ΜΕφΑθ 349/2022 (Εφαρμ. Αστ. Δικαίου 2022, σελ. 749)
ΑΥΤΟΔΥΝΑΜΗ ΕΠΙΒΟΛΗ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ Ή ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΣΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ – ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ – ΝΟΜΙΜΗ Η ΕΠΙΒΟΛΗ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΝ Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΗΡΥΧΘΕΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗ – ΠΙΘΑΝΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΑΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΚΑΤΑΨΗΦΙΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ – ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ Ή ΓΙΑ ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝ Η ΑΠΑΙΤΗΣΗΕΧΕΙ ΕΞΟΦΛΗΘΕΙ Ή ΕΙΝΑΙ ΑΝΥΠΑΡΚΤΗ – ΕΛΛΕΙΨΗ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝΤΟΣ Ή ΕΠΕΙΓΟΥΣΑΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗΣ – ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ. – Εν προκειμένω, είναι δυνατή η επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου για χρηματικές απαιτήσεις δυνάμει οριστικής απόφασης ακόμη και αν δεν έχει ζητηθεί ή δεν έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ενώ η αναγνωριστική διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης με βάση την οποία οι καθ'ών επέβαλαν συντηρητική κατάσχεση στους τραπεζικούς λογαριασμούς του αιτούντος, αποτελεί τίτλο προς επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης και επιπλέον προβαίνει σε οριστική διάγνωση της διαφοράς - Ενόψει και του μεγάλου ύψους της απαίτησης των δύο πρώτων των καθ'ών η αίτηση σε συνδυασμό με τη μη ύπαρξη εμφανών περιουσιακών στοιχείων του αιτούντος και ειδικά ακίνητης περιουσίας ικανής να ικανοποιήσει την απαίτησή τους, πιθανολογείται η επισφαλής οικονομική του κατάσταση και ο επικείμενος κίνδυνος να μείνει ανικανοποίητη η ως άνω απαίτηση των παραπάνω καθ'ών η αίτηση -Απόρριψη αίτησης ανάκλησης. - (724, 682 ΚΠολΔ)
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
(7° Τμήμα Μισθώσεις)
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Ιωάννη Λαμπρινόπουλο, Εφέτη, τον οποίο όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Καλλιόπη Παπαζαφείρη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2021, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: ... του …, κατοίκου Ληξουρίου Κεφαλλονιάς, οδός ..., με ΑΦΜ ... ΔΟΥ Αργοστολιού, ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας Δικηγόρου Μαρίας Καλλιμάνη.
ΤΩΝ ΚΑΘΏΝ Η ΑΙΤΗΣΗ: 1. ... του …, χας ..., κατοίκου Ηρακλείου Αττικής, οδός ..., με ΑΦΜ ..., 2. ... του …, κατοίκου Ηρακλείου Αττικής, οδός ..., με ΑΦΜ ..., 3. Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «... ΑΕ» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ..., νομίμως εκπροσωπουμένης, 4. Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «... ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ..., νομίμως εκπροσωπουμένης. 5. Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «... ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ..., νομίμως εκπροσωπουμένης και 6. Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «... ΑΕ» και το διακριτικό τίτλο «...» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ..., νομίμως εκπροσωπούμενης, από τους οποίους οι δύο πρώτες παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας Δικηγόρου Ευαγγελίας Σπανού, ενώ οι τέσσερις (4) τελευταίες ήταν απούσες και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο.
Ο αιτών ζητεί να γίνει δεκτή η από 15.11.2021 αίτησή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με (Γ.Α.Κ. … - Ε.Α.Κ. …/15.11.2021) και προσδιορίσθηκε για την παραπάνω δικάσιμο.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιες Δικηγόροι του αιτούντος και των δύο πρώτων καθ'ων η αίτηση, παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τις υπ’αριθ. ..., ..., ... και .../16.11.2021 εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, διορισμένης στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αϊτών, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αιτούντος στις 3η, 4η, 5η και 6η των καθ'ων η αίτηση τραπεζικές εταιρείες.
Οι τελευταίες όμως δεν παραστάθηκαν στη δικάσιμο αυτή κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του εκθέματος και επομένως πρέπει να δικαστούν ερήμην (άρθρα 271 §1 και 2 εδ. α' ΚΠολΔ). Το Δικαστήριο, ωστόσο, πρέπει να προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης σαν να ήταν παρών, διότι, κατά την κρατούσα άποψη, η ερημοδικία οποιουδήποτε διαδίκου (αιτούντος ή καθ'ου) στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων δεν επιφέρει βλαπτικές συνέπειες σε αυτόν, λόγω της ισχύος του ανακριτικού συστήματος, και ο απών διάδικος δικάζεται σαν να είναι παρών (άρθρα 696 παρ.1 και 699 ΚΠολΔ) [ΕφΑΘ 10801/1990 ΕλΔνη 32,1072, Τζίφρας, Ασφαλιστικά Μέτρα κατά τον ΚΠολΔ, 1985, σελ. 50].
II. Σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 724 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο πέμπτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α’ 87/23-7-2015, με έναρξη ισχύος την 1-1-2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 Ν. 4335/2015)] ο δανειστής μπορεί με βάση οριστική απόφαση, καθώς και με διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων να ζητήσει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου για το ποσό που επιδικάζεται με την απόφαση ή ορίζεται ότι πρέπει να καταβληθεί με τη διαταγή πληρωμής.
Το δικαστήριο που εξέδωσε την οριστική απόφαση ή τη διαταγή πληρωμής μπορεί με αίτηση εκείνου κατά του οποίου στρέφονται και κατά τη διαδικασία του άρθρου 702 παρ. 1, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτέλεση των ασφαλιστικών μέτρων που αναφέρονται στην παρ. 1, αν πιθανολογείται η εξόφληση ή η ανυπαρξία, ολική ή εν μέρει, της απαιτήσεως για την οποία έχει εκδοθεί η οριστική απόφαση ή η διαταγή πληρωμής ή να περιορίσει την εκτέλεση σε ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, αν πιθανολογείται ότι τα στοιχεία αυτά είναι επαρκή για την εξασφάλιση της απαιτήσεως Από την παραπάνω διάταξη, όπως αυτή ήδη ισχύει, μετά την τροποποίησή της με το Ν. 4335/2015, προκύπτει ότι τίτλο για την αυτοδύναμη εκ μέρους του δανειστή επιβολή και του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατασχέσεως, ως εξασφαλιστικό μέτρο για την ικανοποίηση της απαιτήσεως που του επιδικάστηκε, αποτελεί και η οριστική απόφαση που δεν είναι προσωρινώς εκτελεστή, μόλις εκδοθεί, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη επίδοσή της στον οφειλέτη (ΕφΠειρ(Μον) 526/2020, ΕφΑΘ (Μον)2647/2018ΤΝΠ Νόμος, Κ.Μπέη, Η χρησιμότητα της αυτοδύναμης συντηρητικής κατάσχεσης με διαταγή πληρωμής Δ1979,350-351).
Περαιτέρω, σε περίπτωση αυτοδύναμης επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης με τίτλο οριστική απόφαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 724 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο που την εξέδωσε, σε περίπτωση δε ασκήσεως ενδίκων μέσων, το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση, μπορεί, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, εκείνου δηλαδή κατά του οποίου εκδόθηκε η οριστική απόφαση, να διατάξει, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, την αναστολή της ενέργειάς της (οριστικής απόφασης)-ολικά ή εν μέρει-ως τίτλου για την επιβολή συντηρητικής κατασχέσεως και την ανάκλησή της, εφόσον έχει υλοποιηθεί η αυτοδύναμη επιβολή του ως άνω εξασφαλιστικού μέτρου, αν πιθανολογείται η εξόφληση του οφειλόμενου ποσού ή η ανυπαρξία (ολική ή μερική) της απαιτήσεως για την οποία έχει εκδοθεί η οριστική απόφαση [ΑΠ 182/2019 (ΣΥΜΒ) ΤΝΠ Νόμος ΕφΑΘ 300/2019, ΕφΛαρ 68/2019 ΤΝΠ Νόμος].
Το άρθρο 724§1 ΚΠολΔ όπως ισχύει μετά τον ν.4335/2015 προβλέπει επομένως δύο τίτλους, τη διαταγή πληρωμής και την οριστική απόφαση. Ζήτημα ανακύπτει στην περίπτωση που η οριστική απόφαση δεν εξοπλίστηκε με προσωρινή εκτελεστότητα, είτε διότι δεν υπήρχε αίτημα, είτε διότι το Δικαστήριο που επιλήφθηκε, το απέρριψε. Και αυτό γιατί ο νόμος δεν κάνει διάκριση, αν η οριστική απόφαση πρέπει να έχει κηρυχθεί εν όλω ή εν μέρει εκτελεστή, προκειμένου να αποτελεί, στο σύνολό της ή κατά το μέρος που έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, τίτλο προς εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ή τίτλο προς επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης.
Ορθότερη και κρατούσα είναι η άποψη ότι η δυνατότητα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης και επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης δυνάμει οριστικής απόφασης δεν θίγεται, αν απορρίφθηκε αίτημα κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, αφού η απόρριψη του αιτήματος προσωρινής στην ουσία δικαστικής προστασίας, εμποδίζει μεν την προσωρινή στη συνέχεια επιδίκαση της αυτής απαίτησης που αφορά η απόφαση, εφόσον πρόκειται βέβαια για απαίτηση του άρθρου 728 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν στη συνέχεια υπήρξε μεταβολή των πραγμάτων, δεν εμποδίζει όμως τη λήψη συντηρητικών ασφαλιστικών μέτρων, όπως η προσημείωση υποθήκης και η συντηρητική κατάσχεση (ΕφΘεσ 2480/2017 ΕλλΔνη 2017,1741, Κράνης στην ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα (2000) άρθρο 682 αριθ. 10, ο ίδιος στον τόμο «Προσωρινή διαταγή, ανάκληση και μετενέργεια των ασφαλιστικών μέτρων» (2013), σελ.76). Τούτο εξηγείται, λόγω της διαφοροποίησής τους ως προς τη νομική φύση, το σκοπό που επιδιώκουν και τις προϋποθέσεις επιβολής τους.
Ειδικότερα, η συντηρητική κατάσχεση είναι ασφαλιστικό μέτρο, επιδιώκει την εξασφάλιση ή διατήρηση της απαίτησης και προϋποθέτει την έκδοση δικαστικής απόφασης που να τη διατάσσει (ΚΠολΔ 707,712) ή διαταγής πληρωμής και απλώς οριστικής απόφασης (ΚΠολΔ 724), ενώ η αναγκαστική κατάσχεση συνιστά μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης, επιδιώκει την ικανοποίηση της απαίτησης, με τη δυνατότητα ενέργειας πλειστηριασμού, στη συνέχεια, του κατασχεμένου πράγματος, για την ικανοποίηση της χρηματικής απαίτησης από το πλειστηρίασμα και απαιτεί για την επιβολή της την ύπαρξη εκτελεστού τίτλου (983 παρ.1α ΚΠολΔ).
Αλλά και πέραν αυτών με δεδομένο ότι η σχετική με την προσημείωση υποθήκης και τη συντηρητική κατάσχεση απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων αρκείται για τη λήψη των μέτρων αυτών σε απλή πιθανολόγηση της ασφαλιστέας απαίτησης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η οριστική απόφαση που εκδίδεται με πλήρη απόδειξη για την ασφαλιστέα απαίτηση και συνεπώς παρέχει περισσότερα εχέγγυα ορθής κρίσης σε σχέση με την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, αποτελεί τίτλο για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης ακόμη και εάν δεν είναι καταψηφιστική και μάλιστα προσωρινώς εκτελεστή, αλλά απλώς αναγνωριστική της ασφαλιστέας απαίτησης (ΕφΛαρ (Μον) 6/2019, ΕφΔωδ (Μον)158/2019 ΤΝΠ Νόμος)
Περαιτέρω, τέθηκε το ζήτημα εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, αν η διάταξη του άρθρου 724 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάνοντας λόγο για οριστική απόφαση, εννοεί μόνο την καταψηφιστική απόφαση ή και την αναγνωριστική ή διαπλαστική απόφαση βάση της οποίας είναι δυνατή η εγγραφή προσημείωσης ή επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης. Κατά την μάλλον κρατούσα στην θεωρία άποψη, η οριστική απόφαση που μπορεί να ενεργοποιήσει τη δυνατότητα επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης και εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, κατ'άρθρο 724 ΚΠολΔ, θα πρέπει, κατά τη νομική της φύση, να είναι καταψηφιστική, και όχι απλώς αναγνωριστική ή διαπλαστική (Δημ. Τσικρικά γνωμοδότηση σε ΕΠολΔ 2018, Ι.Ρόκα μελέτη σε ΕλλΔνη 2017,1297-1303,1.Κατρά, παρατηρήσεις στην ΕφΘεσ 2480/2017 ΕλλΔνη 2017,1742), άποψη που φαίνεται να ενστερνίζεται και μέρος της νομολογίας (ΕφΑθ 2549/2019, ΕφΑθ 6451/2019, ΜΠρΑθ 1295/2018 ΕφΑΔ 2019,1196-1198 με παρατηρήσεις Ευθυμίου X. 1198-1202 και ΑΠ 251/2020 όπου τίθεται το ζήτημα χωρίς να υιοθετείται συγκεκριμένη άποψη).
Υπέρ της ανωτέρω άποψης συνηγορεί η διατύπωση της εν λόγω διάταξης που σύμφωνα με το γράμμα της επιτρέπει την εγγραφή προσημειώσεων υποθήκης και τη συντηρητική κατάσχεση «για το ποσό που επιδικάζεται με την απόφαση». Επίσης, στην αιτιολογική έκθεση όπου γίνεται αναφορά σε οριστική και μη καταστάσα τελεσίδικη απόφαση ως τίτλο αυτοδύναμης επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης (ή εγγραφής προσημείωσης υποθήκης), κατ'άρθρο 724 ΚΠολΔ, κατά την άποψη αυτή, δεν εννοεί οποιαδήποτε απόφαση αλλά καταφάσκει, αίτημα παροχής έννομης προστασίας, εννοώντας προφανώς την πρωτόδικη καταψηφιστική απόφαση.
Κατά άλλη διατυπωθείσα άποψη, η οριστική απόφαση που εκδίδεται με πλήρη απόφαση για την ασφαλιστέα απαίτηση και συνεπώς παρέχει περισσότερα εχέγγυα ορθής κρίσης σε σχέση με την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων (που αρκείται σε πιθανολόγηση), αποτελεί τίτλο για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ή την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης, ακόμη και αν δεν είναι καταψηφιστική αλλά αναγνωριστική απλώς της ασφαλιστέας απαίτησης (Δ. Κράνης, Αρμ 2020,2 και ο ίδιος σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, 2020,άρθρο 724, σελ.223).
Αιτιολογείται δε η άποψη αυτή εκ του γεγονότος ότι στην αιτιολογική έκθεση του Ν.4335/2015 αναφέρεται ότι η διαταγή πληρωμής «δεν παρουσιάζει περισσότερα εχέγγυα ορθής κρίσης από την οριστική απόφαση που δέχθηκε την αγωγή και διέγνωσε την ισχύ της επικαλούμενης χρηματικής αξίωσης του δανειστή», και συνεπώς υπό την έννοια μόνο της διάγνωσης γίνεται με τη νέα ρύθμιση αναφορά σε οριστική απόφαση επιδικάζουσα την ασφαλιστέα απαίτηση (ΑΠ 251/2020, όπου αναδεικνύεται ο οικείος προβληματισμός χωρίς όμως να υιοθετείται συγκεκριμένη άποψη).
Άλλωστε για την εγγραφή υποθήκης (ΑΚ 1263), όπως και για την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη (ΑΚ 1323 παρ.2), αρκεί τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση για την ασφαλιστέα απαίτηση. Την τελευταία άποψη υιοθετεί και το Δικαστήριο τούτο, διότι, επιπλέον, σκοπός της διάταξης του άρθρου 724 ΚΠολΔ είναι να αποτραπεί, μέσω της απαγόρευσης διάθεσης (άρθρο 715 §§ 1,4 ΚΠολΔ), ο επικείμενος κίνδυνος αποξένωσης του οφειλέτη από περιουσιακά του στοιχεία προς το σκοπό ματαίωσης της ικανοποίησης του δανειστή.
Συγκεκριμένα, ο ως άνω επικείμενος κίνδυνος (άρθρο 682§1 ΚΠολΔ) αποτελεί προϋπόθεση επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης, ανεξάρτητα από αν η τελευταία επιβάλλεται κατόπιν δικαστικής απόφασης που τη διατάσσει (άρθρο 707 ΚΠολΔ), αρκούσης της πιθανολόγησης επικείμενου κινδύνου, ως προϋπόθεσης λήψης του ασφαλιστικού μέτρου (άρθρο 682§1 ΚΠολΔ) ή αυτοδύναμα δυνάμει διαταγής πληρωμής ή οριστικής απόφασης, κατ'άρθρο 724 ΚΠολΔ, η δε έλλειψη επικείμενου κινδύνου στην τελευταία περίπτωση θα αποδεικνύεται από τον οφειλέτη στο πλαίσιο αίτησης ανάκλησης του ασφαλιστικού μέτρου.
Τέλος, με δεδομένο ότι τα ασφαλιστικά μέτρα αποσκοπούν, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 682§1 ΚΠολΔ στην εξασφάλιση ή διατήρηση δικαιώματος ή τη ρύθμιση μιας κατάστασης για να αντιμετωπισθεί επείγουσα περίπτωση ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η κατ'άρθρο 724§2 ΚΠολΔ αναστολή εκτέλεσης των ασφαλιστικών μέτρων, που στηρίζονται σε οριστική απόφαση [για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου και η ανάκληση αυτών (ασφαλιστικών μέτρων)], δικαιολογείται όχι μόνον όταν η ασφαλιζόμενη απαίτηση έχει εξοφληθεί ή είναι ανύπαρκτη, αλλά και όταν δεν πιθανολογείται επικείμενος κίνδυνος ή επείγουσα περίπτωση για την επιβολή τους, εφαρμοζόμενη η ως άνω διάταξη του άρθρου 724§2 ΚΠολΔ αναλογικά (βλ.Κράνη, Συντηρητική κατάσχεση χρηματικής απαίτησης στα χέρια τρίτου με τίτλο διαταγή πληρωμής ΕλλΔνη 56,975-986,Β.Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ Ερμηνευτική-Νομολογιακή ανάλυση, τόμος Δ, άρθρο 724§7, σ.263).
Δεν μπορεί να θεωρηθεί δε, ότι αποτελεί επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση πιθανή μεταβολή στο μέλλον της περιουσιακής κατάστασης κάποιου προσώπου, γιατί με τέτοια εκδοχή θα δικαιολογούνταν η λήψη ασφαλιστικών μέτρων, και μάλιστα με τη μορφή της συντηρητικής κατάσχεσης, σε κάθε εκκρεμή αγωγή, ενόψει της ενδεχόμενης, κατά την κοινή πείρα και λογική, μεταβολής ή ελάττωσης της περιουσιακής κατάστασης του διαδίκου, ενώ ούτε η ελαττωμένη περιουσιακή κατάσταση του καθ'ου αρκεί για να δικαιολογήσει τη λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης.
Απαιτώντας, συνεπώς, ο νόμος επικείμενο κίνδυνο ή δικαστική προστασία του διαδίκου, δικαιολογημένη από τη συνδρομή παρόντων πραγματικών περιστατικών και συγκεκριμένα κινδύνου ματαίωσης της ικανοποίησης της απαίτησης, λόγω πιθανολόγησης αποξένωσης του οφειλέτη από την κατασχετή περιουσία του, έτσι ώστε να είναι αδύνατη στο μέλλον η επίσπευση εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν κάποτε ο δανειστής θα αποκτήσει τίτλο εκτελεστό, μετά τον τερματισμό της διαγνωστικής δίκης ή επείγουσα περίπτωση της παρούσας στιγμής, ως τέτοιας νοουμένης εκείνης, η οποία χρήζει άμεσης ρύθμισης με δικαστική παρέμβαση, λόγω ανάγκης για ταχεία προστασία του ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο πρέπει να ασφαλισθεί από το δικαιούχο, για να μην προξενηθεί, από τη βραδύτητα της επίλυσης της διαφοράς, ουσιώδης και αναπότρεπτος κίνδυνος (ΕφΑΘ (Μον) 300/2019).
III. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών, επικαλούμενος ότι οι καθ'ών η αίτηση δυνάμει της με αριθμό 219/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατ'αντιμωλία μεταξύ των αυτών διαδίκων, που αφενός μεν τον υποχρέωσε να καταβάλει σε κάθε μία το ποσό των 13.040,60 ευρώ, αφετέρου δε αναγνώρισε την υποχρέωσή του να καταβάλει σε εκάστη το ποσό των 12.397,40 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη που κάθε μηνιαίο μίσθωμα κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ότι οι καθ'ών η αίτηση επέβαλαν συντηρητική κατάσχεση εις χείρας τρίτων και συγκεκριμένα εις χείρας των αναλυτικά αναφερομένων τεσσάρων τραπεζικών εταιρειών και των τραπεζικών λογαριασμών που διατηρεί σε αυτές για το συνολικό ποσό των 67.296,00 ευρώ, ότι η απαίτηση προς εξασφάλιση της οποίας επιβλήθηκε το ανωτέρω ασφαλιστικό μέτρο είναι ανύπαρκτη, ότι δεν υφίσταται επικείμενος κίνδυνος ή επείγουσα περίπτωση για την επιβολή αυτού και καταχρηστικότητα ως προς την άσκηση του δικαιώματος τους για την αυτόβουλη επιβολή του ανωτέρω ασφαλιστικού μέτρου σε βάρος του, ζητεί, κατ'ορθή εκτίμηση του δικογράφου, να ανασταλεί η ενέργεια της ως άνω οριστικής απόφασης ως τίτλου για την αυτοδύναμη επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης και την ανάκληση αυτής, άλλως επικουρικώς να περιορισθεί η επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης στον αναφερόμενο στο αιτητικό τραπεζικό λογαριασμό έως το ποσό των 4.486,40 ευρώ και να καταδικαστούν οι καθ'ών στα δικαστικά του έξοδα.
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αίτηση παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ., 702 παρ.1 ΚΠολΔ) ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι αρμόδιο καθ'ύλην και κατά τόπο (άρθρο 724 παρ.2 ΚΠολΔ, αναλογικά εφαρμοζόμενο). Είναι, όμως μη νόμιμη και απορριπτέα: α) κατά το δεύτερο λόγο της, διότι σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας, κατά την ορθότερη άποψη που υιοθετεί και το Δικαστήριο τούτο, είναι δυνατή η επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου για χρηματικές απαιτήσεις δυνάμει οριστικής απόφασης ακόμη και αν δεν έχει ζητηθεί ή δεν έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και β) κατά τον τρίτο λόγο της, αφού, κατά την άποψη που κρίνεται ορθότερη και αναπτύσσεται στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας και η αναγνωριστική διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης με βάση την οποία οι καθ'ών επέβαλαν συντηρητική κατάσχεση στους τραπεζικούς λογαριασμούς του αιτούντος, αποτελεί τίτλο προς επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης και επιπλέον προβαίνει σε οριστική διάγνωση της διαφοράς. Κατά τα λοιπά η αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 682, 724 παρ.2 (αναλογικά εφαρμοζόμενη), 176,191παρ.2 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ'ουσίαν αναφορικά με τους λοιπούς, πρώτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αυτής.
IV. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται και την εν γένει διαδικασία πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα:
Οι δύο πρώτες των καθ'ών η αίτηση άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας, σε βάρος του αιτούντος την από 10.4.2017 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’αριθ. 15/2018 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου με την οποία τα τελευταίο κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ'ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας κατ'αντιμωλία των διαδίκων εξέδωσε την υπ’αριθ.219/2021 οριστική απόφαση, με την οποία δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο, ήδη αιτούντα, να καταβάλει σε κάθε ενάγουσα, ήδη σε κάθε μία των δύο πρώτων καθ'ών η αίτηση, το ποσό των 13.040,60 ευρώ και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος, ήδη αιτών, οφείλει σε κάθε μία, το ποσό των 12.397,40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη που κάθε μηνιαίο μίσθωμα κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
Την οριστική αυτή απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ο εναγόμενος ήδη αιτών, με την από 12.11.2021 έφεσή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με ΓΑΚ ...-ΕΑΚ …/15.11.2021 και προσδιορίσθηκε προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με την από 15.11.2021 πράξη της Γραμματέως του, για τη δικάσιμο της 3.5.2022. Ακολούθως, οι ενάγουσες, ήδη οι δύο πρώτες καθ'ών η αίτηση, προκειμένου να εξασφαλισθεί η παραπάνω απαίτησή τους σε βάρος του εναγόμενου, προέβησαν, με βάση την προειρημένη οριστική απόφαση, σε συντηρητική κατάσχεση εις χείρας τεσσάρων πιστωτικών ιδρυμάτων, ως τρίτων, κάθε είδους χρηματικής απαίτησης που ενδέχεται να έχει ο παραπάνω οφειλέτης τους, καθ'εκάστης εκ των τραπεζών αυτών και από οποιαδήποτε αιτία.
Συγκεκριμένα, με βάση την ως άνω οριστική απόφαση και δυνάμει του από 22.10.2021 κατασχετηρίου οι δύο πρώτες των καθ'ών η αίτηση επέβαλαν συντηρητική κατάσχεση εις χείρας των κατωτέρω τραπεζών ως τρίτων και μέχρι του ποσού των 67.296 ευρώ: 1) του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «... ΑΕ», 2) του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «... ΑΕ»,3) του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και 4) του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «... ΑΕ», όπως νόμιμα εκπροσωπούνται. Ο αιτών, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της ένδικης αίτησης ισχυρίζεται ότι η επιβληθείσα συντηρητική κατάσχεση τυγχάνει άκυρη, διότι οι δύο πρώτες των καθ'ών δεν επέδωσαν στον ίδιο μέσα στην οκταήμερη προθεσμία του άρθρου 712 ΚΠολΔ, το από 22.10.2021 κατασχετήριο και ότι δεν είναι νόμιμη η κατ'άρθρο 143 § 1 ΚΠολΔ επίδοση του εγγράφου αυτού στη διορισθείσα με το άρθρο 96 του ίδιου Κώδικα δικαστική πληρεξούσια, καθόσον η διαδικασία της συντηρητικής κατάσχεσης είναι αυτοτελής από τη διαγνωστική δίκη, σε κάθε δε περίπτωση, οι καθ'ών δεν του επέδωσαν με το κατασχετήριο και έγγραφα στα οποία να αναφέρεται κάθε επιβληθείσα κατάσχεση, ενώ με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου ο αϊτών ισχυρίζεται, ότι η συντηρητική κατάσχεση είναι άκυρη, γιατί οι καθ'ών επέδωσαν στην αντίκλητο Δικηγόρο του μαζί με το κατασχετήριο, απλό αντίγραφο της υπ’αριθ. 219/2021 οριστικής Απόφασης και όχι αντίγραφο εξ απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί και ως προς τα δύο σκέλη του, αφού ως προς το πρώτο σκέλος, το έγγραφο της συντηρητικής κατάσχεσης επιδόθηκε κατ'άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ στη διορισθείσα πληρεξούσια δικηγόρο του, αντίκλητο για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, ενώ ως προς το δεύτερο, δεν πρόκειται περί ενάρξεως αναγκαστικής εκτελέσεως και περί πράξεως που αφορά το κύρος της εκτελεστικής διαδικασίας. Περαιτέρω, αναφορικά με τον πέμπτο λόγο της αίτησης περί μη ύπαρξης επικείμενου κινδύνου ή επείγουσας περίπτωσης για την επιβολή ασφαλιστικών μέτρων, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν πιθανολογήθηκε ότι ο αιτών έχει άλλα εμφανή περιουσιακά στοιχεία ικανά να ικανοποιήσουν την απαίτηση των δύο πρώτων των καθ'ών η αίτηση. Ειδικότερα, δεν πιθανολογήθηκε η ύπαρξη ακίνητης περιουσίας για να εξασφαλιστεί η είσπραξη της απαίτησης των αντιδίκων του, όπως ο ίδιος αναφέρει στην αίτησή του (10η σειρά προ του τέλους της 23ης σελίδας), η οποία (απαίτηαη) υπερβαίνει το δεσμευμένο χρηματικό ποσό.
Επιπλέον, ο αιτών είναι άγνωστης διαμονής, καθόσον, αν και δήλωσε διεύθυνση κατοικίας την οδό ... στο Ληξούρι Κεφαλληνίας, δεν βρέθηκε στην άνω διεύθυνση από τον Δικαστικό Επιμελητή του Εφετείου Πατρών, με έδρα το Αργοστόλι Κεφαλληνίας, ..., ο οποίος τον αναζήτησε δύο φορές (στις 3 και 5 Νοεμβρίου 2021) για να του επιδώσει την υπ’αριθ. 219/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την από 22.10.2021 συντηρητική κατάσχεση στα χέρια τρίτου-κατασχετήριο, με αποτέλεσμα να μη του επιδώσει τα παραπάνω έγγραφα (βλ. την από 12.11.2021 βεβαίωση του άνω Δικαστικού Επιμελητή). Η δηλωθείσα από τον αιτούντα διεύθυνση γνωστής διαμονής, δεν προκύπτει ούτε από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον ίδιο έγγραφα, αφού η υπ’αριθ. πρωτ. …/17.12/2021 βεβαίωση του Δήμαρχου Ληξουρίου δεν αφορά τον αιτούντα, αλλά τον ... του … και της …, ενώ και στις βεβαιώσεις μεταβολής εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία και στα επικαλούμενα τιμολόγια και δελτία αποστολής, ως διεύθυνση κατοικίας αναγράφεται ..., χωρίς οδό και αριθμό. Ενόψει τούτων, κρίνεται ότι υφίσταται υπαρκτός κίνδυνος ματαίωσης της δυνατότητας είσπραξης της υπάρχουσας οφειλής μισθωμάτων και ο σχετικός λόγος της ένδικης αίτησης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω από το από 7.2.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό παράτασης μίσθωσης πιθανολογήθηκε ότι ο εκμισθωτής ... του … και ο μισθωτής ..., συνεχίζοντας την υπάρχουσα μίσθωση, παρέτειναν αυτήν για άλλα δύο (2) χρόνια, ήτοι από 7.2.2011 έως 7.2.2013 και συμφώνησαν, κατά την ημερομηνία λήξης της παράτασης της μίσθωσης ότι ο μισθωτής είναι υποχρεωμένος να αποδώσει το μίσθιο, εκτός αν συμφωνηθεί γραπτώς νέα παράταση της μίσθωσης και με τον 2° όρο αυτού, καθώς και ότι αναπροσαρμόζουν το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα σε διακόσια (€ 200) ευρώ, στο οποίο προστίθεται τέλος χαρτοσήμου 3,6% για το πρώτο έτος της παράτασης της μίσθωσης. Ρητά δε, συναποφάσισαν ότι σε περίπτωση περαιτέρω παραμονής στο μίσθιο του μισθωτή, το μηνιαίο μίσθωμα που θα καταβληθεί από 7.2.2013 και για τον επόμενο μισθωτικό χρόνο, θα ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων (€ 900) ευρώ και για κάθε επιπλέον έτος παράτασης συμφωνείται 15% αύξηση επί του τελευταίου καταβαλλόμενου μισθώματος, εκτός αν συμφωνηθεί εγγράφως νέα παράταση της μίσθωσης, ενώ με τον 4° όρο του μισθωτηρίου συναποφάσισαν ότι κατά τα λοιπά ισχύουν όλα όσα αναφέρονται στο αρχικό από 16 Μαρτίου 1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης.
Ο αιτών μισθωτής ισχυρίζεται ότι ο ως άνω 2ος όρος περί αναπροσαρμογής του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 900 ευρώ, είχε τεθεί εν γνώσει των συμβαλλόμενων ότι ουδέποτε πρόκειται να εφαρμοσθεί και είχε καταστεί ανενεργός, παρέμεινε δε το μηνιαίο μίσθωμα στα 200 ευρώ με προφορική συμφωνία μεταξύ των συμβαλλόμενων.
Ο ισχυρισμός του αυτός δεν πιθανολογήθηκε βάσιμος, διότι ρητά συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων στο αρχικό από 16.3.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως (14ος όρος) ότι κάθε τυχόν τροποποίηση των όρων του μισθωτηρίου θα αποδεικνύεται αποκλειστικά και μόνον με έγγραφο και θα έχει τις υπογραφές αμφοτέρων των συμβαλλομένων, κάθε δε μεταγενέστερο τροποποιητικό συμφωνητικό μισθώσεως παρέπεμπε στο παραπάνω αρχικό μισθωτήριο με τη φράση «Κατά τα λοιπά ισχύουν όλα όσα αναφέρονται στο αρχικό από 16 Μαρτίου 1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, που έχει κατατεθεί νόμιμα... το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ιδιωτικού συμφωνητικού παράτασης της μίσθωσης».
Την τροποποίηση του μισθωτηρίου με προφορική συμφωνία των συμβαλλομένων, παρά τον ρητό όρο για τήρηση εγγράφου, όπως ισχυρίζεται ο αιτών μισθωτής, δεν επιβεβαίωσε ούτε ο μάρτυρας αποδείξεως, η κατάθεση του οποίου περιείχε ασάφειες, γενικότητες και αντιφάσεις. Αντίθετος, ο μάρτυρας των δύο πρώτων των καθ'ών η αίτηση αναφέρθηκε στον τρόπο καταβολής του μισθώματος από πλευράς μισθωτή, υποστηρίζοντας ότι δεν ήταν συνεπής στην καταβολή του, κατέβαλε πάντοτε έναντι, λόγος για τον οποίο οι δύο πρώτες καθ'ών η αίτηση δεν επιθυμούσαν να συνεχιστεί η μίσθωση.
Συνεπώς ενόψει και του μεγάλου ύψους της απαίτησης των δύο πρώτων των καθ'ών η αίτηση σε συνδυασμό με τη μη ύπαρξη εμφανών περιουσιακών στοιχείων του αιτούντος και ειδικά ακίνητης περιουσίας ικανής να ικανοποιήσει την απαίτησή τους, πιθανολογείται η επισφαλής οικονομική του κατάσταση και ο επικείμενος κίνδυνος να μείνει ανικανοποίητη η ως άνω απαίτηση των παραπάνω καθ'ών η αίτηση. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αϊτών που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων των καθ'ών, οι οποίες υπέβαλαν σχετικό αίτημα (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση.
Καταδικάζει τον αιτούντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των δύο πρώτων των καθ'ών η αίτηση, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουάριου 2022, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι του αιτούντος και των δύο πρώτων εκ των καθ'ών η αίτηση.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1974 - 2026 © Τετράβιβλος. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Όροι και Προϋποθέσεις