Συνθετη Αναζητηση Νομοθεσιας - Νομολογιας

Νομοθεσία

Α.Π. 826/2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ ΑΠΑΤΗΣ ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ ΜΕ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΟ ΟΦΕΛΟΣ ΚΑΙ ΖΗΜΙΑ ΑΝΩ ΤΩΝ 120.000 ΕΥΡΩ

 

Α.Π. 826/2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ ΑΠΑΤΗΣ ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ ΜΕ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΟ ΟΦΕΛΟΣ ΚΑΙ ΖΗΜΙΑ ΑΝΩ ΤΩΝ 120.000 ΕΥΡΩ - (άρθρ. 42 παρ. 1, 45, 386 παρ. 1 και 3β ΠΚ).

ΕΙΔΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ - (άρθρ. 93 παρ. 3 Συντ., άρθρ. 139, 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ).

ΟΡΘΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΡΞΗ ΝΟΜΙΜΗΣ ΒΑΣΗΣ - (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ).

ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΡΟΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ - (άρθρ. 63, 66, 67, 171 παρ. 3, 588 παρ. 3 ΚΠΔ).

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ - (άρθρ. 177 παρ. 1, 178 ΚΠΔ).

Με την υπ’ αριθμ. 826/2025 απόφασή του, ο Άρειος Πάγος απέρριψε αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης Πενταμελούς Εφετείου, η οποία καταδίκασε την κατηγορούμενη για απόπειρα απάτης από κοινού με επιδιωκόμενο όφελος άνω των 120.000 ευρώ. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέθετε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, περιγράφοντας αναλυτικά την παραπλανητική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, η οποία, εμφανιζόμενη ψευδώς ως δικηγόρος, έπεισε το θύμα για δήθεν υπέρογκες οφειλές του θανόντος αδελφού της στη "ρωσική μαφία". Παράλληλα, επιβεβαιώθηκε η ορθή εφαρμογή των διατάξεων περί συναυτουργίας και απόπειρας, ενώ κρίθηκε νόμιμη η παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας δυνάμει των μεταβατικών διατάξεων, παρά τις γραμματικές παραδρομές στη δήλωση παράστασης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Ν.Μ.


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη-Εισηγήτρια, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Χρίστου Μπαρδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Β. Γ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Στέλιο Παναγιωτάκη και Αντώνιο Τράκα, για αναίρεση της απόφασης 1237/2023 του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Α. Κ. του Θ., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καράμπελα.

Το Α' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1.4.2024 (αριθ. πρωτ. 2431/2024) αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 1.4.2024 (αριθ. πρωτ. 2431/2024) αίτηση της Β. Γ. του Κ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1237/2023 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 12.3.2024 και με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης από κοινού με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 120.000 ευρώ και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών ανασταλείσα με περιοριστικούς όρους, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2 και 3, 474 ΚΠοινΔ), είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 3 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Α του ίδιου κώδικα, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και από τον 'Αρειο Πάγο, επιφέρει η παρά το νόμο παράσταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία υφίσταται όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης για τον υποστηρίζοντα την κατηγορία σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 66 ΚΠοινΔ ή όταν παραβιάστηκε η διαδικασία, η οποία έπρεπε να τηρηθεί, αναφορικά με τον τρόπο και το χρόνο άσκησής της κατά το άρθρο 67 ΚΠοινΔ Κάθε άλλη έλλειψη ή πλημμέλεια που αφορά την παράσταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία, δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, εφόσον οι πλημμέλειες αυτές αφορούν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη (ΑΠ 2057/2019).

Περαιτέρω, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 588 παρ. 3 του νέου ΚΠΔ, αστικές αξιώσεις που έχουν εισαχθεί σε ποινικά δικαστήρια παραπέμπονται υποχρεωτικά ως ανεκκαθάριστες στα πολιτικά δικαστήρια, εκτός αν έχουν επιδικαστεί, οπότε ως προς αυτές εφαρμόζονται οι διατάξεις του καταργούμενου ΚΠΔ. Από τις ανωτέρω διατάξεις του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. ε' του παλαιού ΚΠΔ, κατά την οποία: "Το κεφάλαιο της απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή από τον εισαγγελέα εξετάζεται από το εφετείο και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων", συνάγεται ότι, κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, η ιδιότητα του παραστάντος νομοτύπως πρωτοδίκως ως πολιτικώς ενάγοντος δεν παύει από το ότι αυτός εμφανίστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ή εμφανίστηκε χωρίς να δηλώνει και πάλι παράσταση πολιτικής αγωγής, αλλά και χωρίς να δηλώσει παραίτηση από αυτή, κρίνεται δε η πολιτική αγωγή στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό (ΑΠ 395/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των πρακτικών της καθώς και της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (υπ' αριθ. 2790/2019) του Ε' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών) και των πρακτικών της προέκυψαν τα ακόλουθα: Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στις 9.5.2019 και 24.6.2019, υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος ΚΠοινΔ, η Α. Κ. παρέστη νόμιμα ως πολιτικώς ενάγουσα, καθόσον η απόπειρα απάτης για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα στρεφόταν εναντίον της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτή την πολιτική αγωγή και ως κατ' ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ανωτέρω το ποσό των σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ. Κατά την ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου διαδικασία στις 19.7.2023 η ως άνω Α. Κ. δήλωσε παράσταση για την υποστήριξη της κατηγορίας λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τον αντίκτυπο που είχε στην αξιοπιστία και το κύρος των οργάνων του. Η εκ προφανούς παραδρομής αναγραφή των φράσεων "από τον αντίκτυπο που είχε στην αξιοπιστία και το κύρος των οργάνων του" δεν επέφερε καμία ακυρότητα εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 588 παρ.3 ΚΠοινΔ καθόσον η ανωτέρω νόμιμα παραστάθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγουσα και της επιδικάσθηκε χρηματική ικανοποίηση.

Άλλωστε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο θα επιδίκαζε στην ως άνω Α. Κ. την χρηματική ικανοποίηση που επιδίκασε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αν ακόμη αυτή κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας δεν παρίστατο σε αυτό (στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο).

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ περί απόλυτης ακυρότητας, λόγω παράνομης παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3 β-1 ΠΚ, όπως ίσχυε μέχρι την 30η.6.2019, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση κατ' άρθρο 2 ΠΚ ως επιεικέστερη, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν το περιουσιακό όφελος ή η . προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: 1) παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, η οποία συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε στην αθέμιτη απόκρυψη είτε στην παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, 2) πρόκληση στον παθόντα, από την παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, πλάνης, δηλαδή ανεπίγνωτης διάστασης μεταξύ της βούλησης και της δήλωσης βούλησης, ή διατήρηση ή ενίσχυση της υπάρχουσας (πλάνης), 3) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή στον παθόντα, 4) πράξη, παράλειψη ή ανοχή, εξαιτίας της πλάνης, από τον παθόντα, η οποία (πράξη κλπ) ενέχει περιουσιακή διάθεση, 5) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πλάνης του παθόντος και της περιουσιακής διάθεσης, 6) επέλευση, εξαιτίας της περιουσιακής διάθεσης που έγινε από εκείνον που παραπλανήθηκε, βλάβης στην περιουσία αυτού ή άλλου, η οποία συνίσταται είτε στη μείωση είτε στη χειροτέρευση της περιουσίας του παθόντος και 7) δόλος του δράστη, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των στοιχείων του εγκλήματος και του μεταξύ αυτών αιτιώδους συνδέσμου, καθώς και σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι όμως και πραγματοποίηση του οφέλους αυτού (ΑΠ 131/2020).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ.1 ΠΚ "'Οποιος, έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα, αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στο νόμο αξιόποινη πράξη, τιμωρείται, αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε, με μειωμένη ποινή (άρθρο 83)". Σύμφωνα με τη νέα αυτή διάταξη, για μεν τα εγκλήματα των οποίων ο τρόπος τέλεσης της πράξης ή της παράλειψης περιγράφεται αναλυτικά στο νόμο (όπως λ.χ. συμβαίνει στα εγκλήματα της κλοπής ή της απάτης), το έγκλημα μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε απόπειρα μόνο όταν έχει πραγματωθεί, έστω και κατ' ελάχιστο, ένα τμήμα της αντικειμενικής του υπόστασης, ενώ για τα εγκλήματα των οποίων ο τρόπος τέλεσης της πράξης ή της παράλειψης δεν περιγράφεται στο νόμο (όπως λ.χ. συμβαίνει στα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας ή της σωματικής βλάβης), ο δράστης αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στο νόμο πράξη ή παράλειψη, όταν έχει εξαπολύσει κατά του εννόμου αγαθού την ενέργεια, η οποία, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι ικανή να επιφέρει την αξιόποινη βλάβη αν δεν ανακοπεί από άλλη πράξη του ιδίου ή τρίτου ή από επιγενόμενο τυχαίο γεγονός (ΑΠ 635/2022).

Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ, "αν δύο ή περισσότεροι πραγμάτωσαν από κοινού, εν όλω ή εν μέρει, τα στοιχεία της περιγραφόμενης στον νόμο αξιοποίνου πράξεως, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Αρκεί στην καταδικαστική απόφαση να αναφέρεται ότι οι δράστες της αξιοποίνου πράξεως ενήργησαν με κοινό δόλο, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές ενέργειες του καθενός από αυτούς για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και δεν δημιουργείται έλλειψη νομίμου βάσεως από τη μη εξειδίκευση αυτή (ΑΠ 527/2020).

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.

Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Όμως, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η .παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπίτρεπτα η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται κατά το είδος τους αποδείχθηκαν τα εξής: "Η κατηγορουμένη στην Αθήνα και στις αρχές Αυγούστου του 2011, ενεργώντας από κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο με τον συγκατηγορούμενό της Κ. Κ. του Γ., έχοντας αποφασίσει να τελέσει την αξιόποινη πράξη της απάτης, επιχείρησε πράξη που περιείχε αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος αυτού και ειδικότερα, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει- παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, το δε περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, η πράξη της όμως αυτή δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική της θέληση αλλά εξαιτίας εξωτερικών εμποδίων και συγκεκριμένα ενεργώντας, παράλληλα ή διαδοχικά, με τον συναυτουργό της και συγκατηγορούμενό της, Κ. Κ. του Γ., κι έχοντας ήδη από το 2006 συστηθεί στην Α. Κ. του Θ. ως δικηγόρος και κερδίσει λόγω της στενής φιλικής σχέσης που διατηρούσε με τον αδελφό της, Ι. Κ. του Θ., την εμπιστοσύνη της, παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς σ' αυτήν αμέσως μετά το θάνατο του τελευταίου, ότι αυτός όσο ζούσε ήταν έμπορος όπλων, ναρκωτικών και λευκής σαρκός, ότι όφειλε στην ρωσική μαφία αρχικά το ποσό των 300.000 ευρώ και κατόπιν το ποσό των 1.500.000 ευρώ, ότι η ρωσική μαφία πληροφορήθηκε το θάνατό του και αναζητούσε τους κληρονόμους αυτού, από τους οποίους και θα απαιτούσε την εξόφληση των χρεών του θανόντος, ότι κινδύνευε η ζωή της (ενν. της Α. Κ. του Θ.), των ανηλίκων τέκνων της και των γονιών της, ότι η ίδια θα μεσολαβούσε και θα διαπραγματευόταν με τη ρωσική μαφία, προκειμένου να επιτύχει ένα αξιοπρεπή συμβιβασμό στο ύψος των μετρητών που θα εισέπραττε η Α. Κ. του Θ. από την εκποίηση της ακίνητης περιουσίας της που έπρεπε να προβεί για την εξόφληση του χρέους αυτού και ότι γνώστης της υπόθεσης αυτής ήταν ένας αστυνομικός από την αστυνομική Διεύθυνση Κορινθίας, ο συγκατηγορούμένος της, Κ. Κ. του Γ., ο οποίος κα θα προσέφερε στην τελευταία κάθε δυνατή βοήθεια.

Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ο συγκατηγορούμένος της, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και σε τηλεφωνικές συνομιλίες που είχε με την μηνύτρια, από τις 9 Αυγούστου του 2011 και έπειτα, δήλωσε εν γνώσει του ψευδώς στην Α. Κ. του Θ. ότι η κατάσταση ήταν πολύ σοβαρή, επιβεβαίωσε τους ανωτέρω ψευδείς ισχυρισμούς της και επιπλέον ισχυρίστηκε εν γνώσει του ψευδώς ότι ο θανών αδελφός της τελευταίας με την ιδιότητά του ως ιατρού είχε ανάμειξη και με τα κυκλώματα παράνομων υπερσυνταγογραφήσεων που δρούσαν στην περιοχή της Πάτρας και του Ρίου την ίδια χρονική περίοδο, γεγονός που επρόκειτο να διερευνήσει ο ίδιος, ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο την πλάνη της για τις έκνομες δραστηριότητες του αδελφού της. Στη πραγματικότητα όμως όσα παρέστησε και ισχυρίστηκε, τόσο η ίδια όσο και ο συγκατηγορούμενός της, ήταν εν γνώσει της ψευδή, αφού η ίδια δεν είχε την ιδιότητα του δικηγόρου και ο συγκατηγορούμενός της αυτή του αστυνομικού, ο θανών αδελφός της Α. Κ. του Θ. δεν ήταν ποτέ μέλος κυκλωμάτων εμπορίας όπλων, ναρκωτικών και λευκής σαρκός, δεν τον αναζητούσε η ρωσική μαφία για την εξόφληση χρεών του, που έπρεπε πλέον να εξοφλήσει η τελευταία και δεν συμμετείχε σε κύκλωμα παράνομων υπερσυνταγογραφήσεων στην περιοχή της Πάτρας και του Ρίου, σκοπό δε είχε να αποκομίσει με το συγκατηγορούμενό της παράνομο περιουσιακό όφελος, ποσού τουλάχιστον 300.000 ευρώ, άλλως 1.500.000 ευρώ, σε βάρος της περιουσίας της Α. Κ. του Θ., με αντίστοιχη ζημία της, πλην όμως η πράξη της δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική της βούληση, αλλά από αιτία ανεξάρτητα αυτής, καθώς η τελευταία απευθύνθηκε σε δικηγόρο Αθηνών, με τον οποίο κατέφυγε στην Αστυνομική Διεύθυνση Αιγάλεω, κατέθεσε τα ως άνω πραγματικά περιστατικά και εκκίνησε έκτοτε η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης.

Κατ' ακολουθίαν επομένως των ανωτέρω, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη για την αποδιδόμενη σε αυτήν ως άνω αξιόποινη πράξη." Στη συνέχεια το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης από κοινού με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 120.000 ευρώ με το ακόλουθο διατακτικό: "Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, τέλεσε πράξη, που προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή (έγκλημα). Ειδικότερα: Στην Αθήνα και στις αρχές Αυγούστου του 2011, ενεργώντας από κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο με τον συγκατηγορούμενό της Κ. Κ. του Γ., έχοντας αποφασίσει να τελέσει την αξιόποινη πράξη της απάτης, επιχείρησε πράξη που περιείχε αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος αυτού και ειδικότερα, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει-παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, το δε περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, η πράξη της όμως αυτή δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική της θέληση αλλά εξαιτίας εξωτερικών εμποδίων.

Συγκεκριμένα: στον παραπάνω τόπο και χρόνο, από κοινού ενεργώντας, παράλληλα ή διαδοχικά, με τον συναυτουργό της και συγκατηγορούμενό της, Κ. Κ. του Γ., κι έχοντας ήδη από το 2006 συστηθεί στην Α. Κ. του Θ. ως δικηγόρος και κερδίσει λόγω της στενής φιλικής σχέσης που διατηρούσε με τον αδελφό της, Ι. Κ. του Θ., την εμπιστοσύνη της, παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς σ' αυτήν αμέσως μετά το θάνατο του τελευταίου ότι αυτός όσο ζούσε ήταν έμπορος όπλων, ναρκωτικών και λευκής σαρκός, ότι όφειλε στην ρωσική μαφία αρχικά το ποσό των 300.000 ευρώ και κατόπιν το ποσό των 1.500.000 ευρώ, ότι η ρωσική μαφία πληροφορήθηκε το θάνατό του και αναζητούσε τους κληρονόμους αυτού, από τους οποίους και θα απαιτούσε την εξόφληση των χρεών του θανόντος, ότι κινδύνευε η ζωή της (ενν. της Α. Κ. του Θ.), των ανηλίκων τέκνων της και των γονιών της, ότι η ίδια θα μεσολαβούσε και θα διαπραγματευόταν με τη ρωσική μαφία, προκειμένου να επιτύχει ένα αξιοπρεπή συμβιβασμό στο ύψος των μετρητών που θα εισέπραττε η Α. Κ. του Θ. από την εκποίηση της ακίνητης περιουσίας της που έπρεπε να προβεί για την εξόφληση του χρέους αυτού και ότι γνώστης της υπόθεσης αυτής ήταν ένας αστυνομικός από την αστυνομική Διεύθυνση Κορινθίας, ο συγκατηγορούμενος της, Κ. Κ. του Γ., ο οποίος κα θα προσέφερε στην τελευταία κάθε δυνατή βοήθεια.

Περαιτέρω, ο συγκατηγορούμενος της, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και σε τηλεφωνικές συνομιλίες που είχε με την μηνύτρια, από τις 9 Αυγούστου του 2011 και έπειτα, δήλωσε εν γνώσει του ψευδώς στην Α. Κ. του Θ. ότι η κατάσταση ήταν πολύ σοβαρή, επιβεβαίωσε τους ανωτέρω ψευδείς ισχυρισμούς της και επιπλέον ισχυρίστηκε εν γνώσει του ψευδώς ότι ο θανών αδελφός της τελευταίας με την ιδιότητά του ως ιατρού είχε ανάμειξη και με τα κυκλώματα παράνομων υπερσυνταγογραφήσεων που δρούσαν στην περιοχή της Πάτρας και του Ρίου την ίδια χρονική περίοδο, γεγονός που επρόκειτο να διερευνήσει ο ίδιος, ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο την πλάνη της για τις έκνομες δραστηριότητες του αδελφού της.

Στη πραγματικότητα όμως όσα παρέστησε και ισχυρίστηκε, τόσο η ίδια όσο και ο συγκατηγορούμενός της, ήταν εν γνώσει της ψευδή, αφού η ίδια δεν είχε την ιδιότητα του δικηγόρου και ο συγκατηγορούμενός της αυτή του αστυνομικού, ο θανών αδελφός της Α. Κ. του Θ. δεν ήταν ποτέ μέλος κυκλωμάτων εμπορίας όπλων, ναρκωτικών και λευκής σαρκός, δεν τον αναζητούσε η ρωσική μαφία για την εξόφληση χρεών του, που έπρεπε πλέον να εξοφλήσει η τελευταία και δεν συμμετείχε σε κύκλωμα παράνομων υπερσυνταγογραφήσεων στην περιοχή της Πάτρας και του Ρίου, σκοπό δε είχε να αποκομίσει με το συγκατηγορούμενό της παράνομο περιουσιακό όφελος, ποσού τουλάχιστον 300.000 ευρώ, άλλως 1.500.000 ευρώ, σε βάρος της περιουσίας της Α. Κ. του Θ., με αντίστοιχη ζημία της, πλην όμως η πράξη της δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική της βούληση, αλλά από αιτία ανεξάρτητα αυτής, καθώς η τελευταία απευθύνθηκε σε δικηγόρο Αθηνών, με τον οποίο κατέφυγε στην Αστυνομική Διεύθυνση Αιγάλεω, κατέθεσε τα ως άνω πραγματικά περιστατικά και εκκίνησε έκτοτε η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης."

Με τις παραδοχές αυτές οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέπονται τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 51, 52, 42 παρ. 1, 83, 386 παρ. 1, 3 β ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται οι ακόλουθες κρίσιμες παραδοχές για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος: 1) ο τρόπος τέλεσης της απόπειρας απάτης με την παράσταση από την αναιρεσείουσα και τον συγκατηγορούμενό της στην υποστηρίζουσα την κατηγορία, εν γνώσει ψευδών γεγονότων ως αληθινών ότι ο αποθανών αδελφός της Ι. Κ. όσο ζούσε ήταν έμπορος όπλων, ναρκωτικών και λευκής σαρκός και ότι όφειλε στη ρωσική μαφία αρχικά το ποσό των 300.000 ευρώ και κατόπιν το ποσό των 1.500.000 ευρώ και ότι η ρωσική μαφία μόλις πληροφορήθηκε το θάνατό του αναζητούσε τους κληρονόμους του από τους οποίους θα απαιτούσε την εξόφληση των χρεών του θανόντος, ότι κινδύνευε η ζωή της ίδιας, των τέκνων της και των γονέων της και ότι η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα, η οποία είχε συστηθεί από το έτος 2006 ως δικηγόρος, θα μεσολαβούσε και θα διαπραγματευόταν με τη ρωσική μαφία, προκειμένου να επιτύχει έναν αξιοπρεπή συμβιβασμό στο ύψος των μετρητών που θα εισέπραττε η υποστηρίζουσα την κατηγορία από την εκποίηση της ακίνητης περιουσίας της και ότι γνώστης της υπόθεσης αυτής ήταν ένας αστυνομικός από την αστυνομική Διεύθυνση Κορινθίας, ο συγκατηγορούμενός της, ο οποίος θα προσέφερε κάθε δυνατή βοήθεια. 2) Ο χρόνος των ψευδών παραστάσεων αρχές Αυγούστου 2011. 3) Ο σκοπός για τον οποίο προέβη στην παράσταση των ως άνω γεγονότων ήτοι για να προσπορίσει στον εαυτόν της παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της υποστηρίζουσας την κατηγορία. 4) Ο δόλος της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης η οποία γνώριζε ότι η ίδια δεν είχε την ιδιότητα της δικηγόρου και ο συγκατηγορούμενός της την ιδιότητα του αστυνομικού και ότι ο θανών αδελφός της υποστηρίζουσας την κατηγορία δεν ήταν ποτέ μέλος κυκλωμάτων εμπορίας όπλων, ναρκωτικών και λευκής σαρκός 5) ότι η πράξη της δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική της βούληση, αλλά εξαιτίας εξωτερικών εμποδίων. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω των αντιφατικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφαση ως προς το επιδιωκόμενο όφελος των 300.000 ευρώ ή των 1.500.000 ευρώ είναι αβάσιμες καθόσον τα εν λόγω ποσά περιλαμβάνονται στις ψευδείς παραστάσεις της αναιρεσείουσας για το ύψος των οφειλομένων στη ρωσική μαφία εκ μέρους της υποστηρίζουσας την κατηγορία. Σε κάθε δε περίπτωση τα εν λόγω ποσά υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ και δεν επηρεάζεται ο χαρακτηρισμός της πράξης ως κακουργήματος.

Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσείουσα θα μεσολαβούσε ώστε να επιτευχθεί ένας αξιοπρεπής συμβιβασμός στο ύψος των μετρητών που θα εισέπραττε η υποστηρίζουσα την κατηγορία από την εκποίηση της ακίνητης περιουσίας της δημιουργεί ασάφεια ως προς το ύψος του επιδιωκόμενου περιουσιακού οφέλους εκ μέρους αυτής (αναιρεσείουσας), είναι αβάσιμη διότι η παραδοχή αυτή περιλαμβάνεται στις ψευδείς παραστάσεις της αναιρεσείουσας προς στην υποστηρίζουσα.

Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1.4.2024 (αριθ. πρωτ. 2431/2024) αίτηση της Β. Γ. του Κ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1237/2023 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ          Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ