Α.Π. 740/2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ-ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΑΠΟ ΕΚΕΙΝΕΣ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΕΠΕΒΑΛΛΕ Η ΕΚΔΟΘΕΙΣΑ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗ ΑΠΟΦΑΣΗ - ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ ΜΠΑΖΩΝ - ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ - ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΤΟΥ. - Με την οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, έγινε δεκτή η αγωγή της εδώ καθ' ής η ανακοπή ... εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας και υποχρεώθηκαν εις ολόκληρον ο αρχικώς ανακόπτων Α. Τ. και Ν. και Β. Τ ήδη δεύτερος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων να προβούν με δική τους ευθύνη και δαπάνες στην κατεδάφιση και απομάκρυνση μπαζών κατεδάφισης του τμήματος του εφαπτόμενου της ιδιοκτησίας της καθ' ης σε πλάτος 4 μ. και σε βάθος 3 μ. (σύνολο 12 τ.μ.) εντός προθεσμίας 45 ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης του Δικαστηρίου, να υποβάλουν ενώπιον της αρμόδιας Διεύθυνσης της Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων σχετική αίτηση και φάκελο για την έκδοση της άδειας κατεδάφισης, καθώς και να υλοποιήσουν αυτήν εντός επιπλέον προθεσμίας 30 ημερών από την έκδοση της. Όμως, ενώ η εκτελούμενη απόφαση όριζε αναλυτικά τι έπρεπε να κατεδαφιστεί, ο δικαστικός επιμελητής προέβη αυθαίρετα σε εκτέλεση κατεδάφισης σε πλάτος 3 μ. και σε βάθος 11 μ. (σύνολο 33 τ.μ.). Συνεπώς, η αναιρεσείουσα, κατά την εκτέλεση της ως άνω απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, προέβη σε πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης διαφορετικές από εκείνες τις οποίες επέβαλλε η εκδοθείσα εκτελεστή απόφαση και οι οποίες, επίσης, είναι διαφορετικές από εκείνες για τις οποίες υπήρξε η επιταγή προς συμμόρφωση, προσδιορίζοντας με απόλυτη σαφήνεια αυτές. Απόρριψη. - (άρθ. 915, 924, 926, 927, 929, 933, 934, 945 ΚΠολΔ, αρθ. 20 Ν. 2318/1995)
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Σπεντζούρη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. χήρας Α. Τ., το γένος Α. Σ., κατοίκου ..., 2) Ν. Τ. του Α., κατοίκου ..., 3) Β. Τ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Φέστα και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/6/2014 ανακοπή του αποβιώσαντος Α. Τ. του Ν., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 140/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8140/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/12/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 6.12.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 8140/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών,... 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 575/2018), αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 60/2019,ΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018).
Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 11 που ιδρύεται "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν" (ΑΠ 1032/2019).Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 8140/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε, μεταξύ των οποίων τις μετ' επικλήσεως προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της, οι οποίες είχαν ληφθεί όχι στο πλαίσιο της δίκης, εφ' ης εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά στο πλαίσιο άλλων, κατά των αναιρεσιβλήτων, δικών και η μία εξ αυτών στο πλαίσιο διεξαγωγής προκαταρκτικής εξέτασης, με βάση σχετική Εισαγγελική παραγγελία, καθώς και τα ειδικότερα αναφερόμενα έγγραφα, που επίσης νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε, ήτοι: α) την από 29-5-2014 έκθεση αυτοψίας του πολιτικού μηχανικού Δ. Α., β) φωτογραφίες, γ) την υπ' αριθμ. 5825/14-11-2018 ένορκη βεβαίωση της πολιτικού μηχανικού Ε. Λ., δ) την υπ' αριθμ. πρωτ..../5-8-2014 πρόσκληση της Πολεοδομικής Αρχής, ε) την υπ' αριθμ. πρωτ. ...7/16-9-2014 απαντητική στην ανωτέρω πρόσκληση της Πολεοδομίας επιστολή του Α. Τ., στ) την υπ' αριθμ.12/2016 Εισαγγελική διάταξη της Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών και ζ) το υπ' αριθμ.1517/2016 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Οι λόγοι, όμως, αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού πλήττεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, δικάσαντος ως Εφετείο, κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, στις δε ειρηνοδικειακές υποθέσεις οι αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται στη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, στους οποίους δεν προβλέπεται αντίστοιχος λόγος αναίρεσης με εκείνον εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 ίδιου Κώδικα, και, όπως προεκτέθηκε, η απαρίθμηση των προαναφερομένων λόγων αναίρεσης του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι περιοριστική με συνέπεια να μη μπορεί να προβληθεί, πλην των ανωτέρω, οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναιρέσεως κατά των προμνημονευομένων αποφάσεων.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996). Τέλος δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και η ομολογία, η μη λήψη υπόψη των οποίων ή του περιεχομένου αυτών δεν ιδρύει τον ερευνώμενο από τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (αντίστοιχου του αριθμού 8 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ) λόγο αναίρεσης (ΑΠ 567/2021, ΑΠ 237/2019, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 10/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 2019/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατ' ορθή εκτίμηση) πλημμέλεια, επειδή δεν έλαβε υπόψη της τον προταθέντα με τις προτάσεις της πραγματικό ισχυρισμό περί εξωδίκου ομολογίας του αρχικού αντιδίκου της, ανακόπτοντος, Α. Τ., στη θέση του οποίου, είχαν υπεισέλθει, μετά το θάνατό του, με σχετική δήλωσή τους, ως ανακόπτοντες οι καθολικοί διάδοχοί του, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, και ήδη αναιρεσίβλητοι, και η οποία ομολογία του συνήγετο από την από 8-9-2014 και με αριθμό πρωτοκόλλου ...7/126-9-2014 απαντητική του επιστολή στο υπ' αριθμ. πρωτ. ΑΠ .../5-8-2014 έγγραφο της Πολεοδομικής Αρχής, θεμελίωνε δε την καταλυτική ένστασή της περί του αλυσιτελούς και άνευ εννόμου συμφέροντος ασκήσεως της έφεσης του πιο πάνω αντιδίκου της κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 140/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που απέρριψε τις ανακοπές του κατά της επισπευδομένης σε βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης της 4517/20134 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία ο τελευταίος είχε υποχρεωθεί να προβεί στην κατεδάφιση της επικίνδυνης οικοδομής του.
Ο λόγος, όμως, αυτός, εφόσον αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη της από το προμνησθέν έγγραφο συναγομένης εξώδικης ομολογίας του δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσίβλητων είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και η ομολογία, η μη λήψη υπόψη των οποίων ή του περιεχομένου αυτών δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Με την παρ. 1 του άρθρου 945 ΚΠολΔ, παρέχεται το δικαίωμα στο δανειστή να επιχειρήσει την υλική πράξη, μετά τη μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως του οφειλέτη, εφόσον αυτή μπορεί να γίνει και από τρίτο, με δαπάνη του οφειλέτη. Αν πρόκειται για δικαστική απόφαση καταδικάζεται ο οφειλέτης να επιχειρήσει την πράξη εντός ορισμένης προθεσμίας και συγχρόνως με την ίδια απόφαση, παρέχεται το δικαίωμα στο δανειστή να επιχειρήσει την πράξη με δαπάνη του οφειλέτη, αν παρέλθει άπρακτη η ταχθείσα προθεσμία ή αν στη διάρκεια αυτής ο οφειλέτης εκδηλώνει ρητά την άρνηση του για την εκπλήρωση της υποχρέωσης του. Πάντως, δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της απόφασης η παροχή της δυνατότητας στο δανειστή της επιχείρησης της πράξεως, καθόσον η δυνατότητα αυτή απορρέει απευθείας από την πιο πάνω διάταξη.
Έτσι, εφόσον ο οφειλέτης δεν συμμορφωθεί προς την ανωτέρω υποχρέωσή του γεννάται αυτομάτως δικαίωμα του δανειστή να υποκαταστήσει τον οφειλέτη και να ενεργήσει αυτός την υλική πράξη. Το δικαίωμα αυτό αυτομάτως ενεργοποιείται και υλοποιείται, δεδομένου ότι η άρνηση ή η παραμέληση του οφειλέτη, οδηγεί σε αδρανοποίηση του δικαιώματος του δανειστή που διαγνώσθηκε ήδη δικαστικά, ο δε δανειστής πρέπει να κοινοποιήσει επιταγή στον οφειλέτη, ο οποίος επιτάσσεται να επιχειρήσει την πράξη. Μετά την πάροδο της προθεσμίας που τάχθηκε, η οποία αποδεικνύεται ημερολογιακά, κατ' άρθρο 915 εδ. β' ΚΠολΔ, ο δανειστής δικαιούται να επιχειρήσει την πράξη. Η επιχείρηση της πράξης από το δανειστή, αποτελεί μορφή αναπληρωματικής εκτέλεσης. Ο καθ' ου η εκτέλεση έχει δικαίωμα να προβάλλει αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης του δανειστή με ανακοπή του άρθρ. 933 επ. ΚΠολΔ, αν διατείνεται συμμόρφωση προς την υποχρέωσή του.
Έτσι με την παρ. 1 της προαναφερόμενης διατάξεως παρέχεται το δικαίωμα στο δανειστή να προβεί στην πράξη με δαπάνες του οφειλέτη, εφόσον ο οφειλέτης μετά την κοινοποίηση της επιταγής δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του (ΑΠ 1333/2020,ΑΠ 1525/2010). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ και όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το Ν. 4335/2015 (άρθρο 1 άρθρο τρίτο) και κατά τον αριθμό 1 αυτού, όπως προεκτέθηκε, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατ' αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ευθεία παράβαση του οποίου υπάρχει αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Επίσης, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, ο οποίος δεν ιδρύεται επί παραβιάσεως κανόνων δικονομικού δικαίου, είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ως κανόνες δε ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων συνιστά λόγο αναίρεσης, αποτελούν και οι κανόνες του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας των άρθρων 945 επ., σύμφωνα με τις οποίες ρυθμίζεται ο τρόπος εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων, σε συνδυασμό με άρθρα 585 και 933 ίδιου Κώδικα, που προβλέπουν την ανακοπή κατά της εν λόγω εκτέλεσης (ΑΠ 1525/2010) και, συνεπώς, η παραβίασή τους ελέγχεται αναιρετικώς μέσω της διατάξεως του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 6 του ίδιου άρθρου, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (ΑΠ 293/2018). Επίσης ελέγχονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης για παραβιάσεις κανόνων του ουσιαστικού, όχι του δικονομικού δικαίου, όπως ακριβώς και για το λόγο του αριθμού 1 (ΑΠ 1908/2008, ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 1446/2007, ΑΠ 1140/2005).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, δέχθηκε, κατά το αναιρετικώς ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της, τα εξής: "...Με την υπ' αριθμ. 4517/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία), που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, έγινε δεκτή η υπ' αριθμ. έκθ. κατάθ. 6466/2012 αγωγή της εδώ καθ' ής η ανακοπή ... εφεσίβλητης (και ήδη αναιρεσείουσας) εταιρείας και υποχρεώθηκαν εις ολόκληρον ο αρχικώς ανακόπτων Α. Τ. και Ν. και Β. Τ.... δύο εκ των εξ αδιαθέτου συγκληρονόμων του (και ήδη δεύτερος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων) να προβούν με δική τους ευθύνη και δαπάνες στην κατεδάφιση της επικίνδυνης οικοδομής συνιδιοκτησίας τους, αποτελούμενης από δύο σε επαφή κτίσματα, ή τουλάχιστον των κτισμάτων αυτής των οποίων η κατάρρευση προσβάλλει άμεσα την όμορη ιδιοκτησία της καθ' ης και, συγκεκριμένα, να προβούν στην κατεδάφιση του ισογείου με πρόσοψη επί της οδού ... κτίσματος και όσον αφορά το όπισθεν αυτού, σε επαφή ευρισκόμενο ημιτριόροφο κτίσμα, στην κατεδάφιση του τμήματος του εφαπτόμενου με την ιδιοκτησία της (κοινό όριο νοτιοανατολικά αυτής) και δη σε πλάτος 4 μ. και βάθος 3 μ., εντός προθεσμίας 45 ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης του Δικαστηρίου, να υποβάλουν ενώπιον της αρμόδιας Διεύθυνσης της Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων σχετική αίτηση και φάκελο για την έκδοση της άδειας κατεδάφισης, καθώς και να υλοποιήσουν αυτήν (εργασίες κατεδάφισης και απομάκρυνσης των προϊόντων - μπαζών αυτής) εντός επιπλέον προθεσμίας 30 ημερών από την έκδοση της άδειας κατεδάφισης, άλλως, επέτρεψε αυτό στην καθ' ης, με δαπάνες των ανωτέρω.
Πριν την έκδοση της ως άνω απόφασης (30-9-2013) είχε ήδη εκδοθεί στο όνομα των Α., Ν. και Β. Τ. η υπ' αριθμ. 165/2013 οικοδομική άδεια της αρμόδιας Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων με έργο την κατεδάφιση διόροφου κτιρίου με τμήμα υπογείου και δώμα, που βρισκόταν στην οδό ... (Αθήνα). Τον Αύγουστο 2013 κατεδαφίστηκε το εν λόγω κτίσμα, πλην του υπογείου που είχε κλειστεί με μπάζα. Στη συνέχεια, η ως άνω υπ' αριθμ. 4517/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, μετά της προσβαλλόμενης από 18-6-2014 επιταγής προς εκτέλεση, επιδόθηκε στον αρχικώς ανακόπτοντα στις 20-6-2014, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ. 7919/20-6-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Τ., και επιτάχθηκε ο αρχικώς ανακόπτων-εις ολόκληρον με τους λοιπούς συνιδιοκτήτες- συνεναγομένους Ν. και Β. Τ.- "...να προβεί στην απομάκρυνση των προϊόντων-μπαζών κατεδαφίσεως οικοδομής των, που πραγματοποιήθηκε(κατεδάφιση) περί τας αρχάς Αυγούστου 2013, από την επιφάνεια οικοπέδου συνιδιοκτησίας του, κειμένου επί της οδού ... στην Αθήνα. Άλλως θα προβώ εγώ εις αυτήν (απομάκρυνση) δια εκτελέσεως της παραπάνω απόφασης δαπάναις του (και των λοιπών εναγομένων-συνιδιοκτητών), όπως ορίζεται στο διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως...".
Και, ενώ η επιταγή προς εκτέλεση αφορούσε απομάκρυνση μπαζών από την επιφάνεια του οικοπέδου (όπως άλλωστε οριζόταν στο διατακτικό της υπό εκτέλεση απόφασης), την 1η -7-2014 ο δικαστικός επιμελητής, σε εκτέλεση της ως άνω εντολής για αναγκαστική εκτέλεση, μετέβη μαζί με δύο μηχανήματα εκσκαφής και τους οδηγούς τους στο επί της οδού ... οικόπεδο και προέβη στις κάτωθι ενέργειες, συντασσομένης της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. .../1-7-2014 έκθεσης αναγκαστικής εκτέλεσης:
"... Εντοπίσαμε το "σημείο μηδέν" του οικοπέδου, εκεί δηλαδή που ευρίσκετο ο παλαιός διάδρομος πρόσβασης σε βάθος 0,40 μ. στο εμπρόσθιο μέρος και μέχρι ύψους 1,20 μέτρα στην πίσω αριστερή γωνία του οικοπέδου προς τη μεσοτοιχία (μέσο ύψος 0,80 μέτρα). Εν συνεχεία ορίσαμε την "λωρίδα" εδάφους σε πλάτος 3,00 μέτρα και σε μήκος 11,00 μ., από το οποίο θα γινόταν η αφαίρεση και η απομάκρυνση των μπαζών...". Επομένως, ενώ η εκτελούμενη απόφαση όριζε κατεδάφιση και απομάκρυνση μπαζών κατεδάφισης του τμήματος του εφαπτόμενου της ιδιοκτησίας της καθ' ης σε πλάτος 4 μ. και σε βάθος 3 μ. (σύνολο 12 τ.μ.), ο δικαστικός επιμελητής προέβη αυθαίρετα σε εκτέλεση σε πλάτος 3 μ. και σε βάθος 11 μ. (σύνολο 33 τ.μ.). Μάλιστα, η καθ' ης επέσπευσε την εν λόγω εκτέλεση, αν και η ισχύς της ως άνω οικοδομικής άδειας, που είχε εκδοθεί στα ονόματα των Α., Ν. και Β. Τ. και όχι της καθ' ης, είχε ήδη λήξει. Σε κάθε περίπτωση, οι επεμβάσεις του δικαστικού επιμελητή, που διενήργησε ο δικαστικός επιμελητής για λογαριασμό της καθ' ης και που επεκτάθηκαν σε βάθος κάτω από τη στάθμη του φυσικού εδάφους (στο υπόγειο της οικοδομής)... δεν περιλαμβάνονταν στο διατακτικό της υπό εκτέλεση απόφασης του Ειρηνοδικείου, αλλά ούτε και στην επιταγή προς εκτέλεση (:απομάκρυνση μπαζών μόνον, και μάλιστα μόνο από την επιφάνεια του οικοπέδου)...Επομένως, πρέπει ο δεύτερος λόγος της δεύτερης ανακοπής να γίνει δεκτός ως και κατ' ουσία βάσιμος...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο κατέληξε στο πόρισμα ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, αντίθετα, είχε κρίνει τον ως άνω λόγο της ανακοπής απορριπτέο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, θεωρώντας ότι ο δικαστικός επιμελητής δεν προέβη σε ενέργειες που υπερέβαιναν την εξουσία του, έσφαλε, και γι' αυτό, δέχθηκε εν μέρει στην ουσία της την έφεση των εκκαλούντων-ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσίβλητων και, αφού εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλουμένη 140/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο που απέρριψε την από 28-7-2014 ανακοπή των τελευταίων, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή αυτή και ακύρωσε την υπ' αριθμ. .../1-7-2014 έκθεση αναγκαστικής εκτέλεσης της υπ' αριθμ. 4517/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών(περί κατεδάφισης και απομάκρυνσης των προϊόντων αυτής), που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής Χ. Τ..
Η αναιρεσείουσα, με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης προβάλλει την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατ' ορθή εκτίμηση) αιτίαση της παραβίασης, από το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε, ως Εφετείο, κατ' ουσίαν την ένδικη ανακοπή των ήδη αναιρεσίβλητων, της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 945 παρ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι ο δικαστικός επιμελητής ενήργησε καθ' όλα νομίμως, σύμφωνα με το διατακτικό της υπ' αριθμ. 4517/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και την από 30-6-2014 σχετική εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της.
Ο λόγος, όμως, αυτός αναιρέσεως, κατά το ως άνω σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως σαφώς περιγράφεται στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλομένης απόφασης, η αναιρεσείουσα, κατά την εκτέλεση της ως άνω υπ' αριθμ. 4517/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, προέβη σε πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης διαφορετικές από εκείνες τις οποίες επέβαλλε η εκδοθείσα εκτελεστή απόφαση και οι οποίες, επίσης, είναι διαφορετικές από εκείνες για τις οποίες υπήρξε η επιταγή προς συμμόρφωση, προσδιορίζοντας με απόλυτη σαφήνεια αυτές.
Συγκεκριμένα, ενώ με την υπ' αριθμ. 4517/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών υποχρεώθηκαν οι αναιρεσίβλητοι να προβούν με δική τους ευθύνη και δαπάνες στην κατεδάφιση της επικίνδυνης οικοδομής συνιδιοκτησίας τους, αποτελούμενης από δύο σε επαφή κτίσματα, ήτοι να προβούν στην κατεδάφιση του ισογείου με πρόσοψη επί της οδού ... κτίσματος και όσον αφορά το όπισθεν αυτού, σε επαφή ευρισκόμενο ημιτριόροφο κτίσμα, στην κατεδάφιση του τμήματος του εφαπτόμενου με την ιδιοκτησία της (κοινό όριο νοτιοανατολικά αυτής) και δη σε πλάτος 4 μ. και βάθος 3 μ., καθώς και να απομακρύνουν τα προϊόντα-μπάζα αυτής, και η επιταγή προς εκτέλεση αφορούσε απομάκρυνση μπαζών από την επιφάνεια του οικοπέδου, σε πλάτος 4 μ. και σε βάθος 3 μ. (σύνολο 12 τ.μ.), ο δικαστικός επιμελητής προέβη αυθαίρετα σε εκτέλεση σε πλάτος 3 μ. και σε βάθος 11μ.(σύνολο 33 τ.μ.).
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και, συνακόλουθα, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο τον σχετικό δεύτερο λόγο της ανακοπής των ανακοπτόντων και ακύρωσε την υπ' αριθμ. .../1-7-2014 έκθεση αναγκαστικής εκτέλεσης της υπ' αριθμ. 4517/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών (περί κατεδάφισης και απομάκρυνσης των προϊόντων αυτής), που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής Χ. Τ..
Επίσης με το ίδιο (πρώτο) μέρος του ίδιου ως άνω (τρίτου) λόγου αναίρεσης προβάλλει και την αιτίαση της παραβίασης, από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 924, 926, 927, 929, 934 του ΚΠολΔ, χωρίς όμως να προσδιορίζεται ειδικότερα σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτών των διατάξεων, ενώ με το δεύτερο μέρος του ίδιου (τρίτου) λόγου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 20 επ. του Ν. 2318/1995 (Κώδικας Δικαστικών Επιμελητών), χωρίς, επίσης να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται το ερμηνευτικό σφάλμα, αναφορικά με την έννοια της επικαλούμενης διάταξης. Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά τα αμφότερα τα σκέλη του, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος και επιπλέον διότι υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων.
Σημειώνεται, εξάλλου, ότι οι παραδοχές του Εφετείου "...Ακόμα, δε,και εάν οι εν λόγω εργασίες ήταν απαιτούμενες για την άρση τυχόν επικινδυνότητας αυτές δεν πραγματοποιήθηκαν με βάση το διατακτικό της απόφασης, με το οποίο επισπευδόταν η υπό κρίση αναγκαστική εκτέλεση, και θα έπρεπε αυτές να είχαν αποτελέσει αντικείμενο άλλης διαγνωστικής δίκης μεταξύ των διαδίκων και όχι αντικείμενο αυθαίρετων εργασιών του δικαστικού επιμελητή, που δεν είναι πολιτικός μηχανικός, ούτε αρμόδιο όργανο να διακριβώσει τη συμμόρφωση ή μη- εν όλω ή εν μέρει- των εκκαλούντων - ανακοπτόντων προς το διατακτικό της απόφασης του Ειρηνοδικείου..." συνιστούν πλεοναστικές αιτιολογίες, που διατυπώθηκαν κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου προς άντληση επιχειρήματος υπέρ του σαφούς αποδεικτικού πορίσματος στο οποίο αυτό κατέληξε και δεν στηρίζουν το ανωτέρω διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης ώστε να θεμελιώνεται παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 20 επ. του Ν. 2318/1995, που αναφέρονται στις αρμοδιότητες-δικαιώματα και υποχρεώσεις του δικαστικού επιμελητή κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δεχόμενο, δήθεν, ότι ο δικαστικός επιμελητής έπρεπε να είχε γνώσεις πολιτικού μηχανικού.
Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, τρίτο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 4067/2012, του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού, επειδή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προέβη στην εσφαλμένη παραδοχή "Μάλιστα η καθ' ης επέσπευσε την εν λόγω εκτέλεση, αν και η ισχύς της ως άνω οικοδομικής άδειας, που είχε εκδοθεί στα ονόματα των Α., Ν. και Β. Τ. και όχι της καθ' ης, είχε λήξει", μολονότι για την απομάκρυνση των μπαζών δεν απαιτείται έκδοση οικοδομικής άδειας. Και η παραδοχή αυτή αποτελεί επιχείρημα του Δικαστηρίου προς ενίσχυση του σαφούς αποδεικτικού του πορίσματος και εκ περισσού τεθείσα αιτιολογία που δεν επιδρά στη διαμόρφωση του πορίσματός του. Επομένως ούτε η αιτίαση αυτή μπορεί να θεμελιώσει την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ως εκ τούτου, κατά το αντίστοιχο μέρος, είναι απαράδεκτος ο προαναφερόμενος (τρίτος) λόγος αναίρεσης.
Τέλος, με τις παραπάνω παραδοχές του το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο, διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων τις οποίες εφάρμοσε. Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα της ακυρότητας ή μη της διενεργηθείσας αναγκαστικής εκτέλεσης, στην οποία προέβη η αναιρεσείουσα, με τη διαδικασία του άρθρου 945 ΚΠολΔ, η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών.
Συνεπώς, και ο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατ' ορθή εκτίμηση), κατά το αντίστοιχο τμήμα τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει, κατά τα λοιπά, στην προσβαλλόμενη απόφαση και έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος. Κατά δε τις λοιπές αιτιάσεις του, ο ίδιος ως άνω λόγος, είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 560 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ, πλήττεται με αυτόν η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6.12.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8140/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για το σύνολο των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1974 - 2026 © Τετράβιβλος. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Όροι και Προϋποθέσεις