνών, με ημερομηνία θανάτου την 13/8/2017, 2) το με αρ. πρωτ. …/….-08-2017 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου Αθηναίων, σύμφωνα με το οποίο ο θανών άφησε πλησιέστερους συγγενείς τη σύζυγό του, Ε. Ε., το γένος Β. και Β. Γ. και το τέκνο του Ι. Ε. του Α. και της Ε., 3) το με αρ. πρωτ. …/…-9-2020 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών (Τμήμα Διαθηκών) περί μη δημοσίευσης διαθήκης, 4) το με αρ. πρωτ. 2742/7-8-2020/10/08/2020 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών (Τμήμα Εκούσιας) περί μη αποποίησης κληρονομιάς και 5) το με αρ. πρωτ. 58198/24.8.2020 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη κατάθεσης αγωγής αμφισβήτησης κληρονομικού δικαιώματος.
Νόμιμα, επίσης, κλητεύθηκε και ο πρώτος αναιρεσίβλητος ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της τρίτης αναιρεσίβλητης (βλ. την υπ' αριθμ. 5513Β/7.10.2020 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών διορισμένου στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. Μ.). Ωστόσο, οι προαναφερόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των κλητευθέντων ως άνω αναιρεσίβλητων (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α` και γ` ΚΠολΔ Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 4834/2001 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της με αριθμό 8998/1997 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την ανακοπή του κατά της από 31/3/1997 δήλωσης τρίτου των καθ' ων, που έγινε σύμφωνα με τα άρθρα 30 ΚΕΔΕ και 985 ΚΠολΔ. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 και 569 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού της λόγου (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ.).
Από τις διατάξεις του άρθρου 30 Κ.Ε.Δ.Ε. προκύπτει ότι επί κατάσχεσης στα χέρια τρίτου από το Δημόσιο, που είναι αναγκαστική, το κατασχετήριο που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του Ταμείου και ήδη από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (άρθρα 85 παρ.1 Κ.Ε.Δ.Ε. και 1 αριθ. 4 π.δ 16/1989), πρέπει να περιέχει προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται: α) την ποσότητα της απαίτησης του Δημοσίου για την οποία γίνεται η κατάσχεση, β) το αντικείμενο της κατάσχεσης, δηλαδή εάν πρόκειται για κατάσχεση χρηματικής απαίτησης, καρπών, κινητών πραγμάτων ή κινητών αξιών, (ενόψει της διαφορετικότητας της περαιτέρω διαδικασίας κατάσχεσης) και την περιγραφή αυτών, με τρόπο που να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, γ) την οφειλόμενη από τον τρίτο προς τον οφειλέτη του Δημοσίου ποσότητα και την έννομη σχέση από την οποία αυτή προέρχεται, η οποία πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά αλλά κατά τρόπο σαφή, δ) το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο του οφειλέτη και ε) να επιδίδεται εγκύρως προς τον τρίτο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση. Τα πιο πάνω είναι ουσιώδη στοιχεία κάθε κατασχετηρίου, αφού ο τρίτος ο οποίος καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου με βάση το τεκμήριο που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 33 Κ.Ε.Δ.Ε. (αμάχητο πριν την τροποποίηση του άρθρου 33 δυνάμει του άρθρου 67 παρ. 1 του Ν. 3842/2010), όχι μόνο θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχόμενων και δεν θα προβεί σε διάθεση αυτών, αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισμένη κατά το άρθρο 32 ΚΕΔΕ (ΑΠ 821/2018, ΑΠ 139/2018).
Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου, ο τρίτος στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει, στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στον διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα. Η ως άνω δήλωση, η οποία ανάλογα με τη θέση που λαμβάνει ο τρίτος απέναντι στο περιεχόμενο του κατασχετηρίου, μπορεί να χαρακτηριστεί θετική ή αρνητική, χωρίς να αποκλείεται η κατάφαση ή η άρνηση να μην είναι ολική αλλά μερική, συνιστά υποχρέωση του τρίτου, η οποία δεν εκτείνεται μόνο στην απλή δήλωση περί του αν υφίσταται η απαίτηση, αλλά επεκτείνεται και στην υποχρέωση παροχής πληροφοριών προς τον κατασχόντα, επιβάλλει δε σαφή και ειλικρινή πληροφόρηση του τρίτου για τις σχέσεις του με τον καθ' ου η εκτέλεση.
Έτσι, η δήλωση πρέπει να είναι ειλικρινής, σαφής και ορισμένη, ώστε να προκύπτει η τυχόν υποχρέωση του τρίτου. Αντικείμενο, εξάλλου, της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μπορεί να είναι και απαίτηση μέλλουσα. Απαιτείται μόνο να υπάρχει, στο χρόνο επιβολής της κατάσχεσης, η έννομη σχέση (π.χ. εντολή, εταιρεία, μίσθωση, χρησιδάνειο, παρακαταθήκη), από την οποία, ως αιτία δικαιογόνο, θα προκύψει η μελλοντική χρηματική απαίτηση, η οποία πρέπει, κατά τον παραπάνω χρόνο, να μπορεί να προσδιορισθεί κατά το είδος της και κατά το πρόσωπο του οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως και κατά το ποσό της (ΑΠ 1081/2015). Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της κατάσχεσης μέλλουσας απαίτησης, οπότε ο τρίτος συνήθως βρίσκεται σε αδυναμία να παράσχει σαφή πληροφόρηση και πάλι δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής δήλωσης, αφού στην περίπτωση αυτή, η δήλωσή του είναι δυνατόν να είναι αρνητική, ως προς την ενεστώσα οφειλή και θετική, ως προς τη μελλοντική, παρέχοντας τη διαβεβαίωση, ότι θα παρακρατήσει οτιδήποτε προκύψει στο μέλλον υπέρ του καθ' ου η κατάσχεση από την δικαιογόνο αιτία της οφειλής (ΑΠ 919/2019, ΑΠ 825/2018).
Εξάλλου, από τη διάταξη του επόμενου άρθρου 33 του Κ.Ε.Δ.Ε., (όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν. 3842/2010 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση λόγω του χρόνου επιβολής της κατάσχεσης και άσκησης της ένδικης ανακοπής), προκύπτει ότι: α) η παράλειψη του τρίτου να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση ή αν έχει στα χέρια του το πράγμα που κατασχέθηκε, β) η εκπρόθεσμη και γ) η παράτυπη δήλωση, δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο ότι ο τρίτος είναι οφειλέτης της ποσότητας που κατασχέθηκε στα χέρια του, σε αντίθεση με τον ΚΠολΔ (άρθρο 985 παρ.3), κατά τον οποίο η ως άνω παράλειψη του τρίτου εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση. Το τεκμήριο αυτό δημιουργείται μόνο στις ως άνω αναφερόμενες τρεις περιπτώσεις του άρθρου 33 του Κ.Ε.Δ.Ε. Άρα δεν δημιουργείται τούτο, όταν η δήλωση του τρίτου δεν περιέχει κάποιο από τα στοιχεία, την αναφορά των οποίων αξιώνει όχι η διάταξη του άρθρου 32 του Κ.Ε.Δ.Ε., αλλά η διάταξη του άρθρου 985 ΚΠολΔ, η οποία, κατά τα λοιπά και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 89 του Κ.Ε.Δ.Ε., εφαρμόζεται και στη διοικητική εκτέλεση.
Επομένως, η ανακριβής δήλωση του τρίτου και εν γένει η ουσιαστικά αναληθής δήλωση αυτού, πέραν από την προς αποζημίωση ευθύνη του έναντι του κατασχόντος (985 παρ.3 εδ. β` ΚΠολΔ), χορηγεί στον τελευταίο, όπως και η αρνητική δήλωση, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της δήλωσης αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34 του Κ.Ε.Δ.Ε. και (στην οποία παραπέμπει) 986 ΚΠολΔ, ζητώντας την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού ή στην παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος, κατ' άρθρο 990 ΚΠολΔ. (ΑΠ 95/2016), μη αποκλειόμενης και της σώρευσης, στο ίδιο δικόγραφο της ανακοπής, και της από το άρθρο 985 παρ. 3 περί αποζημίωσης αγωγής (άρθρο 986 εδ. β`ΚΠολΔ - ΑΠ 185/1990). Ανακριβής είναι η δήλωση του τρίτου είτε πρόκειται για την απόκρυψη της ύπαρξης της οφειλής είτε πρόκειται για την αναληθή ή μη πλήρη έκθεση επιμέρους πραγματικών περιστατικών που περιγράφουν τη σχέση του καθ' ου η εκτέλεση με τον τρίτο (ΑΠ 1261/2019).
Εξάλλου, και η μη σαφής αναφορά στη δήλωση του τρίτου περί της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της κατασχεθείσας απαίτησης, θεωρείται ως σιωπηρά αρνητική, για την ύπαρξη της απαίτησης, δήλωση, οπότε και υπόκειται στην κατά το άρθρο 34 Κ.Ε.Δ.Ε. ανακοπή (ΑΠ 92/2016). Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρο 990 ΚΠολΔ η κατ` αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών. Συνακόλουθα τούτων, κύριο αντικείμενο της σχετικής δίκης, το οποίο δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου και το οποίο περιορίζεται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και της δήλωσης του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι, σε ποια ακριβώς έκταση και με ποιους περιορισμούς, οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος Δημοσίου (ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 1092/2015, ΑΠ 1182/2009).
Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση, δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθ' ου η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα), αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαίτησης (ΑΠ 663/2017, ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 480/2012). Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρονται στην ανακοπή τα πραγματικά γεγονότα από τα οποία απορρέει η οφειλή του τρίτου προς τον καθ' ου η εκτέλεση και όχι απλώς ότι ο τρίτος οφείλει δυνάμει ορισμένης έννομης σχέσης, αλλιώς αυτή είναι αόριστη (ΑΠ 1065/2009).
Ειδικότερα δε, επί κατάσχεσης μέλλουσας απαίτησης, πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς τα περιστατικά, με βάση τα οποία προσδοκάται η δυνατότητα παραγωγής από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση της μέλλουσας χρηματικής απαίτησης. Σε περίπτωση που ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του τη δικαιογόνο αιτία και την ύπαρξη της απαίτησης, αλλά απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίηση αυτής, η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης (ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 480/2012).
Τούτο δεν συμβαίνει όταν ο τρίτος με τη δήλωσή του, χωρίς να αναφέρει πραγματικά περιστατικά και σαφείς όρους λειτουργίας της εν λόγω σχέσης, από την οποία απορρέει σαφής και ορισμένη απαίτηση, προβαίνει απλώς σε γενική άρνηση οποιασδήποτε οφειλής του προς τον καθ' ου η εκτέλεση από τη σχέση αυτή, αιτιολογώντας ασαφώς και αορίστως την ανυπαρξία οποιασδήποτε οφειλής του προς αυτόν. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, είναι υποχρεωμένος ο ανακόπτων, ο οποίος επέχει θέση ενάγοντος, να επικαλεσθεί με την ανακοπή του τόσο τη βασική έννομη σχέση όσο και τα πραγματικά γεγονότα από τα οποία απορρέει η οφειλή, υπάρχουσα ή μέλλουσα, του τρίτου προς τον καθ' ου η εκτέλεση (ΑΠ 259/2020, ΑΠ 287/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ειδικότερα, όταν η αγωγή είναι ορισμένη και το δικαστήριο τη θεώρησε αόριστη ή και αντίστροφα, η απόφαση μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά με βάση την πιο πάνω διάταξη (ΑΠ 1399/2011, 1816/2008). Επίσης, η ίδια διάταξη έχει εφαρμογή, όταν η απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, έκρινε επαρκή η ανεπαρκή τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, προκειμένου να εξειδικευθεί ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου (ΑΠ 669/2007), υπό την προϋπόθεση, πάντως, πως ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1399/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραπονούνται διότι το Εφετείο, αν και εκτίθεντο στην ανακοπή του όλα τα στοιχεία που απαιτούντο για την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή τους ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσής τους. Από την επισκόπηση, κατ` άρθρο 561 παρ 2 ΚΠοΛΔ, της ένδικης ανακοπής προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 29/4/1997 ανακοπή που άσκησαν το Ελληνικό Δημόσιο και ο Προϊστάμενος της ΔΥΟ ΚΒ Αθηνών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθεταν ότι οι πρώτος και δεύτερος των καθ' ων η ανακοπή, Γ Ε. του Ι. και Α. Ε. του Ι., οφείλουν στη Δ.Ο.Υ. ΚΒ Αθηνών, ατομικά και ως εγγυητές βιοτεχνικών δανείων, που χορηγήθηκαν με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου προς την εταιρεία AUDIO PLAST ELECTRONICS Ε.Π.Ε., το συνολικό ποσό των 86.205.107 δραχμών. όπως το ποσό αυτό αναλύεται κατά τον αριθμό τριπλοτύπου και ημεροχρονολογία βεβαίωσης, την αιτία και το έτος στο οποίο ανάγεται, στους ενσωματωμένους στα κατασχετήρια και συγκοινοποιηθέντες με αυτά πίνακες χρεών. Ότι ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ΚΒ' Αθηνών, δυνάμει των υπ. αριθμ. …/…/…-2-1997 και …./…/…-2-1997 κατασχετηρίων εγγράφων του, που επιδόθηκαν νόμιμα όπως προκύπτει από τα υπ. αριθμ. 720Θ/26-3-1997 και 721Θ/26-3-1997 αποδεικτικά επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Κων/νου Γ. Φ., κατάσχεσε αναγκαστικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 επ. του ΚΕΔΕ, στα χέρια της τρίτης των καθ' ων, Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Ε. Ο.Ε.", όσα εκείνη οφείλει ή μέλλει να οφείλει στους ως άνω οφειλέτες του Δημοσίου από κέρδη, προμήθειες, ενοίκια και οποιαδήποτε άλλη αιτία και μέχρι του ως άνω οφειλόμενου στο Δημόσιο ποσού. Ότι οι καθ' ων η ανακοπή προέβησαν στη σύνταξη της ανακοπτόμενης δήλωσης κατά τα άρθρα 32 ΚΕΔΕ και 985 ΚΠολ.Δ., η οποία κοινοποιήθηκε στην παραπάνω Δ.Ο.Υ. στις 2-4-1997, με την οποία δήλωσαν, μεταξύ άλλων, ότι "... επί της ουσίας της κατασχέσεως στα χέρια μας, ως τρίτων, της αναφερομένης απαιτήσεως σας δηλώνουμε ότι ουδέν ποσό οφείλουμε προς τους οφειλέτες του Δημοσίου Γ. και Α. Ε. και ότι με τις εισπράξεις της εταιρείας που υπάρχουν καλύπτονται υποχρεώσεις της προς ασφαλιστικά ταμεία (ΙΚΑ κ.λπ.)". Ότι η πιο πάνω δήλωση είναι μη νόμιμη, αόριστη, ανακριβής, ψευδής και αναπόδεικτη, αφού σε αυτήν δεν μνημονεύεται το ποσό των εισπράξεων της εταιρείας ούτε το ποσό στο οποίο ανέρχονται οι υποτιθέμενες ασφαλιστικές της υποχρεώσεις ούτε γιατί αυτές προηγούνται των οφειλομένων προς τους οφειλέτες του Δημοσίου.
Με βάση το ιστορικό αυτό οι ανακόπτοντες ζήτησαν να ακυρωθεί η παραπάνω δήλωση των καθ' ων και να υποχρεωθεί η τρίτη εξ αυτών να καταβάλει στην Δ.Ο.Υ. ΚΒ Αθηνών ό,τι οφείλει ή μέλλει να οφείλει στους πρώτο και δεύτερο των καθ' ων μέχρι του ποσού των 86.205.107 δραχμών, με το νόμιμο τόκο από 26/3/1997, (ημερομηνία επιβολής της κατάσχεσης). Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 8998/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την απέρριψε ως αόριστη.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι ανακόπτοντες την από 19/10/2000 και με αριθμό κατάθεσης 8733/23-10-2000 έφεση παραπονούμενοι για την ως άνω απόρριψη της ανακοπής τους. Το Εφετείο με την με αριθμό 4834/2001 απόφασή του έκρινε ότι η ανακοπή αυτή με το προαναφερθέν περιεχόμενο "είναι απορριπτέα ως αόριστη και τούτο διότι ναι μεν το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε ότι η ανακοπτομένη δήλωση της ΟΕ είναι ανακριβής και αναληθής, δεν διέλαβε όμως στην ανακοπή του την κατασχεθείσα απαίτηση των καθ' ων η κατάσχεση, ήτοι των ως άνω Γ. και Α. Ε., έναντι της τρίτης ΟΕ, κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία, ούτε τα παραγωγικά αυτής γεγονότα, ώστε να ταχθούν στην περίπτωση αμφισβητήσεως οι προσήκουσες αποδείξεις αλλ' απλώς αναφέρει σ' αυτήν όλως αορίστως ότι η ΟΕ δηλούσα είναι ¨οφειλέτης από κέρδη, προμήθειες, ενοίκια και οιασδήποτε απαιτήσεις¨ έναντι των ως άνω Γ. και Α. Ε.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων και την έφεση, με την οποία παραπονούντο για την απόρριψη της ανακοπής τους ως αόριστης, επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτοδικείου.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αφού η ανακοπή των αναιρεσειόντων-ανακόπτοντων Ελληνικού Δημοσίου και Προϊσταμένου της ΔΟΥ ΚΒ Αθηνών ήταν πλήρως ορισμένη. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση η τρίτη αναιρεσίβλητη, στα χέρια της οποίας ως τρίτης οι αναιρεσείοντες επέβαλαν αναγκαστική κατάσχεση για ικανοποίηση απαίτησής τους κατά των πρώτου και δεύτερου των αναιρεσίβλητων, δήλωσε ότι "... επί της ουσίας της κατασχέσεως στα χέρια μας, ως τρίτων, της αναφερομένης απαιτήσεως σας δηλώνουμε ότι ουδέν ποσό οφείλουμε προς τους οφειλέτες του Δημοσίου Γ. και Α. Ε. και ότι με τις εισπράξεις της εταιρείας που υπάρχουν καλύπτονται υποχρεώσεις της προς ασφαλιστικά ταμεία (ΙΚΑ κ.λπ.)". Η δήλωση αυτή εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση και συνεπώς οι ανακόπτοντες όφειλαν να επικαλεστούν στην ανακοπή τους τη βασική έννομη σχέση και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία απορρέει η μέλλουσα οφειλή της τρίτης προς τους οφειλέτες της.
Πράγματι οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν, τόσο την έννομη σχέση από την οποία ως δικαιογόνο αιτία θα προκύψει η μελλοντική απαίτηση των οφειλετών τους, ήτοι την εταιρική σχέση που συνέδεε την τρίτη, εις χείρας της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, με τους οφειλέτες του, σχέση υφιστάμενη κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης, όσο και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία απορρέει η οφειλή αυτή, ήτοι "από κέρδη, προμήθειες, ενοίκια και οποιαδήποτε άλλη αιτία", χωρίς να υποχρεούται να αναφέρει και το ύψος των ποσών αυτών, αφού το μόνο ποσό που πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς από τους ανακόπτοντες είναι το ποσό της απαίτησης για το οποίο επέβαλε την κατάσχεση, το οποίο και αναφέρεται, και όχι το ποσό για το οποίο ασκείται η ανακοπή κατά της δήλωσης του τρίτου. Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές.
Πρέπει, επίσης, να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 νόμου 3693/1957 και την, κατ` εξουσιοδότησή του, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 4834/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντωνς την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1974 - 2026 © Τετράβιβλος. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Όροι και Προϋποθέσεις