Α.Π. 60/2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΑΜΟΙΒΕΣ ΚΑΙ ΕΞΟΔΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗ - ΜΕΘΟΔΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ – ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ ΑΣΚΗΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ. - Αναιρείται η πληττόμενη, καθώς δεν περιέλαβε με πληρότητα και σαφήνεια ποιες ειδικές περιστάσεις και ποια πραγματικά περιστατικά από εκείνα που πρότεινε η ενιστάμενη- εναγόμενη, με βάση τα οποία κρίθηκε νόμιμη η ένσταση αυτής περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την ενάγουσα δεν αποδείχτηκαν, με αποτέλεσμα να μη δημιουργηθεί πεποίθηση στην εναγόμενη ότι η ενάγουσα δεν θα διεκδικήσει το υπόλοιπο της αμοιβής των εταίρων της δικαστικών επιμελητών, αλλά περιορίζεται μόνο στην αναφορά ότι ".....δεν αποδείχτηκαν οι επικαλούμενες ειδικές περιστάσεις και πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την προηγηθείσα συμπεριφορά της ενάγουσας...". Επίσης, δεν περιέλαβε πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία δεν προέκυψε η παραίτηση της ενάγουσας από την άσκηση των ενδίκων αξιώσεων των μελών της δικαστικών επιμελητών, αλλά περιορίζεται μόνο στην αναφορά ότι ".....καθώς δεν αποδείχτηκε παραίτηση της ενάγουσας από την άσκηση των ενδίκων αξιώσεών της...", ενόψει και του ισχυρισμού της εναγόμενης ότι μεταξύ αυτής και του εκάστοτε δικαστικού επιμελητή, καταρτιζόταν άτυπη συμφωνία σε σχέση με την αμοιβή του, η οποία ανερχόταν στο ποσό των 32,00 ευρώ ή στο ποσό των 35,00 ευρώ και ότι ο δικαστικός επιμελητής, βάσει της ως άνω συμφωνίας, προέβαινε στην εκτέλεση της εντολής, με την υπογραφή, μάλιστα, κάθε πίνακα ανάλυσης των χρεώσεων και την ανεπιφύλακτη έκδοση της Απόδειξης Παροχής Υπηρεσιών "σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση". Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέλαβε παντελώς αιτιολογίες ως προς τον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι οι δικαστικοί επιμελητές, ατομικά, τουλάχιστον από το έτος 2009, κάποιοι απ' αυτούς, και στη συνέχεια στα πλαίσια της λειτουργίας της ενάγουσας εταιρείας (2013- 2015) πραγματοποίησαν, κατ' εντολή της 37.299 επιδόσεις, εισπράττοντας αδιαμαρτύρητα ποσό άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ και ότι η ενάγουσα, δια των εταίρων της, διαμαρτυρήθηκε μόνον εκ των υστέρων και μάλιστα για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του έτους 2015, με την κοινοποίηση στην εναγόμενη εξώδικων δηλώσεων, που δεν αφορούσαν τις επίδικες αξιώσεις, δημιουργώντας στην τελευταία την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει τις ένδικες αξιώσεις της. Περαιτέρω περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον ισχυρισμό της εναγόμενης, που αφορά τις δυσμενείς και επαχθείς συνέπειες, που θα επέλθουν σ' αυτή από την καταβολή των ενδίκων αξιώσεων, καθότι ενώ εκτίθεται ότι η εναγόμενη δεν εξειδικεύει την ζημία που θα υποστεί από την ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής, αλλά επικαλείται αυτή αορίστως, στη συνέχεια γίνεται δεκτό ότι η ζημία της αυτή σαφώς δεν βρίσκεται σε αιτιώδη σχέση με την προηγηθείσα συμπεριφορά της ενάγουσας. Αναιρεί 3072/2020 Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - [281 ΑΚ, 1, 49 εδ. β' ν. 2318/1995, ΚΥΑ 2/54638/022/2008 και 2/64216/0022/2009].
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίος δικηγόρου Ανδριανής Παπαδοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: … με την επωνυμία "…", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Ζαχαρία Σαλούστρου και Θωμά Σπυρίδη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 120/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3072/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-7-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 30.7.2020 και αριθ. κατάθ. 5451/681/30.7.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των διαφορών από αμοιβές (άρθρο 622Α ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 3072/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το Εφετείο δέχτηκε κατ' ουσίαν την από 28.9.2018 και αριθ. κατάθ. 90803/6178/1.10.2018 έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας και τον από 22.3.2019 και αριθ. κατάθ. 3028/321/22.3.2019 πρόσθετο λόγο αυτής εξαφάνισε την υπ' αριθ. 120/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την από 25.9.2017 και αριθ. κατάθ. 580507/238/4.10.2017 αγωγή, την οποίαν δέχτηκε εκ νέου ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 285.499,60 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, ως νόμιμη αμοιβή αυτής για πράξεις που διενήργησε για λογαριασμό της εντολέως της- εναγόμενης με βάση τα εκ του νόμου καθοριζόμενα ποσά, σύμφωνα με τα άρθρα 49 και 50 του ν. 2318/1955 σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στη με αριθ. 2/54638/0022/2008 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 1716/26.8.2008), αφού έκρινε νόμιμη την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, που πρόβαλε η εναγόμενη, την οποίαν απέρριψε στη συνέχεια κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 1 του ν. 2318 /1995 "περί του Κώδικα δικαστικών επιμελητών" ο δικαστικός επιμελητής είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, έργο του οποίου είναι η ενέργεια επιδόσεως δικογράφων και εξώδικων εγγράφων, η εκτέλεση των κατά το άρθρο 904 § 2 ΚΠολΔ εκτελεστών τίτλων και η εκτέλεση κάθε άλλου καθήκοντος που του έχει ανατεθεί με νόμο, τα δε καθήκοντά του τα ασκεί μόνο στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου που είναι διορισμένος, με εξαίρεση τις περιπτώσεις του άρθρου 43 του ίδιου νόμου, ενώ οι δικαστικοί επιμελητές των Πρωτοδικείων Αθήνας-Πειραιά μπορούν να ασκούν τα καθήκοντα τους στις περιφέρειες και των δύο Πρωτοδικείων.
Περαιτέρω στα άρθρα 49, 50 και 52 του ίδιου νόμου, όπως το άρθρο 50 ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 2 υποπαρ. Γ.1 παρ. 3 του ν. 4336/14.8.2015 (ΦΕΚ Α' 94), ως εκ του κρίσιμου χρόνου (2013-27.3.2015) ορίζεται ότι: "Ο δικαστικός επιμελητής δικαιούται για κάθε ενέργεια να λάβει από τον εντολέα του τη νόμιμη αμοιβή, καθώς και κάθε δαπάνη που απαιτείται για την πραγματοποίηση της εντολής. Περισσότεροι του ενός εντολείς ευθύνονται εις ολόκληρον. Ο δικαστικός επιμελητής δικαιούται να αξιώσει πριν από κάθε ενέργεια προκαταβολή ολόκληρης ή μέρους της αμοιβής του, την απαιτούμενη δαπάνη και την αναγκαία, κατά περίπτωση, τεχνική συνδρομή για κάθε πράξη- άρθρο 49", "Οι αμοιβές των δικαστικών επιμελητών καθορίζονται κάθε φορά με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως - άρθρο. 50", "Ο δικαστικός επιμελητής δικαιούται να προβεί σε επίσχεση των κάθε μορφής εγγράφων που βρίσκονται στα χέρια του, μέχρι να καταβληθεί η νόμιμη αμοιβή του, καθώς και οι δαπάνες. Το δικαίωμα επισχέσεως ασκείται μόνον εφόσον και κατά την έκταση που ο πίνακας, αμοιβών και δαπανών έχει εγκριθεί από τον Πρόεδρο του συλλόγου ή τον αναπληρωτή του -άρθρο. 52".
Εξάλλου, τα κατώτατα όρια αμοιβών των δικαστικών επιμελητών καθορίζονται με την υπ' αριθ. 2/54638/0022 (ΦΕΚ Β` 1716/2008) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης περί "Καθορισμού αμοιβών δικαστικών επιμελητών". Από τις αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επ. και 713 ΑΚ προκύπτει, ότι ο δικαστικός επιμελητής είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ταγμένος στην εκτέλεση και εφαρμογή του δικαίου, ενεργεί ελεύθερα έναντι του εντολέα του και εντός των οριζομένων από τον κώδικα δικαστικών επιμελητών ορίων και η μεταξύ αυτού και του εντολέα του σχέση είναι εκείνη της έμμισθης εντολής.
Περαιτέρω από τις διατάξεις της παραπάνω κατά νομοθετική εξουσιοδότηση εκδοθείσας ΚΥΑ (άρθρο 49 του Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών), που καθορίζει τις νόμιμες αμοιβές των δικαστικών επιμελητών, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος του δικαστικού επιμελητή ως εργαζομένου, αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του λειτουργήματός του, ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος και της κοινωνικής ειρήνης που συνεπάγεται η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων και επιταγών, συνάγεται ότι η μεταξύ εντολέα και δικαστικού επιμελητή συμφωνία για τη λήψη αμοιβής κατώτερης των ελάχιστων ορίων των καθοριζομένων στην παραπάνω ΥΑ, ανεξαρτήτως του χρόνου συνάψεώς της (πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας) και της μορφής υπό την οποία συνάπτεται (αφέσεως χρέους ή άλλης συμφωνίας) είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη (ΑΚ 174, 180) Περαιτέρω δε και ειδικότερα από τις σαφείς διατάξεις της κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του ως άνω άρθρου, ισχύουσας και εδώ εφαρμοζομένης ως άνω ΚΥΑ 2/54638/0022/2008 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης [ΦΕΚ Β` 1716/26.8.2008] προκύπτει ότι κάθε επίδοση είναι αυτοτελής και φέρει επίσης αυτοτελώς τα έξοδα/χρεώσεις των παρ. α' έως η' του Α κεφαλαίου αυτού "Α. ΕΠΙΔΟΣΗ : α) Για επίδοση δικογράφου ή οποιουδήποτε άλλου εγγράφου και τη σύνταξη σχετικής έκθεσης, εφόσον αυτή έχει ένα μόνο φύλλο, σε 22,00 ευρώ, [διορθώθηκε σε 23,00 ευρώ με την ΚΥΑ 2/64216/0022/2008 [ΦΕΚ Β` 1916/18.9.2008]".
Σύμφωνα δε με το ΚΕΦ. Ε. ["ΓΕΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ"] παρ· ιβ της ίδιας ΚΥΑ, "ιβ) Αν για την ενέργεια οποιασδήποτε πράξης είναι αναγκαία η μετάβαση ενός ή περισσοτέρων μαρτύρων εκτός της έδρας του δικαστικού επιμελητή, κάθε μάρτυρας δικαιούται, εκτός από τα οδοιπορικά έξοδα ή τη δαπάνη του μεταφορικού του μέσου, πρόσθετης αμοιβής 0,50 ευρώ για κάθε χιλιόμετρο τόσο για τη μετάβαση στον τόπο ενέργειας της πράξης, όσο και για την επιστροφή του". Στο ίδιο πλαίσιο [ΚΕΦ. Ε. "για κάθε κατάθεση αντιγράφου εκθέσεως επίδοσης διαταγής πληρωμής ο δικαστικός επιμελητής δικαιούται αμοιβή ίση με αυτή της επίδοσης", [παρ. ιε']. Από τα παραπάνω σαφώς προκύπτει ότι η μέθοδος υπολογισμού της αμοιβής και των εξόδων του δικαστικού επιμελητή είναι αντικειμενική και αφορά την κάθε πράξη/ενέργεια/επίδοση ξεχωριστά.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του Ν. 2318/1995 και των ανωτέρω ΚΥΑ, απέρριψε τον ισχυρισμό της ότι στις περιπτώσεις που η ενάγουσα -αναιρεσίβλητη διενήργησε περισσότερες των μία επιδόσεις στον ίδιο τόπο και στον ίδιο χρόνο, τα οδοιπορικά έξοδα καθώς και η πρόσθετη αμοιβή χιλιομετρικής αποζημίωσης θα έπρεπε να υπολογίζονται μία φορά, δηλαδή κατά την τιμολόγηση της πρώτης πράξης επίδοσης, καθόσον διαφορετική εκδοχή άγει σε αδικαιολόγητο πλουτισμό της αναιρεσίβλητης, μη συνάδουσα και με το ασκούμενο από αυτήν λειτούργημα, ισχυρισμός που επιβεβαιώνεται και από τη ρητή διάταξη νεότερης διάταξης ΥΑ που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 709/16.3.2016, σύμφωνα με την οποία "Σε περίπτωση που ο δικαστικός επιμελητής διενεργεί περισσότερες της μιας επιδόσεις από τον ίδιο εντολέα, στο ίδιο τοπικό διαμέρισμα και στον ίδιο χρόνο, η πρώτη επίδοση χρεώνεται με την τιμή της οικείας ζώνης, οι δε υπόλοιπες με την τιμή της Α' Ζώνης.".
Αναφορικά με τον λόγο αυτό αναίρεσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος ότι από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 49 εδ. β' του "Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών" και του άρθρου 1 του ίδιου Κώδικα, με αυτές του κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του ως άνω νόμου ισχυουσών και εδώ εφαρμοζόμενων διατάξεων της ΚΥΑ 2/54638/022/2008 και 2/64216/0022/2009 (ΦΕΚ 1716 Β/26.8.2008) προκύπτει ότι η μέθοδος υπολογισμού της αμοιβής και εξόδων του δικαστικού επιμελητή είναι αντικειμενική και αφορά κάθε πράξη/ενέργεια/επίδοση ξεχωριστά και ότι η σχετική διάταξη που περιλήφθηκε σε νεότερη ρύθμιση και δη στην ΥΑ 217/2016 [ΥΑ 21798 ΦΕΚ Β` 709/2016] για τον καθορισμό των αμοιβών των δικαστικών επιμελητών και στο Κεφάλαιο Α` παρ. 7 αυτής, δεν αφορά την επίδικη περίπτωση και δεν έχει αναδρομική ισχύ και ότι έτσι, κρίνοντας η εκκαλούμενη και απορρίπτοντας τον ανωτέρω ισχυρισμό ως μη νόμιμο, δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των υποπεριπτώσεων Ε.ια και Ε.ιβ τ
ης υπ' αριθ. 2/54638/0022/13.8.2008 (ΦΕΚ Β' 1716/26.8.2008) Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομίας, Οικονομικών και Δικαιοσύνης και κατά συνέπεια δεν υπέπεσε στην από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Ειδικότερα, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, με την προαναφερόμενη ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας και Δικαιοσύνης, ήτοι την υπ' αριθ. 2/54638/0022, καθορίζεται το νόμιμο ύψος της αμοιβής του δικαστικού επιμελητή για κάθε επιμέρους ενέργεια, ο δε υπολογισμός της αμοιβής του δικαστικού επιμελητή για κάθε επίδοση, μετά των εξόδων και χρεώσεων, όπως αυτές περιγράφονται στις παρ. α έως η του Α κεφαλαίου που αφορά τις επιδόσεις, είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ύπαρξη και άλλων επιδόσεων στον ίδιο τόπο και χρόνο (με τον ίδιο εντολέα).
Η νεότερη ΚΥΑ 21798/11.3.2016 των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών (ΦΕΚ Β` 709/2016] "για τον καθορισμό των αμοιβών των δικαστικών επιμελητών", την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα και με την οποία ρυθμίζεται διαφορετικά το ζήτημα της αμοιβής του δικαστικού επιμελητή στην περίπτωση περισσότερων επιδόσεων στον ίδιο τόπο και χρόνο, δεν έχει αναδρομική ισχύ και δεν ισχύει για τις ένδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης που αφορούν τα έτη 2013- 2015.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις, που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων, που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες, που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων, που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ ΑΠ 2/2019, 8/2018).
Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορούν να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του (Ολ ΑΠ 10/2012, ΑΠ 686/2022, 172/2019). Η ως άνω διάταξη έχει έντονο τον χαρακτήρα δημόσιας τάξης, διότι αποβλέπει στην καταπολέμηση της κακοπιστίας στις συναλλαγές και γενικά κατά την ενάσκηση κάθε δικαιώματος και συνεπώς δεν αποκλείεται να εφαρμοστεί και στην περίπτωση άσκησης δικαιωμάτων που απορρέουν από διατάξεις δημόσιας τάξης (ΑΠ 1453/2018, 439/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την πρωτοδίκως υποβληθείσα και επαναφερθείσα με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ένσταση κατάχρησης δικαιώματος της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας, με το ακόλουθο σκεπτικό : Ότι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού δεν προέκυψε, ότι η άσκηση των ενδίκων αξιώσεων της ενάγουσας, που αφορούν το υπόλοιπο της αμοιβής των εταίρων της δικαστικών επιμελητών, ασκούνται κατά κατάχρηση δικαιώματος.
Και τούτο, διότι δεν αποδείχθηκαν οι επικαλούμενες ειδικές περιστάσεις καθώς και τα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την προηγηθείσα συμπεριφορά της ενάγουσας, που να δικαιολογούν τη δημιουργία τέτοιας πεποίθησης στην υπόχρεη εναγόμενη και μάλιστα σε σημείο, που η μεταγενέστερη άσκηση των επιδίκων νομίμων αξιώσεων της ενάγουσας, αντικειμενικά εκτιμώμενη, να έρχεται σε προφανή αντίθεση προς τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, καθώς δεν αποδείχτηκε παραίτηση της ενάγουσας, από την άσκηση των επίδικων αξιώσεών της.
Ότι, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι κατά τον χρόνο καταβολής των αμοιβών στους δικαστικούς επιμελητές, που αφορούν πράξεις, που έλαβαν χώρα το χρονικό διάστημα 2009- 2015 και υπό το πρίσμα του τεράστιου αριθμού επιδόσεων, που ανέθετε η εναγόμενη στην ενάγουσα και συνακόλουθα στους δικαστικούς επιμελητές- εταίρους αυτής, για μεγάλο χρονικό διάστημα (ήδη από το έτος 2009 έως 2015), δημιούργησε στην ίδια (εναγόμενη) την εδραία πεποίθηση ότι η ενάγουσα ουδέποτε δεν θα αξίωνε από εκείνη αμοιβή πέραν της συμφωνηθείσας είναι αβάσιμος, καθόσον η τελευταία δεν είχε οποιαδήποτε συνεργασία με την εναγόμενη, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2009 έως και τον χρόνο ίδρυσής της, που έλαβε χώρα στις 30.1.2013.
Ότι η τελευταία πράξη επίδοσης της ενάγουσας για λογαριασμό της εναγόμενης έλαβε χώρα την 14.12.2015, σε εξόφληση, των με αριθμούς … , ενώ εξάλλου, τους πίνακες ορθής και σύννομης τιμολόγησης η ενάγουσα παρέδωσε στην εναγόμενη, αμέσως μόλις ολοκληρώθηκε ο έλεγχος των πράξεων επίδοσης και επανατιμολόγησης, την 4.10.2016, οπότε και εκείνη, τον παρέλαβε και μάλιστα ανεπιφύλαχτα, ενώ η ένδικη αγωγή ασκήθηκε την 4.10.2017.
Ότι, επομένως δεν αποδείχτηκε και το στοιχείο της μακροχρόνιας αδράνειας της ενάγουσας, στην άσκηση των ενδίκων αξιώσεών της και ότι σχετικά με τη ζημία, που πρόκειται να υποστεί η εναγόμενη από την ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής, κατά τους ισχυρισμούς της, την οποία σημειωτέον δεν εξειδικεύει, αλλά επικαλείται αορίστως, η ζημία αυτή σαφώς δεν βρίσκεται σε αιτιώδη σχέση με την προηγηθείσα συμπεριφορά της ενάγουσας, αλλά είναι συνέπεια της πρακτικής της ιδίας (εναγόμενης), σύμφωνα, με την από … εξώδικη δήλωση της Ομοσπονδίας… , ενεργούσας, υπό τη νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 117 παρ. 1 ΚΔΕ (νόμος 2318/1995), να προβαίνει στον μονομερή καθορισμό του ύψους της κατώτερης της νόμιμης αμοιβής στους δικαστικούς επιμελητές (συμφωνία άκυρη) και δεν είναι επιτρεπτό σ' αυτήν να επικαλείται την ενδεχόμενη ύπαρξη ζημίας για την απόκρουση των αγωγικών απαιτήσεων.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., καθώς στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας σ` αυτή ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές παραδοχές ως προς περιστατικά αναγκαία για την αξιολόγηση και την κρίση αν συντρέχουν ή όχι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ, ήτοι της υπάρξεως ή όχι προφανούς υπερβάσεως των αρχών και των σκοπών, που διαλαμβάνονται στο ως άνω άρθρο και κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή όχι εφαρμογής του.
Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την ως άνω νομίμως προταθείσα πρωτοδίκως ένσταση της εναγόμενης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, που επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης, δεν περιέλαβε με πληρότητα και σαφήνεια ποιες ειδικές περιστάσεις και ποια πραγματικά περιστατικά από εκείνα που πρότεινε η ενιστάμενη- εναγόμενη, με βάση τα οποία κρίθηκε νόμιμη η ένσταση αυτής περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την ενάγουσα δεν αποδείχτηκαν, με αποτέλεσμα να μη δημιουργηθεί πεποίθηση στην εναγόμενη ότι η ενάγουσα δεν θα διεκδικήσει το υπόλοιπο της αμοιβής των εταίρων της δικαστικών επιμελητών, αλλά περιορίζεται μόνο στην αναφορά ότι ".....δεν αποδείχτηκαν οι επικαλούμενες ειδικές περιστάσεις και πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την προηγηθείσα συμπεριφορά της ενάγουσας...".
Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέλαβε με πληρότητα και σαφήνεια πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία δεν προέκυψε η παραίτηση της ενάγουσας από την άσκηση των ενδίκων αξιώσεων των μελών της δικαστικών επιμελητών, αλλά περιορίζεται μόνο στην αναφορά ότι ".....καθώς δεν αποδείχτηκε παραίτηση της ενάγουσας από την άσκηση των ενδίκων αξιώσεών της...", ενόψει και του ισχυρισμού της εναγόμενης ότι μεταξύ αυτής και του εκάστοτε δικαστικού επιμελητή, καταρτιζόταν άτυπη συμφωνία σε σχέση με την αμοιβή του, η οποία ανερχόταν στο ποσό των 32,00 ευρώ ή στο ποσό των 35,00 ευρώ και ότι ο δικαστικός επιμελητής, βάσει της ως άνω συμφωνίας, προέβαινε στην εκτέλεση της εντολής, με την υπογραφή, μάλιστα, κάθε πίνακα ανάλυσης των χρεώσεων και την ανεπιφύλακτη έκδοση της Απόδειξης Παροχής Υπηρεσιών "σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση".
Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέλαβε παντελώς αιτιολογίες ως προς τον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι οι δικαστικοί επιμελητές, ατομικά, τουλάχιστον από το έτος 2009, κάποιοι απ' αυτούς, και στη συνέχεια στα πλαίσια της λειτουργίας της ενάγουσας εταιρείας (2013- 2015) πραγματοποίησαν, κατ' εντολή της 37.299 επιδόσεις, εισπράττοντας αδιαμαρτύρητα ποσό άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ και ότι η ενάγουσα, δια των εταίρων της, διαμαρτυρήθηκε μόνον εκ των υστέρων και μάλιστα για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του έτους 2015, με την κοινοποίηση στην εναγόμενη εξώδικων δηλώσεων, που δεν αφορούσαν τις επίδικες αξιώσεις, δημιουργώντας στην τελευταία την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει τις ένδικες αξιώσεις της.
Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον ισχυρισμό της εναγόμενης, που αφορά τις δυσμενείς και επαχθείς συνέπειες, που θα επέλθουν σ' αυτή από την καταβολή των ενδίκων αξιώσεων, καθότι ενώ εκτίθεται ότι η εναγόμενη δεν εξειδικεύει την ζημία που θα υποστεί από την ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής, αλλά επικαλείται αυτή αορίστως, στη συνέχεια γίνεται δεκτό ότι η ζημία της αυτή σαφώς δεν βρίσκεται σε αιτιώδη σχέση με την προηγηθείσα συμπεριφορά της ενάγουσας.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το μέρος, που αφορά την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, παρεκλούσης μετά ταύτα της έρευνας του δεύτερου (επικουρικού) λόγου από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση του ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρου 281 ΑΚ), δεδομένου ότι ο λόγος αυτός καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου, που κρίθηκε βάσιμος, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 579 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο Άρειος Πάγος για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση και όχι άλλη. Αν έγινε εκτέλεση με βάση την πρωτοβάθμια προσωρινά εκτελεστή απόφαση, που δεν επικυρώθηκε, αλλά εξαφανίστηκε από το εφετείο, ο Άρειος Πάγος, αναιρώντας την απόφαση του εφετείου, δεν δικαιούται να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων, εφόσον η προσωρινά εκτελεστή απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση του εφετείου, και αναβιώνει μετά την αναίρεση της απόφασης του εφετείου.
Σ` αυτήν την περίπτωση την επαναφορά διατάσσει, κατά το άρθρο 581 παρ. 3 ΚΠολΔ, το εφετείο της παραπομπής, ενώπιον του οποίου συζητείται και πάλι η έφεση (ΑΠ 685/2021, 1877/2005, 291/2005). Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων χρηματικών ποσών του κεφαλαίου των τόκων και των δικαστικών εξόδων και επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, γιατί από το χρόνο αυτό καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος κατ` άρθρ. 340 ΑΚ (ΑΠ 134/2020, ΑΠ 845/2019, ΑΠ 314/2017, ΑΠ 315/2017, ΑΠ 605/2017, ΑΠ 20/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις της, τις οποίες κατέθεσε, σύμφωνα με τις επ` αυτών σημείωση της γραμματέα, στις 22.10.2021, ήτοι πριν από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των 523.295,80 ευρώ, από το οποίο ποσό 70.000 ευρώ κατέβαλε σ` αυτήν με βάση την κηρυχθείσα προσωρινά εκτελεστή υπ` αριθ. 120/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πλέον δικαστικών εξόδων, και το υπόλοιπο ποσό κατέβαλε σ` αυτήν με βάση την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Από τα έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει με τις προτάσεις της η αναιρεσείουσα αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Με την υπ` αριθ. 120/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή η αγωγή της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε η εναγόμενη- αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσό των 285.499,60€ και 29.132,42€ πλέον ΦΠΑ ευρώ, κηρύχθηκε δε η απόφαση αυτή προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 70.000 ευρώ. Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη στις 31.7.2018 το ανωτέρω ποσό των 70.000 ευρώ (βλ. από 31.7.2018 τέσσερις αποδείξεις είσπραξης) και στις 22.7.2020 το ποσό των 19.500 ευρώ σε εξόφληση της επιδικασθείσας με την ως άνω απόφαση δικαστικής δαπάνης (βλ. από 22.7.2020 απόδειξη είσπραξης).
Στη συνέχεια, με την αναιρούμενη υπ` αριθ. 3072/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι της αναιρεσίβλητης, εξαφανίστηκε η ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κρατήθηκε και δικάστηκε η υπόθεση και έγινε εκ νέου δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη αγωγή και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη τα ίδια ως άνω ποσά. Σε εκτέλεση της αναιρούμενης ως άνω απόφασης του Εφετείου, η αναιρεσείουσα κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη: α) για λογαριασμό της στις Δ.Ο.Υ. Α' και ΙΓ' Αθηνών (μετά από σχετική συναίνεση της τελευταίας) στις 17.8.2020 το ποσό των 391.107,51 ευρώ (69.962,13 ευρώ + 321.145,38 ευρώ) και β) στις 31.8.2020 το ποσό των 25.640,47 ευρώ, αφού παρακρατήθηκε ποσοστό 15%, δηλαδή 17.032,79 ευρώ και 15,03 ευρώ, αντίστοιχα, από την αναιρεσείουσα, προκειμένου να αποδοθούν στο Ελληνικό Δημόσιο ως φόρος εισοδήματος επί των τόκων, ήτοι συνολικά η αναιρεσείουσα κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 416.747,98 ευρώ (391.107,51 ευρώ + 25.640,47 ευρώ).
Επομένως, και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, εφόσον έγινε εκτέλεση με βάση την πιο πάνω πρωτοβάθμια προσωρινά εκτελεστή απόφαση, η οποία όμως δεν επικυρώθηκε από το Εφετείο, αλλά εξαφανίστηκε απ` αυτό, ανεξαρτήτως αν έγινε δεκτή στο σύνολό της η αγωγή, η εν λόγω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη ως άνω απόφαση του Εφετείου, αλλά αναβιώνει μετά την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβαθμίου αυτού Δικαστηρίου.
Κατά συνέπεια, επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση μπορεί να διαταχθεί από το Δικαστήριο τούτο μόνο όσον αφορά την εκτέλεση που έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση του Εφετείου και όχι και με βάση την ως άνω υπ` αριθ. 120/2018 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεδομένου ότι αυτή, όπως προαναφέρθηκε, με την εξαφάνισή της δεν ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου.
Επομένως, το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο καθόσον αφορά το ποσό των 70.000 ευρώ, πλέον του ποσού 19.500 ευρώ, τα οποία κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη σε εκτέλεση της υπ` αριθ. 120/2018 απόφασης του Μονομελoύς Πρωτοδικείου Αθηνών, να γίνει δε δεκτό το σχετικό αίτημα ως κατ` ουσίαν βάσιμο κατά τα λοιπά, πλην των ποσών των 17.032,79 ευρώ και 15,03 ευρώ, τα οποία δεν καταβλήθηκαν στην αναιρεσίβλητη, αλλά παρακρατήθηκαν από την αναιρεσείουσα, προκειμένου να καταβληθούν στο Ελληνικό Δημόσιο, και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να επιστρέψει στην αναιρεσείουσα το συνολικό ποσό των ευρώ 416.747,98 ευρώ (391.107,51 ευρώ + 25.640,47 ευρώ), το οποίο της κατέβαλε με βάση την αναιρούμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 3072/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ κατά το μέρος αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει το αίτημα επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των τετρακοσίων δέκα έξι χιλιάδων επτακοσίων σαράντα επτά ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (416.747,98 ευρώ). Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Ιανουαρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1974 - 2026 © Τετράβιβλος. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Όροι και Προϋποθέσεις