Α.Π. 1702/2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΕΚΤΡΟΧΙΑΣΜΟΣ ΑΜΑΞΟΣΤΟΙΧΙΑΣ ΛΟΓΩ ΚΑΘΙΖΗΣΗΣ ΤΟΥ ΥΠΕΔΑΦΟΥΣ – ΚΑΚΗ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΣΕ ΑΕ – ΥΛΙΚΕΣ ΖΗΜΙΕΣ ΚΑΙ ΑΠΩΛΕΙΑ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ – Η ΜΗ ΜΕΙΩΣΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑΣ ΔΕΝ ΣΥΝΔΕΕΤΑΙ ΑΙΤΙΩΔΩΣ ΚΑΘΩΣ ΔΕΝ ΘΑ ΑΠΕΤΡΕΠΕ ΤΟΝ ΕΚΤΡΟΧΙΑΣΜΟ – ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ ΑΔΙΚΟΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΟΣΕ ΑΕ ΛΟΓΩ ΠΑΡΑΛΕΙΨΗΣ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ– ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ – Σαφείς αιτιολογίες ότι η αναιρεσείουσα, η οποία είναι υπεύθυνη για τη συντήρηση και τη λειτουργία της υφιστάμενης σιδηροδρομικής υποδομής, παρέλειψε να προβεί στη συντήρηση του δικτύου, καθόσον η υπάρχουσα πλησίον της σιδηροδρομικής γραμμής τάφρος και οι γέφυρες απορροής των υδάτων δεν είχαν καθαριστεί από τη βλάστηση και τα λοιπά υλικά που τις έφρασσαν, δεν είχε γίνει καθαρισμός και συντήρηση του συστήματος απορροής, με αποτέλεσμα να λιμνάζουν στο σημείο του εκτροχιασμού μεγάλες ποσότητες υδάτων για μεγάλο χρονικό διάστημα και να απορροφώνται από το υπέδαφος, γεγονός που οδήγησε στην καθίζηση του εδάφους και στον εκτροχιασμό της αμαξοστοιχίας, ενώ περαιτέρω, η ταχύτητα της αμαξοστοιχίας, δεν συνετέλεσε αιτιωδώς στον εκτροχιασμό αυτής, αφού η καθίζηση του εδάφους κάτωθι της σιδηροδρομικής γραμμής είχε βάθος έως 1,60 μέτρα, δηλ. η σιδηροδρομική γραμμή αιωρείτο εκτεθειμένη στον αέρα, με συνέπεια, αν το τραίνο εκινείτο με χαμηλή ταχύτητα να ανατραπεί πιο γρήγορα και αμέσως στο σημείο της καθιζήσεως να ανατραπεί και η ηλεκτράμαξα, η οποία δεν εκτροχιάστηκε και να καταπλακωθεί από τα βαγόνια που ακολουθούσαν – Απόρριψη λόγων (914, 297, 298, 330 ΑΚ)
ΠΔ
Αριθμός 1702/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΣΕ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Αλλοδαπής Εταιρείας με την επωνυμία "COSCO CONTAINER LINES SOUTH EAST ASIA PTE LTD", που εδρεύει στην Σιγκαπούρη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Αλλοδαπής Εταιρείας με την επωνυμία "COSCO (CAYMAN) MERCURY CO LTD", που εδρεύει στο Χονγκ Κονγκ Σιγκαπούρη και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Αλλοδαπής Εταιρείας με την επωνυμία "COSCO CONTAINER LINES CO LTD", που εδρεύει στην Κίνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Αγγελακόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/5/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 21/7/2016 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2867/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7136/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/1/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ' αυτήν με το προσήκοντα τρόπο κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο παριστάμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο αντίδικό του ή αν αυτός, ως επισπεύδων, κλήτευσε νόμιμα και εμπρόθεσμα τον παριστάμενο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεως της υποθέσεως ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε την συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση [ΑΠ 1368/2022, ΑΠ 764/2017].
Εξάλλου, σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του. Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντιθέτως, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως του αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως κλπ προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 117//2022, ΑΠ 24/2016).
Εξάλλου, κατά την παρ. 4 του άρθρου 260 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 16 του Ν.4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022 (άρθρο 116 παρ. 1β' αυτού), εάν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισαχθούν προς συζήτηση για λόγους ανωτέρας βίας, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το Δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο, η δε εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή, ενώ η ενημέρωση των διαδίκων για τη νέα δικάσιμο μπορεί να γίνει και ηλεκτρονικά από το γραμματέα, κατά τα οριζόμενα στη ρύθμιση αυτή. Με την τελευταία αυτή διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν για λόγους ανωτέρας βίας, όπως είναι η διενέργεια εκλογών, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η, με πρωτοβουλία του γραμματέα, εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ως κλήτευση κατ' αυτή του απολιπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει έγκυρα τη συζήτηση ή να είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω ανωτέρας βίας.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 192/2024, ΑΠ 1253/2021, ΑΠ 1121/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, η υπό κρίση από 12.1.2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7136/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είχε προσδιορισθεί αρχικά προς συζήτηση με την από 14.3.2022 πράξη του Προέδρου του Α1 Τμήματος, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, για τη δικάσιμο της 22.5.2023. Κατά την ως άνω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών. Στη συνέχεια, με την από 24.5.2023 πράξη της Προεδρεύουσας του ίδιου ως άνω Πολιτικού Τμήματος, επανήλθε αυτεπάγγελτα προς συζήτηση η υπόθεση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (27.5.2024) και έγινε εγγραφή αυτής στο πινάκιο, η δε ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ... στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου ... και στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων ..., προς ενημέρωση των διαδίκων. Στην προκείμενη περίπτωση τη συζήτηση της κρινομένης αίτησης αναίρεσης επέσπευσε η αναιρεσείουσα, όπως αυτό προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της αναίρεσης που επιδόθηκε στις αναιρεσίβλητες (βλ. την από 7-2-2023 σημείωση του δικαστικού επιμελητή Θ. Σ. που διενήργησε την επίδοση επί του αντιγράφου της αίτησης). Όμως η αναιρεσείουσα δεν παρέστη κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία της.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 7136/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις αντίθετες εφέσεις των εναγουσών (ήδη αναιρεσιβλήτων) και της εναγόμενης (ήδη αναιρεσείουσας) κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως προς την αναιρεσείουσα και είχε απορριφθεί ως προς τη συνεναγόμενή της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ.3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 779/2019,ΑΠ 222/2008,) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1874/2008, ΑΠ 105/2005), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1290/2024, ΑΠ 242/2023,ΑΠ 793/2015, ΑΠ 567/1996, ΑΠ 1535/1995).
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά την αρίθμηση του Δικαστηρίου διότι στο αναιρετήριο δεν αριθμούνται οι λόγοι αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το αντίγραφο του Πίνακα Δρομολογίων του Σιδηροδρομικού Σταθμού Θεσσαλονίκης, από το οποίο προκύπτει ότι την 27.3.2015, ήτοι μια ημέρα πριν το ένδικο ατύχημα, διήλθε από το σημείο του ατυχήματος ετέρα αμαξοστοιχία χωρίς κανένα πρόβλημα, το οποίο προσκομίστηκε προς απόδειξη, του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι η σιδηροδρομική γραμμή βρισκόταν σε πλήρη λειτουργία καθ' όλο το προηγούμενο του ατυχήματος διάστημα και ότι η καθίζηση του υπεδάφους στο σημείο του ατυχήματος έλαβε χώρα κατά τη διέλευση της επίμαχης αμαξοστοιχίας, οφειλόμενη στη μεγάλη ταχύτητα που είχε αναπτύξει ο οδηγός της σε συνδυασμό με τις έντονες βροχοπτώσεις που επικρατούσαν στο σημείο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν προσδιορίζεται επαρκώς στο αναιρετήριο η ταυτότητα του ως άνω εγγράφου και το ακριβές περιεχόμενό του, είναι και αβάσιμος διότι, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 3.12.2019 προτάσεων της αναιρεσείουσας που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της από 7.11.2017 έφεσής της, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι αυτή δεν επικαλέστηκε το ανωτέρω έγγραφο, ήτοι το αντίγραφο του Πίνακα Δρομολογίων του Σιδηροδρομικού Σταθμού Θεσσαλονίκης, παρά μόνον αναφέρθηκε γενικά και αόριστα στις πρωτόδικες προτάσεις της και τα μετά επικλήσεως προσαγόμενα σχετικά της.
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (ΑΠ 293/2024, ΑΠ 167/2024).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 320/2021, ΑΠ 931/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο, κατά την αρίθμηση του Δικαστηρίου, λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, δεχόμενο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι ο εκτροχιασμός της επίμαχης αμαξοστοιχίας δεν συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός ότι αυτή εκινείτο με 100 χλμ/ώρα παραβαίνοντας την εντολή βραδυπορίας σε 20 χλμ/ώρα που είχε επιβληθεί από την αναιρεσείουσα, υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας της Εθνικής Σιδηροδρομικής Υποδομής, προς αποφυγή κατολισθήσεων του υπεδάφους λόγω του κορεσμού του από όμβρια ύδατα. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος της δέχθηκε τα ακόλουθα: <<...Η ένδικη αμαξοστοιχία εν συνεχεία αναχώρησε από τον Πειραιά και την 28.3.2015 κινούνταν στο τμήμα της διαδρομής από τη Θεσσαλονίκη προς την Ειδομένη. Περί ώρα 08:20 έλαβε χώρα εκτροχιασμός της ένδικης αμαξοστοιχίας, μεταξύ του 28ου χλμ και 700 μέτρων και του 290u χλμ και 150 μέτρων της γραμμής Θεσσαλονίκης - Ειδομένης, επειδή στο σημείο από το οποίο ξεκίνησε η εκτροχίαση (28, 700 χλμ) και για 70 μέτρα περίπου υπήρχε καθίζηση του εδάφους, δηλαδή όλης της υποδομής, με ρωγμές στην αρχή και το τέλος και κατεύθυνση κατάντη της γραμμής για αρκετά μέτρα. Αποτέλεσμα του εκτροχιασμού ήταν ότι τα είκοσι εννέα (29) από τα συνολικά τριάντα τέσσερα (34) βαγόνια που έλκονταν από την ηλεκτράμαξα (μηχανή) εκτροχιάστηκαν, ενώ μόνο τα 5 βαγόνια παρέμειναν πάνω στη γραμμή, τα δε είκοσι έξι (26) εμπορευματοκιβώτια εκτινάχθηκαν σε άτακτη σωρό στους παρακείμενους αγρούς, εκ των οποίων τα είκοσι τρία (23) εμπορευματοκιβώτια συσσωρεύτηκαν σε άτακτη μάζα και υπέστησαν εκτεταμένες ζημίες που δεν επιδέχονται επισκευές, τα δύο (2) υπέστησαν σχετικά μικρές ζημίες, ενώ το ένα (1) δεν υπέστη αξιόλογη ζημία, τα οκτώ υπόλοιπα εμπορευματοκιβώτια παρέμειναν στα αντίστοιχα βαγόνια που δεν είχαν ανατραπεί.
Η ηλεκτράμαξα βρέθηκε περίπου 200 μέτρα μακριά από τα υπόλοιπα βαγόνια, ενώ οι δύο μηχανοδηγοί τραυματίστηκαν ελαφρά. Την ημέρα που έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα επικρατούσε βροχή, ενώ o συνολικός ημερήσιος υετός της ημέρας του ένδικου ατυχήματος ανήλθε σε 10.9 mm, ενώ την προηγούμενη ημέρα (27.3.2015) είχε ανέλθει σε 15,4 mm. Δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων περί του ότι ο ένδικος εκτροχιασμός που προκλήθηκε εξαιτίας του απρόβλεπτου παράγοντα των έντονων βροχοπτώσεων που προηγήθηκαν κατά τον τελευταίο μήνα πριν το ατύχημα, με αποτέλεσμα να εμφανισθεί στο ένδικο σημείο το γεωλογικό φαινόμενο της "στερεοποίησης" του εδάφους της υποδομής. Τούτο διότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη ιδιαίτερα έντονων καιρικών φαινομένων το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα στο συγκεκριμένο σημείο, το δε από 2.4.2015 έγγραφο μηνιαίου μετεωρολογικού ιστορικού για το μήνα Μάρτιο 2015, που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η πρώτη εναγόμενη, αφορά το μετεωρολογικό σταθμό του αεροδρομίου Θεσσαλονίκης (της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας), ο οποίος απέχει από το ένδικο σημείο, ήτοι 32,17 χλμ, ενώ σε κοντινότερη απόσταση υπάρχουν δύο μετεωρολογικοί σταθμοί του Εθνικού Αστεροσκοπείου, ήτοι αυτός των Γιαννιτσών σε απόσταση 24,34 χλμ και αυτός του Λαγκαδά, σε απόσταση 31,33 χλμ. Από την συνδυασμένη ανάλυση των καιρικών δεδομένων των ως άνω τριών σταθμών, οι οποίοι σχηματίζουν τρίγωνο, εντός του οποίου έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα προκύπτει ότι κατά το μήνα Μάρτιο 2015 έλαβε χώρα βροχόπτωση άνω των 20 MM την 27.3.2015 με 38,8 μμ καθώς την 6.3.2015 με 27,8 mm η δε συνολική βροχόπτωση του Μαρτίου 2015 (138,4 mm) δεν μπορεί να θεωρηθεί υπερβολική ή ακραία, καθώς από τους συνολικά 297 μετεωρολογικούς σταθμούς της χώρας, οι 75 κατέγραψαν τον ίδιο μήνα βροχοπτώσεις άνω των 138 mm, οι 59 σταθμοί κατέγραψαν βροχόπτωση άνω των 150 mm, οι 26 σταθμοί άνω των 200 mm, οι 7 σταθμοί άνω των 300 mm και 1 σταθμός άνω των 400 mm.
Εξάλλου, κατά το μήνα Σεπτέμβριο 2014 σημειώθηκε στην ένδικη περιοχή συνολική βροχόπτωση 142,40mm, το Νοέμβριο 2014 συνολική βροχόπτωση 159,30 mm και το Δεκέμβριο του 2014 142,60 mm ήτοι του μήνες αυτούς που προηγήθηκαν του Μαρτίου 2015 σημειώθηκαν σημαντικότερες βροχοπτώσεις (όπως προκύπτει από την από ....2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Χ. Κ., σελ. 12 - 14). Τα δε αναφερόμενα στην από ....2015 έκθεση της επιτροπής που συστήθηκε από τη δεύτερη εναγόμενη, αποτελούμενη από τον Χ. Ρ., Α. Μ. και Α. Σ. δεν αποδεικνύουν τον ισχυρισμό της ΟΣΕ Α.Ε. περί ύπαρξης έντονων βροχοπτώσεων στην περιοχή που σημειώθηκε ο ένδικος εκτροχιασμός κατά τον τελευταίο μήνα πριν το ατύχημα, διότι στην ως άνω έκθεση αναφέρονται οι βροχοπτώσεις που σημειώθηκαν στην περιοχή την 7.3.2015 με 25,6 mm που κατά τους συντάκτες της ανωτέρω έκθεσης προκάλεσε την έναρξη της "σταθεροποίησης" καθώς ότι και οι βροχοπτώσεις που σημειώθηκαν κατά την 27.03.2015 και 28.03.2015 μεγιστοποίησαν τον κορεσμό και οδήγησαν στην εμφάνιση των πρώτων καθιζήσεων στην υποδομή ήτοι ρηγματώσεων του εδάφους, υποχώρηση του σκύρου της γραμμής και απογύμνωση της από τη βάση στήριξης, στοιχεία που δεν διαφοροποιούνται από τα προαναφερόμενα, χωρίς να εκτίθεται και να αναλύεται στην εν λόγω έκθεση αν σημειώθηκαν περισσότερες βροχοπτώσεις κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2015 στην συγκεκριμένη περιοχή σε σχέση με τις βροχοπτώσεις που σημειώθηκαν στην υπόλοιπη χώρα και αν η μορφολογική διαμόρφωση της συγκεκριμένης περιοχής παρουσιάζει κάποια ιδιομορφία σχετικά με την επίδραση των βροχοπτώσεων στο υπέδαφος, ούτε ποιά ήταν η συνολική βροχόπτωση που σημειώθηκε στην συγκεκριμένη περιοχή κατά τους προηγούμενους μήνες.
Εξάλλου, στο σημείο του ατυχήματος η σιδηροδρομική γραμμή είναι ευθεία, δεξιά αυτής κατά την προς βορρά κίνηση των αμαξοστοιχιών υπάρχει πλαγιά λόφου, ενώ στην αριστερή πλευρά μετά από μικρή κατωφέρεια βρίσκεται η κοιλάδα του ποταμού Αξιού, δεξιά της γραμμής (με κατεύθυνση προς βορά) υπάρχει τάφρος για τη συλλογή και απορροή υδάτων που ρέουν στις υπερκείμενες εκτάσεις, με μέγιστο βάθος τα 2,50 μέτρα, ενώ για την απορροή των υδάτων υπάρχουν 2 γέφυρες που απέχουν μεταξύ τους 300 μέτρα και συγκεκριμένα μία γέφυρα 50 μέτρα πριν το σημείο του εκτροχιασμού και μία 250 μέτρα μετά το σημείο αυτό. Αποδείχθηκε ότι αμφότερες οι ως άνω γέφυρες δεν εξυπηρετούσαν την απορροή των υδάτων, καθώς ήταν αμφότερες φραγμένες από πυκνή βλάστηση θάμνων και δενδρυλλίων και χρόνια συσσώρευση φερτών υλών, το ίδιο δε ίσχυε και για την τάφρο απορροής, η οποία καλυπτόταν από πυκνή βλάστηση, όπως αναφέρεται στις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι ενάγουσες και η πρώτη εναγόμενη.
Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι η μη κανονική λειτουργία του συστήματος απορροής των υδάτων οφείλεται στην πλημμελή συντήρηση του δικτύου, καθώς η τάφρος και οι γέφυρες απορροής των υδάτων δεν είχαν καθαριστεί από τη βλάστηση και τα λοιπά υλικά που τις έφρασσαν, καθώς και ότι το σύστημα αποχέτευσης δεν ήταν λειτουργικό για μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού δεν είχε γίνει καθαρισμός και συντήρηση του συστήματος απορροής, με αποτέλεσμα να λιμνάζουν στο συγκεκριμένο σημείο μεγάλη ποσότητες υδάτων και τελικώς να απορροφούνται από το υπέδαφος, γεγονός που οδήγησε στην καθίζηση του εδάφους και το ένδικο εκτροχιασμό. Εξάλλου, σύμφωνα και με τα πορίσματα των εκθέσεων που προσκομίζουν οι εναγόμενες, κατά τις εργασίες αποκατάστασης του προβλήματος του εδάφους, μετά το ένδικο ατύχημα, έγινε εκσκαφή σε βάθος έως 8 μέτρων, όπου υπήρχε νερό και συνεπώς στην τάφρο απορροής λίμναζαν μεγάλες ποσότητες υδάτων και για μεγάλο χρονικό διάστημα, ώστε αυτά να εισχωρήσουν στο υπέδαφος μέχρι και 8 μέτρα, τα οποία δεν απέρρεαν από τις παρακείμενες γέφυρες και για το λόγο αυτό τα απορροφούσε τελικά το υπέδαφος της σιδηροδρομικής γραμμής. Εξ' αυτού του λόγου η ποσότητα των απορροφημένων υδάτων ήταν μεγάλη και η καθίζηση του εδάφους, λόγω της "στερεοποίησης" του από τα απορροφηθέντα ύδατα, δεν ήταν δυνατό να προκλήθηκε από τις βροχοπτώσεις που σημειώθηκαν μόνο κατά το μήνα Μάρτιο του 2015, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενες. Εκ των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι αιτία του ένδικου ατυχήματος αποτέλεσε η απόφραξη του συστήματος απορροής των υδάτων από την τάφρο, όπου συγκεντρώνονταν, λόγω πυκνής βλάστησης που έφρασσε τις γέφυρες απορροής.
Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγόμενης περί του ότι την 27.3.2015, ήτοι μία ημέρα πριν το ένδικο ατύχημα, διήλθε από το σημείο άλλη αμαξοστοιχία, χωρίς κανένα πρόβλημα, και συνεπώς η καθίζηση του εδάφους έλαβε χώρα λόγω της βροχόπτωσης που ακολούθησε κατά τη διάρκεια της νύχτας από 27 προς 28 Μαρτίου 2015. Τούτο, διότι οι καθιζήσεις που παρατηρήθηκαν στο συγκεκριμένο σημείο ήταν μεγάλου μεγέθους και τοπικής εμφάνισης, τα δε προβλήματα της γραμμής είχαν ήδη εμφανισθεί στο συγκεκριμένο σημείο ήδη από τις 12.3.2015, όπως ομολογεί η δεύτερη εναγόμενη, όπου είχαν διαπιστωθεί ορίζοντιογραφικά σφάλματα, συνεπώς με την πάροδο των ημερών, θα μπορούσε να συμβεί ατύχημα ανά πάσα χρονική στιγμή, ανεξαρτήτως των βροχοπτώσεων των συγκεκριμένων ημερών, αφού τα προβλήματα του υπεδάφους ήταν αποτέλεσμα χρόνιας πλημμελούς λειτουργίας του συστήματος απορροής των υδάτων. Δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγόμενης αφενός περί του ότι έλαβε τα απαιτούμενα για την αντιμετώπιση του προβλήματος μέτρα με το να διατάξει τη βραδυπορία των συρμών από το ένδικο σημείο, όταν διαπίστωσε ότι υπήρχε πρόβλημα στη γραμμή την 12.3.2015 και ότι δεν ήταν αναγκαίο να προβεί σε άμεση διακοπή της κυκλοφορίας της γραμμής, προκειμένου να προβεί στην επιδιόρθωση των σοβαρών προβλημάτων που είχαν εμφανισθεί και αφετέρου περί του ότι o ένδικος εκτροχιασμός της ως άνω αμαξοστοιχίας οφείλονταν στην ταχύτητα με την οποία κινείτο η ένδικη αμαξοστοιχία. Τούτο διότι παρόλο που η ταχύτητα της ως άνω αμαξοστοιχίας ανερχόταν σε περίπου 80 χλμ/ώρα (βλ. τις από ....2015 και 10.6.2015 εκθέσεις), αν και στο ένδικο σημείο είχε επιβληθεί από τη δεύτερη εναγόμενη από την 12.3.2015 υποχρέωση κίνησης των τρένων με ταχύτητα 20 χλμ/ώρα, δεν αποδείχθηκε ότι η ταχύτητα της ως άνω αμαξοστοιχίας προκάλεσε ή συντέλεσε αιτιωδώς στον ένδικο εκτροχιασμό, αφού η καθίζηση του εδάφους κάτω από τη σιδηροδρομική γραμμή είχε βάθος από 80 εκ. έως 1,60 μέτρα, ήτοι η σιδηροδρομική γραμμή αιωρείτο εκτεθειμένη στον αέρα και συνεπώς αν το τρένο κινείτο με χαμηλή ταχύτητα θα ανατρεπόταν πιο γρήγορα και αμέσως στο σημείο της καθίζησης με αποτέλεσμα να ανατραπεί και η ηλεκτράμαξα - η οποία όπως προαναφέρθηκε δεν εκτροχιάσθηκε - και να καταπλακωθεί από τα βαγόνια που θα ακολουθούσαν, όπως προκύπτει και από την νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την δεύτερη εναγόμενη από ....2015 έκθεση της επιτροπής διερεύνησης των συνθηκών του ατυχήματος.
Εξάλλου, οι ενάγουσες δεν επικαλούνται ότι οφείλεται στην ταχύτητα της αμαξοστοιχίας το ένδικο ατύχημα ή η έκταση της ζημίας, ώστε να επιρρίπτουν οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά σχετικά με την ταχύτητα στους οδηγούς - υπαλλήλους της εναγόμενης. Η δεύτερη εναγόμενη αποτελεί το διαχειριστή της σιδηροδρομικής υποδομής (βλ. αρ. 3 του ν. 3891/2010 που αντικατέστησε το άρθρο 1 του ν. 2671/1998 και αρ. 3 περ. 2 του v. 4408/2016, ΦΕΚΑ 135/17.7.2016, που κατήργησε τις διατάξεις του πδ 41/2005, κατ' αρ. 60 του ίδιου νόμου) ασκεί τη διαχείριση και εκμετάλλευση της Εθνικής Σιδηροδρομικής Υποδομής και έχει ιδίως την ευθύνη κατασκευής νέας υποδομής, συντήρησης και λειτουργίας της υφιστάμενης υποδομής, διαχείρισης των συστημάτων ρύθμισης και ασφάλειας της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας, καθώς και όσων αρμοδιοτήτων προβλέπονται από την εθνική και κοινοτική νομοθεσία για το διαχειριστή Σιδηροδρομικής Υποδομής (αρ. 1 ν. 2671/1998, όπως αντικαταστάθηκε από το αρ. 3 του ν. 3891/2010), ενώ περαιτέρω στο αρ. 3 περ. 2 του ν. 4408/2016, που εισήγαγε στο εθνικό δίκαιο την οδηγία 2012/34/ΕΕ περί δημιουργίας ενιαίου ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου, ορίζεται ότι ο διαχειριστής της υποδομής "ευθύνεται κυρίως για την εγκατάσταση, τη διαχείριση και τη συντήρηση της εθνικής σιδηροδρομικής υποδομής συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης της κυκλοφορίας και του ελέγχου - χειρισμού και της σηματοδότησης". Επομένως σύμφωνα με τις ανωτέρω νομικές διατάξεις υπεύθυνη για τη συντήρηση και τη λειτουργία της υφιστάμενης σιδηροδρομικής υποδομής είναι η δεύτερη εναγόμενη ΟΣΕ Α.Ε...."
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της παραπάνω διάταξης του άρθρου 914 του ΑΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, Ειδικότερα η αναιρεσείουσα, η οποία είναι υπεύθυνη για τη συντήρηση και τη λειτουργία της υφιστάμενης σιδηροδρομικής υποδομής, παρέλειψε να προβεί στη συντήρηση του δικτύου, καθόσον η υπάρχουσα πλησίον της σιδηροδρομικής γραμμής τάφρος και οι γέφυρες απορροής των υδάτων δεν είχαν καθαριστεί από τη βλάστηση και τα λοιπά υλικά που τις έφρασσαν, δεν είχε γίνει καθαρισμός και συντήρηση του συστήματος απορροής, με αποτέλεσμα να λιμνάζουν στο σημείο του εκτροχιασμού μεγάλες ποσότητες υδάτων για μεγάλο χρονικό διάστημα και να απορροφώνται από το υπέδαφος, γεγονός που οδήγησε στην καθίζηση του εδάφους και στον εκτροχιασμό της αμαξοστοιχίας. Περαιτέρω, η ταχύτητα της αμαξοστοιχίας, η οποία ανερχόταν σε 80μ χλμ/ώρα, ενώ στο επίδικο σημείο είχε επιβληθεί υποχρέωση κινήσεως των τραίνων με ταχύτητα 20 χλμ/ώρα, δεν συνετέλεσε αιτιωδώς στον εκτροχιασμό αυτής, αφού η καθίζηση του εδάφους κάτωθι της σιδηροδρομικής γραμμής είχε βάθος έως 1,60 μέτρα, δηλ. η σιδηροδρομική γραμμή αιωρείτο εκτεθειμένη στον αέρα, με συνέπεια, αν το τραίνο εκινείτο με χαμηλή ταχύτητα να ανατραπεί πιο γρήγορα και αμέσως στο σημείο της καθιζήσεως να ανατραπεί και η ηλεκτράμαξα, η οποία δεν εκτροχιάστηκε και να καταπλακωθεί από τα βαγόνια που ακολουθούσαν. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που κατέθεσαν κοινές προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-1-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7136/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
1974 - 2026 © Τετράβιβλος. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Όροι και Προϋποθέσεις