Συνθετη Αναζητηση Νομοθεσιας - Νομολογιας

Νομοθεσία

Α.Π. 287/2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΥΠΟΚΙΝΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΘΑΡΡΥΝΣΗ ΒΙΑΣ ΜΕΣΩ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ ΣΕ ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

 

Α.Π. 287/2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΥΠΟΚΙΝΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΘΑΡΡΥΝΣΗ ΒΙΑΣ ΜΕΣΩ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ ΣΕ ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ - (άρθρ. 41 ΣΤ παρ. 5 Ν. 2725/1999, άρθρ. 27 ΠΚ).

ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΛΗΨΗ ΑΞΙΟΠΟΙΝΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ - (άρθρ. 10 ΕΣΔΑ, άρθρ. 14 και 28 παρ. 1 Συντ., άρθρ. 41 ΣΤ παρ. 5 Ν. 2725/1999).

ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΠΛΗΡΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΧΩΡΙΣ ΕΙΔΙΚΗ ΜΝΕΙΑ ΤΟΥ ΚΩΛΥΜΑΤΟΣ - (άρθρ. 171 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠΔ, άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, άρθρ. 4 παρ. 1 και 20 παρ. 7, 10 Ν. 4938/2022).

ΕΙΔΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΚΑΙ ΟΡΘΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ - (άρθρ. 93 παρ. 3 Συντ., άρθρ. 139 ΚΠΔ, άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ).

ΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΦΟΡΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΑΚΡΟΑΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΑ ΜΕΣΑ - (άρθρ. 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, άρθρ. 329, 331, 358, 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ).

Ο Άρειος Πάγος απέρριψε αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για δημόσια υποκίνηση βίας μέσω διαδικτύου (άρθρο 41 ΣΤ παρ. 5 Ν. 2725/1999). Κρίθηκε ότι η ανάρτηση φωτογραφίας διαιτητή σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, συνοδευόμενη από φράσεις που προτρέπουν σε στοχοποίηση και εκδήλωση οργής («θα φτύσετε αίμα»), συνιστά αξιόποινη παρότρυνση σε βιαιοπραγία, υπερβαίνοντας τα νόμιμα όρια της ελευθερίας της έκφρασης κατά το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η συμμετοχή αναπληρωματικού δικαστή χωρίς εξειδίκευση του κωλύματος στα πρακτικά δεν επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι διαθέτει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, θεμελιώνοντας πλήρως τον δόλο του κατηγορουμένου.

Ν.Μ.


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικόλαου Δεγαϊτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημακόπουλο, για αναίρεση της αποφάσεως ΖΤ2633/2024 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14-10- 2024 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 20-12-2024 προσθέτους λόγους αυτής, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 953/24.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. ΖΤ 2633/2024 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της παράβασης του άρθρου 41 ΣΤ παρ. 5 του Ν. 2725/1999 και του επιβλήθηκε με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ, ποινή φυλάκισης τεσσάρων [4] μηνών, η οποία ανεστάλη για μία τριετία, έχει ασκηθεί: α] νομότυπα, αφού ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα με δήλωσή του που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου [άρθρα 466 παρ. 1, 474 παρ. 2Α ΚΠΔ], β] εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 25-9-2024 και η αίτηση έγινε στις 14-10-2024, εντός δηλαδή της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών [άρθρο 473 παρ. 1, 2, 3 ΚΠΔ] και γ] παραδεκτά, αφού ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ως μοναδικό λόγο αναίρεσης την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου [άρθρα 464, 504, 505 παρ. 1 α και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ].

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Εξάλλου, με την ως άνω αίτηση αναίρεσης πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω συναφείας [άρθρα 128 επ. ΚΠΔ] και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 20-12-2024 στη γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου [άρθρο 509 ΚΠΔ].

Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 εδ. β' του Ν. 4938/2022, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται από τον πρόεδρο πρωτοδικών ή το πρωτοδίκη της γενική επετηρίδας της περ. δ' του άρθρου 3 του Ν. 5108/2022, που τον αναπληρώνει και δύο πρωτοδίκες, από τους οποίους ο ένας δύναται να ανήκει στην ειδική επετηρίδα της περ. ε' του άρθρου 3, της παρ. 4 του άρθρου 7 και της παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν. 5108/2024. Περαιτέρω, στο άρθρο 20 παρ. 7 περ. α' του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: <<Αντικατάσταση δικαστή που έχει κληρωθεί ως μέλος της σύνθεσης δικαστηρίου, καθώς και του εισαγγελέα, δεν επιτρέπεται παρά μόνο από τον αναπληρωματικό δικαστή και εισαγγελέα αντίστοιχα, που ορίζεται κατά τη διαδικασία των παρ. 4 και 5, για λόγους ασθενείας ή ανυπέρβλητης υπηρεσιακής ή προσωπικής ανάγκης του κληρωθέντος μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου. Ο λόγος της αντικατάστασης αναγράφεται στα πρακτικά του δικαστηρίου. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αν εμφανιστεί ασθένεια ή ανυπέρβλητη υπηρεσιακή ή προσωπική ανάγκη στους αναπληρωματικούς, ο δικαστής ή ο εισαγγελέας που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία αντίστοιχα μπορεί, με αιτιολογημένη πράξη του, να αντικαταστήσει τον κληρωθέντα αναπληρωματικό δικαστή ή εισαγγελέα αντίστοιχα με άλλον μη κληρωθέντα. Η πράξη αυτή μνημονεύεται στα πρακτικά του δικαστηρίου>>.

Ακόμη, κατά την παρ. 10 του ίδιου ως άνω άρθρου 20 : <<Η μη τήρηση των παρ. 2 έως 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που θεραπεύεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης>>. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η συμμετοχή στη σύνθεση τριμελούς πλημμελειοδικείου αναπληρωματικού δικαστή, άνευ μνείας στα πρακτικά επακριβώς του λόγου της αντικατάστασης του τακτικού κληρωθέντος δικαστή δεν συνιστά αιτία κακής σύνθεσης του δικαστηρίου και πρόκλησης απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας. Τούτο συνάγεται από το ότι το είδος του λόγου και επομένως η ανάγκη αντικατάστασης, δεν διέρχεται από στάδιο δικαστικής έρευνας, αξιολόγησης και αποδοχής ή απόρριψης [δηλαδή αξιολόγησης της σοβαρότητας της ασθένειας ή εκτίμηση της σημασίας του προβαλλόμενου προσωπικού ή οικογενειακού ή άλλου κωλύματος του δικαστή],, ώστε να δύναται να τύχει εν συνεχεία αναιρετικού ή άλλου ελέγχου.

Συνεπώς, η γενική αναφορά [κατά κατηγορία] στο άρθρο 4 παρ. 1 εδ. β' Ν.4938/2022 των λόγων αντικατάστασης του δικαστή και ο ορισμός της αναγραφής αυτών στα πρακτικά, αποσκοπεί στην πληρότητα αυτών και δεν ασκεί επίδραση στη νομιμότητα της περαιτέρω διεξαγωγής της δίκης με τη συμμετοχή του αναπληρωματικού δικαστή, έστω και αν αναγράφεται η ύπαρξη κωλύματος του τακτικού κληρωθέντος δικαστή, χωρίς να εξειδικεύεται το είδος του κωλύματος [σχετ. ΑΠ 835/2022].

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, που λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και στον Άρειο Πάγο, υπάρχει αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών [Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ.]. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το Ζ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε, συγκροτήθηκε από τους: α] Κ. Σ., Πρόεδρο Πλημμελειοδικών, β] Τ. Μ., Πλημμελειοδίκη [σε αναπλήρωση της Πλημμελειοδίκη Χ. Π. λόγω κωλύματός της] και γ] Χ. Π., Πλημμελειοδίκη, που ορίστηκαν με κλήρωση, όπως προβλέπεται για το εν λόγω Πλημμελειοδικείο. Η σύνθεση αυτή καταρτίσθηκε νόμιμα και οι προβαλλόμενες με τον μοναδικό αναιρετικό λόγο αιτιάσεις, για κακή σύνθεση του ανωτέρω δικάσαντος Δικαστηρίου, επειδή αυτό συγκροτήθηκε από την αναπληρώτρια Πλημμελειοδίκη, χωρίς να προσδιορίζεται το είδος του κωλύματος της κληρωθείσας τακτικής Πλημμελειοδίκη, είναι αβάσιμες, διότι οι ανωτέρω αναπληρώσεις είναι θέμα εσωτερικής υπηρεσίας του Δικαστηρίου και γίνονται αμέσως μόλις εμφανιστεί το πρόβλημα και, επομένως, η μη ακριβής μνεία του λόγου της αντικατάστασης του Πλημμελειοδίκη, δεν συνιστά αιτία κακής σύνθεσης και πρόκλησης απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας. Σε κάθε δε περίπτωση, η ακυρότητα αυτή, λόγω κακής σύνθεσης, καλύφθηκε, διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προτάθηκε από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, όπως ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 10 του Ν. 4398/2022.

Κατά συνέπεια, ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω μη τήρησης των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση των Δικαστηρίου, είναι αβάσιμος Κατά το άρθρο 41 ΣΤ' του Ν. 2725/1999, << 1. Με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και χρηματική ποινή, εκτός εάν η πράξη τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη τιμωρείται όποιος εκ προθέσεως μέσα σε αθλητικές εγκαταστάσεις ή στον αμέσως περιβάλλοντα χώρο τους ή στις βοηθητικές εγκαταστάσεις ή στους χώρους προσέλευσης και στάθμευσης, κατά τη διάρκεια αθλητικής εκδήλωσης: α] ... β] βιαιοπραγεί κατ' άλλου, ανεξάρτητα εάν από την βιαιοπραγία επήλθε σωματική βλάβη, ή εκτοξεύει απειλές κατά προσώπου, το οποίο σύμφωνα με τους κανονισμούς της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας αναγράφεται στο φύλλο αγώνα, γ] ...>>.

Εξάλλου, κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 4 του Ν. 4908/2022, ως προς το ύψος της ποινής [στην ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι [6] μηνών προστέθηκε και η χρηματική ποινή] και εφαρμόζεται ως επιεικέστερη : << Όποιος παροτρύνει, υποκινεί, ενθαρρύνει ή διευκολύνει με οποιονδήποτε τρόπο και ιδίως δημόσια ή δια εντύπου ή ηλεκτρονικού τύπου ή του διαδικτύου μεμονωμένα άτομα ή οργανωμένες ομάδες προσώπων για να διαπράξουν αδικήματα του παρόντος άρθρου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι [6] μηνών>>.

Η ως άνω διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 41 ΣΤ' του Ν. 2725/1999, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν.5085/2024, με το οποίο η ως άνω παράγραφος περιέλαβε τα παραπάνω ως εδάφιο α' και προστέθηκαν σε αυτήν και άλλα εδάφια, με το εξής περιεχόμενο: << α] ..., β] Όποιος με δημόσιες δηλώσεις, ανακοινώσεις, δημόσιες καταχωρίσεις, δημοσιεύσεις υποκινεί, παροτρύνει ενθαρρύνει ή διευκολύνει πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να οδηγήσουν στη διάπραξη αδικημάτων βίας ή απειλής βίας, σε βάρος των διοικητικών, δικαιοδοτικών, δικαστικών και πειθαρχικών οργάνων του επαγγελματικού αθλητισμού, των προσώπων που συγκροτούν τα όργανα διαιτησίας του επαγγελματικού αθλητισμού και γενικώς των διαιτητών, των μελών διοίκησης της οικείας αθλητικής Ομοσπονδίας, καθώς και κατά των αξιωματούχων επαγγελματικών Α.Α.Ε.. καθώς και κατά δημοσιογράφων, οι οποίοι στο πλαίσιο της ιδιότητάς τους καλύπτουν ή καθ' οιονδήποτε τρόπο συμπράττουν στην κάλυψη ή σχολιάζουν εκδηλώσεις επαγγελματικού αθλητισμού, καθώς και συναφή προς αυτές ζητήματα και των μελών της Δ.Ε.Α.Β και της Επιτροπής Επαγγελματικού Αθλητισμού, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός [1] έτους και χρηματική ποινή, γ] ... δ] ...>>.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η οποία κυρώθηκε με τι ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, <<Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων>>. Με το ως άνω άρθρο αναγνωρίζεται το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης, το οποίο αναγνωρίζεται και από τα άρθρα 14 και 19 του Συντάγματος. Το δικαίωμα, όμως, τούτο υπόκειται σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ [ και 19 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν.2462/1997], σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων.

Εξάλλου, με βάση την ερμηνεία του ΕΔΔΑ για το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, το ΕΔΔΑ δέχθηκε, ενόψει και των επιτρεπτών περιορισμών της παρ. 2 της εν λόγω διάταξης, ότι παρά την υψηλή προστασία που πρέπει να απολαμβάνει η ελευθερία της έκφρασης, κατά την άσκηση του δικαιώματος αυτού, το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης που θεσπίζουν οι εν λόγω διατάξεις, αφορά αποκλειστικά την διάδοση αληθινών πληροφοριών. Επίσης, ότι κατά την άσκηση του δικαιώματος αυτού, κατ' επίκληση του άρθρου 10 παρ. 1, μπορεί κάποιος να απευθύνει κατά δημοσίων προσώπων σκληρές και υπερβολικά δυσμενείς αξιολογικές κρίσεις και χαρακτηρισμούς και όχι να προβάλλει πραγματικά περιστατικά δεκτικά αποδείξεως, τα οποία θεμελιώνουν ισχυρισμούς, που συνιστούν αξιόποινες πράξεις [ΑΠ 328/2020, ΑΠ 624/2019].

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στο οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού [δόλου] στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικά το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης [άμεσος δόλος] ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός [ εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση]. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μάσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους [μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.], χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διάφορων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δε εξαίρονται τα υπόλοιπα [ΑΠ 835/2022]. Η απαιτούμενη , από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής.

Όσο δε αφορά τους αρνητικούς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους με του οποίους αρνείται [γενικά ή ειδικά] ή αποκρούει στοιχεία της κατηγορίας, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται μεν με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, πλην όμως υπό το πρίσμα των ρυθμίσεων του νέου ΚΠΔ, που με την πρόβλεψη απόλυτης ακυρότητας στις περιπτώσεις παραβίασης υπερασπιστικών εκφάνσεων του δικαιώματος ακρόασης, που παρέχεται στον κατηγορούμενο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 177 ΚΠΔ, στο οποίο τυποποιείται ιστορικά η αρχή της ηθικής απόδειξης και 178 ΚΠΔ [στο οποίο ενσωματώθηκε το πρώτο εδάφιο του άρθρου 179 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ] και το οποίο αφορά στο απεριόριστο των αποδεικτικών μέσων και στην υποχρέωση των δικαστικών προσώπων να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια, αλλά και να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο των αυτονόητα απορρεουσών από το τεκμήριο αθωότητας αρχών της μη υποχρέωσης του κατηγορουμένου να αποδείξει την αθωότητά του και της αρχής in dubio pro reo, διαμορφώνεται μία ορθότερη από συστηματική άποψη κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού, κατά το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, η οποία αντανακλά πληρέστερα την άρρηκτη σχέση του δικαιώματος υπεράσπισης με το δικαίωμα ακρόασης και αποδίδει την πραγματική νομική διάσταση του δικαιώματος αυτού ως υπερασπιστικού δικαιώματος που αξιώνει τυπικά και ουσιαστικά ίση προστασία.

Συνεπώς, οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί του κατηγορουμένου εξακολουθούν λόγω της φύσης τους ως συνδεόμενοι με στοιχεία τόσο της αντικειμενικής όσο και της υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης που εκδικάζεται, να αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, αλλά εντασσόμενοι στην παραπάνω κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού κατά το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, απαιτούν ευρύτερη και αυτεπάγγελτη έρευνα στο πλαίσιο των ως άνω αρχών κάθε αποδεικτικού στοιχείου για την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και τη θεμελίωση σ' αυτή της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου [ ΑΠ 409/2023, ΑΠ 32/2021]. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει,, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση [ΑΠ 835/2022, ΑΠ 886/2020].

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε στο σκεπτικό του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Στις 19-2-2017, διεξήχθη στο Ολυμπιακό Στάδιο Αθηνών [ΟΑΚΑ], στο Μαρούσι Αττικής, ποδοσφαιρικός αγώνας μεταξύ των ομάδων <> και <> που έληξε με ήττα της δεύτερης. Οπαδοί της ηττηθείσας ομάδας, όπως και φίλα προσκείμενοι σε αυτήν δημοσιογράφοι και αρθρογράφοι σε αθλητικές εφημερίδες και ιστοσελίδες, απέδωσαν άμεσα την ήττα στον τρόπο που ο διαιτητής του αγώνα Σ. Μ. είχε διεξάγει τη διαιτησία αυτού. Μεταξύ αυτών δε, και ο εξετασθείς ως μάρτυρας δημοσιογράφος ο οποίος συνέταξε και δημοσίευσε στην ιστοσελίδα http: karpetshow .gr/blog ένα άρθρο υπό τον τίτλο <<Θα φτύσει αίμα>> όπου μεταξύ άλλων ανέφερε ότι <<...Ο ... θα φτύσει αίμα για να κατακτήσει το πρωτάθλημα>> διότι έχει απέναντί του το ίδιο το κράτος και τους λειτουργούς του, αναφερόμενος σε κάποιες εισαγγελικές έρευνες που κατά τον ίδιο σκόπευαν να πλήξουν την ιδιοκτησία της ομάδας και όχι να επιφέρουν την κάθαρση στο ποδόσφαιρο. Στο άρθρο αυτό, κάτω από τον τίτλο <<θα φτύσει αίμα>>, ετέθη η φωτογραφία του διαιτητή του αγώνα, καθιστώντας άμεσα αντιληπτό ότι κατά τον αρθρογράφο ήταν και αυτός μέρος όσων <<πολεμούσαν>> με αθέμιτα μέσα την ομάδα του Ολυμπιακού, διαπλεκόμενος προφανώς με αυτούς. Κατά την εξέτασή του ως μάρτυρα, ο ως άνω αρθρογράφος ανέφερε για το συγκεκριμένο διαιτητή ότι επελέγη να τεθεί η φωτογραφία του στο συγκεκριμένο άρθρο διότι ήταν πρωταγωνιστής του αγώνα και το πρόσωπο της ημέρας που όλοι συζητούσαν, αναφέροντας προς τεκμηρίωση της θέσης του ότι <<δεν είναι πολύ συνηθισμένο ένας διαιτητής να δίνει σε ένα ντέρμπι δύο αποβολές>>.

Ουσιαστικά τον συγκεκριμένο διαιτητή <<συζητούσαν>> οι οπαδοί της ηττηθείσας ομάδας, μέρος των οποίων του απέδιδαν την ήττα της σε αυτόν τον αγώνα, καταλογίζοντας την αλλοίωση του αποτελέσματος με την επίδειξη εύνοιας προς την αντίπαλη ομάδα, με σκοπό να ανακοπεί η καλή πορεία της ηττηθείσας στο πρωτάθλημα, το οποίο διαφαίνεται τόσο στο άρθρο όσο και στην κατάθεση του μάρτυρα, που για να καταδείξει το ρόλο αυτό του διαιτητή στον αγώνα, που προσδιόρισε σκόπιμα ως πρωταγωνιστή αυτού, αναφέρθηκε στις δύο αποβολές ποδοσφαιριστών [της ηττηθείσας ομάδας προφανώς] που χαρακτήρισε ως ασυνήθιστο γεγονός.

Τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ο κατηγορούμενος, τύγχανε διευθυντής επικοινωνίας της ηττηθείσας ομάδας, οπότε, και ενστερνιζόμενος τις ανωτέρω απόψεις, θέλησε να αναφερθεί και εκείνος στη διισχυριζόμενη ευθύνη της διαιτησίας στην ήττα της ομάδας του, οπότε και προέβη στην ένδικη ανάρτηση - δημοσίευση, στον προσωπικό του λογαριασμό στο facebook, στον οποίο, ως γνώριζε, είχαν πρόσβαση ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός οπαδών της συγκεκριμένης ομάδας, μεταξύ των οποίων και εντόνως φανατισμένοι. Θέλησε δε να περιλάβει στη δημοσίευση και το ανωτέρω άρθρο, όχι καθ' ολοκληρίαν αλλά κατά το μέρος στο οποίο ήθελε να εστιάσει, καταλείποντας για το υπόλοιπο μόνον την ηλεκτρονική διεύθυνση ή και τον ηλεκτρονικό του σύνδεσμο [link] όπου θα μπορούσαν να αναζητούν οι διαδικτυακοί ακόλουθοί του τα περαιτέρω. Έτσι, κατόπιν του δικού του κειμένου, ανήρτισε τη φωτογραφία του διαιτητή και ακολούθως την πρόταση <<θα φτύσει αίμα>> και κάτωθι μέρος της πρώτης πρότασης του άρθρου και την διεύθυνση του block που είχε αναρτηθεί. Επέλεξε συγκεκριμένα τη φωτογραφία του διαιτητή για να καταδείξει την πεποίθησή του για την ευθύνη του για την ήττα της ομάδας και για να καταστήσει σαφές ότι συναριθμεί αυτόν μεταξύ όσων έβαλλαν σκόπιμα κατά της ομάδας.

Επίσης επέλεξε σκόπιμα τον τίτλο του ανωτέρω άρθρου που ούτως ή άλλως αποτελούσε μία σαφή απειλή προς το διαιτητή [<<θα φτύσει αίμα>>], γι' αυτό και τοποθέτησε την πρόταση αυτή κάτωθι της φωτογραφίας του διαιτητή, ενώ αν ήθελε υποτεθεί ότι ήθελε γενικώς να αναφερθεί στα διισχυριζόμενα εμπόδια που αντιμετωπίζει η ομάδα του Ολυμπιακού [από το κράτος κ.λπ.] θα είχε απαλείψει τη φωτογραφία του διαιτητή ώστε να μην υπάρχει σύνδεση μεταξύ της απειλής βίας που συνεπάγεται από την πρόταση αυτή με το πρόσωπο αυτού [διαιτητή] Προ δε τούτων, και για να εκφράσει σαφέστερα τις δικές του απόψεις για το θέμα, ανέγραψε <<Ήρθε να καταλάβετε όλοι τι συμβαίνει και πως προσπαθούν με μανία να μας εξοντώσουν. Τους έχουμε όλους απέναντι [ομάδες, θεσμούς, διαιτησία, κράτος] και δυστυχώς, θα πρέπει να μαλώνουμε μεταξύ μας στο διαδίκτυο. Κάντε τον κόπο να διαβάσετε αυτό το κείμενο. Και ίσως δείτε λίγο διαφορετικά τα πράγματα. Σχετικά με το που πρέπει να στρέφεται την οργή σας σε αυτούς τους καιρούς ...>>.

Με την τελευταία πρόταση, προέτρεψε ευθέως τους φανατικούς οπαδούς της ομάδας να στρέψουν την οργή τους σε όσους είχε αναφέρει πριν ότι <<προσπαθούν με μανία να μας εξοντώσουν>>, εντάσσοντας σε αυτούς και διαιτητές. Κατόπιν δε, για να προσφέρει έναν ως άξιο αποδέκτη της οργής των φανατικών της ομάδας οπαδών, τοποθέτησε τη φωτογραφία του διαιτητή του αγώνα Σ. Μ. και ακολούθως την έκφραση <<θα φτύσει αίμα>>. Έστω και αν η πρόταση αυτή αποτελούσε τον τίτλο του άρθρου που ο κατηγορούμενος σύστηνε στους διαδικτυακούς ακόλουθους να διαβάσουν [που επίσης βρίθει ισχυρισμών συνομωσίας εναντίον της συγκεκριμένης ομάδας και μπορεί, εφόσον γίνει πιστευτό, να προκαλέσει την οργή των οπαδών της εναντίον όσων κατονομάζει ως υπαιτίων], αποτελούσε επιπλέον αυτοτελώς και μία απειλητική έκφραση [άσκηση ακραίας βίας] που συνδυαστικά με όσα προηγουμένως έχουν γραφεί [ιδίως η έκφραση <> και τη θέση της κάτωθι της φωτογραφίας του διαιτητή συνάγεται σαφώς ότι με αυτήν ο κατηγορούμενος παρακινούσε εναργώς και ευθέως τους αποδέκτες της να στρέψουν την οργή τους εναντίον του συγκεκριμένου διαιτητή, η φωτογραφία του οποίου δεν είχε κανένα άλλο λόγο να δημοσιευθεί στη συγκεκριμένη ανάρτησή του. Άλλωστε και το ίδιο το άρθρο στο οποίο αναφέρεται στη συγκεκριμένη δημοσίευσή του στοχοποιεί το συγκεκριμένο διαιτητή για την ήττα της ομάδας και η επιλογή της έκφρασης <<θα φτύσει αίμα>>, έστω και αν εν συνεχεία εντάσσεται σε μία άλλου περιεχομένου πρόταση, συνιστά μία άμεση απειλή προς το πρόσωπό του, αφού τίθεται κάτωθι της φωτογραφίας του, της οποίας η δημοσίευσή της ουδένα άλλο σκοπό εξυπηρετούσε δεδομένου δε ότι δεν υπάρχουν στο άρθρο φωτογραφίες του αγώνα ή άλλη φωτογραφία.

Η προτροπή αυτή ήτοι να στρέψουν την οργή τους οι οργισμένοι με την ήττα της ομάδας οπαδοί της κατά του συγκεκριμένου διαιτητή ως υπαιτίου της ήττας της αποτελεί μία σαφή προτροπή - υποκίνηση άσκησης ακραίας βίας [<<θα φτύσει αίμα>>] έναντι του συγκεκριμένου προσώπου [διαιτητή], που επειδή εκφράστηκε από έναν σημαντικό παράγοντα της συγκεκριμένης ομάδας, την καθιστά ακόμα περισσότερο επικίνδυνη, δεδομένης και της επιρροής που αυταπόδεικτα ο κατηγορούμενος εκ της θέσεώς του είχε στους οπαδούς της συγκεκριμένης ομάδας. Ο κατηγορούμενος δε, προέβη στη συγκεκριμένη δημοσίευση, εν γνώσει ότι ένα μέρος των αναγνωστών της ήταν φανατικοί οπαδοί της ομάδας του και κάποιο εξ αυτών ακραίοι στη συμπεριφορά τους, όπως επανειλημμένα έχει παρατηρηθεί με τους υπερβολικά φανατισμένους οπαδούς αθλητικών ομάδων, είτε λόγω του νεαρού της ηλικίας τους είτε της υπέρμετρα φανατισμένης ψυχοσύνθεσής τους είτε και της αντικειμενικής - παραβατικής συμπεριφοράς τους, οπότε και είναι ικανοί να εκδηλώσουν ακραία βία κατά όποιου υπολάβουν ως εχθρό της ομάδας τους.

Ως εκ τούτου η προτροπή του να στρέψουν την οργή τους έναντι των <<υπαιτίων>> της ήττας της ομάδας τους εκ των οποίων προσδιόριζε σαφώς μόνον τον διαιτητή του αγώνα, με την ανάρτηση της φωτογραφίας του και κάτωθι αυτής την πρόταση <<θα φτύσει αίμα>>, ήταν άκρως επικίνδυνη και επαγόταν την υποκίνηση σε βία εναντίον του. Ήδη δε κατά την περίοδο που αναρτήθηκε το συγκεκριμένο άρθρο το ελληνικό ποδόσφαιρο μαστιζόταν από τη βία φανατισμένων οπαδών αθλητικών ομάδων, οι οποίοι είχαν στραφεί ευθέως και κατά διαιτητών, ώστε η <<στοχοποίηση>> του συγκεκριμένου διαιτητή να επαγόταν κίνδυνο ακόμα και για τη ζωή του. Η αθλητική βία εξάλλου που έχει ασκηθεί κατά καιρούς από ακραίους οπαδούς αθλητικών ομάδων έχει οδηγήσει ακόμα και στο θάνατο ανθρώπων και ο κίνδυνος αυτός εξακολουθούσε, και εξακολουθεί υπαρκτός, όπως η ιστορία των πραγμάτων κατέδειξε, το οποίο, αν και γνώριζε ο κατηγορούμενος, δεν αυτόν από την ανωτέρω δημοσίευση. Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, κρίνεται ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος του αδικήματος που του αποδίδεται, όπως ειδικότερα περιγράφεται στο διατακτικό της παρούσας, διότι κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, ήτοι με την ένδικη δημόσια διαδικτυακή δήλωσή του, παρότρυνε, υποκίνησε και ενθάρρυνε, μεμονωμένα άτομα αλλά και οργανωμένες ομάδες φανατικών οπαδών της προαναφερόμενης ομάδας, να διαπράξουν αδικήματα του άρθρου 41 ΣΤ' του Ν. 2725/1999, ιδίως δε να βιαιοπραγήσουν κατά του ανωτέρω διαιτητή, ώστε οι περί του αντιθέτου αρνητικού ισχυρισμοί του κατηγορουμένου κρίνονται αβάσιμοι>>.

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη του άρθρου 41 ΣΤ' παρ. 5 του Ν. 2725/1999 και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης τεσσάρων [4] μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: <<Στις 20-2-2017 στην Αθήνα με πρόθεση υποκίνησε με οποιονδήποτε τρόπο κι ενθάρρυνε μέσω του διαδικτύου μεμονωμένα άτομα ή οργανωμένες μονάδες προσώπων να διαπράξουν αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται στις διατάξεις του άρθρου 41 ΣΤ' του Νόμου 2725/1999 και ειδικότερα στον ως άνω τόπο και χρόνο, ο ανωτέρω κατηγορούμενος υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής επικοινωνίας της <> σε ανάρτηση σε προσωπικό λογαριασμό του στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης << facebook >> με user id https: //www. Facebook. Com/K. K./posts/1 Q155105701429407 <> στον οποίο πρόσβαση έχουν δεκάδες χιλιάδες οπαδοί της <>, η οποία έλαβε χώρα μετά τη λήξη του αγώνα ποδοσφαίρου της 21ης αγωνιστικής του πρωταθλήματος της Superleague μεταξύ των ομάδων << ... - ...>> που διεξήχθη στο γήπεδο ΟΑΚΑ την 19.30 της 19-2-2017 και στον οποίο η ομάδα της ... νίκησε με τελικό σκόρ 1 - 0 με την ... να εκφράζει έντονα παράπονα για τη διαιτησία του διαιτητή του αγώνα Σ. Μ., αναφέρει απευθυνόμενος στους οπαδούς του ...: << Ήρθε η ώρα να καταλάβετε όλοι τι συμβαίνει και πως προσπαθούν με μανία να μας εξοντώσουν. Τους έχουμε όλους απέναντι [ομάδες, θεσμούς διαιτησία, κράτος]και δυστυχώς πρέπει να μαλώνουμε και μεταξύ μας στο διαδίκτυο. Κάντε ένα κόπο να διαβάσετε το κείμενο. Και ίσως δείτε λίγο διαφορετικά τα πράγματα. Σχετικά με το που πρέπει να στρέφεται την οργή σας σε τέτοιους καιρούς...>>.

Το κείμενο ακολουθούσε μία φωτογραφία του διαιτητή της ανωτέρω συνάντησης Σ. Μ. με τη λεζάντα <<θα φτύσει αίμα ...>> και στη συνέχεια link κοινοποίησης σχετικού άρθρου του δημοσιογράφου Α. Κ.. Η ανωτέρω ανάρτηση του κατηγορουμένου διευθυντή επικοινωνίας της ... που απευθύνεται κυρίως σε οπαδούς της ομάδας <> εμπεριέχει φρασεολογία που υποκινεί και ενθαρρύνει τυχόν αναγνώστες της προς τη διάπραξη αδικημάτων του άρθρου 41 ΣΤ' του Ν. 2725/1999 καθώς δύναται να τους στρέψει σε πράξεις βίας με αποδέκτη τον απεικονιζόμενο διαιτητή Σ. Μ. τον οποίο στοχοποιεί τοποθετώντας την φωτογραφία του ανάμεσα στις φράσεις <<...σχετικά με το που στρέφεται την οργή σας σε αυτούς τους καιρούς...>> και <<θα φτύσει αίμα>>... Σημειωτέον ότι η συντριπτική πλειοψηφία των αναγνωστών των αναρτήσεων του ως άνω κατηγορουμένου ως ο ίδιος πολύ καλά γνωρίζει, είναι φανατικοί οπαδοί της ομάδας του Ολυμπιακού και κάποιοι εξ αυτών [όπως και όλοι οι φανατικοί οπαδοί όλων των ομάδων παγκοσμίως] λόγω του νεαρού της ηλικίας τους, της υπέρμετρα φανατισμένης ψυχοσύνθεσής τους που απορρέει από την παθολογική αγάπη προς την ομάδα, [πολλώ μάλλον κάποιοι που ήδη διάκεινται αρνητικά και περιφρονούν τη νομιμότητα και την τήρηση της έννομης τάξης έχοντας την προδιάθεση ή και τη βούληση εκδήλωσης αντικοινωνικής συμπεριφοράς] μέσα από την ανάγνωση των συγκεκριμένων αναρτήσεων ίσως εδραίωσαν την πεποίθηση ότι βλάπτοντας τον κατονομαζόμενο από την ανάρτηση διαιτητή θα ωφελήσουν την αγαπημένη τους ομάδα και μάλιστα προέβη στις εν λόγω αναρτήσεις, αν και διευθυντής επικοινωνίας της ..., που είχε αυξημένη εκ της θέσεώς του την ευχέρεια διαμόρφωσης και επηρεασμού της γνώμης και της συμπεριφοράς των οπαδών της ομάδας, σε μία χρονική περίοδο μάλιστα που το ελληνικό ποδόσφαιρο μαστιζόταν από τη βία που προσφάτως είχε στραφεί και κατά διαιτητών - μελών της ΚΕΔ και είτε με τη μορφή της απειλής της ζωής κατά του Ι. Τ. από δύο αγνώστους δράστες που έλαβε χώρα στις 4-11-2016 στην οικία του και μπροστά στα μάτια των τέκνων του είτε με τη μορφή του εμπρησμού [διακεκριμένης φθοράς δια πυρός] της οικίας του Γ. Μ. στην Ιερισσό Χαλκιδικής που έλαβε χώρα από άγνωστους δράστες στις 8-11-2016>>.

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας, ως προς την κρίση του επί της ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 περ. γ', 14, 1, 17, 18, 2 παρ. 1 α, 27 ΠΚ και 41 ΣΤ' παρ. 5 Ν. 2725/1999, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή, ασαφή, αντιφατική ή ενδοιαστική αιτιολογία και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα: α] έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο, τα οποία αναφέρει κατ' είδος, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτίθενται στην απόφαση και οδήγησαν στην καταδικαστική του κρίση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η κατάθεση του Α. Κ., β], αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να απαιτείται η αναλυτική παράθεση και μνεία του τι προκύπτει από καθένα από αυτά, ενώ δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, γ] δεν προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει αιτιολογία γιατί οδηγήθηκε σε διαφορετικά συμπεράσματα από όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δ] αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά για τις συνθήκες τέλεσης της ανωτέρω αξιόποινης πράξης και ειδικότερα η επίδικη ανάρτηση στο διαδίκτυο, που εμπεριέχει εικόνα συνδεόμενη με φράση, η οποία προσδίδει το παράνομο χαρακτήρα στην ανάρτηση του κατηγορουμένου. Ειδικότερα η αιτιολογία τη απόφασης επικεντρώνεται κυρίως στη θέση της εικόνας του διαιτητή Σ. Μ. πάνω στη φράση <<θα χυθεί αίμα>> και κάτω από τη φράση <<Σχετικά με το που πρέπει να στρέφεται την οργή σας σε τέτοιους καιρούς ...>>.

Η εύγλωττη αυτή οπτική σύνδεση δεν απέβλεπε σε οτιδήποτε άλλο παρά στη στοχοποίηση του διαιτητή από βίαιους και φανατικούς οπαδούς της Πειραϊκής ομάδας [βίαιες πράξεις των οποίων εις βάρος διαιτητών κατά το παρελθόν μνημονεύονται στην απόφαση], με βάση τη δυνατότητα αναγνώρισης αυτού από τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, όπως είχαν αποτυπωθεί στη φωτογραφία. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η φράση <<θα χυθεί αίμα>> αναφέρεται στην περικοπή του ανωτέρω δημοσιογραφικού άρθρου ότι ο ... θα πρέπει να χύσει αίμα για να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες που δημιουργεί η εχθρική του αντιμετώπιση από επίσημους αθλητικούς φορείς αποτελεί εκδοχή νοηματικά ασύνδετη με το περιεχόμενο της ανάρτησης και τον υπότιτλο αυτής, ιδίως δε με την όλως ασυνήθη, αν όχι και πρωτοφανή για τα αθλητικά χρονικά παράθεση της φωτογραφίας ενός διαιτητή σε αθλητικό κείμενο που αφορά την πορεία και τις δυσχέρειες μίας μεγάλης ποδοσφαιρικής ομάδας στο να κατακτήσει το πρωτάθλημα. Η δε τοιαύτη παράθεση του κατηγορουμένου δεν απαλείφεται από τις φράσεις <<όλα αυτά δεν έχουν σχέση με τη διαιτησία>> και <<δεν έχει ανάγκη ο ... από τέτοιες υπερβολές>>, που επικαλείται ο αναιρεσείων προς υπεράσπισή του οι οποίες αναφέρονται σε άλλα θέματα του άρθρου, μεταξύ των οποίων και της απροθυμίας της Διοικήσεως του Ολυμπιακού να καταφύγει σε αθέμιτες μεθόδους για την απόκτηση τίτλων, υιοθετώντας αντίστοιχη τακτική που ακολουθούν άλλες ομάδες, ε] η διάταξη του άρθρου 41 ΣΤ' παρ. Ν. 2725/1999, δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, με την οποία προστατεύεται η ελευθερία της έκφρασης, όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, καθόσον το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης που θεσπίζουν οι προαναφερόμενες διατάξεις, αφορά, όπως ήδη εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, τη διάδοση αληθινών πληροφοριών και την σκληρή και δυσμενή κριτική προσώπων, πρέπει όμως να ασκείται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, όπως είναι και η ανωτέρω διάταξη του Ν. 2725/1999, και κατά την άσκησή του, δεν είναι ανεκτή η διάπραξη αξιόποινης πράξης [σχετ. ΑΠ 624/2019, ΑΠ 141/2010].

Επομένως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου τους οποίους εφάρμοσε και καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή αυτών στις εφαρμοστέες διατάξεις και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος και εμπεριεχόμενος στον τρίτο τέταρτος από τους πρόσθετος λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι αβάσιμοι.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 362 και 367 ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο εγγράφου, που δεν αναγνώστηκε για το σχηματισμό της κρίσης του, για την ενοχή, την αθωότητα ή την επιβλητέα ποινή στον κατηγορούμενο, παραβιάζει την αρχή της προφορικότητας και δημοσιότητας και την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 ΚΠΔ να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας [άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ], η οποία ιδρύει τον αναφερόμενο στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης [ΑΠ 42/2023, ΑΠ 405/2019].

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο πρόσθετο λόγο εκθέτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι: <<Οπαδοί της ηττηθείσας ομάδας, όπως και φίλα προσκείμενοι σε αυτήν δημοσιογράφοι και αρθρογράφοι σε αθλητικές εφημερίδες και ιστοσελίδες, απέδωσαν άμεσα την ήττα στον τρόπο που ο διαιτητής του αγώνα Σ. Μ. είχε διεξαγάγει τη διαιτησία αυτού>>, πλην όμως, μεταξύ των αναγνωσθέντων και εκτιμηθέντων εγγράφων, δεν περιλαμβάνοντο ούτε δημοσιεύματα αθλητικών εφημερίδων, ούτε ιστοσελίδες δημοσιογράφων και επομένως η μη αναγραφή τους στέρησε τον κατηγορούμενο από την άσκηση των δικαιωμάτων του από το άρθρο 358 ΚΠΔ. Όμως, η ως άνω φράση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης που αναφέρεται διηγηματικά και δεν επηρεάζει το πόρισμά της, το οποίο επαρκώς στηρίζεται και χωρίς την περικοπή αυτή του αιτιολογικού, στηρίζεται σε άρθρο του δημοσιογράφου του αθλητικού τύπου Α. Κ. στην ιστοσελίδα που διατηρεί αλλά και στην απολογία του κατηγορουμένου στην οποία αναφέρεται ότι: << ... Το σχόλιό μου είχε να κάνει όπως ακούσατε και πριν με το γεγονός ότι παρά πολλοί φίλοι του Ολυμπιακού, τους οποίους εγώ ακολουθώ και συμμετέχω σε forum και κοινότητες έκαναν επιθέσεις στην ομάδα μου, στον προπονητή, στους ποδοσφαιριστές και εγώ ήθελα να τους πω απλά ότι κοιτάξτε είναι ένα δύσκολο πρωτάθλημα, στηρίξτε την ομάδα...>>.

Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας [άρθρο 578 παρ.1 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 Ν. 5090/2024], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-10-2024 αίτηση του Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ..., Λιμένας Ζέας [γραφεία ΠΑΕ ...], για αναίρεση της υπ' αριθ. ΖΤ2633/2024 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και τους επ'αυτής πρόσθετους λόγους.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων [800] ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ          Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ