Α.Π. 990/2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΑ ΜΕ ΠΡΟΘΕΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΑΥΤΗΣ ΣΕ ΗΡΕΜΗ ΨΥΧΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ - (άρθρ. 299 παρ. 1 ΠΚ, άρθρ. 42 παρ. 1 ΠΚ).
ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΛΟΓΩ ΑΝΕΠΙΤΡΕΠΤΗΣ ΕΠΕΚΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΟΝΤΟΣ ΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΣΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ - (άρθρ. 367 παρ. 1 ΚΠΔ, άρθρ. 171 παρ. 3 ΚΠΔ).
ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΜΗ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗΣ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΣΕ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΗ ΑΠΟΠΕΙΡΑ - (άρθρ. 44 παρ. 2 ΠΚ).
ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΤΗΣ ΕΛΑΦΡΥΝΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΝΟΜΟΥ ΒΙΟΥ - (άρθρ. 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ).
ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΥΛΟΓΗΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ - (άρθρ. 84 παρ. 3 ΠΚ, άρθρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ).
Η υπ’ αριθμ. 990/2025 απόφαση του Αρείου Πάγου επικυρώνει την καταδίκη για ανθρωποκτονία και απόπειρα αυτής σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς περί «βρασμού ψυχικής ορμής». Το Δικαστήριο αποσαφηνίζει ότι η απόλυτη ακυρότητα λόγω παρέμβασης του υποστηρίζοντος την κατηγορία στο στάδιο της ποινής προϋποθέτει πραγματική επέκταση επί της επιμέτρησης και όχι απλή αναφορά στα πραγματικά περιστατικά. Ιδιαίτερη σημασία έχει η ερμηνεία του «σύννομου βίου», ο οποίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά απαιτεί ουσιαστικό σεβασμό των έννομων αγαθών. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε λόγω της προγενέστερης βίαιης συμπεριφοράς του δράστη κατά της συζύγου του. Τέλος, επιβεβαιώνεται η ορθή εφαρμογή των διατάξεων για την πεπερασμένη απόπειρα και τον εύλογο χρόνο της ποινικής διαδικασίας.
Ν.Μ.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Π. Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια και Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Μασούρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Λ. Δ. του Κ., κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Ιωαννίνων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της απόφασης 33-34/2024 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας.
Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1.Α. Σ. του Σ., κάτοικο ..., 2.Σ. Κ. του Α., κάτοικο ..., 3.Σ. Κ. του Α., κάτοικο ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μπιστιόλη και 4.Σ. Θ. του Γ., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κέρκυρας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.1.2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη, από 24-01-2025, αίτηση του Λ. Δ. του Κ., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Ιωαννίνων, για αναίρεση της με αριθμ. 33 - 34/2024 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας, που τον καταδίκασε για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, της υπαναχώρησης από πεπερασμένη απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση, της παράνομης οπλοφορίας και παράνομης οπλοχρησίας, σε ποινή ισόβιας κάθειρξης και συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) ετών και χρηματική ποινή 2.000,00 ευρώ, ασκήθηκε νομότυπα, με δήλωσή του, που επιδόθηκε, στις 03-02-2025, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση, στις 14-01-2025, με αύξ. αριθμ. 11, της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο (άρθρο 473 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ, 474 παρ. 2Α, και άρθρο 168 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα) και περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης, συνιστάμενοι σε απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, στην έλλειψη από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ', και Ε' ΚΠοινΔ, αντίστοιχα).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί η αίτηση αναίρεσης για το βάσιμο των λόγων της. Σημειώνεται ότι κατά τη σημερινή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο έκθεμα, εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους οι παρασταθέντες στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως υποστήριζοντες την κατηγορία Α. Σ. του Σ., Σ. Κ. του Α., Σ. Κ. του Α. ενώ η Σ. Θ. καίτοι κλήθηκε τόσο η ίδια όσο και ο αντίκλητος δικηγόρος της Γεώργιος Μπιτσιόλης όπως προκύπτει από τα από .../25 και .../25 αποδεικτικά επίδοσης των Αρχ/κων Σ. Α. και Π. Β. αντίστοιχα δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την σημερινή συνεδρίαση.
ΙΙ. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 του ΚΠοινΔ "Όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει τον λόγο στον Εισαγγελέα, έπειτα στον παριστάμενο για την υποστήριξη της κατηγορίας, ο οποίος δεν μπορεί να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στον υποστηρίζοντα την κατηγορία δίδεται ο λόγος επί της ενοχής, όχι δε και επί της ποινής ή επί των ελαφρυντικών που τυχόν ζητήθηκαν από τον κατηγορούμενο, αφού οι ελαφρυντικές περιστάσεις συνέχονται με την επιμέτρηση της ποινής. Ο λόγος επί των ελαφρυντικών περιστάσεων ισοδυναμεί με εκείνον επί της ποινής, αφού η αναγνώριση ελαφρυντικών επηρεάζει μόνο την ποινή και όχι την ενοχή του κατηγορουμένου. Άλλωστε τούτο προκύπτει και από το ότι η διάταξη του άρθρου 84 Π.Κ. περιλαμβάνεται στο πέμπτο κεφάλαιο του γενικού μέρους, το οποίο αφορά στην επιμέτρηση της ποινής. Αν παρά ταύτα δοθεί ο λόγος στον υποστηρίζοντα την κατηγορία επί της ποινής ή αυτός έχοντας τον λόγο επί της ενοχής επεκταθεί στο ζήτημα της ποινής ή των ελαφρυντικών με την ανοχή του διευθύνοντος την συζήτηση παρά τις αντιρρήσεις άλλου παράγοντα της δίκης, επέρχεται η κατά το άρθρο 171 παρ. 3 ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 6/2024, ΑΠ 1179/2023).
[2] Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα εξής : Στις σελίδες 50-51 των πρακτικών αναφέρονται, αυτολεξεί, τα εξής : "Στο σημείο αυτό, ο συνήγοροι υπεράσπισης του κατηγορουμένου, αφού έλαβαν το λόγο από την Πρόεδρο, προέβησαν κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ, στις κάτωθι παρατηρήσεις σχετικά με την κατάθεση της μάρτυρος: "Οι συνήγοροι των παριστάμενων για την υποστήριξη της κατηγορίας υπέβαλλαν ερωτήσεις που αφορούν στο παρελθόν του κατηγορουμένου και άπτονται επί των αποδείξεων που αφορούν τις ελαφρυντικές περιστάσεις, αναφορικά με τις οποίες δικαιοδοσία υποβολής ερωτήσεων και αγόρευσης έχει μόνον η υπεράσπιση του κατηγορουμένου".
Στις σελίδες 101 -102 των πρακτικών, μεταξύ άλλων, μετά την επί της ενοχής αγόρευση του Εισαγγελέα αναφέρονται, αυτολεξεί, τα εξής :"Οι συνήγοροι των παρισταμένων για την υποστήριξη της κατηγορίας έλαβαν τον λόγο από την Πρόεδρο και αφού αγόρευσαν, ζήτησαν να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος κατά το κατηγορητήριο αναφορικά με την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σε βάρος του Α. Κ., και να απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου. Οι συνήγοροι υπερασπίσεως του κατηγορούμενου, έλαβαν κατά σειρά τον λόγο από την Πρόεδρο και αφού ανέπτυξαν την υπεράσπισή του, ζήτησαν να γίνει δεκτός ο υποβληθείς από τον κατηγορούμενο αυτοτελής ισχυρισμός για μεταβολή της κατηγορίας από τέλεση της πράξης της ανθρωποκτονίας σε βάρος Α. Κ. σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής καθώς και ότι συντάσσονται με την εισαγγελική πρόταση αναφορικά με την εφαρμογή του άρθρου 44 παρ. 2 ΠΚ αναφορικά με την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε βάρος της Σ. Θ., πλην όμως, όπως αυτή ίσχυε προ της 1ης Μαΐου 2024, και για τις πράξεις της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας. Στο σημείο αυτό οι συνήγοροι υπεράσπισης του κατηγορουμένου, προέβησαν στην κάτωθι δήλωση, η οποία ζήτησαν να καταγραφεί στα πρακτικά, κατ' άρθρον 141 παρ. 2 ΚΠοινΔ : "Και σε προηγούμενο δικονομικό στάδιο η υπεράσπιση επισήμανε την καταστρατήγηση του άρθρου 367 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως και στο παρόν στάδιο επαναλαμβάνεται το παράπονο της υπεράσπισης ως παραβίαση δικαιώματος, διότι οι συνήγοροι των παρισταμένων προς υποστήριξη της κατηγορίας αγόρευσαν περί των επαπειλούμενων σε βάρος του κατηγορουμένου ποινών, θέμα το οποίο εκφεύγει από τα δικαιώματα του παρισταμένου για την υποστήριξη της κατηγορίας".
Το ανωτέρω δικαστήριο ουσίας, με την απόφαση περί ενοχής, απέρριψε ως αβάσιμη την ως άνω δήλωση με την ακόλουθη αιτιολογία: (σελ.118-119) "....Ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας δεν έχει τον λόγο στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, ούτε και αναφορικά με τις ελαφρυντικές περιστάσεις, που την διαμορφώνουν. Τούτο ωστόσο, δεν σημαίνει πως κατά το στάδιο διερεύνησης τέλεσης της πράξης ενώ ακόμη δεν έχει κριθεί η ενοχή ούτε έχουν προβληθεί ισχυρισμοί ελαφρυντικών περιστάσεων, δεν μπορεί ο συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας να υποβάλλει ερωτήσεις για την προηγούμενη του εγκλήματος, συμπεριφορά του δράστη, όπως εν προκειμένω, στα πλαίσια διερεύνησης του υποβληθέντος ισχυρισμού του βρασμού ψυχικής ορμής. Β) Νομική σκέψη ...... Ως εκ τούτου, η αναφορά των συνηγόρων υποστήριξης της κατηγορίας, στις απειλούμενες ποινές, κατά την ανάπτυξη των κατηγοριών σε βάρος του κατηγορουμένου, αποτελούν αναγκαίο όρο του δικανικού συλλογισμού και σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν επέκταση επί του ζητήματος της ποινής ενώ έχουν τον λόγο επί της ενοχής, ούτε συνιστούν παραβίαση της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την οποία ο συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας δεν μπορεί να αγορεύσει επί των ποινών, που πρέπει να επιβληθούν, και κατά το στάδιο αγόρευσης επί της ποινής και κατά το στάδιο της ενοχής, ώστε να προκύψει ζήτημα απόλυτης ακυρότητας κατ' άρθρο 171 παρ. 3 ΚΠΔ (...)". Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι δεν έλαβε χώρα απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αφού τόσο οι ερωτήσεις για το παρελθόν του κατηγορουμένου όσο και οι αγορεύσεις των συνήγορων των παρισταμένων προς υποστήριξη της κατηγορίας αφορούσαν στην ανάπτυξη διηγηματικά της νομοτυπικής μορφής των σε βάρος του κατηγορουμένου αποδιδομένων εγκλημάτων και δεν αποτελούν επέκταση επί του ζητήματος της ποινής όταν είχαν το λόγο μόνο επί της ενοχής, ήτοι δεν αποτέλεσαν θέση των συνηγόρων των υποστηριζόντων την κατηγορία επί της ποινής ή των ελαφρυντικών περιστάσεων.
Άλλωστε, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν διορθώθηκαν ούτε προσβάλλονται ως πλαστά (ΑΠ 952/2023, ΑΠ 1156/2023, ΑΠ 1084/2022), προκύπτει ότι οι συνήγοροι της υπεράσπισης του κατηγορουμένου ούτε ο τελευταίος προέβαλε ή εξέφρασε, άμεσα, κατά το χρόνο διενέργειας φερόμενων ανεπίτρεπτων ερωτήσεων ή/και κατά το χρόνο φερόμενης επέκτασης επί ποινής ή ελαφρυντικών, αντιρρήσεις ως προς την τήρηση της διαδικασίας από την Πρόεδρο, ενδεχόμενη προσφυγή στο Δικαστήριο. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδ. με το άρθρο 171 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται απόλυτη ακυρότητα που επισυνέβη στο ακροατήριο με επέκταση των συνηγόρων των υποστηριζόντων την κατηγορία στις ελαφρυντικές περιστάσεις και στην ποινή, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του κυρωθέντος με το Ν. 4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 (άρθρο 460 αυτού) Ποινικού Κώδικα, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Δηλαδή, εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση, έτσι ώστε να εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως εναιαίο "όλον".
Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.
[2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίησή της επί το δυσμενέστερο από το άρθρο 63 του ν.4855/2021 ΦΕΚ Α'215/12-11-2021, η οποία είναι εφαρμοστέα στην ένδικη υπόθεση, κατ' άρθρ. 2 παρ. 1 ΠΚ, ως ευμενέστερη, "1. Όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών", ενώ στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι "2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται κάθειρξη". Οι νέες διατάξεις του άρθρου 299 ΠΚ σε σχέση με τις αντίστοιχες διατάξεις του προϊσχύσαντος ΠΚ ,που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης (27-04-2017) της ένδικης υπόθεσης, δεν διαφέρουν ως προς τα απαιτούμενα για τη συγκρότηση του εγκλήματος στοιχεία, είναι όμως ευμενέστερες ως προς τις απειλούμενες ποινές, αφού, κατά μεν την παρ.1 αντί της ποινής της ισόβιας κάθειρξης που πρόβλεπε η προϊσχύσασα διάταξη, προβλέπεται διαζευκτικώς και η ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης από δέκα (10) έως δεκαπέντε (15) έτη, κατά δε την παρ. 2, αντί της ποινής της πρόσκαιρης κάθειρξης από πέντε (5) έως είκοσι (20) έτη, προβλέπεται πλέον ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης από πέντε (5) έως δεκαπέντε (15) έτη (άρθρ. 52 παρ. 2 του ν. ΠΚ).
[3] Κατά τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, καθώς και όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος. Με άμεσο δόλο ενεργεί εκείνος που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, δηλαδή την καταστροφή της ζωής του άλλου ανθρώπου, καθώς και αυτός που, ενώ προβλέπει ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του ή της παράλειψής του, δεν αφίσταται αυτής ("αναγκαίος δόλος"), με ενδεχόμενο δε δόλο, η ύπαρξη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, πράττει εκείνος, ο οποίος προβλέπει ως δυνατό το εγκληματικό αποτέλεσμα της θανάτωσης του άλλου και το αποδέχεται. Από τη διατύπωση του προαναφερόμενου άρθρου 299 ΠΚ συνάγεται, ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση γίνεται διάκριση του δόλου σε δύο διαβαθμίσεις, ήτοι σε προμελετημένο (της παρ. 1) και απρομελέτητο (της παρ. 2), όταν υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής.
Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης, μολονότι αυτό δεν αναφέρεται ρητώς στη διάταξη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται υπό το κράτος ψυχικής υπερδιέγερσης και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, διότι, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη. Για την ύπαρξη του στοιχείου του βρασμού ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος (οργής, θλίψης, φόβου, πάθους κλπ.), αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φτάνει σε τέτοια ψυχική κατάσταση και ένταση, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα της στάθμισης των αιτίων που κινούν στην πράξη ή απωθούν απ` αυτήν, χωρίς, όμως, η σχετική διατάραξη της συνείδησης να αναιρεί ή να μειώνει σημαντικά την ικανότητα καταλογισμού της πράξης. Προς τούτο, το δικαστήριο, στην πρώτη περίπτωση, πρέπει να διαλαμβάνει στην αιτιολογία της απόφασής του ότι ο δράστης ενήργησε με ψυχική ηρεμία. Δεδομένου, όμως, ότι στο νόμο δεν ορίζεται ως στοιχείο του δόλου του δράστη η ψυχική του ηρεμία, απαιτείται αυτό να προκύπτει είτε με ρητή έκθεση, είτε με άλλη παρεμφερή φράση, είτε από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά. Η ανθρωποκτόνος πρόθεση του δράστη (έστω και μη προσδιορισμένης ταυτότητας) δεν είναι πάντοτε εμφανής και κατά το πλείστον προκύπτει από την καταγραφή και εκτίμηση διαφόρων αντικειμενικών στοιχείων, όπως οι προηγούμενες σχέσεις δράστη - θύματος, το είδος του μέσου που χρησιμοποιήθηκε, η κατεύθυνση του πλήγματος ή της βολής, ο αριθμός των πληγμάτων, η απόσταση βολής, το μέρος του σώματος που πιθανόν επλήγη, οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η πράξη, η μεταγενέστερη συμπεριφορά του δράστη κ.ο.κ. (ΑΠ 995/2024, ΑΠ 858/2024, ΑΠ 469/2024).
[4] Kατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρ. 83 ΠΚ)". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πράξη που περιέχει αρχή εκτέλεσης είναι εκείνη, με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια, που τελεί σε τέτοια συνάφεια και τέτοιο οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής που αμέσως οδηγεί στην πράξη, αν από οποιοδήποτε λόγο δεν ανακοπεί. Μετά την ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα η διατύπωση της ως άνω διάταξης του άρθρ. 42 παρ. 1 ΠΚ, άλλαξε ως εξής: "1. Όποιος, έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα, αρχίζει να εκτελεί την, περιγραφόμενη στον νόμο, αξιόποινη πράξη, τιμωρείται, αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε, με μειωμένη ποινή (άρθρο 83)".
H αλλαγή της διατύπωσης στην παρ. 1 του άρθρου 42 από "επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης" με τη φράση "αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στον νόμο αξιόποινη πράξη", φαίνεται να δημιουργεί κάποια ζητήματα, ιδίως με την κρατούσα στη νομολογία έννοια του πρώτου στοιχείου της απόπειρας (αρχή εκτέλεσης), αλλά, όπως αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση, "προσδιορίζεται ειδικότερα με μεγαλύτερη σαφήνεια το περιεχόμενο της αρχής εκτέλεσης του εγκλήματος, ώστε να είναι πλέον σαφές ότι το έγκλημα μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε απόπειρα μόνο όταν έχει πραγματωθεί ένα τμήμα της αντικειμενικής του υπόστασης. Με τον τρόπο αυτό η ποινή της απόπειρας συναρτάται με την πράξη που έχει τελεστεί και όχι με τον δόλο του υπαιτίου." Η πραγμάτωση των όρων της αντικειμενικής υπόστασης, ιδιαίτερα είναι νοητή στις περιπτώσεις που στον νόμο περιγράφεται αναλυτικά ο τρόπος τέλεσης της πράξης ή της παράλειψης, όπως λ.χ. συμβαίνει στα εγκλήματα της κλοπής ή της απάτης.
Στις περιπτώσεις αυτές αλλά και στις περιπτώσεις που ο ακριβής τρόπος τέλεσης δεν περιγράφεται στον νόμο, όπως λ.χ. συμβαίνει στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας ή της σωματικής βλάβης, ο δράστης αρχίζει να εκτελεί την, περιγραφόμενη στον νόμο, πράξη όταν έχει εξαπολύσει κατά του εννόμου αγαθού την αναγκαία ενέργεια η οποία, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι ικανή να επιφέρει την αξιόποινη βλάβη, αν δεν ανακοπεί από άλλη πράξη του ιδίου ή τρίτου ή από επιγενόμενο τυχαίο γεγονός (ΑΠ 1056/2024, ΑΠ 383/2023, ΑΠ 635/2022). Επομένως, μεταξύ της προγενέστερης διατύπωσης και της ήδη ισχύουσας, δεν υπάρχει ουσιώδης μεταβολή από την διαφορετική περιγραφή του ίδιου ουσιαστικά πράγματος, δηλαδή της αρχής εκτέλεσης στην απόπειρα, που είναι η πράξη με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής, υπόστασης του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια, που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη τμήμα αυτής που αμέσως οδηγεί στην πράξη αν δεν ανακοπεί (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 131/2024, ΑΠ 894/2024). Κατά το άρθρο 44 παρ. 1 του νΠΚ, που αντιστοιχεί στο ταυτάριθμο άρθρο του προϊσχύσαντος ΠΚ ορίζεται ότι "η απόπειρα μένει ατιμώρητη αν ο δράστης, αφού άρχισε την εκτέλεση της αξιόποινης πράξης, δεν την ολοκλήρωσε με τη θέλησή του και όχι από εξωτερικά εμπόδια". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι καθιερώνεται η υπαναχώρηση του δράστη με δική του βούληση και όχι από εμπόδια εξωτερικά, από την ολοκλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος επί μη πεπερασμένης απόπειρας, η οποία υπάρχει, οσάκις η προς το εγκληματικό αποτέλεσμα κατευθυνόμενη ενέργεια του δράστη άρχισε μεν αλλά δεν ολοκληρώθηκε και για το λόγο αυτό δεν επήλθε το ανήκον στην αντικειμενική του υπόσταση αποτέλεσμα (ΑΠ 31/2021, ΑΠ 152/2010).
Η υπαναχώρηση από την ολοκλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος (μη πεπερασμένη απόπειρα) πρέπει να οφείλεται σε εσωτερικούς λόγους, που πηγάζουν από τη συνείδηση του δράστη και όχι σε λόγους εξωτερικούς (ΑΠ 635/2022, ΑΠ 131/2024) και η εκούσια υπαναχώρηση από μη πεπερασμένη απόπειρα, ως προσωπικός λόγος απαλλαγής από την ποινή αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 635/2022, ΑΠ 31/2021). Με το άρθρο 44 παρ. 2 του νΠΚ ορίζεται ότι " αν ο δράστης αποτυχημένου εγκλήματος δεν επαναλάβει άμεσα την πράξη του, με δική του θέληση και όχι από εξωτερικά εμπόδια, τιμωρείται με την ποινή της απόπειρας μειωμένη στο μισό". Συμβαίνει πολλές φορές η απόπειρα ολοκλήρωσης του εγκλήματος να αποτυγχάνει, αλλά να είναι δυνατή εκ των πραγμάτων η επανάληψη της προσπάθειας αποπεράτωσής του και δεν συνεχίζει αυτήν με τη δική του θέληση και όχι από εξωτερικά εμπόδια. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ορίζει η παρ. 2 του άρθρου 44 νΠΚ ότι ο εν λόγω τιμωρείται με την ποινή της απόπειρας μειωμένη στο μισό. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 παρ. 1, 83, 44 παρ. 2 ν.ΠΚ και 52 παρ. 2, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση με το άρθρ. 6 του ν. 5090/2024, με την οποία ορίζεται ότι η διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε έτη ούτε είναι κατώτερη των πέντε ετών, άρθρ. 299 παρ. 1 του νΠΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 63 του ν. 4855/2021, σαφώς συνάγεται ότι το πλαίσιο ποινής της πράξης της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση, σε ήρεμη ψυχική διάθεση με την συνδρομή της περίστασης του άρθρου 44 παρ.2 ΠΚ α) αντί της ισόβιας κάθειρξης είναι φυλάκιση τουλάχιστον δυόμισυ ετών ή κάθειρξη έως επτάμισυ ετών (83 περίπτωση α' του ΠΚ αντί της ποινής της ισόβιας κάθειρξης επιβάλλεται κάθειρξη) β) αντί για την ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών, επιβάλλεται φυλάκιση από ένα έτος έως τέσσερα έτη (άρθρ. 83 περίπτωση β' του ΠΚ αντί της ποινής κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή κάθειρξη έως οκτώ έτη).
[5] Είναι δυνατή η μεταβολή της κατηγορίας από απόπειρα ανθρωποκτονίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη (ΑΠ 661/2021, ΑΠ 192/2015). Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 §1 εδ. α' του ισχύοντος από 1-7-19 νέου ΠΚ (ν. 4619/19): "Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή", ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα : "Αν η πράξη του προηγούμενου άρθρου τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή" και εν τέλει δυνάμει του άρ. 65 ν. 4855/2021 ΦΕΚ Α' 215/ 12-11-2021 καταργήθηκε η διαζευκτική δυνατότητα επιβολής χρηματικής ποινής. Η νέα διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ σε σχέση με την ταυτάριθμη του προϊσχ. ΠΚ δεν διαφέρει ως προς τα απαιτούμενα για τη συγκρότηση του αδικήματος στοιχεία, είναι όμως ευμενέστερη ως προς την απειλούμενη ποινή, και, συνεπώς, εφαρμοστέα κατ' άρθρο 2§1 νέου ΠΚ, αφού, αντί της ποινής φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών (έως πέντε ετών), που προέβλεπε η προϊσχύσασα διάταξη, η προβλεπόμενη ποινή είναι φυλάκιση έως τρία (3) έτη ή χρηματική ποινή. Απαιτούμενα στοιχεία για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης είναι: α) σωματική βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 308 ΠΚ, β) η πράξη να τελέστηκε κατά τρόπο που να μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη, όπως ενδεικτικά αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310§2 ΠΚ (ΑΠ 1104/2024, ΑΠ 1071/2024, ΑΠ 543/2023).
[6] Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 974/2023, ΑΠ 128/2022). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης (ΑΠ 1233/2024, ΑΠ 1199/2023, ΑΠ 1324/2023).
Όσον αφορά τους αρνητικούς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή, εκείνους με τους οποίους αρνείται (γενικά ή ειδικά) ή αποκρούει στοιχεία της κατηγορίας, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται μεν με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, πλην όμως υπό το πρίσμα των ρυθμίσεων του νέου ΚΠοινΔ, που με την πρόβλεψη, στη διάταξη του άρθρου 171, απόλυτης ακυρότητας στις περιπτώσεις παραβίασης υπερασπιστικών εκφάνσεων του δικαιώματος ακρόασης, που παρέχεται στον κατηγορούμενο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 177 ΚΠοινΔ, στο οποίο τυποποιείται ιστορικά η αρχή της ηθικής απόδειξης και 178 ΚΠοινΔ, (στο οποίο ενσωματώθηκε το πρώτο εδάφιο του άρθρου 179 του προϊσχύοντος ΚΠοινΔ) και το οποίο αφορά στο απεριόριστο των αποδεικτικών μέσων και στην υποχρέωση των δικαστικών προσώπων να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια, αλλά και να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια των, αυτονόητα απορρεουσών από το τεκμήριο αθωότητας, αρχών της μη υποχρέωσης του κατηγορουμένου να αποδείξει την αθωότητά του και της αρχής in dubio pro reo, διαμορφώνεται μια ορθότερη, από συστηματική άποψη, κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού, κατά το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, η οποία αντανακλά πληρέστερα την άρρηκτη σχέση του δικαιώματος υπεράσπισης με το δικαίωμα ακρόασης και αποδίδει την πραγματική νομική διάσταση του δικαιώματος αυτού ως υπερασπιστικού δικαιώματος, που αξιώνει τυπικά και ουσιαστικά ίση προστασία.
Τούτων παρέπεται, ότι οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί του κατηγορουμένου εξακολουθούν λόγω της φύσης τους ως συνδεόμενοι με στοιχεία τόσο της αντικειμενικής, όσο και της υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης που εκδικάζεται, να αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, πλην όμως, εντασσόμενοι στην παραπάνω κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού, κατά το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, απαιτούν ευρύτερη και αυτεπάγγελτη έρευνα στα πλαίσια των ως άνω αρχών κάθε αποδεικτικού στοιχείου για την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και τη θεμελίωση σ' αυτή της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου (ΑΠ 1002/2024, ΑΠ 894/2024). [7] Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠοινΔ, λόγος αναίρεσης είναι και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 1197/2024, ΑΠ 1129/2024).
IV. [1] Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτήν (την ανωμοτί κατάθεση των παρισταμένων για την υποστήριξη της κατηγορίας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της μάρτυρος υπεράσπισης στο ακροατήριο, τα αναγνωσθέντα έγγραφα και την απολογία του κατηγορούμενου), δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής κατά λέξη πραγματικά περιστατικά : "Ο κατηγορούμενος Λ. Δ. και η παθούσα Σ. Θ., τέλεσαν γάμο το έτος 1995, από τον οποίο απέκτησαν δύο παιδιά, την Π. η οποία γεννήθηκε το έτος 1997 και την Σ., που γεννήθηκε το έτος 1999, και κατοικούσαν στο Γραικοχώρι Ηγουμενίτσας. Σε όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, λόγω κυρίως των υποψιών του κατηγορουμένου, ότι η σύζυγός του διατηρεί εξωσυζυγικές σχέσεις, δημιουργούνταν συνεχώς εντάσεις, οι οποίες κατά καιρούς οξύνονταν και έφταναν σε σημείο κάποιες φορές να βιαιοπραγεί ο κατηγορούμενος σε βάρος της συζύγου του, εκδηλώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο, την εδραιωμένη αντίληψή του, ότι έπρεπε να ελέγχει απόλυτα την σύζυγό του και να ασκεί εξουσία επάνω της, ακόμη και με την χρήση σωματικής βίας. Στα πλαίσια της αντίληψής του αυτής, όταν τον χειμώνα του έτους 2005 υποψιάστηκε εξωσυζυγική σχέση της συζύγου του, με κάποιον ονόματι Τ., αφού απείλησε την ίδια με μαχαίρι, και ενώ αρχικά αποφάσισε να χωρίσει, στην συνέχεια, ανάγκασε την σύζυγό του, δεχόμενος να συνεχίσει η έγγαμη συμβίωσή τους, να συντάξει η τελευταία έγγραφο, στο οποίο επιβεβαίωσε ότι δεν είχε σεξουαλική επαφή με τρίτο άτομο και ότι, δεν πρόκειται να του δώσει ξανά αφορμή, εννοείται για υποψία εξωσυζυγικού δεσμού, αν όμως του δώσει, όπως επί λέξει αναγράφηκε "...του δίνω το δικαίωμα να με χωρίσει να με κάνει ότι θέλει.".
Ο ίδιος μάλιστα κατά την απολογία του, αναφερόμενος στο περιστατικό αυτό, είπε, πως η σύζυγός του, τον παρακαλούσε να μην την αφήσει, και η πεθερά του, η οποία έπασχε από καρκίνο, του ζήτησε να την κρατήσει (την συζυγό του) έστω για δούλα. Στα πλαίσια της ίδιας αυτής αντίληψής του για την έγγαμη συμβίωση, και την θέση που όφειλε να έχει η σύζυγός του σ' αυτή, τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2016 σε ένα ακόμη επεισόδιο άσκησης βίας σε βάρος της συζύγου του, της επιτέθηκε πιέζοντας με μαξιλάρι το πρόσωπό της. Στο μεταξύ από τον μήνα Απρίλιο του 2016 λόγω των αυξημένων οικονομικών οικογενειακών αναγκών, οι οποίες δεν μπορούσαν να καλυφθούν μόνο από την εργασία του κατηγορουμένου, ως αρχιπυροσβέστη στην Πυροσβεστική Υπηρεσία του Λιμεναρχείου Ηγουμενίτσας, η Σ. Θ., η οποία και στο παρελθόν εργαζόταν ως κομμώτρια, άρχισε και πάλι να εργάζεται σε ψητοπωλείο στο Λαδοχώρι Ηγουμενίτσας, με την επωνυμία "Παραδοσιακό", με ωράριο από τις 15:00 έως τις 24:00 περίπου. Στον χώρο εργασίας της γνώρισε τον Α. Κ., που ήταν πελάτης στο ψητοπωλείο και από τον μήνα Φεβρουάριο του 2017, η σχέση τους, άρχισε να εξελίσσεται σε ερωτική. Ο Α. Κ. ήταν και αυτός παντρεμένος, με την, παριστάμενη, για την υποστήριξη της κατηγορίας Α. Σ., με την οποία είχαν αποκτήσει δύο παιδιά, τον Σ., που εξετάστηκε στο ακροατήριο και τον Σ., που γεννήθηκαν το 1998 και 2001, αντίστοιχα, και ζούσαν, επίσης, στο Γραικοχώρι Ηγουμενίτσας, σε πολυκατοικία που βρισκόταν σχεδόν απέναντι από την οικία της οικογένειας του κατηγορουμένου. Η Σ. Θ. και ο Α. Κ., συνήθιζαν κάποιες φορές να συνομιλούν τηλεφωνικά και κάποιες άλλες να συναντιούνται κατά τις βραδινές ώρες, μετά το πέρας της εργασίας της πρώτης.
Επειδή δε, η σύζυγος του κατηγορουμένου άρχισε να καθυστερεί να επιστρέφει στην συζυγική τους κατοικία, μετά το πέρας της εργασίας της, να προσέχει περισσότερο απ' ότι παλιότερα την εμφάνισή της, και να δείχνει χαρούμενη, ο κατηγορούμενος, αλλά και οι δύο κόρες της οικογένειας υποψιάστηκαν ότι διατηρεί εξωσυζυγική σχέση. Η σύζυγος το αρνούνταν και τελικά, πολύ σύντομα, μετά από συνεχείς διενέξεις, αποφάσισαν πλέον από κοινού τον Απρίλιο του έτους 2017 να απευθυνθούν σε δικηγόρους προκειμένου να λάβουν νομικές πληροφορίες για τη διαδικασία έκδοσης διαζυγίου. Μάλιστα, μετά τις γιορτές του Πάσχα και συγκεκριμένα από την Κυριακή του Θωμά (23-4-2017) η Σ. Θ., στα πλαίσια πλέον της απόφασής τους να χωρίσουν εγκαταστάθηκε στο πατρικό της σπίτι στο Λαδοχώρι Ηγουμενίτσας, και στην συζυγική τους στέγη μετέβαινε τις επόμενες ημέρες μόνον για να παραλάβει προσωπικά της αντικείμενα ή για να αφήσει φαγητό για την μικρότερη κόρη της, Σ., που παρέμεινε με τον πατέρα της, αφού η τελευταία φοιτούσε στην τρίτη τάξη του Λυκείου, προετοιμαζόταν για τις πανελλαδικές εξετάσεις εισαγωγής σε ΑΕΙ και οι γονείς της, δεν ήθελαν να διαταραχθεί η ψυχική της ηρεμία. Παρά το γεγονός όμως, ότι ο κατηγορούμενος αποφάσισε, κυρίως δέχτηκε να χωρίσει την σύζυγό του, δεν αρκέστηκε στην αποδοχή αυτής της κατάστασης, αλλά θεωρώντας ως προσωπική προσβολή, το επερχόμενο διαζύγιο, λόγω της εξωσυζυγικής σχέσης της συζύγου του, επέμεινε να την παρακολουθεί ώστε με κάθε τρόπο να μάθει ποιος ήταν ο άνθρωπος με τον οποίο σύναψε δεσμό η σύζυγός του και κατόπιν να προχωρήσει στην εκτέλεση του σχεδίου του, όπως αναφέρεται στην συνέχεια.
Έτσι, υπέβαλε αίτηση στην εταιρία Vodafone για την παροχή αναλυτικής κατάστασης των κλήσεων της από 1-4-2017 έως 15-4-2017 για την τηλεφωνική σύνδεση με αριθμό ..., την οποία χρησιμοποιούσε η σύζυγός του, αλλά ήταν καταχωρημένη στο δικό του όνομα, ενώ ζήτησε και από τον εξάδελφό του, Ε. Μ., με τον οποίο διατηρούσε καλές σχέσεις, να τον ενημερώσει σε περίπτωση που δει κάποια ύποπτη κίνηση της συζύγου του. Την Τετάρτη 19 Απριλίου 2017, εκδόθηκε η αναλυτική κατάσταση από την ανωτέρω εταιρία κινητής τηλεφωνίας και ακολούθως ταχυδρομήθηκε στον αιτηθέντα αυτήν, συνδρομητή - κατηγορούμενο. Ο τελευταίος πληροφορήθηκε τα στοιχεία του ατόμου που κατείχε τη σύνδεση με αριθμό ..., με το οποίο συνομιλούσε η σύζυγός του, όταν την 26 Απριλίου περί ώρα 10.00 με 11.00 π.μ. ο ταχυδρομικός διανομέας εξάδελφός του Ε. Μ., όπως κατέθεσε, του παρέδωσε την συστημένη επιστολή της τηλεφωνικής εταιρίας. Την ημέρα εκείνη (Τετάρτη 26 Απριλίου) και ενώ η μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας αναχώρησε για τον τόπο σπουδών της, τη Θεσσαλονίκη, ο κατηγορούμενος είχε 24ωρη υπηρεσία από τις 07:30 το πρωί μέχρι το πρωί της επομένης ημέρας στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας. Εντούτοις, ζήτησε από τον συνάδελφό του Κ. Ζ. να τον καλύψει την πρώτη ώρα (7:30-8:30) προκειμένου να πάει στο σχολείο την μικρότερη κόρη του, Σ.
Ακολούθως, αφού ενημέρωσε για την δύσκολη οικογενειακή του κατάσταση, έλαβε άδεια από τον Διοικητή του για σύντομη απουσία και γύρω στις 11.0.0 -12.00 μετά από δική του επιθυμία, ζήτησε και συναντήθηκε τελικά, με τη σύζυγό του σε καφετερία στο κέντρο της Ηγουμενίτσας. Μάλιστα στην συνάντηση αυτή έφερε και την μικρή κόρη του ζευγαριού την ανήλικη Σ., με την παρουσία της οποίας συζήτησαν για την έκδοση συναινετικού διαζυγίου, δηλώνοντας αμφότεροι ότι έχουν κάνει συνάντηση με δικηγόρο, ενώ έκαναν και κάποιες συνεννοήσεις για τις υποχρεώσεις της ημέρας, με την Θ. να αναλαμβάνει να μεταφέρει το απόγευμα την κόρη τους από το σπίτι στο φροντιστήριο και αντίστροφα. Το μεσημέρι, από ώρα 13:00 μέχρι ώρα 14:00 περίπου, κατόπιν σχετικής προφορικής άδειας, ο κατηγορούμενος μετέβη στην οικία του για το μεσημεριανό φαγητό. Συναισθηματικά φορτισμένος από την επιβεβαίωση της εξώγαμης σχέση της συζύγου του, μετά τον εντοπισμό των τηλεφωνικών επικοινωνιών της με τον Κ., τη μετοίκηση της συζύγου του, τη συζήτηση για το διαζύγιο και αναμένοντας ότι οι δύο (Θ. -Κ.) σύντομα θα συναντηθούν ξανά, φεύγοντας από το σπίτι, πήρε μαζί του την κυνηγετική καραμπίνα μάρκας BENELLI διαμετρήματος 012 μοντέλο M2 με αριθμό ... και αριθμό κάννης ..., την οποία φύλασσε σε αποθήκη στην οικία του, για την οποία διέθετε την 61487/2014 άδεια κατοχής από την Υ.Α. Ηγουμενίτσας καθώς και πέντε φυσίγγια και τοποθετώντας αυτά στο πορτ - μπαγκάζ του με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, μάρκας Skoda, μοντέλο Octavia χρώματος μαύρου. Κατόπιν, επέστρεψε στη θέση του έχοντας υπηρεσία όλη τη νύχτα στο τηλεφωνείο της Πυροσβεστικής στο λιμάνι. Στις 18:21 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τη σύζυγό του λέγοντάς της να προσέχει γιατί είναι ακόμη παντρεμένη ενώ στις 19:03 τον κάλεσε εκείνη για να του πει ότι παρόλο που είχε ρεπό θα πήγαινε τελικά να εργαστεί εκείνη την ημέρα αντικαθιστώντας μία συνάδελφό της. Το ίδιο απόγευμα ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας τον αριθμό της τηλεφωνικής σύνδεσης στην οποία καλούσε η σύζυγός του κατά τις μεταμεσονύκτιες ώρες (...), αλλά και το όνομα του κατόχου της (Α. Κ.), κάλεσε την γειτόνισσά του, Δ. Τ., η οποία έμενε στην ίδια οικοδομή με την οικογένεια Κ., και την ρώτησε εάν η "ξανθιά", όπως επί λέξει ο ίδιος ονομάτισε την σύζυγο του θύματος και στο ακροατήριο, που μένει στην οικοδομή της, είναι χωρισμένη και επικαλούμενος δήθεν ότι τους έψαχνε κάποιος γνωστός της συζύγου του, ο οποίος είχε καταγωγή από το χωριό.
Στη συνέχεια, περί ώρα 00:30 ο Ε. Μ. με το κινητό του τηλέφωνο, κάλεσε τον κατηγορούμενο στο κινητό του. Ο τελευταίος επέστρεψε την κλήση από το σταθερό της Υπηρεσίας του και τότε ο Μ., στα πλαίσια της επιθυμίας του κατηγορουμένου να τον ενημερώνει για τις κινήσεις της συζύγου του, τον πληροφόρησε ότι είδε τη Σ. Θ. να κινείται με το αυτοκίνητό της προς έναν αδιέξοδο δρόμο. Τότε ο κατηγορούμενος έφυγε από το τηλεφωνείο και με το αυτοκίνητό του κατευθύνθηκε στο σημείο που του υπέδειξε ο Μ., με την ελπίδα να εντοπίσει την σύζυγό του με τον Α. Κ. και να προχωρήσει στην εκτέλεση του σχεδίου, που είχε προετοιμάσει, τοποθετώντας το όπλο με τα φυσίγγια στο πορτ παγάζ του αυτοκινήτου του. Κατόπιν σύντομης αναζήτησης, περί ώρα 01:30 έφθασε στην οδό ..., στον χώρο του Κλειστού Γυμναστηρίου "Α. Τ.", εξωτερικά του οποίου και αριστερά για τον προσβλέποντα το Γυμναστήριο (στην βορειανατολική πλευρά) υπάρχει πλακοστρωμένη επιμήκης δίοδος, που οδηγεί στο πίσω μέρος του Γυμναστηρίου. Κατά μήκος της διόδου αυτής και στην απέναντι πλευρά από τον τοίχο του Γυμναστηρίου ήταν παρκαρισμένα σε σειρά, πρώτο το αυτοκίνητο του Α. Κ., με αριθμό κυκλοφορίας ..., μάρκας Suzuki μοντέλο Jimmy χρώματος κόκκινου και δεύτερο το αυτοκίνητο της συζύγου Σ. Θ., με αριθμό κυκλοφορίας ..., μάρκας Volkswagen μοντέλο Golf, χρώματος μπλε, ενώ οι ίδιοι βρίσκονταν εκτός των αυτοκινήτων τους, σε εσοχή του τοίχου του κτιρίου.
Ο κατηγορούμενος αναγνωρίζοντας το αυτοκίνητο της συζύγου του, πάρκαρε και αυτός το αυτοκίνητό του, τρίτο στη σειρά, πίσω από το δικό της. Λόγω των φώτων πορείας του αυτοκινήτου του, η άφιξή του κατηγορουμένου έγινε αντιληπτή από τον Κ. και την Θ. Ο κατηγορούμενος εξήλθε από το αυτοκίνητό του, κατευθύνθηκε στο πορτ - μπαγκάζ, το οποίο άνοιξε και πήρε την καραμπίνα, που είχε τοποθετήσει εκεί το μεσημέρι φεύγοντας από το σπίτι του. Ακολούθως τοποθέτησε στο όπλο τρία φυσίγγια ενώ άφησε άλλα δύο μέσα στο αυτοκίνητο, στη θήκη κοντά στο κιβώτιο ταχυτήτων. Ο ήχος από το κλείσιμο της πόρτας του οδηγού και του πορτ -μπαγκάζ, ήταν τα δύο χτυπήματα πού άκουσε η Θ., για τα οποία έκανε λόγο στην κατάθεσή της. Ο κατηγορούμενος στεκόταν ανάμεσα στο αυτοκίνητο της συζύγου του και το αυτοκίνητο του Κ. όταν ο τελευταίος εξήλθε από την εσοχή του τοίχου του Γυμναστηρίου, η οποία δεν φωτιζόταν, προσπαθώντας να τον ηρεμήσει λέγοντάς του "ηρέμησε, εγώ φταίω" και όχι λέγοντάς "που πας ρε μαλάκα", όπως κατέθεσε ο κατηγορούμενος, ότι του είπε το θύμα, προκειμένου να ενισχύσει τον ισχυρισμό του περί βρασμού ψυχικής ορμής. Τότε, ο κατηγορούμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ευρισκόμενος σε απόσταση περίπου τεσσάρων (4) μέτρων, από το θύμα σημάδεψε και πυροβόλησε κατά του Α. Κ., που μόλις αντιλήφθηκε ότι κινδύνευε γύρισε την πλάτη και προσπάθησε να τραπεί σε φυγή, εντούτοις λόγω της μικρής απόστασης δεν πρόλαβε να απομακρυνθεί και χτυπήθηκε από τις βολίδες του φυσιγγίου του όπλου, που είχε ήδη πυροδοτήσει ο κατηγορούμενος και είχαν ελαφρώς λοξή πορεία από αριστερά προς τα δεξιά (καθώς ο κατηγορούμενος στεκόταν αριστερά σε σχέση με το θύμα), με πύλη εισόδου (των βολίδων) τη δεξιά οπίσθια κατώτερη επιφάνεια του θώρακος (μεταξύ 8ης - 10ης πλευρών) και πύλη εξόδου τη δεξιά πρόσθια ανώτερη επιφάνεια του θώρακος (μεταξύ 2ης και 5ης πλευρών) και έπεσε στο έδαφος δίπλα από το αυτοκίνητό του, όπου σχηματίστηκε λίμνη αίματος ογδόντα (80) εκατοστών.
Ο κατηγορούμενος, αμέσως μόλις τον έπληξε και βεβαιώθηκε πως είναι νεκρός, κινήθηκε προς τον Κ. λέγοντας, "είσαι μάγκας τώρα;". Την ίδια στιγμή, η σύζυγός του Σ. Θ. μόλις αντιλήφθηκε τον πυροβολισμό και είδε τον Κ. να πέφτει στο έδαφος άρχισε να τρέχει προς στην αντίθετη κατεύθυνση στον πίσω, μη φωτιζόμενο προαύλιο χώρο του Γυμναστηρίου. Ο κατηγορούμενος έχοντας κινηθεί προς τον Κ., όπως προαναφέρθηκε, δηλαδή δίπλα στο κόκκινο τζιπ, πυροβόλησε και κατ' αυτής δύο φορές, όπως τούτο συνάγεται από τις δύο τάπες που βρέθηκαν κοντά στο σημείο όπου έπεσε αυτή, τραυματισμένη στους μηρούς αμφοτερόπλευρα. Συγκεκριμένα, στον δεξιό μηρό στην οπίσθια επιφάνεια έφερε τρία τραύματα διαμέτρου δύο (2) εκατοστών, στην έσω επιφάνεια έφερε πέντε τραύματα, στην πρόσθια δύο τραύματα, στον δε αριστερό μηρό στην πρόσθια επιφάνεια έφερε επτά τραύματα ίδιας διαμέτρου με τον δεξιό μηρό, πέντε στην έσω πλάγια, ένα στην έξω πλάγια και τρία στην οπίσθια επιφάνεια, με βάση δε το αναγνωσθέν πιστοποιητικό του Κέντρου Υγείας Φιλιατών τα τραύματά της ήταν διαμπερή με φορά εκ των πίσω και άνω προς τα πρόσω και κάτω, από χοντρά σκάγια. Όταν και αυτή έπεσε στο έδαφος και ενώ αιμορραγούσε, αλλά φαινόταν να είναι ακόμη ζωντανή, ο κατηγορούμενος, κινήθηκε προς το μέρος της, και άρχισε να την χτυπάει, και να της καταλογίζει ότι εξαιτίας της έγινε φονιάς. Ταυτόχρονα, κάλεσε από το κινητό τηλέφωνό του τον εξάδελφό του Ε. Μ. λέγοντάς του επί λέξει, όπως κατέθεσε ο Ε. Μ. "...σκότωσα τον γκόμενο της Σ. και η Σ. είναι τραυματισμένη".
Μετά από αυτά έκλεισε το τηλέφωνο. Ο Μ., που λόγω της ώρας κοιμόταν όταν χτύπησε το τηλέφωνο, σοκαρισμένος από αυτό που άκουσε επέστρεψε την κλήση και συνομίλησε με τον κατηγορούμενο ζητώντας και επιβεβαίωση για αυτό που του είπε, στην συνέχεια δε ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον Μ. να καλέσει την αστυνομία και τα αδέρφια του. Τότε, η Θ. βρήκε την ευκαιρία να καλέσει και αυτή από το κινητό της τηλέφωνο την αστυνομία, αναφέροντας το περιστατικό και ζητώντας βοήθεια. Ο κατηγορούμενος επανατοποθέτησε την καραμπίνα στο πορτ - μπαγκαζ του αυτοκινήτου και ανέμεινε την άφιξη των αστυνομικών. Λίγο αργότερα προσήλθαν στο σημείο αστυνομικοί της Ομάδας ΔΙΑΣ, που βρήκαν τον κατηγορούμενο σε ήρεμη κατάσταση, να τους λέει ότι αυτός είναι ο δράστης, ότι έχει δύο παιδιά και ότι η σύζυγός του "πηδιόταν", τον Α. Κ. να κείτεται στο έδαφος και την Σ. Θ. τραυματισμένη να προσπαθεί να τον πλησιάσει για να δει την κατάστασή του. Ο Α. Κ. μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Κέντρο Υγείας Ηγουμενίτσας, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του και σύμφωνα με το αναγνωσθέν συμπέρασμα της διενεργηθείσας νεκροψίας νεκροτομής απεβίωσε από τις βαριές κακώσεις θώρακα, που προκλήθηκαν από τις βολίδες του κυνηγετικού πυροβόλου όπλου, καθώς από τη νεκροτομή διαπιστώθηκε ότι οι βολίδες κατά την πορεία τους, προκάλεσαν διασχίσεις των μυών και κατάγματα πλευρών του οπίσθιου κατώτερου θωρακικού τοιχώματος μεταξύ 8ης και 10ης πλευρών παρασπονδυλικά, συντριπτικά κατάγματα πλευρεγκάρσιων αποφύσεων των Θ8 - Θ10 θωρακικών σπονδύλων, πολλαπλές διασχίσεις των λαβών του δεξιού πνεύμονα και σύνθλιψη του πνευμονικού παρεγχύματος, του μέσου και κάτω λοβού του δεξιού πνεύμονα, διατομή του κάτω λοβιαίου βρόγχου και πολλαπλές διασχίσεις/οπές των μυών και κατάγματα πλευρών του δεξιού πρόσθιου ανώτερου θωρακικού τοιχώματος μεταξύ 2ης και 5ης πλευρών, ενώ διαπιστώθηκαν και εστίες εισρόφησης αίματος στον κάτω λοβό του αριστερού πνεύμονα.
Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το κυνηγετικό όπλο εκπυρσοκρότησε, ενόσω το κρατούσε ο Α. Κ. προσπαθώντας να του το αποσπάσει, αναιρείται από τα συμπεράσματα της αναγνωσθείσας με αρ. πρωτ. ...-2017 έκθεσης εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με την οποία βρέθηκαν σωματίδια καταλοίπων πυροβολισμού στα χέρια του κατηγορούμενου, ενώ τέτοια σωματίδια δεν βρέθηκαν στα χέρια του Α. Κ. Σύμφωνα με το συμπέρασμα της έκθεσης, τούτο σημαίνει ότι δεν αποκλείεται η περίπτωση ο κατηγορούμενος να πυροβόλησε ή να χειρίστηκε πυροβόλο όπλο ή να βρέθηκε σε γειτνίαση με όπλο τη στιγμή που εκπυρσοκρότησε ή να ήλθε σε επαφή με επιφάνεια επί της οποίας υπήρχαν κατάλοιπα πυροβολισμού, με μικρή πιθανότητα επιμόλυνσης, ενώ για τον Α. Κ. η μη ανεύρεση σωματιδίων καταλοίπων συνάδει με τις εκδοχές αυτός να μην πυροβόλησε ή να μην χειρίστηκε πυροβόλο όπλο τη στιγμή που εκπυρσοκρότησε ή να μην ήλθε σε επαφή με επιφάνεια επί της οποίας υπήρχαν κατάλοιπα πυροβολισμού, εκτός εάν τα σωματίδια απομακρύνθηκαν μέχρι να πραγματοποιηθεί η δειγματοληψία. Το συμπέρασμα αυτό σε συνδυασμό, α. με τα ανωτέρω αποδειχθέντα κατά τα οποία είναι αδύνατο να υπήρξε απομάκρυνση τυχόν καταλοίπων από τα χέρια του Κ. μέχρι την άφιξη της αστυνομίας και τη λήψη των δειγμάτων που απεστάλησαν στη Δ.Ε.Ε., β. με το γεγονός ότι στην επιφάνεια του χειροφυλακτήρα της καραμπίνας βρέθηκε αποτύπωμα της αριστερής παλάμης του κατηγορουμένου (και όχι του θύματος), σύμφωνα με το ....2017 έγγραφο της Υ.Ε.Β.Ε. Τμήμα Εξερευνήσεων και γ. το γεγονός ότι κατόπιν εξέτασης DNA των δειγμάτων που λήφθηκαν από τον χειροφυλακτήρα και το κοντάκι διαπιστώθηκε ότι στα μίγματα (γενετικά στοιχεία άνω του ενός ατόμου) εμπεριέχονται τα γενετικά στοιχεία του κατηγορούμενου Λ. Δ. ενώ τα υπόλοιπα γενετικά στοιχεία δεν μπορούν να αποδοθούν με ασφάλεια σε έτερο άτομο, σύμφωνα με την ...-2017, οδηγούν στο συμπέρασμα περί αβασιμότητας της εκδοχής αυτής του κατηγορουμένου, καθώς το επικαλούμενο κράτημα του όπλου από τον Κ. κατά τη διάρκεια της προσπάθειας του τελευταίου να το αποσπάσει από τον κατηγορούμενο, θα κατέλειπε ίχνη - αποτυπώματα του Κ. επ' αυτού είτε ίχνη πυρίτιδας στα χέρια του. Προς ενίσχυση μάλιστα του ισχυρισμού του αυτού, κατέθεσε ότι αρχικά πλησίασε τα θύματά του χωρίς να φέρει όπλο μαζί του και στην συνέχεια, φοβούμενος πιθανή επίθεση γύρισε στο αυτοκίνητό του, πήρε την καραμπίνα, πάλεψε με το θύμα του, για να μη του την αποσπάσει και στην προσπάθειά του να την κρατήσει εκπυρσοκρότησε στην πλάτη του θύματος.
Ο ισχυρισμός αυτός, δεν αντέχει και στην λογική, σε ερώτηση δε του δικαστηρίου για ποιο λόγο έφερε όπλο στο αυτοκίνητό του, απάντησε πως τα παράνομα ζευγάρια συνηθίζουν και αυτά να οπλοφορούν, διότι συνευρίσκονται σε επικίνδυνα μέρη. Επίσης, αβάσιμος κρίνεται και ισχυρισμός του κατηγορουμένου, κατά τον οποίο α. προηγήθηκε προειδοποιητικός πυροβολισμός στον αέρα ενώ αυτός βρισκόταν αριστερά από το αυτοκίνητο της συζύγου του, επικαλούμενος προς τούτο, ότι βρέθηκε ένας κάλυκας στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου της συζύγου του, δεξιά σε σχέση με την επικαλούμενη θέση του, β. ακολούθησε ένας πυροβολισμός κατά του Κ. και γ. ένας πυροβολισμός κατά της Θ. Ειδικότερα, μία τέτοια εκδοχή δεν επιβεβαιώνεται από κάποια βαλλιστική να εκτιμά τις θέσεις στις οποίες βρέθηκαν οι τρεις κάλυκες, οι δύο τάπες (η τρίτη σφηνώθηκε στο σώμα του Κ.) και οι βολίδες, όπως αποτυπώνονται στην έκθεση αυτοψίας.
Αντίθετα, με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία η ανεύρεση ενός κάλυκα στο παρμπρίζ δικαιολογείται από τον πυροβολισμό που προκάλεσε τον θάνατο του Κ. με τον κατηγορούμενο να βρίσκεται ανάμεσα στα αυτοκίνητα του θύματος και της Θ. και το θύμα να βρίσκεται κοντά στην μεσαία πόρτα του τζιπ. Οι θέσεις αυτές, που επιβεβαιώνονται από τη θέση, στην οποία βρέθηκε το θύμα, πεσμένο μπρούμυτα δίπλα στην πόρτα του τζιπ, έχοντας δεχθεί τις βολίδες από πίσω με κατεύθυνση ελαφρώς από αριστερά προς τα δεξιά, δικαιολογούν και την θέση του κάλυκα, που βρέθηκε στο παρμπρίζ, δεξιά από τον κατηγορούμενο που πυροβόλησε. Επίσης, η ύπαρξη των δύο άλλων καλύκων, σε κοντινή μεταξύ τους απόσταση, αριστερά από το αυτοκίνητο της Θ., σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας, δικαιολογείται από το γεγονός ότι, με τον πρώτο πυροβολισμό ο κατηγορούμενος στράφηκε επιτυχώς κατά του Κ. και οι βολίδες βρήκαν το σώμα του στόχου, με τους δύο επακόλουθους πυροβολισμούς από τον κατηγορούμενο που πλέον βρίσκεται κοντά στον Κ., με πλάτη στο τζιπ, στο ύψος της πόρτας του συνοδηγού, οι οποίοι στρέφονταν κατά της Θ. που έτρεξε στο πίσω μέρος του Γυμναστηρίου απομακρυνόμενη (προς τα δεξιά) από το σημείο της εσοχής, όπου αρχικά βρισκόταν, οι κάλυκες έπεσαν δεξιά του κατηγορουμένου (προς το αυτοκίνητο της Θ.) και οι δύο τάπες κατέληξαν εκατέρωθεν των λιμνών αίματος της Θ.
Περαιτέρω, αναφορικά με τον ισχυρισμό του περί βρασμού ψυχικής ορμής αποδείχθηκαν τα εξής: Τόσο η γνώση του κατηγορούμενου για την κακή πορεία του γάμου του, όσο και οι υπόνοιες για τη συγκεκριμένη εξωσυζυγική σχέση της συζύγου του, υπήρχαν από αρκετό καιρό και είχαν ήδη αποτελέσει αντικείμενο λογικής και συναισθηματικής διεργασίας από αυτόν, με αποτέλεσμα κατά την απόφαση και τέλεση των πράξεών του (ανθρωποκτονία τετελεσμένη και σε απόπειρα) να μην έχει ένταση συναισθήματος σε βαθμό που να εμποδίζει τη σκέψη και τη στάθμιση των λόγων, που τον ωθούσαν και απέτρεπαν από το έγκλημα. Η κρίση αυτή επιβεβαιώνεται από την αποδειχθείσα συναίνεση των δύο μερών για την έκδοση διαζυγίου καθώς και το γεγονός ότι και ο ίδιος ο κατηγορούμενος είχε επισκεφθεί δικηγόρο για το επικείμενο διαζύγιο, εκ των οποίων συνάγεται περαιτέρω ότι αμφότεροι οι σύζυγοι είχαν συνειδητοποιήσει ότι το τέλος του γάμου τους, ήταν πλέον πραγματικότητα.
Εξάλλου δεν υπήρχε κάτι καινούργιο που θα μπορούσε να οδηγήσει τον κατηγορούμενο σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, όταν το μεσημέρι της 26ης Απριλίου παρέλαβε την καραμπίνα από το σπίτι του και την τοποθέτησε στο αυτοκίνητο και όταν την 01:20 της επομένης, 27ης Απριλίου, πυροβόλησε κατά του Κ. και της Θ., δεδομένου ότι από τις 10.35, όταν παρέλαβε τον φάκελο της Vodafone σύμφωνα με το έγγραφο των ΕΛΤΑ, μέχρι την παραλαβή της καραμπίνας από την αποθήκη της οικίας του και την τοποθέτησή της στο αυτοκίνητο έχουν μεσολαβήσει περίπου τρεισήμισι ώρες (εφόσον η αποχώρηση από την οικία του μετά την μεσημεριανή του σίτιση έλαβε χώρα περίπου στις 14:00, κατά την κατάθεση του συναδέλφου του Κ. Ζ.). Αυτό το χρονικό διάστημα αντικειμενικά είναι επαρκές για να επιτρέψει τη λογική σκέψη μετά την επιβεβαίωση των μεταμεσονύκτιων επικοινωνιών της Θ. με τον Κ., όταν μάλιστα εντός αυτού του χρονικού διαστήματος ο κατηγορούμενος δραστηριοποιείται κανονικά έχοντας συναντηθεί με την κόρη του Σ., ακολούθως με τη σύζυγό του, έχουν πιει καφέ μέχρι τις 12:00, έχει επιστρέψει στην Υπηρεσία του μέχρι τις 13:00, έχει ξαναφύγει κατόπιν άδειας για μεσημεριανό φαγητό και έχει μεταβεί στην οικία του.
Συνεπώς, καμία ένδειξη βρασμού ψυχικής ορμής δεν υπάρχει το μεσημέρι της 26ης Απριλίου, όταν αποφασίζει να τελέσει το έγκλημα της ανθρωποκτονίας σε βάρος του Κ. και το προπαρασκευάζει παίρνοντας την κυνηγετική καραμπίνα και τα ανάλογα φυσίγγια από το σπίτι του, σε κατάσταση ηρεμίας, μετά το μεσημεριανό γεύμα, επιστρέφοντας στην υπηρεσία του για τη συνέχιση της 24ωρης βάρδιας στο τηλεφωνείο.
Εξάλλου, η παραλαβή της καραμπίνας με τα φυσίγγια από την οικία του το μεσημέρι της 26ης Απριλίου, δεν έχει καμία άλλη δικαιολογία παρά μόνο τη θανάτωση του Κ. και της Θ. και έγινε ώστε ο κατηγορούμενος να είναι σε κάθε στιγμή έτοιμος να τη χρησιμοποιήσει μόλις εντοπίσει τα θύματά του, αποκλείοντας τον βρασμό ψυχικής ορμής. Η ετοιμασία αυτή, καταδεικνύει προμελέτη της πράξης, την οποία και εκτέλεσε σε ηρεμία και μάλιστα ενώ από τις 14:00 (που τοποθέτησε την καραμπίνα) μέχρι την μετάβασή του στο Γυμναστήριο "Α. Τ." την 01:20 της επομένης, είχαν μεσολαβήσει περίπου έντεκα ώρες στο ουδέτερο περιβάλλον του χώρου εργασίας του. Είναι δε ενδεικτικό ότι αμέσως μετά τον εντοπισμό του Κ. και της Θ. και τη στάθμευση του αυτοκινήτου του, ο κατηγορούμενος κινήθηκε κατευθείαν στο πορτ - μπαγκάζ για να πάρει την καραμπίνα, την οποία χωρίς ενδοιασμό χρησιμοποίησε. Όπως μάλιστα και ο ίδιος κατά την απολογία του κατέθεσε, αντίκρυσε την σύζυγό του με τον Κ. απλώς να στέκονται στην εσοχή και τίποτε περισσότερο που να παραπέμπει σε ερωτική σχέση, όπως θα γινόταν και με δύο γνωστούς ανθρώπους. Και βέβαια, όπως προαναφέρθηκε ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο Κ. τον εξύβρισε μόλις τον αντίκρυσε, ή άφησε έστω και την υποψία πως θα στρεφόταν εναντίον του. Αντίθετα, τόσο αυτός, όσο και η Θ., στην θέα του δράστη με την καραμπίνα, και ειδικότερα η Θ. γνωρίζοντας τον βίαιο και επιθετικό χαρακτήρα του, τράπηκαν προς φυγή.
Επίσης, η επακόλουθη συμπεριφορά του, α) λέγοντας στον νεκρό "είσαι μάγκας τώρα" β) επιτιθέμενος με χαστούκια και υβριστικές φράσεις την αιμόφυρτη σύζυγό του, που αμέσως προηγουμένως προσπάθησε να σκοτώσει, γ) με την πραγματοποίηση τηλεφωνικής κλήσης στον εξάδελφό του, δ) την επανατοποθέτηση της καραμπίνας στο αυτοκίνητο και την αναμονή για την άφιξη της αστυνομίας, δείχνει μία σταθερή συνέχεια στη συναισθηματική του κατάσταση, που σε καμία εκδήλωσή της δεν καταδεικνύει ένταση ψυχικής ορμής, που εμπόδισε τον κατηγορούμενο να χρησιμοποιήσει τη λογική σκέψη, παρά την ευλόγως συνυπάρχουσα και φυσικός αναπόφευκτη συναισθηματική του ένταση κατά τη στιγμή αφαίρεσης μίας ανθρώπινης ζωής, που εν προκειμένω όμως πλαισιώνεται από την ικανότητα αντίληψης του κατηγορουμένου, του τι πάει να γίνει. Από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος αποφάσισε και τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας του Α. Κ., σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, δηλαδή έχοντας τη δυνατότητα να σταθμίσει τα αίτια που τον ωθούν στη πράξη του και αυτά που τον απωθούν απ' αυτή. Ο ανθρωποκτόνος σκοπός του συνάγεται από τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε, το μέσο που χρησιμοποίησε, τον τόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η πράξη, σε συνδυασμό με την αφορμή από την οποία παρακινήθηκε, ενόψει του ότι η δημιουργηθείσα από τον χωρισμό του, άσχημη ψυχολογική κατάσταση δεν ήταν πρόσφορη να το προκαλέσει σε τέτοιο βαθμό ούτε του προκάλεσε αγανάκτηση και οργή σε τέτοιο σημείο που να αποκλείει τη σκέψη του, δηλαδή να του στερήσει τη δυνατότητα στάθμισης των κινούντων στην κρινόμενη πράξη της ανθρωποκτονίας και αποθούντων από αυτήν αιτίων. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος επέλεξε ως μέσα τελέσεως του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας το κυνηγετικό όπλο, λόγω της προσφορότητάς του αλλά και λόγω της μακροχρόνιας εμπειρίας του, διότι είχε τη δυνατότητα να πλήξει επιτυχώς το θύμα από απόσταση αφού είναι κυνηγός χρόνια, ως τόπο επέλεξε την ερημική τοποθεσία, όπου τα υποψήφια θύματά του θα ήταν αβοήθητα, πυροβόλησε δε από κοντινή απόσταση ήτοι 4 μέτρων περίπου, στον κορμό (πλάτη) του θύματος και μάλιστα σε καίριο, και ευπαθές σημείο του σώματος, κατά τα προαναφερόμενα.
Περαιτέρω, με βάση την αντικειμενική περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που έλαβαν χώρα και ιδίως της συμπεριφοράς που επέδειξε ο κατηγορούμενος κατά τη τέλεση της πράξης του και μετά απ' αυτή, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν συνάγεται ότι είχε διαταραχθεί η συνείδησή του σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην έχει την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό. Αντίθετα η όλη συμπεριφορά του, όπως αυτή προεκτέθηκε, καταδεικνύει ότι είχε πλήρη συναίσθηση του άδικου χαρακτήρα της πράξης του, χωρίς βέβαια να τίθεται καν θέμα περιορισμένης ικανότητας προς καταλογισμό (άρθρ. 36 Π.Κ.), ούτε αποδείχθηκε η ύπαρξη ψυχικής ορμής, αλλά αντίθετα από όλα τα διεξοδικώς εκτιθέμενα ανωτέρω, περί του βίαιου χαρακτήρα του, ο οποίος καθόλη τη διάρκεια του έγγαμου βίου του αντιμετώπιζε την σύζυγό του σαν πράγμα που του ανήκει, καλλιεργώντας της τον φόβο, της όλης συμπεριφοράς του κατά τη τέλεση της πράξης του και μετά απ' αυτή, ιδίως το γεγονός ότι απευθύνθηκε υβριστικά σε νεκρό, που ο ίδιος προηγουμένως είχε σκοτώσει, επιδεικνύοντας τη δύναμή του, προέκυψε ανενδοίαστα ότι ο κατηγορούμενος αποφάσισε και τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, δηλαδή έχοντας τη δυνατότητα να σταθμίσει τα αίτια που τον ωθούν στη πράξη του και αυτά που τον απωθούν απ' αυτή και έχοντας πλήρη ικανότητα προς καταλογισμό κατά την τέλεση των εγκλημάτων.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με ενδεχόμενο δόλο και ειδικότερα, γνωρίζοντας ότι από την πράξη ενδέχεται να προέλθει ο θάνατος άλλου προσώπου και αποδεχόμενος το ανθρωποκτόνο αυτό αποτέλεσμά, επιχείρησε πράξη, που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, πλην όμως η πράξη αυτή δεν ολοκληρώθηκε, από λόγους άσχετους με τη θέλησή του και από εμπόδια εξωτερικά καθώς, αφού πυροβόλησε κατά του Α. Κ. στη συνέχεια πυροβόλησε προς τη σύζυγο του, Σ. Θ., η οποία έτρεξε για να σωθεί, πυροβολώντας προς αυτήν δύο φορές και πετυχαίνοντάς την στους μηρούς της, με αποτέλεσμα να μεταφερθεί αρχικά στο Κέντρο Υγείας Ηγουμενίτσας και στη συνέχεια στο Γενικό Νοσοκομείο Φιλιατών, όπου αντιμετωπίστηκαν τα τραύματα της και διέφυγε τον κίνδυνο για τη ζωή της, καθώς από τα τυφλά πλήγματα που της κατάφερε μέσα στη νύχτα και χωρίς επαρκή φωτισμό, δεν επήλθαν εν τέλει τραύματα σε ζωτικά της όργανα, και έτσι το επιδιωκόμενο από μέρους του ανθρωποκτόνο αποτέλεσμα δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της βούλησης του, αλλά από αίτια εξωτερικά. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν είχε ανθρωποκτόνο δόλο ως προς τη σύζυγό του, αλλά επεδίωκε μόνο τον τραυματισμό της δεν γίνεται δεκτός, καθώς οι συνθήκες υπό τις οποίες πυροβόλησε εναντίον αυτής, α. που βρισκόταν εν κινήσει, β. εν μέσω σκότους, καθώς στον αύλειο χώρο πίσω από το Γυμναστήριο, όπου έτρεξε η Θ. μετά τον πυροβολισμό εναντίον του Κ. δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός και γ. σε απόσταξη περίπου 15 μέτρων, δεν του επέτρεπαν να στοχεύσει σε συγκεκριμένο σημείο του σώματος της Θ. και συγκεκριμένα στα πόδια, ώστε να μπορεί να υποστηρίξει βάσιμα ότι ήθελε μόνο να την τραυματίσει. Αντιθέτως, κατά την ώρα εκείνη ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας ότι πυροβολεί κατ' αυτής χρησιμοποιώντας φυσίγγια των οποίων οι βολίδες διασπείρονται καθώς απομακρύνονται από το όπλο και ότι αυτές μπορεί να την τραυματίσουν σε οποιοδήποτε μέρος του σώματός της ακόμη και σε ευπαθές σημείο, αποδεχόταν το ενδεχόμενο οι βολίδες αυτές να την τρώσουν και να προκαλέσουν ακόμη και το θάνατό της.
Το γεγονός ότι η Θ. έπεσε τραυματισμένη στο έδαφος και μολονότι ο κατηγορούμενους μπορούσε να την σκοτώσει, είτε τοποθετώντας άλλα φυσίγγια που είχε αφήσει στο αυτοκίνητο είτε χτυπώντας την με το όπλο, δεν το έπραξε, δεν αναιρεί τον ανθρωποκτόνο δόλο του, αφού ο κατηγορούμενος, συνεχίζοντας την συμπεριφορά που ξεκίνησε με τον πυροβολισμό του Κ., κατά την ώρα των πυροβολισμών κατά της Θ. αποδεχόταν τον θανάσιμο τραυματισμό της. Στην συνέχεια ωστόσο, αποδείχθηκε ότι με δική του θέληση και όχι από εξωτερικά εμπόδια, δεν επανέλαβε άμεσα την πράξη του, επιστρέφοντας στο αυτοκίνητό του για να γεμίσει το όπλο του και με τα άλλα φυσίγγια, ώστε να ολοκληρώσει τον ανθρωποκτόνο δόλο του κατά της συζύγου του εφαρμοζομένης στην ένδικη περίπτωση της διάταξης του άρθρου 44 παρ. 2 ΠΚ και όχι αυτή της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, κατά τον προβληθέντα ισχυρισμό του κατηγορουμένου, ο οποίος είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού η απομάκρυνσή του από τον ανθρωποκτόνο δόλο έγινε στην συνέχεια μετά την προσπάθεια εκτέλεσης της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας, δηλαδή μετά από πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, αλλά υπολείπονταν και άλλες ενέργειες προς ολοκλήρωση του σκοπού του.
Στην προκειμένη δηλαδή περίπτωση αποδείχθηκε πως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε επειδή δεν στέφθηκε με επιτυχία, επειδή δεν πέτυχε ο στόχος του σε ζωτικό όργανο της παθούσας. Αποδείχθηκε επίσης, ότι στο Γραικοχώρι Ηγουμενίτσας Μ. Θεσπρωτίας, στον ως άνω τόπο και χρόνο όπισθεν του κλειστού γυμναστηρίου Ηγουμενίτσας "Α. Τ.", την 27-04-2017 και περί ώρα 01:20, ο κατηγορούμενος με πρόθεση έφερε .... όπλο, ..... και ειδικότερα έφερε μαζί του το υπ' αριθμ. ... όπλο, τύπου καραμπίνα, εργοστασίου κατασκευής Bonelli, μοντέλου M2, διαμετρήματος Cat. 12, με αριθμό κάννης ..., το οποίο παρότι δεχόταν και πυροδοτούσε φυσίγγια κυνηγετικών όπλων, δεν χαρακτηρίζεται κυνηγετικό καθώς μπορούσε να δεχθεί περισσότερα από τρία φυσίγγια (και δη ως είχε μπορούσε να δεχθεί μέχρι οκτώ) σύμφωνα με την υπ' αριθ. πρωτ. ...-2017 Έκθεση Εργαστηριακής Πραγματογνωμοσύνης του Αστυνόμου Α' Α. Σ. ......
Κατόπιν τούτων, πρέπει να κηρυχθεί ομόφωνα ένοχος ο κατηγορούμενος, όλων των παραπάνω πράξεων: α) της ανθρωποκτονίας, από πρόθεση σε βάρος του Α. Κ., β) της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σε βάρος της Σ. Θ., με τη συνδρομή της περίστασης του άρθρου 44 παρ. 2 ΠΚ, γ)της παράνομης οπλοφορίας και δ)της παράνομης οπλοχρησίας και να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί του". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, ομοφώνως, για τις πράξεις : α) της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σε βάρος του Α. Κ. και β) της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σε βάρος της Σ. Θ., με τη συνδρομή της περίστασης του άρθρου 44 παρ. 2 ΠΚ, γ)της παράνομης οπλοφορίας και δ)της παράνομης οπλοχρησίας ήτοι του ότι: Στο Γραικοχώρι Ηγουμενίτσας Ν. Θεσπρωτίας, όπισθεν του κλειστού γυμναστηρίου Ηγουμενίτσας "Α. Τ.", την 27-04-2017 και περί ώρα με πρόθεση σκότωσε άλλον και επιπλέον έχοντας αποφασίσει να σκοτώσει και κάποιον άλλον, επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, πλην όμως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε και δεν επαναλήφθηκε άμεσα προκειμένου να ολοκληρωθεί με δική του βούληση του.
Ειδικότερα, έχοντας ανθρωποκτόνο δόλο, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση τόσο κατά τη λήψη της απόφασης όσο και κατά την εκτέλεση αυτής και ενεργώντας κατόπιν προμελετημένου σχεδίου, σκότωσε τον Α. Κ. του Σ. και αποπειράθηκε να σκοτώσει την Σ. Θ. του Γ., πράξη την οποία δεν ολοκλήρωσε και δεν επανέλαβε άμεσα προκειμένου να ολοκληρωθεί με δική του βούληση του. Συγκεκριμένα, αφού μετέβη με το με αριθμό κυκλοφορίας ... IXΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του όπισθεν του κλειστού γυμναστηρίου Ηγουμενίτσας "Α. Τ.", όπου βρισκόταν η σύζυγος του Σ. Θ. του Γ. και ο Α. Κ. του Σ., οι οποίοι είχαν συναντηθεί κρυφά από τον ίδιο, και διαπίστωσε την παρουσία τους εκεί, στάθμευσε το όχημα του πίσω από τα δικά τους οχήματα και κινήθηκε πεζός προς το μέρος τους κρατώντας στα χέρια του το υπ' αριθμ. ... όπλο, τύπου καραμπίνα, εργοστασίου κατασκευής Bonelli, μοντέλου M2, διαμετρήματος Cal. 12, με αριθμό κάνης ..., το οποίο έφερε τρία φυσίγγια, και στη συνέχεια έστρεψε το όπλο αρχικά προς τον Α. Κ. του Σ., ο οποίος έτρεξε για να σωθεί, πυροβολώντας μία φορά και η βολή τον πέτυχε στον θώρακα προκαλώντας του βαρείες κακώσεις με αποτέλεσμα να επέλθει άμεσα ο θάνατος του, και εν συνεχεία προς τη σύζυγο του, η οποία και εκείνη έτρεξε για να σωθεί, πυροβολώντας προς αυτήν δύο φορές και πετυχαίνοντάς την μία φορά στους μηρούς της, με αποτέλεσμα να μεταφερθεί αρχικά στο Κέντρο Υγείας Ηγουμενίτσας και στη συνέχεια στο Γενικό Νοσοκομείο Φιλιατών, όπου αντιμετωπίστηκαν τα τραύματα της και διέφυγε τον κίνδυνο για τη ζωή της, καθώς από τα τυφλά πλήγματα που της κατάφερε μέσα στη νύχτα και χωρίς επαρκή φωτισμό, δεν επήλθαν εν τέλει τραύματα σε ζωτικά της όργανα, και έτσι το επιδιωκόμενο από μέρους του ανθρωποκτόνο αποτέλεσμα δεν ολοκληρώθηκε και δεν επαναλήφθηκε άμεσα προκειμένου να ολοκληρωθεί με δική του βούληση του, καθόσον καίτοι είχε το χρόνο να πυροβολήσει ξανά εν τέλει αποφάσισε να μην το πράξει........ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ομοφώνως τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου: 1) για μεταβολή της κατηγορίας από τέλεση της πράξης της ανθρωποκτονίας σε βάρος του Α. Κ. σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (άρθρο 299 παρ. 1 ΠΚ), σε τέλεση της πράξης σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής (άρθρο 299 παρ. 2 ΠΚ) και 2) για μεταβολή τής κατηγορίας από απόπειρα ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση με βάρος της Σ. Θ. (άρθρα 42 παρ. 1 και 299 παρ. 1 ΠΚ), σε τέλεση επικίνδυνης σωματικής βλάβης (άρθρο 309 ΠΚ) και 3) ότι έγινε υπαναχώρηση από απόπειρα κατά την παρ. 1 του άρθρου 44 ΠΚ".
[2] Με τις ανωτέρω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και της απόπειρας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση με τη συνδρομή της περίστασης του άρθρου 44 παρ. 2 ΠΚ, αφού παρατίθενται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα χωρίς αντιφάσεις και κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, όλα τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το δικαστήριο ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1, 2, 14, 16, 17, 18, 26 εδα, 27, 42 παρ. 1, 51, 52, 53, 79, 94 παρ. 1 ΠΚ άρθρο 44 παρ. 2, 229 παρ. 1 του νΠΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 63 του ν. 4855/2021, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται α) με λεπτομερή παράθεση όλα τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου ουσίας για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των παραπάνω εγκλημάτων, β) παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, γ) αιτιολογείται πλήρως ο τρόπος με τον οποίο έδρασε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δ) αιτιολογείται πλήρως ο ανθρωποκτόνος δόλος για την πράξη της ανθρωποκτονίας με άμεσο δόλο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σε βάρος του Α. Κ. και ο ενδεχόμενος ανθρωποκτόνος δόλος για την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με τη συνδρομή του άρθρου 44 παρ. 2 νΠΚ, σε βάρος της Σ. Θ., που προκύπτει 1) από τις αναφερόμενες ειδικότερες συνθήκες τέλεσης των πράξεών του, και, ειδικότερα, ο τόπος (ερημικός και απομονωμένος χώρος όπισθεν του κλειστού γυμναστηρίου Ηγουμενίτσας), χρόνος (27-04-2017, περί ώρα 01.30) και με λεπτομερή παράθεση των πραγματικών περιστατικών υπό τα οποία ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, εκτέλεσε το προμελετημένο σχέδιο θανάτωσης των θυμάτων του, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τόσο κατά το χρόνο σχεδίασης όσο και κατά χρόνο τέλεσης, αφού αναζήτησε και βρήκε το σημείο συνάντησης του ανωτέρω θύματός του με την σύζυγό του, Σ. Θ., με την οποία, αφού αποφάσισαν να λύσουν τον από ετών προβληματικό γάμο τους, ήταν, από 23-04-207, σε διάσταση, 2) τη χρήση πρόσφορου και κατάλληλου μέσου για τη θανάτωση των θυμάτων του, ήτοι όπλου με αριθμ. ..., τύπου καραμπίνα, εργοστασίου κατασκευής Benelli, μοντέλου M2, διαμετρήματος Cal 12, με αριθμό κάνης ..., με τρία φυσίγγια, με το οποίο, άμεσα, πυροβόλησε στον Α. Κ., από απόσταση τεσσάρων μέτρων, στη στιγμή που για να σωθεί αυτός είχε τραπεί σε φυγή, έπληξε το θώρακα του θύματος, προκάλεσε βαρείες κακώσεις σ' αυτόν, από τις οποίες άμεσα επήλθε ο θάνατος του θύματος, στη συνέχεια πυροβόλησε (δύο φορές) την τραπείσα σε φυγή για να σωθεί Σ. Θ., γνωρίζοντας ότι από την πράξη του αυτή ενδέχεται να θανατώσει αυτήν και αποδεχόμενος τον ανθρωποκτόνο αποτέλεσμα, πέτυχε αυτήν τη μία φορά, τραυμάτισε αυτήν στους μηρούς της, πλην όμως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε λόγω αποτυχίας, από εξωτερικά αίτια, [απόσταση δεκαπέντε μέτρων, μέσα στη νύχτα χωρίς επαρκή τεχνητό φωτισμό] να πλήξει ζωτικά της όργανα και τα τραύματά της ιατρικά αντιμετωπίστηκαν, με αποτέλεσμα να μην επέλθει το ανθρωποκτόνο αποτέλεσμα, το οποίο μετά την αποτυχία του, δεν ολοκλήρωσε, με τη θέλησή του, με επανάληψη πυροβολισμού ή κτύπημά της με το όπλο, αποφασίζοντας να μην το επαναλάβει, 3) με την εξειδίκευση του άμεσου δόλου (για την τετελέσμενη ανθρωποκτονία) και ενδεχόμενου δόλου (για την σε πεπερασμένη απόπειρα ανθρωποκτονία), με την τέλεση της πράξης σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τόσο κατά τη λήψη της σχετικής απόφασης όσο και κατά την εκτέλεση της πράξης από άμεσο δόλο ανθρωποκτονίας του Α. Κ. και της απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο κατά της ήδη αποχωρήσασας από την οικογενειακή στέγη συζύγου του, Σ. Θ. με την ανωτέρω λεπτομερή παράθεση και ανάλυση των πραγματικών περιστατικών και της δυνατότητας του κατηγορουμένου χωρίς να βρίσκεται σε ένταση συναισθήματος σε βαθμό που να εμποδίζει τη στάθμιση των λόγων που τον ωθούσαν και απέτρεπαν από το έγκλημα, [κατά τις παραδοχές γνώση του κατηγορουμένου από προηγούμενα έτη για την κακή πορεία του γάμου τους, υπόνοιες για εξωσυζυγική σχέση της συζύγου του, που ανέπτυξε επ' ευκαιρία της εργασίας της, συναίνεση των συζύγων για την έκδοση διαζυγίου και συνειδητοποίηση για το τέλος του γάμου τους, αποχώρηση, στις 23-04-207, της Σ. Θ. από την οικογενειακή στέγη και εγκατάστασή της στην πατρική κατοικία της, επεξεργασία από τον κατηγορούμενο της πληροφορίας για το συγκεκριμένο άτομο με το οποίο ανέπτυξε εξωσυζυγική σχέση, συνομιλία, παρουσία της θυγατέρας τους, Σ., για την πορεία της έκδοσης διαζυγίου τους, θέση της καραμπίνας στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου, προκειμένου να τους θανατώσει τη στιγμή που θα τους συναντούσε, επιστροφή του κατηγορουμένου στην καθημερινότητας της εργασίας του, παρακολούθηση, δια τρίτου, των κινήσεων της συζύγου του, πληροφορία τόπου κίνησης της συζύγου του, αναζήτηση και ανεύρεσή τους στο ένδικο σημείο (όχι σε ερωτικές περιπτύξεις), άμεση χρήση της καραμπίνας, με πυροβολισμό του ευρισκόμενου σε φυγή Α. Κ., και, αμέσως, μετά τη θανάτωση αυτού, χρήση της καραμπίνας με δύο πυροβολισμούς της ευρισκόμενης σε φυγή συζύγου του, αποτυχία λόγω εξωτερικών αιτίων θανάτωσης αυτής και τραυματισμού αυτής, με τον ένα πυροβολισμό, στους μηρούς και μη επανάληψη, με θέλησή του, θανάτωσής της, με πυροβολισμό ή κτύπημα με το όπλο].
Αναφορικά με τις αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος, από τα οποία αποδεικτικά μέσα το δικαστήριο ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να εξαιρέσει κανένα αποδεικτικό μέσο και χωρίς να είναι απαραίτητο, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, να εκτίθεται τί προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμηση τούτων ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας καθενός, ενώ από το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι μερικά. Το δικαστήριο ουσίας με σαφή, και χωρίς κενά και αντιφάσεις, αιτιολογία δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις παραπάνω άδικες πράξεις και απέρριψε ως αβάσιμους κατ' ουσίαν τους αρνητικούς και αυτοτελείς ισχυρισμούς, τις παρατηρήσεις και τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος, αφού παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με λεπτομερή ανάλυση, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τις ανωτέρω άδικες πράξεις.
Επομένως, ο δεύτερος και τρίτος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠοινΔ, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε ΚΠοινΔ, εσφαλμένης ερμηνείας και μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 299 παρ. 2 ΠΚ, 44 παρ. 1 ΠΚ, 309 ΠΚ είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές, περιεχόμενες στους παραπάνω λόγους, αιτιάσεις, σχετικές με την κατηγορία, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων, επιχειρημάτων και συλλογισμών του, που κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα στα οποία κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων περί ασαφών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, που αφορούν στην επί της ουσίας κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αποτελούν απλώς υπερασπιστικά επιχειρήματα και αμφισβήτηση των σε βάρος του παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση των, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ πλημμελειών, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
[3] Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, σύμφωνα με τα άρθρα 171 §2 και 333 §2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, με όλα δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 880/2024). Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς, και, συνεπώς, ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους (ΑΠ 432/2024, ΑΠ 239/2024) Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, 1) η (υπό στοιχ. α) το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα, 2) η (υπό στοιχ. γ) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη, 3) η (υπό στοιχ. ε) το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του, τις οποίες, μετά την κήρυξη του κατηγορουμένου ενόχου, ο συνήγορος υπεράσπισης αυτού υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς αυτοτελείς ισχυρισμούς.
[4] Ειδικότερα, ως ελαφρυντική περίσταση, κατά τον ισχύοντα από 01-07-2019 νέο ΠΚ, που, κατά το άρθρο 2 ΠΚ, είναι ευμενέστερη διάταξη έναντι του προγενέστερου ΠΚ, θεωρείται ιδίως η υπό στοιχείο α', όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 16 του ν. 5090/2024, "το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρύ πλημμέλημα". Κριτήριο για τη συνδρομή της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης είναι πλέον η σύννομη ζωή του υπαιτίου. Κατά τη γραμματική ερμηνεία της κρίσιμης για την εφαρμογή της διάταξης αυτής λέξης "σύννομη", έτσι χαρακτηρίζεται η ζωή του ατόμου, όταν το τελευταίο καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του και μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης, σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιϊκών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο, συμμορφώνεται με αυτόν, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη. Έτσι, ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο αλλά με την από πεποίθηση - υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη.
Άλλωστε, το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη, το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια. Συνακόλουθα, αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται αστικούς κανόνες, η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε λευκό ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 του ΚΠΔ για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου προκειμένου να αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού. Από τον συνδυασμό όλων όσων προεκτέθηκαν είναι φανερό πως για τη θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, και επιπλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού ισχυρισμού είναι ότι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 1108/2024, ΑΠ 1060/2023).
[4α] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο ακροατήριο του δικαστηρίου της ουσίας, μετά την κήρυξη του κατηγορουμένου ενόχου, οι συνήγοροι υπεράσπισης αυτού ανέπτυξαν προφορικώς και εγχείρησαν εγγράφως τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α' , γ και ε και 84 παρ. 3 του ΠΚ. Ειδικότερα, ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' του ΠΚ υποστήριξαν τα ακόλουθα : "Νομικές σκέψεις για τις ανωτέρω ελαφρυντικές περιστάσεις..... 1. Πραγματικά περιστατικά - Ελάσσων πρόταση. 2.1. Εκ του συνόλου των αποδεικτικών μέσων τα οποία έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σας, ήτοι τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα, τις ενδείξεις που έχουν αχηματισθεί και την απολογία μου προκύπτουν με ασφάλεια και απόλυτη δικανική πεποίθηση τα εξής πραγματικά περιστατικά. Στις 30.09.1995 τέλεσα θρησκευτικό γάμο με την πρώην σύζυγο μου Σ. Θ. του Γ. Από τον γάμο μας αυτόν, αποκτήσαμε δύο κόρες, την Π., που γεννήθηκε στα Ιωάννινα στις ...1997 και την Σ., πού γεννήθηκε στα Ιωάννινα, στις ...1999. Μετά τον γάμο μας, μείναμε σε διαμέρισμα ιδιοκτησίας μου στο Γραικοχώρι Ηγουμενίτσας. Κατά τα πρώτα χρόνια της έγγαμης συμβίωσης μας όλα κυλούσαν κατά βάση ομαλά, πέρα από κάποιες διαφωνίες οι οποίες συναντώνται σε κάθε ζευγάρι.
Ωστόσο, αργότερα και δη περί το 2000, όταν η πρώην σύζυγος μου, μετά από δική μου συνδρομή ξεκίνησε να λειτουργεί ένα κομμωτήριο, η σχέση μας άρχισε να έχει προβλήματα καθώς εμφάνιζε ολοένα και λιγότερο συζυγική συμπεριφορά και αφιέρωνε ολοένα και λιγότερο χρόνο στις ανάγκες του νοικοκυριού μας και στις ανάγκες των μικρής ηλικίας μωρών μας. Το έτος 2005 ανακάλυψα ότι η σύζυγος μου διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση και μολονότι η πρωταρχική μου σχέση ήταν να λύσουμε το γάμο μας με διαζύγιο, η αγάπη μου προς τον θεσμό της οικογένειας, προς τις ανήλικες κόρες μας και προς το σπίτι μας με οδήγησε στο να κρατήσω με κάθε προσωπική θυσία το σπίτι μας και τον γάμο μας ζωντανό, contra στην ηθική μου και σας πεποιθήσεις μου. Ταυτόχρονα, ανησυχούσα σε υπέρμετρο βαθμό για το μέλλον των κορών μας και παρά το γεγονός ότι είχα πληγωθεί σε τεράστιο βαθμό από τη συμπεριφορά της πρώην συζύγου μου, δεν μπορούσα να αποστασιοποιηθώ από τις κόρες μου, γεγονός [που αναπόφευκτα θα λάμβανε χώρα αν οδηγούμασταν σε διαζύγιο. Έλαβα την απόφαση να υποφέρω εγώ από τη συμπεριφορά της πρώην συζύγου μου, παρά να υποφέρουν οι κόρες μας από μία πρόωρα διαλυμένη οικογένεια. 2.1.1. Με το πέρασμα των ετών, τα πράγματα κυλούσαν δύσκολα μέχρι το Πάσχα του έτους 2016 περίπου, όταν λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζαμε, η πρώην σύζυγος μου επέλεξε να εργαστεί σε μία ψησταριά. Έκτοτε η παρουσία της στο σπίτι και στην οικογένεια μας ήταν όλως προβληματική, έλλειπε συνεχώς, κατανάλωνε ποσότητες αλκοόλ και δεν ασχολούταν καθόλου με τη μέριμνα των κορών μας, και ιδίως της Σ., η οποία την περίοδο εκείνη προετοιμαζόταν για να δώσει πανελλαδικές εξετάσεις για να εισαχθεί στο Πανεπιστήμιο. Ήταν εμφανές ότι και πάλι διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις, πλην όμως δεν είχα απτές αποδείξεις και δεν ήθελα να μπω στην ταπεινωτική, για εμένα, συλλογή αποδείξεων για τις εξωσυζυγικές πράξεις της συζύγου μου. Η κατάσταση αυτή, επειδή ήταν πολύ προκλητική, με ανάγκασε πλέον να της ζητήσω να λύσουμε τον γάμο μας, γεγονός που και η ίδια συνομολογεί, καθώς οι κόρες μας ήταν πλέον σε ηλικία που 0α μπορούσαν να διαχειριστούν ενώ ταυτόχρονα σκεφτόμουν ότι η παραμονή μας σε έγγαμη συμβίωση μπορεί να γίνει μόνον χειρότερη και ότι δεν φαίνεται να επίκεπαι βελτίωση της όλης κατάστασης. Λίγο αργότερα, στις 27-4-2017 έλαβε χώρα το επίμαχο περιστατικό όταν εντόπισα την πρώην σύζυγο μου με τον θανόντα, Α. Κ., όπισθεν του κλειστού Γυμναστηρίου Ηγουμενίτσας, ήτοι σε χώρο κρυφό και απόμερο στον οποίο μεταβαίνον τα "ζευγαράκια" για ερωτικές περιπτύξεις. 2.2. Αναφορικά με την ελαφροντική περίσταση του προτέρου συννόμου βίου, επισημαίνω εισαγωγικά ότι μέχρι την τέλεση των πράξεων για τις οποίες δικάζομαι ενώπιον σας, ήτοι μέχρι την 27η Απριλίου 2017, έζησα μία ζωή η οποία θα μπορούσε πλήρως να ενταχθεί στις νομοθετικές και νομολογιακές απαιτήσεις του προηγούμενου καθεστώτος, ήτοι αυτού του προτέρου εντίμου βίου. Μολονότι το ισχύον νομοθετικά και νομολογιακό καθεστώς πλέον κάνει λόγο για πρότερο σύννομο βίο, με την αιτιολογική έκθεση του νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019) να θέλει ευθέως μία υποχώρηση στις πραγματολογικές απαιτήσεις προκειμένου ένα Δικαστήριο ουσίας να προβεί στην αναγνώριση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης, από τα πραγματικά περιστατικά που έχουν αναδειχθεί από την ενώπιόν σας αποδεικτική διαδικασία, προκύπτει ότι έως την τέλεση των πράξεων για τις οποίες κατηγορούμαι έζησα μία καθ' όλα έντιμη, και κατ' επέκταση, για την εννοιολογική ακολουθία των όρων, σύννομη ζωή σε επίπεδο οικογενειακό, ατομικό, επαγγελματικό και κοινωνικό. Ειδικότερα, αναφορικά με την πρότερη οικογενειακή μου ζωή, αναδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και δη ιδίως από τις καταθέσεις των δύο μου θυγατερών, οι θυσίες στις οποίες προέβην με αυταπάρνηση προκειμένου να διατηρηθεί η οικογενειακή συνοχή και προκειμένου να μην λείψει κανένα άθλο η ολικό αγαθό από τα μέλη της οικογένειας μου.
Μολονότι η προσωπική μου σχέση με την πρώην σύζυγο μου, Σ. Θ., είχε περάσει στάδια διακυμάνσεων, απόρροια της επιλογής της παράλληλα με την έγγαμη σχέση της μαζί μου να διατηρεί και άλλες εξωσυζυγικές σχέσεις, επέλεξα το δρόμο της διατήρησης της οικογενειακής συνοχής διότι τούτο θα εξασφάλιζε το βέλτιστο οικογενειακό περιβάλλον για τις κόρες μας. 'Οταν, στο παρελθόν, είχα αντιληφθεί ότι η πρώην σύζυγος μου διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση, αντί να στραφώ στη λύση του διαζυγίου προκειμένου να διαφυλάξω την αξιοπρέπεια μου ή άλλα ομοειδή προσωποπαγή αγαθά, επέλεξα να διατηρήσω την οικογένεια που από κοινού είχαμε χτίσει, εξασφαλίζοντας, στο μέτρο του δυνατού, ένα καλό οικογενειακό περιβάλλον για τις κόρες μας, τις οποίες υπεραγαπούσα και υπεραγαπώ σε σημείο που με ενδιαφέρει, πλέον, αποκλειστικά και μόνον η δική τους ευημερία και το δικό τους μέλλον. Το ίδιο έπραττα καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής μου καθώς παρά τις όποιες δυσκολίες αντιμετώπιζα στο εργασιακό μου περιβάλλον με δύσκολες συνθήκες πυρόσβεσης, υπερωρίες κλπ εντούτοις πάντοτε φρόντιζα τις κόρες μου και την σύζυγό μου, έκανα διπλές και τριπλές δουλειές προκειμένου να αποκομίζω επιπρόσθετα εισοδήματα και να έχω τη δυνατότητα να τους παρέχω όλα τα υλικά αγαθά, δίχως ωστόσο ποτέ να τους στερήσω τα. άυλα, και σημαντικότερα, αγαθά όπως η πατρική αγάπη, στοργή, φροντίδα, προστασία, καθοδήγηση και συμβουλή.
Ενδεικτικά προς τη συμπεριφορά της πρώην συζύγου μου, έναντι εμού και της οικογένειας μας, προσκομίζω την από 19-11-2005 τύποις δήλωση της συζύγου μου, διά της οποία αναγνωρίζει και ομολογεί εξωσυζυγική της σχέση και από την οποία προκύπτει ότι η πραγματική μου βούληση ήταν να διατηρηθεί η οικογενειακή συνοχή Και όχι να οδηγηθούμε, παρά τη συμπεριφορά αυτή, σε διάλυση της οικογενειακής μας σχέσης. Το βράδυ που έλαβε χώρα η εκδικαζόμενη πράξη, δεν ακολούθησα τη σύζυγο μου με τον εραστή της με εγκληματικό σκοπό, αλλά με πρόθεση να δώσω στη σύζυγο μου να καταλάβει ότι τα ξέρω όλα και ότι πρέπει να σταματήσει να μας διασύρει όλους οικογενειακώς στη μικρή κοινωνία που ζούμε. Το όπλο το κρατούσα για εκφοβισμό και μόνο. Αν ήθελα να κάνω κακό, θα το είχα κάνει πολλά χρόνια νωρίτερα χωρίς να εξευτελίζομαι τόσα χρόνια. 2.2.2. Στον αντίποδα, ουδέποτε προέβην σε κακοποιητικές συμπεριφορές και σε πράξεις ενδοοικογενειακής απειλής έναντι της πρώην συζύγου μου ή του πρώην πεθερού μου και πατέρα της Γ. Θ., όπως αβασίμως και συκοφαντικώς ισχυρίστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δίχως το οποιοδήποτε πραγματολογικό ή αποδεικτικό έρεισμα. 2.2.3. Αναφορικά με την πρότερη κοινωνική μου ζωή, από το σύνολο των καταθέσεων και των εγγράφων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σας, προκύπτει πέρα από κάθε αμφιβολία ότι υπήρξα ένα εξέχον μέλος της τοπικής κοινωνίας, με πληθωρικό κοινωνικό, εθελοντικό και κοινωνικό έργο το οποίο παρείχα αφιλοκερδώς δίχως ουδέποτε να αξιώσω το οποιοδήποτε προσωπικό κέρδος ή αντάλλαγμα. Ως πολίτης της τοπικής κοινότητας της Ηγουμενίτσας και του Γραικοχωρίου, φρόντιζα πάντα να συνδράμω τις τοπικές αρχές και τους τοπικούς φορείς, σε όποιον τομέα και σε όποιο πόστα μπορούσα να συνδράμω και κρινόταν απαραίτητο. Υπήρξα εθελοντής αιμοδότης (προσκομίζεται το Δελτίο Εθελοντή Αιμοδότη μου), τακτικός εθελοντής και δωρητής υλικών και υπηρεσιών στην Ενορία Κρυόβρυσης Ηγουμενίτσας και στους ενορίτες της (προσκομίζονται οι με ημερομηνίες 3-5-2023 Βεβαίωση του Αιδεσιμοτάτου Ιερέως Εφημέριου του Ιερού Ναού Αγίου Αθανασίου Ενορίας Κρυόβρυσης, την οποία συνυπογράφει η Εκκλησιαστική Επιτροπή και η με ημερομηνία 1-2-2018 Βεβαίωση του ίδιου). 2.2.4. Αναφορικά με την πρότερη επαγγελματική μου ζωή, διατέλεσα στέλεχος του Δασαρχείου από το έτος 1992 και ήδη από τις 25-11-1998 μετατάχθηκα στο Πυροσβεστικό Σώμα, φέροντας τον βαθμό του Αρχιπυροσβέστη και διατελώντας μία καθ' όλα αξιοπρεπή πορεία, δίχως να έχω υποπέσει ποτέ σε οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα, γεγονός εξεχούσης σημασίας για τον χαρακτήρα μου και τον επαγγελματισμό μου, καθώς υπηρετούσα σε μία υπηρεσία με πολύ αυστηρό κώδικα συμπεριφοράς όπου είναι πολύ εύκολο για κάποιο στέλεχος να τιμωρηθεί πειθαρχικά. Προσκομίζεται σχετικώς η με ημερομηνία 10-01-2018 Βεβαίωση του Διοικητή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Λιμένα Ηγουμενίτσας, Π. Τ. Μ., όπου βεβαιώνεται ότι έως την ημερομηνία τέλεσης των αδικημάτων για τα οποία δικάζομαι υπηρέτησα ευπρεπώς και δεν υπέπεσα σε κανένα πειθαρχικό παράπτωμα. Πέραν αυτού, προσκομίζεται η με ημερομηνία 14-02-2018 βεβαίωση του ίδιου Διοικητού, από την οποία προκύπτει ότι μολονότι μπορούσα να κάνω χρήση υπηρεσιακής Διαταγής και να τοποθετηθώ σε πόστο "γραφείου", δεν έπραξα τούτο, παραμένοντας μέχρι τέλους "μάχιμος" πυροσβέστης, καθώς έτσι θεωρούσα ότι θα υπηρετούσα με τον βέλτιστο τρόπο το Πυροσβεστικό Σώμα. 2.2.5. Τα ανωτέρω σκιαγραφούν με τρόπο ικανοποιητικό προς εξαγωγή συμπερασμάτων και την πρότερη ατομική μου ζωή. Είμαι ένας άνθρωπος φιλήσυχος, φιλειρηνικός, ταγμένος στην οικογένεια μου, στην υπηρεσία μου, στον τόπο μου, στους συνανθρώπους μου. Το γεγονός της επίμαχης ημερομηνίας με στιγμάτισε κατά τρόπο που ήταν αδύνατον να φανταστεί ο οποιοσδήποτε με γνώριζε καθώς ήταν ένα γεγονός εντελώς ασύμβατο με το χαρακτήρα, την ιδιοσυγκρασία και την προσωπικότητα μου. Είναι αυτονόητο ότι έχω λευκό ποινικό μητρώο, καθώς ουδέποτε υπέπεσα σε οποιαδήποτε παραβατική, πολλώ δε μάλλον αξιόποινη, συμπεριφορά, ενώ ταυτόχρονα ήμουν υπόδειγμα πολίτη, φίλου και οικογενειάρχη. Συνεπεία των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι μέχρι να ωθηθώ στις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κατηγορούμαι ενώπιον σας, και ανεξάρτητα προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητα αυτών, έζησα σύννομο βίο, εναρμονισμένος προς τις κοινωνικές επιταγές της ελληνικής κοινωνίας έχοντας λευκό ποινικό μητρώο, ουδέποτε απασχολώντας τις αρχές με παραβατική ή αξιόποινη συμπεριφορά ενώ ταυτόχρονα ήμουν ένας καθ' όλα έντιμος σύζυγος, πατέρας, φίλος και εργαζόμενος ... Επειδή από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου σας προκύπτει άτι μέχρι την τέλεση των αξιοποίνων πράξεων που μου αποδίδονται έζησα μία καθ' όλα σύννομη και έντιμη ζωή, ως ένας πολίτης με λευκό ποινικό μητρώο, ένας καλός οικογενειάρχης και ένας συνεπής, τυπικός και εξαιρετικός: πυροσβέστης.".
[4β] Από την επισκόπηση του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό με την εξής αιτιολογία : " Νομικές σκέψεις .... Στην προκειμένη περίπτωση, ερευνώντας τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, για αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου (άρθρ. 84 παρ. 2 α' ΠΚ πρέπει να λεχθούν τα εξής: Κατ' αρχάς, από την επισκόπηση του ποινικού του μητρώου προκύπτει ότι είναι λευκό. Ωστόσο, όπως αναφέρεται αναλυτικώς στο σκεπτικό της παρούσας, ο κατηγορούμενος ήταν υπαίτιος περιστατικών βίας και απειλών, σε βάρος της συζύγου του, που οφείλοντο στην έλλειψη σεβασμού στην προσωπικότητα της.
Μάλιστα, δεν δίστασε να στρέψει τις κόρες του εναντίον της, εκμεταλλευόμενος την ανασφάλεια και ανωριμότητα των παιδιών του. Όλος ο προηγούμενος έγγαμος βίος του χαρακτηριζόταν από την προσπάθεια του να επιβληθεί και με την βία στην σύζυγό του, θεωρώντας την πράγμα που ανήκε στην κυριότητά του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ότι αντί να προσφύγει στην νόμιμη οδό του διαζυγίου, όταν υποψιάστηκε εξωσυζυγική της σχέση, το έτος 2005, δέχθηκε την συμβουλή της πεθεράς του να την κρατήσει ως "δούλα" και την υποχρέωσε να συντάξει επιστολή, στην οποία του έδινε το δικαίωμα να την κάνει ότι θέλει, αν στο μέλλον τον απατήσει. Στην επιστολή μάλιστα αυτή την υποχρέωσε να γράψει ότι δεν είχε σεξουαλική σχέση με άλλον άνθρωπο και στην συνέχεια ο ίδιος διέγραψε με διορθωτικό την λέξη "δεν". Η όλη του συμπεριφορά ήταν αποτέλεσμα όχι της βούλησής του να κρατήσει σταθερή την οικογένειά του με δεσμούς αγάπης και αλληλοσεβασμού, αλλά να επιβληθεί με βάση την πεποίθησή του για το φύλο του, στην σύζυγό του, και με την βία, έτσι κατά το προαναφερόμενο περιστατικό του έτους 2005, την απείλησε με την χρήση μαχαιριού. Στα πλαίσια επίσης αυτά, τον Σεπτέμβριο του έτους 2016, λίγους μήνες πριν τα εγκλήματα που διέπραξε, επιτέθηκε στην σύζυγό του και προσπάθησε να την πνίξει με μαξιλάρι που πίεσε στο πρόσωπό της. Περιφρονώντας την έννομη τάξη, έκφανση της οποίας είναι ο σεβασμός της προσωπικότητας των άλλων, ακόμη και όταν ο άλλος είναι σύζυγος που συνάπτει εξωσυζυγική σχέση, χαρακτήριζε την συμπεριφορά της συζύγου του παράνομη, αν και η μοιχεία δεν αποτελεί αξιόποινη πράξη από τριακονταετίας τουλάχιστον, ενώ στην συνείδησή του, ήταν νόμιμη η βιαιοπραγία εναντίον της, αντί της επιλογής της νόμιμης οδού του διαζυγίου, σύμφωνα με το Αστικό Κώδικα.
Όλα τα παραπάνω, και λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, όπως περιγράφονται λεπτομερώς στο σκεπτικό της παρούσας και συγκεκριμένα ο τρόπος δράσης του, που δεν άφηνε στο θύμα κανένα περιθώριο αντίδρασης, ιδίως το γεγονός ότι στάθηκε πάνω από τον νεκρό που ο ίδιος είχε σκοτώσει και επιδεικνύοντας τη δύναμή του, απηύθυνε σε νεκρό τη φράση ποιος είναι μάγκας, ενώ στην συνέχεια αφού απέτυχε να σκοτώσει την σύζυγό του και ενώ αυτή κείτονταν αιμόφυρτη άρχισε κατά την προσφιλή του τακτική να την κτυπάει και να την εξυβρίζει. Οι περιστάσεις αυτές, αποκαλύπτουν συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ενδεικτική της προσωπικότητάς του, η οποία υποδηλώνει έλλειψη σεβασμού σε έννομα αγαθά, που λαμβάνονται υπόψη για τη θεμελίωση του σύννομου βίου, οδηγούν το Δικαστήριο στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος δεν έζησε σύννομα μέχρι το χρόνο τέλεσης της πράξης του.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός του".
[4γ] Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού παρατίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, που θεμελιώνουν την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, που ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην απόφαση ότι αναιρείται ο επικαλούμενος από τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα σύννομος βίος, ο οποίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό του μητρώο, 1) καθόσον ο κατηγορούμενος επέδειξε συμπεριφορά που υποδηλώνει έλλειψη σεβασμού σε έννομα αγαθά, και πριν από την τέλεση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αφού, κατά τις παραδοχές, παραβίασε τους ποινικούς νόμους, ως υπαίτιος περιστατικών απειλών και βίας, το έτος 2005, κατά της συζύγου του Σ. Θ., απειλών, με μαχαίρι, και προσπάθειας τον Σεπτέμβριο 2016, να πνίξει με μαξιλάρι τη σύζυγό του, δεν σεβάστηκε τους αστικούς κανόνες, με τους οποίους προβλέπεται η λύση του γάμου όταν η εξέλιξη αυτού δεν είναι αρμονική και όχι η επιλογή του για επιβολή του με βάση την πεποίθησή του για το φύλο του, στην σύζυγό του, με τη βία, και 2) και από τις, λαμβανόμενες υπόψη για τη θεμελίωση του σύννομου βίου, περιστάσεις κάτω από τις οποίες τέλεσε τις ένδικες πράξεις του, μη αφήνοντας στο θύμα, Α. Κ., περιθώριο αντίδρασης, επιδεικνύοντας τη δύναμή του στο νεκρό, τον οποίο ο ίδιος είχε σκοτώσει, και μετά την αποτυχία του να σκοτώσει τη σύζυγό του, κείμενη αιμόφορτη την κτύπησε και την εξύβρισε. Αναφορικά με τις αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου ουσίας, στο οποίο εμπεριέχονται τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται στην αιτιολογία της απόρριψης της ανωτέρω ελαφρυντικής περίστασης, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφαση καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ένορκες καταθέσεις της Π. Δ., η οποία, σε σημείο αυτής, κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος δεν κτυπούσε τη μητέρα τους (Σ. Θ.) και της Σ. Δ., η οποία, σε σημείο αυτής κατέθεσε, ότι δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι ο πατέρας της θα κτυπούσε τη μητέρα τους και δεν θα της έλεγε να φύγουν και οι τρείς και όχι μόνο η μητέρα τους από το σπίτι, και συναξιολογήθηκαν με όλα τα αποδεικτικά μέσα, ενώ δεν απαιτείται η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης και ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τους οποίους ο αναιρεσείων, αντίστοιχα, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ) και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ είναι αβάσιμοι. Λοιπές αιτιάσεις με τον έκτο λόγο αναίρεσης ότι οδηγήθηκε στην ανατροπή του τεκμηρίου σύννομου βίου βασιζόμενο σε παραβάσεις οι οποίες δεν ήταν πλήρως διαγνωσμένες και αδιαμφισβήτητες αλλά κατ' ουσίαν αμφισβητήθηκαν ευθέως και καταρρίφθηκαν από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, κανένα από τα περιστατικά βίας δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα, τα οποία υποστήριξε μόνο η παθούσα (Σ. Θ.), η οποία ουδέποτε κατήγγειλε τέτοιο περιστατικό είναι απαράδεκτες διότι αποτελούν απλώς υπερασπιστικά επιχειρήματα και αμφισβήτηση των σε βάρος του παραδοχών της προσβαλλόμενης απορριπτικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν λόγους αναίρεσης, πλήττουν δε ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
[5] Η ελαφρυντική περίσταση από το άρθρο 84 παρ. 2γ' ΠΚ προϋποθέτει επίκληση κατά τρόπο ορισμένο και απόδειξη ότι ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη από προγενέστερη ανάρμοστη (αληθή ή νομιζόμενη) συμπεριφορά του παθόντος ή ότι ο δράστης παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που προκάλεσε σ' αυτόν προγενέστερη άδικη (αξιόποινη ή μη) σε βάρος του πράξη του παθόντος. Η δε ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος κατά του δράστη πρέπει κατ' αρχήν, να τελεί σε χρονική εγγύτητα (υπηρετική της αιτιώδους σχέσης) και οπωσδήποτε σε αιτιώδη σχέση με την εγκληματική πράξη του δράστη, δηλαδή να αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος δεν θα δρούσε χωρίς αυτή (ΑΠ 432/2024, ΑΠ 430/2023).
[5α] Στην προκείμενη περίπτωση, οι συνήγοροι υπεράσπισης αναφορικά με την ελαφρυντική περίσταση της ώθησης στην πράξη από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παράσυρσης από οργή ή βίαιη θλίψη, επικαλέστηκαν τα ακόλουθα, τα οποία, αφού ανέπτυξαν προφορικά, εγχείρησαν εγγράφως : "2.3.1. Κατά την ακροαματική διαδικασία προέκυψαν οι ειδικότερες περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα το επίμαχο περιστατικό. Είναι πρόδηλο ότι το γεγονός ότι εντόπισα στο συγκεκριμένο σημείο την πρώην σύζυγο μου με τον Α. Κ. συνετέλεσε αιτιωδώς στο να λάβουν χώρα οι πράξεις για τις οποίες κατηγορούμαι ενώπιον σας. 2.3.2. Επισημαίνω ιδιαιτέρως ότι ουδέποτε υπήρξε πρωταρχική μου πρόθεση να φτάσει η κατάσταση στο σημείο αυτό. Παρά το γεγονός ότι είχα πληροφορηθεί για τις εξωσυζυγικές σχέσεις της πρώην συζύγου μου, ουδέποτε επιδόθηκα σε απειλές ή πράξεις βίας. Αντιθέτως, θέλησα να οδηγηθούμε από κοινού στη λύση του συναινετικού διαζυγίου, ώστε ο καθένας εξ ημών να συνεχίζει τον βίο του με εντιμότητα και αξιοπρέπεια. 2.3.3. Ενώ λοιπόν ήμουν συναισθηματικά φορτισμένος ενόψει του γεγονότος ότι σε μία μεγάλη ηλικία και έχοντας δύο κόρες σε κρίσιμο σημείο της ζωής του, θα "χάλαγα" τον γάμο μου και είχα αποδεχθεί την προοπτική του διαζυγίου, έλαβα το επίμαχο τηλεφώνημα και μετέβην να συναντήσω τη σύζυγο μου με τον Α. Κ., σε ένα απόμερο και απομονωμένο σημείο, στο οποίο η κοινή πείρα και λογική υποδεικνύουν ότι δεν είχαν πάει για να ... συζητήσουν, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η πρώην σύζυγος μου, αλλά πιθανότατα και για να προβούν σε άλλες πράξεις. 2. 3. 4. Η διαπίστωση αυτή, η οποία από απλή πληροφορία μετουσιώθηκε σε βιωματική εμπειρία, σε συνδυασμό με την εξόχως προκλητική συμπεριφορά του Α. Κ. συνετέλεσαν αιτιωδώς στο να τελέσω τις πράξεις που τέλεσα, με τα τραγικά αποτελέσματα αυτών να εκδικάζονται σήμερα από το Δικαστήριο Σας. 2.3.5. Μόλις δε χρειάζεται να επισημάνω ότι αν δεν είχε λάβει χώρα η επίμαχη εξωσυζυγική σχέση της πρώην συζύγου μου με τον Α. Κ. και η συνάντηση τους στο επίμαχο σημείο, τίποτα απ' όλα δεν θα είχε ουδέποτε συμβεί, ο γάμος μας θα είχε λυθεί άνευ προβλημάτων και οι ζωές όλων θα ήταν φυσιολογικές, στο μέτρο του δυνατού. 2.3.6. Συνεπεία των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι ωθήθηκα στις πράξεις που μου αποδίδονται λόγω της ανάρμοστης συμπεριφοράς τόσο της πρώην συζύγου μου όσο και του Α. Κ., οι οποίοι επέδειξαν ασέβεια προς τον θεσμό της οικογένειας και του γάμου αλλά και προς το πρόσωπο μου, η δε διαπίστωση της εξωσυζυγικής τους σχέσης με τα ίδια μου τα μάτια, μου προκάλεσε βίαιη θλίψη και δικαιολογημένη αγανάκτηση... Επειδή στις πράξεις που μου αποδίδονται ωθήθηκα κατόπιν ανάρμοστης συμπεριφοράς τόσο της πρώην συζύγου μου όσο και του Α. Κ., οι οποίοι επέδειξαν ασέβεια προς τον θεσμό της οικογένειας και του γάμου αλλά και προς το πρόσωπο μου, η δε διαπίστωση της εξωσυζυγικής τους σχέσης με τα ίδια μου τα μάτια, μου προκάλεσε βίαιη θλίψη και δικαιολογημένη αγανάκτηση".
[5β] Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουσίας απέρριψε τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό, αυτολεξεί, ως εξής : "... όπως αναφέρεται παραπάνω στο σκεπτικό της παρούσας, στην προκειμένη περίπτωση, δεν αναδείχθηκαν καθόλου περιστατικά ανάρμοστης συμπεριφοράς του θύματος, αλλά και της παθούσας, ούτε και προηγήθηκε της πράξης κάποιος έντονος διαπληκτισμός μεταξύ του ζεύγους, τα οποία και ώθησαν τον κατηγορούμενο στην τέλεση της πράξης του. Αντίθετα, το γεγονός ότι η παθούσα αρνούνταν τις εξωσυζυγικές σχέσεις που της καταλόγιζε ο καταδικασθείς, οφείλεται στον φόβο της για την βίαιη συμπεριφορά που θα ακολουθούσε. Πριν δε, τη διάπραξη των εγκλημάτων το ζευγάρι αποφάσισε ήρεμα να χωρίσει, χωρίς ιδιαίτερες εντάσεις και χωρίς να εκδηλωθεί οποιαδήποτε προσβλητική συμπεριφορά της παθούσας σε βάρος του. Επιπλέον, την στιγμή διάπραξης των εγκλημάτων, όπως και ο ίδιος ο εκκαλών ισχυρίστηκε, τα θύματά του δεν βρισκόταν ούτε σε περιπτύξεις, ούτε στράφηκαν με οποιονδήποτε τρόπο προσβλητικά ή επιθετικά εναντίον του. Αντίθετα τράπηκαν σε φυγή.
Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι ωθήθηκε στην πράξη του λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς του θύματος (άρθρ. 84 παρ. 2γ ΠΚ). [5γ] Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις με άλλες παραδοχές ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, που θεμελιώνουν την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2γ ΠΚ, και όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αυτά αναφέρονται στο σκεπτικό της ενοχής για το σχηματισμό της καταληκτικής κρίσης του δικαστηρίου, αφού, στις παραδοχές, αναφέρεται ότι δεν προηγήθηκε των ένδικων αδικημάτων ανάρμοστη συμπεριφορά των θυμάτων Α. Κ. και Σ. Θ. προς τον δράστη -εν διαστάσει σύζυγό της, ότι οι σύζυγοι αποφάσισαν να λύσουν ήρεμα το γάμο τους, και, επιπλέον, και κατά τον κατηγορούμενο, τα θύματα δεν βρίσκονταν σε ερωτικές περιπτύξεις, ενώ προηγουμένως δεν στράφηκαν επιθετικά ή προσβλητικά εναντίον του. Επομένως, ο έβδομος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ είναι αβάσιμος.
[6] Κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ε του ισχύοντος από 01-07-2019 νΠΚ (ν. 4619/2019), ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, ιδίως, το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμη και κατά την κράτηση του. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη, και για το ορισμένο του άνω ισχυρισμού του δράστη είτε διαβιούντος υπό καθεστώς ελευθερίας είτε κρατούμενου, δεν αρκεί μόνο η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς, και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής στην πρώτη περίπτωση (της διαβίωσης υπό καθεστώς ελευθερίας), αλλά πρέπει να επικαλεσθεί ο κατηγορούμενος πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης, και στην περίπτωση της διαβίωσης υπό συνθήκες κράτησης) είναι ανάγκη να επικαλεσθεί αυτός τη συνδρομή στο πρόσωπο του εξαιρετικά θετικής και διακριτής της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου, η οποία να συνέχεται με την εξαιρετική οπωσδήποτε βελτίωση και μεταστροφή του χαρακτήρα του (ΑΠ 1192/2023, ΑΠ 812/2023).
[6α] Οι συνήγοροι υπεράσπισης του κατηγορουμένου, για την υποστήριξη της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της πράξης, αφού ανέπτυξαν προφορικά, εγχείρησαν εγγράφως τον ανωτέρω ισχυρισμό, που έχει ως εξής: " 2.4.1. Αμέσως μετά την τέλεση των πράξεων για τις οποίες κατηγορούμαι ενώπιον του Δικαστηρίου σας, συνελήφθην και έκτοτε παραμένω κρατούμενος στο Κατάστημα Κράτησης Ιωαννίνων.
Συνεπώς, η όλη συμπεριφορά μου μετά την τέλεση των πράξεων για τις οποίες κατηγορούμαι θα πρέπει να κριθεί υπό το καθεστώς κράτησης και στέρησης της ελευθερίας μου. 2.4.2. Ειδικότερα, από προοκομιζόμενες βεβαιώσεις δύο διαφορετικών Διευθυντών του Καταστήματος Κράτησης Ιωαννίνων, και σε διαφορετικές ημεροχρανολογίες, προκύπτει ότι η συμπεριφορά μου εντός του Καταστήματος Κράτησης ήταν ΑΡΙΣΤΗ, και όχι απλώς καλή, πολύ καλή ή απλώς η ενδεδειγμένη. Το γεγονός αυτό είναι εξαιρετικής σημασίας καθώς το να λάβει ένας κρατούμενος αξιολόγηση συμπεριφοράς ως ΑΡΙΣΤΗΣ είναι γεγονός σπάνιο καθώς η συγκεκριμένη αξιολόγηση απονέμεται μόνον σε κρατούμενους που έχουν καθ' όλα υποδειγματική συμπεριφορά.
Περαιτέρω, η επίδειξη άψογης συμπεριφοράς εντός της φυλακής επί πολλά έτη, ήτοι σε συνθήκες συμβίωσης με πλήθος ατόμων, τα οποία, εν πολλοίς, δεν διακρίνονται για τον καλό χαρακτήρα τους ούτε για τις αγαθές πράξεις τους, δεν είναι ούτε αυτονόητη ούτε εύκολη. Αντίθετα, απαιτεί γρανιτώδη χαρακτήρα ηθικής ακεραιότητας και λεόντειου βουλήσεως. 2.4.3. Επιπλέον, με την υπ' αριθ. πρωτ. ...-2024 Βεβαίωση του Προϊστάμενου Διεύθυνσης του Σ.Κ. Ιωαννίνων, βεβαιώνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "(...) Κατά το χρονικό διάστημα της κράτησης του στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Ιωαννίνων, από 02-05-2017 έως και σήμερα δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά και επιδεικνύει διαγωγή ΑΡΙΣΤΗ. Είναι συνεργάσιμος, διατηρεί πολύ καλό επίπεδο επικοινωνίας τόσο προς τα στελέχη της υπηρεσίας όσο και προς τους συγκρατούμενους του και αντιμετωπίζει με σεβασμό το προσωπικό του Καταστήματος. Δεν έχει δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα και έχει επιδείξει θετική στάση, υπακοή και προσαρμογή στους σωφρονιστικούς κανονισμούς, ενώ έχει εργαστεί με ευεργετικό υπολογισμό ημερομισθίων τόσο στο μαγειρείο όσο και στην καντίνα, του Σωφρονιστικού Καταστήματος όπου και συνεχίζει να εργάζεται, με ιδιαίτερο ζήλο και συνέπεια, (...)" 2.4.4. Πέραν τούτου, όπως προκύπτει από σχετικές προοκομιζόμενες βεβαιώσεις, έχω ήδη πραγματοποιήσει πάνω από δύο χιλιάδες (2.000) ημερομίσθια |και δη σε δύσκολες και νευραλγικές θέσεις που οι αρμόδιοι σωφρονιστικοί υπάλληλοι εμπιστεύονται μόνον στους πλέον αξιόλογους κρατούμενους γεγονός δηλωτικό της εξαιρετικής συμπεριφοράς μου εντός της Φυλακής. 2.4.5. Ακόμη, στις 18.09.2018 έλαβα το προσκομιζόμενο ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ, από το οποίο προκύπτει ότι προσπαθώ να εκμεταλλευτώ στο έπακρο την διαδικασία σωφρονισμού μου, συμμετέχοντας σε όσα περισσότερα επιμορφωτικά προγράμματα μπορώ, σε μία ευρύτερη προσπάθεια μου να καταστήσω ομαλή τη διαδικασία κράτησης μου και την μελλοντική -επανένταξη μου στην κοινωνία. 2.4.6. Περαιτέρω, οι σχέσεις μου με το διοικητικό, φυλακτικό και εν γένει σωφρονιστικό προσωπικό είναι εξαιρετικές, ενώ εξαιρετικές είναι οι σχέσεις μου και με τους λοιπούς κρατουμένους. 'Ολοι αναφέρονται σε εμένα με τα καλύτερα λόγια/ενώ πολλές φορές, λόγω της σχετικά μεγάλης ηλικίας μου προσέρχονται οε εμένα νεαρότερης ηλικίας συγκροτούμενοι για μία οιονεί "πατρική" συμβουλή. 2.4.7. Οφείλω επίσης να επισημάνω ότι καθ' όλη τη μετέπειτα ζωή μου, σε καθεστώς κράτησης, έχω εκφράσει την .ειλικρινή μου συγγνώμη και συμπόνοια προς τα μέλη της οικογένειας του θανόντος Α. Κ., καθώς τελώ, σε πλήρη επίγνωση της οδύνης που τους έχει προκαλέσει η εις βάρος του ανωτέρω αξιόποινη συμπεριφορά μου. Ενδεικτικά αναφέρω την προσκομιζόμενη από 07.07.2017 Εξώδικο Δήλωση προς την κα Α. Σ. του Σ. διά της οποίας εξέφρασα την ειλικρινή μου συγγνώμη και της δήλωσα ότι συναινώ στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε βάρος της περιουσίας μου, ως απειροελάχιστη ένδειξη συγγνώμης και αποκαταστατικής διάθεσης προς την οικογένεια του θανόντος. 2.4.8. Τέλος, και εξόχως σημαντικό, παρά τον εγκλεισμό μου στις φυλακές, ουδέποτε απεμπόλησα τον ρόλο και την ιδιότητα τού πατέρα των κορών μου. Με όσα ψυχικά και πνευματικά αποθέματα μου έχουν απομείνει, παραμένω ο πατέρας τους και ξέρουν ότι οποτεδήποτε το θελήσουν, μπορούν να. με επισκεφτούν και να λάβουν την ποτισμένη με αυθεντική αγάπη πατρική μου συμβουλή, γεγονός το οποίο πραγματοποιούν σε πολύ συχνή βάση, και είναι το γεγονός που κρατά ζωντανή την ελπίδα μου ότι κάποια στιγμή θα αποφυλακισθώ και θα μπορέσω να ζήσω ξανά μαζί τους. 2.4.9. Άπαντα τα ανωτέρω συνηγορούν με πλήρη δικανική πεποίθηση και άνευ αμφιβολιών ότι μετά την τέλεση των πράξεων για τις οποίες κατηγορούμαι, έζησα για μεγάλο χρονικό διάστημα, ήδη άνω των επτά (7) ετών, μία ζωή καθ' όλα σύννομη και έντιμη, στο μέτρο του δυνατού, συμβάλλοντας τα μέγιστα για τον σωφρονισμό μου... . Επειδή μετά από την τέλεση των πράξεων για τις οποίες κατηγορούμαι ήμουν υπόδειγμα - κρατουμένου, εργαζόμενος ακράδαντα σε νευραλγικές θέσεις και πόστα του Κ.Κ. Ιωαννίνων επιδεικνύοντας πραγματική βούληση για βελτίωση μου ώστε να αποτινάξω από πάνω μου το στίγμα των εγκληματικών πράξεων που τέλεσα και να καταστεί δυνατή η ομαλή επανένταξη μου στην κοινωνία, παραμένοντάς πάντα, στο μέτρο του δυνατού, στο πλευρό των κορών και των αδερφών μου.".
[6γ] Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουσίας απέρριψε τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό ως εξής : "Νομική σκέψη ..., δεν αναδείχθηκαν τέτοια πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του κατηγορουμένου, προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα και η στάση του να παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους και της κοινωνική προδιαθέσεώς του. Ενώ τα επικαλούμενα και θεωρούμενα ως θετικά στοιχεία (ότι κατά το χρόνο κράτησής του δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά και έχει επιδείξει άριστη διαγωγή, ότι είναι συνεργάσιμος, ότι διατηρεί πολύ καλό επίπεδο συνεργασίας κα επικοινωνίας, τόσο προς το προσωπικό του καταστήματος, όσο και τους συγκρατουμένους του, ότι σέβεται το προσωπικό τους καταστήματος, ότι εργάζεται στο μαγειρείο και την καντίνα και τέλος ότι έλαβε πιστοποιητικό επαγγελματικής κατάρτισης ενηλίκων (όπως αυτά βεβαιώνονται στα αναγνωσθέντα έγγραφα), δεν δύνανται να θεμελιώσουν την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού (......), καθόσον η συμπεριφορά του αυτή, εντός του σωφρονιστικού καταστήματος, δεν είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατουμένου, ούτε συνέχεται με την εξαιρετική και οπωσδήποτε βελτίωση αυτής, η οποία εκδηλώνεται μόνο με θετικό τρόπο (...) Ενδεικτικό δε του γεγονότος, ότι δεν υποδηλώθηκε καμία ουσιαστική μεταστροφή του κατηγορουμένου, είναι ότι, αν και προσπάθησε να σκοτώσει την μητέρα των παιδιών του, επικοινωνεί δε με αυτά όπως ο ίδιος δήλωσε τουλάχιστον δύο με τρεις φορές ημερησίως και από το κατάστημα κράτησης, όχι μόνο δεν έκανε καμία προσπάθεια να ζητήσει ειλικρινή συγγνώμη και να βοηθήσει τις κόρες του να έρθουν σε επαφή με την μητέρα τους, αλλά συνεχίζει να καλλιεργεί σ' αυτές αισθήματα αποστροφής προς αυτήν και να εμφανίζεται ο ίδιος ως θύμα μίας παράνομης και ανήθικης γυναίκας. Επιπλέον, επιδεικνύοντας την ίδια ακριβώς συμπεριφορά και οκτώ έτη μετά την τέλεση των εγκλημάτων του, κατά την απολογία του, αναφερόμενος στο τηλεφώνημα που έκανε στην γειτόνισσά του θύματος για να πάρει πληροφορίες, αναφέρθηκε στο θύμα και την σύζυγό του, με την φράση "ο άντρας της ξανθιάς" επιδεικνύοντας έλλειψη σεβασμού στην σύζυγο του θύματος που ήταν παρούσα, για την οποία δεν ανέφερε καμία στιγμή το ονοματεπώνυμό της".
[6γ] Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ, διαλαμβάνεται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά, οι νομικοί και πραγματικοί συλλογισμοί, και όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αυτά αναφέρονται στο σκεπτικό της ενοχής, από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν, χωρίς κενά και αντιφάσεις, την απόρριψη της ελαφρυντικής αυτής περίστασης αφού αναφέρεται ότι τα θετικά στοιχεία (ότι κατά το χρόνο κράτησής του δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά και έχει επιδείξει άριστη διαγωγή, ότι είναι συνεργάσιμος, ότι διατηρεί πολύ καλό επίπεδο συνεργασίας κα επικοινωνίας, τόσο προς το προσωπικό του καταστήματος, όσο και τους συγκρατουμένους του, ότι σέβεται το προσωπικό τους καταστήματος, ότι εργάζεται στο μαγειρείο και την καντίνα και, τέλος. ότι έλαβε πιστοποιητικό επαγγελματικής κατάρτισης ενηλίκων (όπως αυτά βεβαιώνονται στα αναγνωσθέντα έγγραφα), δεν συνιστούν περιστατικά προδήλως διακριτής αρμονικής διαβίωσής του στο Κατάστημα Κράτησης, μετά την τέλεση της πράξης, στην κατεύθυνση της πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και του σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης και, κατά τις παραδοχές, δεν υποδηλώθηκε καμία ουσιαστική μεταστροφή του κατηγορούμενου όχι μόνο δεν έκανε καμία προσπάθεια να ζητήσει ειλικρινή συγγνώμη και να βοηθήσει τις κόρες του να έρθουν σε επαφή με την μητέρα τους, αλλά συνεχίζει να καλλιεργεί σ' αυτές αισθήματα αποστροφής προς αυτήν και να εμφανίζεται ο ίδιος ως θύμα μίας παράνομης και ανήθικης γυναίκας και επιδεικνύει έλλειψη σεβασμού στην σύζυγο του θύματος, με τη μη αναφορά του ονοματεπωνύμου της. Επομένως, ο όγδοος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ είναι αβάσιμος.
[7] Κατά το άρθρο 84 παρ. 3 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, ορίζεται ότι "Ως ελαφρυντική περίπτωση λογίζεται και η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου". Η νέα αυτή διάταξη, η οποία ως νεότερη και επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, έχουσα τις ίδιες προϋποθέσεις εφαρμογής, σιωπηρά καταργεί τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 4239/2014, κατά την οποία "κατά την επιμέτρηση της ποινής το αρμόδιο δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου" και η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας από στοιχείο επιμέτρησης της ποινής κατέστη ελαφρυντική περίσταση (ΑΠ 849/2024, ΑΠ 1513/2023).
Με τη ρύθμιση αυτή η νομοθεσία μας εναρμονίζεται προς τη νομολογία του ΕΔΔΑ, σε σχέση με τα πρόσφορα μέτρα θεραπείας της παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος του κατηγορουμένου να δικάζεται η υπόθεσή του εντός λογικής προθεσμίας (άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ). Ο καθορισμός της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας δεν μπορεί να γίνει βάσει ενός ακριβούς ανώτατου ορίου προσδιοριζόμενου κατά τρόπο αφηρημένο. Κριτήριο για την κατάφαση της υπέρβασης αυτής δεν είναι μόνο η παρέλευση δυσανάλογα μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του εγκλήματος, αλλά συνεκτιμώνται ιδίως, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 του ν. 4239/2014 και η καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης, η πολυπλοκότητα των πραγματικών και νομικών ζητημάτων, η στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και το διακύβευμα της υπόθεσης για τον κατηγορούμενο (ΑΠ 849/2024, ΑΠ 1020/2023, ΑΠ 1583/2022).
[7α] Οι συνήγοροι υπεράσπισης του κατηγορουμένου για την υποστήριξη της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 3 ΠΚ (επικουρικά), αφού, ανέπτυξαν προφορικά, εγχείρησαν εγγράφως τον ανωτέρω ισχυρισμό που έχει ως εξής: "... αναφέρω ότι οι πράξεις μου τελέσθηκαν στις 27.04.2017. Η εις βάρος μου ποινική διαδικασία κινήθηκε αμέσως την ίδια ημέρα ενώ η πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε στις 22 Φεβρουάριου 2018, ήτοι πριν καν συμπληρωθεί ένα έτος από την τέλεση των πράξεων. Η ανωτέρω απόφαση καθαρογράφηκε στις 2 Οκτωβρίου 2018. 2.5.1. Ενώ μέχρι το ανωτέρω διαδικαστικό στάδιο η διαδικασία κινήθηκε ταχύτατα, έπειτα παρατηρήθηκε μία ανεξήγητη κωλυσιεργία στον προσδιορισμό της εκδίκασης της έφεσης μου κατά της πρωτόδικης απόφασης.
Ειδικότερα, ενώ η διαδικασία προσδιορισμού της έφεσης μου θα μπορούσε να ξεκινήσει από τη στιγμή της καθαρογραφής της απόφασης, εν τέλει η υπόθεση μου φτάνει να εκδικάζεται σε β' βαθμό στις 16 Μαΐου 2024, ήτοι κατά τη σημερινή δικάσιμο. 2.5.2. Και μολονότι διαδικαστικά ζητήματα εσωτερικής λειτουργίας ιδίως των εισαγγελικών αρχών της Κέρκυρας των περασμένων ετών κατέστησαν γνωστά ακόμα και στο ευρύ κοινό, με τις διαδικασίες να εκκρεμούν ενώπιον των ποινικών αρχών, τούτο δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι μπορεί να τριτενεργεί έναντι εμού και γενικά οποιουδήποτε καταδίκου ο οποίος αναμένει την τελειωτική επί της ουσίας, σε β' βαθμό, εκδίκαση της υπόθεσης του προκειμένου να κατασταλάξει το μέλλον του, και δη στην δική μου, περίπτωση το αν θα παραμείνει η ποινή της ισόβιας κάθειρξης για την α' πράξη που μου αποδίδεται και, κατ' επέκταση, το αν θα πεθάνω εντός φυλακής ή το αν η ποινή της ισόβιας κάθειρξης θα μειωθεί με συνέπεια να καταστεί πιθανή η αποφυλάκιση μου στο μέλλον. Το ανωτέρω σηματοδοτεί την εξέχουσα βαρύτητα της ενώπιον σας διαδικασίας για εμένα. 2.5.3.
Επιπλέον, επισημαίνω ότι εγώ ή οι συνήγοροι υπεράσπισης μου ουδέποτε προβήκαμε σε πράξη καθυστέρησης της διαδικασίας απονομής δικαιοσύνης, ουδέποτε αιτηθήκαμε αναβολή της δίκης. Αντιθέτως, όντας προσωπικά σε κατάσταση απόγνωσης ενόψει της ανωτέρω περιγραφείσας κατάστασης, τον Ιανουάριο του 2023 αναγκάστηκα να στείλω "Επιστολή", η οποία προσκομίζεται, στον κ. Εισαγγελέα Εφετών Κέρκυρας, ο οποίος ήταν ο καθ' ύλην αρμόδιος για προσδιορισμό της έφεσης μου και να αιτηθώ την επίσπευση του προσδιορισμού καθώς, όπως προανέφερα, ζω υπό καθεστώς αγωνίας αναφορικά με το μέλλον μου και το που θα το ζήσω για όσα χρόνια ζωής μου απομένουν. 2.5.4. Ενόψει της ανωτέρω επιστολής μου, ο Εισαγγελέας Εφετών Κέρκυρας κ. Κουκούτσης προσδιόρισε την εκδίκαση της εφέσεως μου για την 6η Απριλίου 2023 πλην όμως η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 11ης Ιανουάριου 2024 κατόπιν παραδοχής σχετικού αιτήματος αναβολής εκ μέρους των υποστηριζόντων την κατηγορία.
Κατά τη δικάσιμο αυτή, της 11ης Ιανουάριου 2024, οι συνήγοροι υποστήριξης της κατηγορίας υπέβαλαν εκ νέου αίτημα αναβολής της δίκης λόγω αποχής των δικηγορικών του συλλόγων, παρά το γεγονός ότι το σχετικό πλαίσιο εκδίκασης που είχε οριστεί από τις αποφάσεις των Δ.Σ. των συλλόγων τους τους επέτρεπε να αιτηθούν και να λάβουν άδεια προκειμένου να παραστούν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Την ίδια στιγμή, μολονότι και οι δικηγορικοί Σύλλογοι στους οποίους ανήκουν ως μέλη οι δικοί μου συνήγοροι υπεράσπισης είχαν προκηρύξει αποχές καθηκόντων για τα μέλη τους, οι συνήγοροι υπεράσπισης μου δεν προέβαλαν αίτημα αναβολής της δίκης. 2.5.5.Κατόπιν παραδοχής του αιτήματος αναβολής της δίκης της 11ης Ιανουαρίου 2024, υπέβαλα αυθημερόν, διά των πληρεξουσίων συνηγόρων μου, αίτηση προτίμησης για τον ταχύτερο δυνατό προσδιορισμό της δίκης και εν τέλει η δίκη προσδιορίστηκε για την 16η Μαΐου 2024, ήτοι για τη σημερινή δικάσιμο. 2.5.6. Η ανωτέρω κατάσταση με έχει φέρει δίχως υπαιτιότητα δική μου των συνηγόρων υπεράσπισής μου, σε κατάσταση ολοκληρωτικής αγωνίας και ψυχικής εξαθλίωσης καθώς, όπως προείπα, θέλω να γνωρίζω αν τελικά πρόκειται να αποβιώσω κρατούμενος εντός Φυλακής ή αν υπάρχει κάποια ελπίδα να ξαναζήσω ελεύθερος κοντά στις κόρες μου, στα αδέλφια μου και στους λοιπούς συγγενείς και φίλους μου. 2.5.7.
Τέλος, και επικουρικώς επισημαίνω ότι η υπόθεση μου δεν παρουσίασε ποτέ ιδιαίτερες διαχειριστικές δυσχέρειες εκ μέρους των αρμοδίων προανακριτικών, ανακριτικών και εν γένει δικαστικών αρχών καθώς επρόκειτο για ομολογημένες συμπεριφορές εκ μέρους μου και πλήρη συνεργασία μου προς ανακάλυψη της ουσιαστικής αλήθειας, ενώ για την ενεργοποίηση; της ποινικής διαδικασίας κινήθηκε, όπως ήταν αυτονόητο, η αυτόφωρη διαδικασία. 2.5.8. Τα ανωτέρω υποδηλώνουν ότι είναι αδικαιολόγητη η επί τόσο μακρό διάστημα καθυστέρηση στην τελεσίδικη και μετέπειτα αμετάκλητη περάτωση της υπόθεσης μου, γεγονός που συνιστώ ευθεία παραβίαση του δικαιώματος μου σε ταχεία και εύλογη εκδίκαση της υπόθεσης μου, το οποίο απορρέει ευθέως από το άρθρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΑΑ και τυποποιείται πλέον ως αυτοτελής ελαφρυντικής περίσταση στο άρθρ. 84 παρ. 3 του ΠΚ.... Επειδή από την τέλεση της πράξης μου έως την παρούσα χρονική στιγμή έχει παρέλθει εξαιρετικά μεγάλο χρονικό διάστημα το οποίο σε καμία περίπτωση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα μου ή σε πολυπλοκότητα της υπόθεσης, γεγονός που συνιστά παραβίαση του άρθρ. 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και δικαιωμάτων του Ανθρώπου... Επειδή έχω ομολογήσει την συμπεριφορά μου, έστω και υπό την επιφύλαξη των ενστάσεων ως προς το νομικό χαρακτηρισμό αυτών, γεγονός που υποδηλώνει πλήρη επίγνωση των πράξεων μου, απουσία συνείδησης αποφυγής ευθυνών ενώ ταυτόχρονα συνετέλεσα ουσιωδώς στην ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, μολονότι δυνητικά και θεωρητικά θα μπορούσα να ενεργήσω εντελώς διαφορετικά, αποκρύπτοντας όλα τα πειστήρια τού εγκλήματος και δυσχεραίνοντας το έργο των αρμόδιων προανακριτικών αρχών.".
[7β] Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης δέχθηκε, αυτολεξεί, τα εξής : " .. ο εκκαλών τέλεσε τα εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε τον μήνα Απρίλιο του έτους 2017, στις 22-2-2018 δηλαδή εντός δέκα μηνών, πολύ πριν συμπληρωθεί το ανώτατο όριο της προσωρινής του κράτησης, δικάστηκε σε πρώτο βαθμό, καταδικάστηκε και άσκησε έφεση. Η έφεσή του αυτή, λαμβάνοντας υπόψη ότι στο μεταξύ διάστημα η Χώρα αλλά και όλη η Ευρώπη βρισκόταν σε κατάσταση αντιμετώπισης του κορονοϊού, με αποτέλεσμα την μη λειτουργία μεταξύ των άλλων και των δικαστηρίων για μεγάλα χρονικά διαστήματα, λόγω αναστολής των εργασιών τους προς αποφυγή διάδοσης του covid-19, προσδιορίστηκε παρά ταύτα να δικαστεί σε εύλογο χρόνο δηλαδή την 11-5-2023, ωστόσο αναβλήθηκε λόγω κωλύματος του συνηγόρου υπεράσπισης της κατηγορίας, χωρίς να αντιλέξει η πλευρά της υπεράσπισης και στην συνέχεια προσδιορίστηκε να δικαστεί την 11-1-2024, ημερομηνία κατά την οποία με απόφαση του δικηγορικού τους συλλόγου απείχαν από τα καθήκοντά τους οι συνήγοροι υπεράσπισης της κατηγορίας, οπότε η εκδίκαση της υπόθεσης προσδιορίστηκε τέσσερις μήνες μετά, ήτοι στην σημερινή δικάσιμο. Αποδείχθηκε, επομένως, ότι από τον μήνα Απρίλιο του έτους 2017 οπότε τελέστηκαν τα εγκλήματα, έως τον μήνα Μάιο του έτους 2024 οπότε και δικάστηκαν αυτά σε δεύτερο βαθμό, η διάρκεια της ποινικής διαδικασίας αναφορικά με δύο κακουργηματικές πράξεις, με πολυπλοκότητα νομικών και ουσιαστικών ζητημάτων, που επισείουν βαρύτατες ποινές κάθειρξης, είναι εύλογη, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού".
[7γ] Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορούμενου - αναιρεσείοντος διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθεται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα η πορεία της ποινικής διαδικασίας της υπόθεσης από την τέλεση των ένδικων πράξεων μέχρι και την εκδίκαση της ασκηθείσας απ' αυτόν έφεσης, και το δικαστήριο ουσίας κατέληξε με ειδική εμπεριστατωμένη αιτιολογία ότι η χρονική διάρκεια εκδίκασης της έφεσης για την οποία μέμφεται, κυρίως, την προσβαλλόμενη απόφαση, επιμηκύνθηκε, από την άσκησή της, και εκδικάστηκε, στις 16-05-2024, για λόγους αντικειμενικούς διότι, κατά τις παραδοχές μεσολάβησε διάστημα κατά το οποίο η Χώρα βρισκόταν σε κατάσταση αντιμετώπισης του κορονοϊού, με αποτέλεσμα τη μη λειτουργία και των δικαστηρίων για μεγάλα χρονικά διαστήματα, λόγω αναστολής των εργασιών τους προς αποφυγή διάδοσης του covid 19, και δύο αναβολές (αναβολή με αίτημα συνηγόρου υποστηριζόντων την κατηγορία και αποχή δικηγόρων των υποστηριζόντων την κατηγορία), για τις οποίες, δεν αντέλεξε ο κατηγορούμενος, ήταν εύλογη και σύμφωνη με τον αναγκαίο χρόνο που απαιτείται για δίκαιη δίκη της ένδικης υπόθεσης, που αφορά δύο κακουργηματικές πράξεις, που επισείουν βαρύτατες ποινές. Επομένως, ο δέκατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος.
[8] Κατά το άρθρο 85 του νΠΚ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή με το άρθρο 17 του ν. 5090/2024, "Όταν στο πρόσωπο του υπαίτιου συντρέχουν περισσότεροι λόγοι μείωσης της ποινής ή συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις το δικαστήριο ελαττώνει περαιτέρω το κατώτατο όριο της μειωμένης κατά το άρθρο 83 ποινής ως εξής :α) τα πέντε έτη μειώνονται σε τρία β) τα δύο έτη σε ένα γ) το ένα έτος σε έξι μήνες, δ) η μειωμένη ποινή της φυλάκισης, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή. 2. Οι ποινές της προηγούμενης παραγράφου επιβάλλονται και όταν πέραν της συνδρομής ενός λόγου μείωσης της ποινής ή ελαφρυντικής περίπτωσης, ο κατηγορούμενος έχει ομολογήσει την ενοχή του κατά την προδικασία, συμβάλλοντας έτσι στην έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης". Κατά την αιτιολογική έκθεση ειδική μέριμνα έχει ληφθεί ώστε η συνδρομή περισσότερων λόγων μείωσης της ποινής ή ενός ή περισσότερων τέτοιων λόγων μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, να αποτυπωθεί ήδη στην απειλούμενη για το έγκλημα ποινή. Η επιπλέον αυτή μείωση της ποινής κρίθηκε απολύτως επιβεβλημένη προκειμένου να τηρηθεί το μέτρο της αναλογικότητας. Στην παρ. 1 προβλέπεται ειδικότερα ότι στις πιο πάνω περιπτώσεις, ενώ το ανώτατο όριο της μειωμένης ποινής παραμένει αμετάβλητο, μειώνεται ουσιωδώς το κατώτατο όριο. Με τον τρόπο αυτό διαμορφώνεται ένα ευρύτερο πλαίσιο ποινής μέσα στο οποίο ο δικαστής μπορεί να συνεκτιμήσει τους περισσότερους λόγους μείωσης της ποινικής κύρωσης. Έτσι, το κατώτατο όριο κάθειρξης των πέντε ετών μειώνεται στα τρία έτη, τα δύο έτη φυλάκισης μειώνονται σε ένα, το ένα έτος σε έξι μήνες και η μειωμένη ποινή φυλάκισης μετατρέπεται σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή (παρ. 1). Οι ποινές αυτές επιβάλλονται και όταν, πέραν της συνδρομής ενός λόγου μείωσης της ποινής ή ελαφρυντικής περίστασης, ο κατηγορούμενος έχει ομολογήσει την ενοχή του πριν από το τέλος της προδικασίας, συμβάλλοντας έτσι στην έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης (παρ. 2). Με τη διάταξη αυτή επιχειρείται να δοθεί ένα κίνητρο στον κατηγορούμενο να αποδεχθεί εγκαίρως την ενοχή του, ώστε να ολοκληρωθεί ταχύτερα η ποινική διαδικασία. Μόνη όμως η ομολογία δεν είναι αρκετή. Θα πρέπει με την ομολογία του να έχει "συμβάλει" στην έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης. Αν αντίθετα υπάρχουν ήδη επαρκή για την καταδίκη του στοιχεία, η ομολογία καθ' αυτή δεν επηρεάζει την ποινή.
Συνεπώς, η ομολογία του κατηγορουμένου θα πρέπει να συντρέχει σωρευτικά με έναν άλλο λόγο μείωσης της ποινής ή ελαφρυντικής περίστασης. Τούτο προκύπτει αρχικά από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης, η οποία χρησιμοποιεί τη λέξη "πέραν", η οποία δηλώνει "προσθήκη", δηλ. επιπλέον, και ως εκ τούτου η "διπλή μείωση" της ποινής εξαρτάται από την κατάφαση ενός άλλου αυτοτελούς λόγου μείωσης ποινής η ελαφρυντικής περίστασης, στο οποίο λειτουργεί προσθετικά - συμπληρωματικά η αναγνώριση της ομολογίας του κατηγορούμενου (ΑΠ 696/2024, ΑΠ 1204/2023).
[8α] Στην προκείμενη περίπτωση, οι συνήγοροι υπεράσπισης του κατηγορουμένου, μεταξύ άλλων, ζήτησαν την αναγνώριση του λόγου μείωσης της ποινής που προβλέπεται στο άρθρο 85 παρ. 2 ΠΚ, τον οποίο, αφού ανέπτυξαν προφορικά, εγχείρησαν εγγράφως και έχει, αυτολεξεί, ως εξής : "Επειδή έχω ομολογήσει την συμπεριφορά μου, έστω και υπό την επιφύλαξη των ενστάσεων ως προς το νομικό χαρακτηρισμό αυτών, γεγονός που υποδηλώνει πλήρη επίγνωση των πράξεων μου, απουσία συνείδησης αποφυγής ευθυνών ενώ ταυτόχρονα συνετέλεσα ουσιωδώς στην ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, μολονότι δυνητικά και θεωρητικά θα μπορούσα να ενεργήσω εντελώς διαφορετικά, αποκρύπτοντας όλα τα πειστήρια του εγκλήματος και δυσχεραίνοντας το έργο των αρμόδιων προανακριτικών αρχών".
[8β] Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουσίας απέρριψε τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό, αυτολεξεί, ως εξής: "..ο εκκαλών, στην προδικασία προσπάθησε να περιπλέξει τις συνθήκες τέλεσης των πράξεών του, υποστηρίζοντας ότι το θύμα προσπάθησε να του πάρει το όπλο, ότι προηγουμένως τον εξύβρισε και αυτός φοβισμένος γύρισε στο αυτοκίνητό του και πήρε την καραμπίνα για την προστασία του, ότι το όπλο εκπυρσοκρότησε και κτύπησε το θύμα στην πλάτη, στην προσπάθεια του τελευταίου να του το αρπάξει. Όλα αυτά σε καμία περίπτωση δεν συνέβαλαν στην έγκαιρη απονομή τής δικαιοσύνης ούτε κυρίως αποτελούν ομολογία του, αλλά συνεχή προσπάθεια να περιπλέξει τα πράγματα και να εμφανίσει άλλα περιστατικά από εκείνα που πράγματι συνέβησαν". [8γ] Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά, οι νομικοί και πραγματικοί συλλογισμοί, και όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αυτά αναφέρονται στο σκεπτικό της ενοχής, από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την απόρριψη του λόγου μείωση της ποινής με το άρθρο 85 παρ. 2 ΠΚ, που ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, το οποίο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση, αφού αναφέρεται σ' αυτήν ότι ο κατηγορούμενος, κατά τις παραδοχές, προσπάθησε να περιπλέξει τα πράγματα και να εμφανίσει άλλα περιστατικά από εκείνα που πράγματι συνέβησαν ενώ υπήρχαν ήδη επαρκή για την καταδίκη του στοιχεία. Επομένως, ο ένατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος.
[9]. Η διάταξη του άρθρου 79 παρ. 4 του προϊσχύσαντος ΠΚ όριζε: " Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη του άρθρου 79 παρ. 7 του Π.Κ., όπως ίσχυσε με τον Ν. 4619/2019 όριζε: " Η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγούμενων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία". Η διάταξη του άρθρου 79 παρ.7 του Π.Κ., όπως ισχύει μετά το Ν. 4637/2019 και ισχύει από 18-11-2019 η οποία δεν διαφοροποιήθηκε με το ν. 4855/2021, ορίζει "Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε". Η διάταξη αυτή παραπέμπει στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει: "Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι' αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του".
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις διατάξεις των επόμενων παραγράφων 4 και 5 του ως άνω άρθρου 79 του προϊσχύσαντος, αλλά και του ισχύοντος ΠΚ, αναφορικά με τα κριτήρια που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του για την εκτίμηση της βαρύτητας της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παρέχονται τα κριτήρια του in concreto καθορισμού, εντός των ορίων των ως άνω διατάξεων, οπότε δεν τίθεται θέμα εφαρμογής επιεικέστερων για τον κατηγορούμενο διατάξεων για την επιμέτρηση της ποινής. 'Αλλωστε, η αιτιολογία της επιμέτρησης της ποινής συνδέεται με την αιτιολογία περί ενοχής, αφού τα στοιχεία, βάσει των οποίων καθορίζεται, ενυπάρχουν στην υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και δεν έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του ειδικότερη αιτιολογία για τα στοιχεία αυτά (ΑΠ 712/2024, ΑΠ 548/2021), θα ήταν δε άσκοπη η επανάληψη του σκεπτικού περί ενοχής στην απόφαση περί την ποινή (ΑΠ 1035/2024, ΑΠ 967/2024, ΑΠ 13/2022). Η τελευταία αποκτά την κατά νόμο αιτιολογία με την απλή επανάληψη του περιεχομένου των διατάξεων του άρθρου 79 ΠΚ και τη διά μέσου αυτών σιωπηρή, έστω, επίκληση όσων έγιναν ήδη δεκτά με την απόφαση επί της ενοχής (ΑΠ 755/2024, ΑΠ 712/2024).
[9β] Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του επέβαλε στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της πεπερασμένης απόπειρας ανθρωποκτονίας, με ενδεχόμενο δόλο, σε βάρος της Σ. Θ., σε ήρεμη κατάσταση, πράξη που δεν επανέλαβε άμεσα, με δική του θέληση, ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1, 44 παρ. 2 νΠΚ, 299 παρ. 1 ΠΚ, όπως ίσχυε μετά την 30-06-2019 και πριν την τροποποίησή του, με το άρθρο 63 του ν. 4855/2021 (ΦΕΚ Α 215/12-11-2021), και, μετά την παράθεση νομικών σκέψεων, διέλαβε την εξής, επί λέξει, αιτιολογία σχετικώς με την επιμέτρηση της ποινής: "...Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα άνω αποδεικτικά μέσα, πρέπει, σύμφωνα και με όσα εκτενώς αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με βάση τη βαρύτητα των προπεριγραφομένων πράξεων που τέλεσε ο κατηγορούμενος και το βαθμό της ενοχής του, να επιβληθούν σε βάρος του, οι αναφερόμενες ειδικότερα στο διατακτικό ποινές, οι οποίες αποτελούν την ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του, ύστερα από συνεκτίμηση των συνεπειών της συγκεκριμένης ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του και αφού λήφθηκαν, ιδίως, υπόψη μεταξύ των άλλων, το γεγονός ότι προσπάθησε να συσκοτίσει τα γεγονότα και να δώσει σε αυτά διαφορετική διάσταση, ισχυριζόμενος ότι δεν ήθελε να σκοτώσει τον Α. Κ., η ιδιαίτερη σκληρότητα που επέδειξε κατά την τέλεση της ανθρωποκτονίας, αλλά και κατά την τέλεση της απόπειρας ανθρωποκτονίας, όταν εξύβρισε τα θύματά του και κτύπησε το αιμόφυρτο θύμα του, το γεγονός ότι τα θύματά του δεν μπορούσαν να προστατεύσουν τον εαυτό τους, ενώ δεν υπάρχουν στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του, όπως αβάσιμα υποστηρίζει, καθόσον, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, δεν τέλεσε τις πράξεις σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, ούτε διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση των εγκλημάτων, ενώ ναι μεν έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών, πλην όμως το έπραξε προσπαθώντας να διαστρεβλώσει τα γεγονότα και να δώσει σε αυτά διαφορετική διάσταση, η βλάβη που προξένησαν οι ανωτέρω αξιόποινες πράξεις του κατηγορουμένου, η φύση και το είδος των εν λόγω πράξεων, τα αίτια που τον ώθησαν στην τέλεση των εγκλημάτων, καθώς επίσης και όλες τις προπεριγραφόμενες περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνοδεύσαν την τέλεσή τους, σε συνδυασμό με την όλη στάση και διαγωγή του κατά τη διάρκεια και μετά απ' αυτές.
Ο καταδικασθείς κατηγορούμενος επέδειξε παντελή αδιαφορία έναντι του νόμου και αγνοώντας τις ηθικές δεσμεύσεις του, προς την κοινωνία και τις σοβαρές συνέπειες των πράξεων του έναντι αυτής, προέβη στην τέλεση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων, οι οποίες έχουν έντονη κοινωνική απαξία. Έχοντας όλα τα στοιχεία αυτά υπόψη, το Δικαστήριο κρίνει, ότι πρέπει να επιβληθούν, στον κατηγορούμενο, οι αναφερόμενες στο διατακτικό ποινές, με τη διευκρίνιση ότι, όσον αφορά την πράξη της ανθρωποκτονίας με δόλο, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, πρέπει να επιβληθεί η ποινή της ισόβιας κάθειρξης, και όχι της πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών (άρθρ. 299 παρ. 1 ΠΚ, όπως κυρώθηκε με το νόμο 4619/2019, η οποία εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως επιεικέστερη κατ' άρθρ. 2 παρ. 1 ΠΚ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον κατηγορούμενο, που κηρύχθηκε ένοχος, ομοφώνως, α) Σε ποινή ισόβιας κάθειρξης, για την πράξη της ανθρωποκτονίας με δόλο, β) σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών για την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας με την συνδρομή του άρθρου 44 παρ. 2 ΠΚ, γ)....". [9γ] Με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και άρθρου 138 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στον αναιρεσείοντα κατ' άρθρο 79 ΠΚ για την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση με τη συνδρομή του άρθρου 44 παρ. 2, 83 περ. α και 299 παρ. 1 νΠΚ, με ρητή και σιωπηρή παραπομπή στην απόφαση περί ενοχής του για την πράξη αυτή.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της ως άνω ποινής, έλαβε υπόψη του τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό και διατακτικό της απόφασης στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του κακουργήματος της απόπειρας ανθρωποκτονίας, με ενδεχόμενο δόλο, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση με τη συνδρομή του άρθρου 44 παρ. 2 ΠΚ, που τέλεσε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος και τα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία έγινε δεκτό ότι αποδεικνύονται τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και η ενοχή του για την πράξη αυτή, και από τα οποία προκύπτει η βαρύτητα του εγκλήματος και η προσωπικότητα του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντα, ενώ γίνεται μνεία στην απόφαση αυτή και των λοιπών κριτηρίων που ελήφθησαν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής για την εν λόγω αξιόποινη πράξη, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, και επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών, που εμπίπτει στο πλαίσιο της ποινής των δύο ήμισυ ετών έως επτάμισυ ετών, ήτοι το 1/2 των πέντε ετών έως το 1/2 της κάθειρξης των δεκαπέντε ετών που επιβάλλεται επί υπαναχώρησης από πεπερασμένη απόπειρα ανθρωποκτονίας, αφού σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 1 και 83 περ. α νΠΚ και 299 παρ. 1 όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 63 του ν. 4855/2021, αντί της ποινής της ισόβιας κάθειρξης το πλαίσιο ορίζεται σε κάθειρξη [ήτοι από πέντε (5) έτη έως δεκαπέντε (15) έτη (άρθρ. 2 και 52 νΠΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρ. 6 του ν. 5090/2024)], ενώ με την ανωτέρω εμπεριστατωμένη αιτιολογία επιμέτρησης της ποινής αποκλείστηκε το πλαίσιο της ποινής φυλάκισης από ένα έτος έως τέσσερα έτη, ήτοι το 1/2 των δύο ετών έως 1/2 της κάθειρξης οκτώ ετών, που επιβάλλεται επί υπαναχώρησης από πεπερασμένη απόπειρα ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, αφού σύμφωνα με τις 42 παρ. 1 και 83 περ. β νΠΚ άρθρ. 299 παρ. 1 νΠΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρ. 63 του ν. 4855/2021, αντί της διαζευκτικής ποινής της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα έτη επιβάλλεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο έτη έως κάθειρξη οκτώ ετών.
Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποκλείστηκε το ανωτέρω διαζευκτικό πλαίσιο ποινής, που εκκινεί από την ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών, ύστερα από συνεκτίμηση των συνεπειών της συγκεκριμένης ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του και αφού λήφθηκαν, ιδίως, υπόψη μεταξύ των άλλων, η ιδιαίτερης σκληρότητα που επέδειξε κατά την τέλεση αυτής, όταν εξύβρισε και κτύπησε το αιμόφυρτο θύμα του (Σ. Θ.), το γεγονός ότι το θύμα του δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ενώ δεν υπάρχουν στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του, καθόσον, κατά τις παραδοχές, δεν τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών, πλην όμως το έπραξε προσπαθώντας να διαστρεβλώσει τα γεγονότα και να δώσει σε αυτά διαφορετική διάσταση, η βλάβη που προξένησε η ανωτέρω αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου, η φύση και το είδος της εν λόγω πράξης, τα αίτια που τον ώθησαν στην τέλεση του ως άνω εγκλήματος, καθώς και όλες οι προπεριγραφόμενες περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσε την τέλεσή του, σε συνδυασμό με την όλη στάση και διαγωγή του κατά τη διάρκεια και μετά απ' αυτήν, ενώ δεν απαιτείται άλλη διευκρίνηση για τον αποκλεισμό της εκκίνησης από τη διαζευκτική ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών αντί αυτής της ισόβιας κάθειρξης.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, με αποκλεισμό εφαρμογής της ποινής κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών για την ανωτέρω πράξη απόπειρας ανθρωποκτονίας είναι αβάσιμος. V. Kατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρ. 578 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-01-2025 αίτηση του Λ. Δ. Κ. για αναίρεση της με αριθμ. 33 - 34/2024 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1974 - 2026 © Τετράβιβλος. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Όροι και Προϋποθέσεις