Α.Π. 1547/2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΑΓΩΓΗ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ ΓΙΑ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΠΑΡΟΧΩΝ ΠΟΥ ΔΟΘΗΚΑΝ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΜΝΗΣΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΣΥΣΤΑΣΗΣ ΑΦΑΝΟΥΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ – ΕΝΝΟΙΑ ΜΝΗΣΤΕΙΑΣ – ΔΕΣΜΕΥΣΗ ΓΙΑ ΤΕΛΕΣΗ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟΥ ΓΑΜΟΥ – ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ ΚΑΘΕ ΜΕΡΟΣ ΔΥΝΑΤAI ΝΑ ΑΞΙΩΣΕΙ ΟΤΙ ΕΛΑΒΕ ΤΟ ΕΤΕΡΟΣ ΜΕΡΟΣ ΩΣ ΠΑΡΟΧΕΣ Ή ΔΩΡΕΕΣ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΜΝΗΣΤΕΙΑΣ – ΑΦΑΝΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑ – ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΤΑΙΡΩΝ – ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΦΑΝΟΥΣ ΕΤΑΙΡΟΥ - Οι διάδικοι, αφού σύναψαν συναισθηματικό δεσμό τον Μάρτιο του έτους 2003, άρχισαν μετά από λίγους μήνες να συμβιώνουν στην ιδιόκτητη κατοικία της εναγομένης και έκτοτε έως τον Ιανουάριο του έτους 2011 τελούσαν υπό ελεύθερη συμβίωση χωρίς η σχέση τους αυτή να εξελιχθεί ποτέ σε μνηστεία, με σκοπό την μελλοντική τέλεση γάμου, διότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ουδέποτε εμφάνισε σε τρίτους και στον κοινωνικό του περίγυρο την αναιρεσίβλητη ως μνηστή του ούτε εκδηλώθηκε πρόθεση γάμου εκ μέρους των διαδίκων ή έλαβαν χώρα προετοιμασίες για ένα τέτοιο γεγονός, ενώ μεταξύ των διαδίκων δεν συστάθηκε το έτος 2004 ή αργότερα άτυπη, αφανής εταιρεία με εμφανή εταίρο την εναγομένη και αφανή εταίρο τον ενάγοντα με αντικείμενο δραστηριότητας την ανέγερση και εκμετάλλευση του ευρισκόμενου στο Ελατοχώρι Πιερίας ξενώνα, καθόσον η αναιρεσίβλητη αγόρασε ατομικά το έτος 2004 δύο ακίνητα στο Ελατοχώρι Πιερίας, το τίμημα των οποίων καλύφθηκε από τις αποταμιεύσεις της ίδιας – Απόρριψη λόγων (1346, 1348, 779, 782 ΑΚ, άρθρ. 294 Ν.4072/2012)
ΠΔ
Αριθμός 1547/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Χ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Θ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Πακιρτζίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/7/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 17/1/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν αντίστοιχα οι αποφάσεις: 2729/2018 και 2731/2018 οριστικές του ίδιου Δικαστηρίου και η 549/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/6/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 536/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε στο δικαστήριο. Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσίβλητη υπ' αρ. ...-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Κ. Β. προκύπτει ότι ο αναιρεσείων επέσπευσε τη συζήτηση της υποθέσεως στην ανωτέρω δικάσιμο, στην οποία νομίμως και εμπροθέσμως κλήτευσε την αναιρεσίβλητη να παραστεί με την κοινοποίηση σε αυτήν τόσο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως όσο και της από 13-12-2022 βεβαιώσεως αναβολής συζητήσεως της υποθέσεως από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 5-12-2022 στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη, το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτός ο διάδικος παρών.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αρ. 549/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η ασκηθείσα από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη έφεση κατά της υπ' αρ. 2731/2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και εξαφανίστηκε αυτή, απορρίφθηκε η από 26-7-2011 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως και είχε υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του αποδώσει, κατά ποσοστό 80% εξ αδιαιρέτου, την κυριότητα, νομή και κατοχή των ακινήτων που περιγράφονται στην ένδικη αγωγή, καθώς και να του καταβάλει το ποσό των 181.435,22 ευρώ, λόγω λύσεως της μνηστείας και αφανούς εταιρείας που συνήφθησαν μεταξύ τους, καθώς και ως αποζημίωση από αδικοπραξία. Η αίτηση αναιρέσεως (για την άσκηση της οποίας υφίσταται στη δικογραφία το υπ' αρ. .../2021 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Β. Κ. προς τον ασκήσαντα αυτήν δικηγόρο), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1620/2022, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 1333/2018). Δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή, της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 177/2021, 885/2019). Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, εσφαλμένα χρησιμοποίησε το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι η συχνότητα της μνηστείας μειώνεται στην ηλικία των 43 ετών, στην οποία ήταν οι διάδικοι κατά την έναρξη της συμβιώσεώς τους, με αποτέλεσμα να κρίνει ότι δεν είχε συναφθεί μεταξύ τους μνηστεία και να απορρίψει την ένδικη αγωγή. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, απαράδεκτος, αφενός διότι δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας το ανωτέρω επικαλούμενο, ως τέτοιο, από τον αναιρεσείοντα, και αφετέρου διότι, υπό την επίφαση της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας στην πραγματικότητα ο αναιρεσείων πλήττει ανεπίτρεπτα (561 παρ.1 ΚΠολΔ) την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκτίμηση των αποδείξεων.
Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1346 ΑΚ, μνηστεία είναι η σύμβαση για μελλοντικό γάμο, η οποία καταρτίζεται με αμοιβαία υπόσχεση των μελλονύμφων για την τέλεσή του, διαστέλλεται δε από την απλή προς γάμο πρόταση, η οποία συνιστά δήλωση βουλήσεως ενός μόνο μέρους ή την προς γάμο διαπραγμάτευση ή τις ερωτικές σχέσεις που δεν συνδυάζονται με την μελλοντική τέλεση γάμου. Το στοιχείο της αμοιβαίας υποσχέσεως για μελλοντική σύναψη γάμου διακρίνει τη μνηστεία από την ελεύθερη ένωση - συμβίωση, κατά την οποία όχι μόνο δεν υφίσταται συμφωνία των μερών περί της τελέσεως γάμου, αλλά υπάρχει συνειδητή επιλογή τους να μείνουν εκτός των πλαισίων του (ΑΠ 1952/2008, ΑΠ 1141/2007). Από την παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1348 ΑΚ, προκύπτει ότι η αμοιβαία υπόσχεση γάμου, ως προϋπόθεση συνάψεως της συμβάσεως μνηστείας, μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή αμφοτεροβαρώς ή ρητή ως προς τον ένα και σιωπηρή ως προς τον άλλο συμβαλλόμενο. Η υπαναχώρηση από τη σύμβαση μνηστείας με μονομερή, ρητή ή σιωπηρή δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλο, που δεν υπόκειται σε κανένα περιορισμό, δυνάμενη να συντελεσθεί και χωρίς σπουδαίο λόγο, δημιουργεί αμοιβαία υποχρέωση αποδόσεως των ληφθέντων λόγω δωρεών ή ως συμβόλων μνηστείας, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. Α.Κ.), διότι λογίζονται ότι δόθηκαν υπό την προϋπόθεση του μέλλοντος γάμου (ΑΠ 844/2011).
Γ. Αφανής ή μετοχική εταιρεία, είναι η προσωπική, χωρίς νομική προσωπικότητα και εταιρική περιουσία εταιρεία, με απουσία αναπτύξεως του εταιρικού δεσμού προς τα έξω, στην οποία ο μεταξύ των εταίρων εταιρικός δεσμός καταλαμβάνει τις προς τα έσω σχέσεις των εταίρων. Ειδικότερα, οι αφανείς εταίροι μετέχουν μόνον ενοχικά στα αποτελέσματα της δραστηριότητας του εμφανούς εταίρου και όχι ως κοινωνοί των δικαιωμάτων και συνοφειλέτες των υποχρεώσεων που δημιουργεί η δράση του εμφανούς, συμμετέχοντας μόνο στη κατανομή των κερδών και ζημιών που προκύπτουν από τη δράση του εμφανούς, ενώ προς τα έξω εμφανίζεται ένας εταίρος (ή περισσότεροι), που ονομάζεται εμφανής, προς διάκριση από τους αφανείς, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα έναντι των τρίτων ιδίω ονόματι. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 47-50 ΕμπΝ, όπως ίσχυαν προ της καταργήσεως τους με το άρθρο 294 παρ. 2 του Ν.4072/2012 και εφαρμόζονται εν προκειμένω κατ' άρθρο 294 παρ. 1 του αυτού ως άνω νόμου, προκύπτει, ότι η αφανής εταιρεία, στην οποία, εφόσον δεν αντιτίθενται στον ιδιάζοντα χαρακτήρα της, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις περί εταιρειών του ΑΚ, δηλαδή τα άρθρα 741 επ. αυτού, συνιστάται ατύπως και δεν έχει νομική προσωπικότητα, ούτε δική της περιουσία, διαφορετική από την περιουσία των εταίρων. Οι εταιρικές εισφορές, για τις οποίες υπάρχει υποχρέωση όλων των εταίρων, δεν μεταβιβάζονται στην εταιρεία, αλλά χρησιμοποιούνται από τον εμφανή εταίρο για την πραγματοποίηση του εταιρικού σκοπού, ο εταίρος δε αυτός υποχρεούται καθετί που, ως διαχειριστής, αποκτά στο όνομά του να το καταστήσει κοινό όλων των εταίρων, κατά τον λόγο της εταιρικής μερίδας εκάστου. Η αφανής εταιρεία λύεται για τους ίδιους λόγους για τους οποίους λύεται και η αστική εταιρεία με εφαρμογή των άρθρων 765 επ. ΑΚ, μεταξύ δε των λόγων λύσεως της εταιρείας περιλαμβάνεται και η καταγγελία, που επιφέρει τα αποτελέσματά της έστω και αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος (ΑΠ 1876/2022, ΑΠ 681/2010).
Περαιτέρω, μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας, υπό το νομικό καθεστώς που ίσχυε μέχρι την έναρξη, στις 11-4-2012, της ισχύος του Ν. 4072/2012, δεν απαιτείται να επακολουθήσει υποχρεωτικά στάδιο εκκαθαρίσεως, διότι δεν υπάρχει εταιρική περιουσία, εφόσον ο εμφανής εταίρος εμπορεύεται ατομικά έναντι των τρίτων, με αποτέλεσμα να είναι παραδεκτή η άσκηση αγωγής εκ μέρους του αφανούς εταίρου, κατ` ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 779 έως 782 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 719 ΑΚ, κατά του εμφανούς εταίρου προς απόδοση σ` αυτόν της ανήκουσας στον ίδιο μερίδας από τα εταιρικά κέρδη, καθώς και της εισφοράς του, είτε μεταβίβασε αυτήν κατά κυριότητα στον εμφανή συνεταίρο του, προς άσκηση της εταιρικής εμπορικής δραστηριότητας, ως ατομικής του τελευταίου, είτε παρέμεινε κύριος αυτής, τάσσοντας όμως αυτήν κατά προορισμό στην εξυπηρέτηση του εταιρικού σκοπού με παραχώρηση της χρήσεώς της μόνο στον εμφανή εταίρο, χωρίς να προηγηθεί εκκαθάριση, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο μεταξύ των εταίρων (άρθρο 361 ΑΚ) ή αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απαραίτητη η εκκαθάριση, διότι από την παράλειψή της επέρχεται σύγχυση, υπό την προϋπόθεση ότι μετά τη λύση της εταιρείας υπάρχει υπόλοιπο σε μετρητά καλύπτον τη ζητούμενη προς απόδοση εισφορά (ΑΠ 263/2023, ΑΠ 1876/2022).
Κατά το στάδιο αυτό, το οποίο δεν αποτελεί κατά κυριολεξία εκκαθάριση, αλλά διακανονισμό των εταιρικών δοσοληψιών, μετά τον οποίο θα κριθούν οι ενοχικές αξιώσεις των αφανών εταίρων για απόδοση των εισφορών ή για απόληψη κερδών ή και η υποχρέωση αυτών συμμετοχής στις ζημίες, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Α.Κ. για την εκκαθάριση (ΑΠ 263/2023, ΑΠ 178/2022).
Δ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 150/2023).
Με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος, κατ' εκτίμηση, ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου : α) την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1346 ΑΚ, με το δεχθεί με αντιφατικές, αλλά και με ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης δεν συνάφθηκε μνηστεία και β) τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 47-50 ΕμπΝ, όπως ίσχυαν προ της καταργήσεώς τους με το άρθρο 294 παρ. 2 του Ν.4072/2012, 741ΑΚ, με το να δεχθεί με αντιφατικές, αλλά και με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ότι μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης δεν καταρτίσθηκε αφανής εταιρεία, με αποτέλεσμα να απορρίψει την αγωγή του.
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Ο ενάγων και η εναγόμενη, οι οποίοι γνωρίζονταν από το έτος 1980, χωρίς να διατηρούν καμία επαφή μεταξύ τους, τον Μάρτιο του 2003 συνήψαν συναισθηματικό δεσμό, όντες, η μεν εναγόμενη, ηλικίας 43 ετών και δύο (2) φορές διαζευγμένη, έχοντας αποκτήσει, από τον πρώτο γάμο της, δύο (2) παιδιά, ηλικίας 18 και 15 ετών, αντίστοιχα, ο δε ενάγων, ηλικίας, επίσης, 43 ετών (και οι δύο γεννήθηκαν το έτος 1960) και σε διάσταση με την σύζυγό του, με την οποία είχε, όπως και η ενάγουσα, αποκτήσει δύο (2) παιδιά. Μετά την πάροδο λίγων μηνών από τον δεσμό τους, ο ενάγων εγκαταστάθηκε στην ιδιόκτητη κατοικία της εναγόμενης, στην οδό ... στις Συκιές Θεσσαλονίκης (διαμέρισμα 110 τ.μ.), όπου κατοικούσε η τελευταία με τα παιδιά της και άρχισαν να συζούν, η συμβίωσή τους δε αυτή διατηρήθηκε για χρονικό διάστημα οκτώ (8), περίπου, ετών, έως την οριστική ρήξη των σχέσεών τους, τον Ιανουάριο του έτους 2011, οπότε διακόπηκε η σχέση τους. Η εναγομένη ήταν αισθητικός και εργαζόταν, προ της γνωριμίας της με τον ενάγοντα, με την ιδιότητά της αυτή, σε καταστήματα πώλησης καλλυντικών, για πολλά έτη, αρχικά στην εταιρία με την επωνυμία "NOTOS COM ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ", από 4-5-1998 έως 30-9-2004 και, στη συνέχεια, από 24-11-2004 έως και την 1-2-2007, εργάσθηκε, για λογαριασμό της εταιρίας "ESTEE LAUDER HELLAS Α.Ε.", στο κατάστημα καλλυντικών της εταιρίας "HONDOS CENTER", έχοντας αποκτήσει αρκετά μεγάλη ακίνητη περιουσία και δη, το άνω διαμέρισμα, μία εξοχική κατοικία 60 τ.μ., στα Σύλλατα Χαλκιδικής, ένα αγροτεμάχιο, 4.800 τ.μ., στο Κάτω Σχολάρι Θεσσαλονίκης, ένα οικόπεδο 470 τ.μ., στην Σωζόπολη Χαλκιδικής, ως και την ψιλή κυριότητα δύο (2) διαμερισμάτων, στην Πολίχνη Θεσσαλονίκης, διατηρούσε δε πλήρη οικονομική αυτοτέλεια από τον ενάγοντα, ο οποίος απασχολείτο, για πολλά χρόνια, ως υπάλληλος μεγάλης εταιρίας σιδήρου, με την επωνυμία "ΣΙΔΕΝΟΡ", έχοντας και αυτός την οικονομική αυτοτέλειά του. Οι διάδικοι, καθόλη την διάρκεια της σχέσης τους, τελούσαν υπό ελεύθερη συμβίωση και η σχέση τους αυτή δεν εξελίχθηκε ποτέ σε μνηστεία, με σκοπό την μελλοντική τέλεση γάμου και τούτο γιατί ουδέποτε ο ενάγων εμφάνισε σε τρίτους και στον κοινωνικό του περίγυρο την εναγομένη, ως μνηστή του ούτε εκδηλώθηκε πρόθεση γάμου εκ μέρους των διαδίκων ή έλαβαν χώρα προετοιμασίες, για ένα τέτοιο γεγονός, συνηγορούσα προς τούτο και της αντίθεσης των παιδιών αμφοτέρων των διαδίκων, που ήταν, όπως προαναφέρθηκε, σε μεγάλη ηλικία και αντιδρούσαν, εξ αρχής, όχι μόνον στην τέλεση γάμου, αλλά και στην απλή συμβίωση των γονέων τους στην ίδια στέγη, ενώ αν, πράγματι, υπήρχε προοπτική τέλεσης γάμου μεταξύ τους, αυτός θα είχε τελεστεί στα άνω έτη συμβίωσής τους και δη από το έτος 2006, όταν ο ενάγων διαζεύχθηκε την σύζυγό του, Ε. Ο., έως το έτος 2011, που διακόπηκε η σχέση τους.
Άλλωστε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα, κατ' άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ, από το Δικαστήριο, η μνηστεία τελείται σε νέα ζευγάρια, με προοπτική την τέλεση του γάμου και όχι μεταξύ ώριμων ζευγαριών, όπως οι διάδικοι, ηλικίας, κατά την έναρξη της συμβίωσής τους, 43 ετών ο καθένας και, μάλιστα, με έναν (1) προηγούμενο γάμο ο ενάγων και δύο (2) η εναγομένη. Χαρακτηριστικές προς τούτο είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, Α. Ε. (ενάγοντος), φίλου του και Σ. Γ. (εναγομένης), συναδέλφου της, επί χρόνια, στην ίδια εργασία, οι οποίοι, μεταξύ άλλων, καταθέτουν, σε σχετικές ερωτήσεις, ο πρώτος, αν αρραβωνιάσθηκαν οι διάδικοι: "Δεν είμαι σίγουρος. Αυτό που γνωρίζω εγώ είναι ότι ήταν μαζί και ζούσαν, μάλιστα, στο ίδιο σπίτι, για 7 - 8 χρόνια, από αυτά που ξέρω. Δεν είμαι σίγουρος αν έχουν αρραβωνιασθεί (βλ. πρωτόδικα πρακτικά, σελ. 2, προτελευταίες σειρές), η δε δεύτερη, στην ίδια ερώτηση: "όχι, ποτέ δεν υπήρχε περίπτωση να αρραβωνιαστεί την Γ., γιατί, βασικά, θα το ήξερα εγώ, με τις σχέσεις που είχαμε. Όχι, δεν είναι αρραβωνιαστικιά, αυτό το ξέρω και είμαι κάθετη σε αυτό" (βλ. πρωτοβάθμια πρακτικά, σελίδα 13, πρώτες σειρές) και, παρακάτω, ερωτώμενη αν ήταν αρραβωνιασμένη και αν επρόκειτο να τελεσθεί γάμος και αν είχε ορισθεί ποτέ ημερομηνία γάμου, απάντησε: "Όχι, η κυρία Γ., δεν υπήρχε περίπτωση, αυτό το λέω και είμαι σίγουρη, δεν υπήρχε περίπτωση να παντρευτεί, ήταν κάθετη, επειδή είχε ήδη δύο αποτυχημένους γάμους, ήταν κάθετη σε αυτό, δεν ήθελε, δεν θα παντρευόταν ποτέ (ίδια πρακτικά, σελ. 19, σειρές 15-21).
Τα ανωτέρω δεν ανατρέπονται από το γεγονός ότι ο ενάγων είχε ορίσει την εναγομένη ως συνδικαιούχο σε προγράμματα ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού της εταιρίας, στην οποία εργαζόταν, ως συνδικαιούχο και σύζυγό του, σε αποταμιευτική ομαδική ασφάλιση της Εθνικής Ασφαλιστικής, αλλά και η εναγομένη είχε αναφέρει τον ενάγοντα, ως σύζυγό της, σε αίτηση για χορήγηση πιστωτικής κάρτας, που υπέβαλε στις 28-2-2005, στην τράπεζα "ΠΕΙΡΑΙΩΣ" ούτε από το ότι ο καθένας από αυτούς είχε ορίσει τον άλλον, ως συνδικαιούχο στον τραπεζικό λογαριασμό μισθοδοσίας του, διότι τα γεγονότα αυτά καταδεικνύουν, απλώς, την πρόθεσή τους να συμβιώσουν, κατά τρόπο μόνιμο και σταθερό και όχι την απόφασή τους να τελέσουν γάμο σε μελλοντικό χρονικό σημείο.
Συνεπώς, μη αποδειχθείσας της τέλεσης μνηστείας μεταξύ των διαδίκων, με πρόθεση μελλοντικής τέλεσης γάμου, το κονδύλιο της αγωγής, ύψους 8.900,00 €, που αφορά γενόμενες δαπάνες, εκ μέρους του ενάγοντος, στα πλαίσια της μνηστείας του με την εναγομένη, η οποία, ως προαναφέρθηκε, ουδέποτε έλαβε χώρα, πρέπει ν' απορριφθεί, αβάσιμο. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι τον Ιανουάριο του έτους 2004, η εναγόμενη, κατά την διάρκεια της άνω ελεύθερης συμβίωσής της με τον ενάγοντα και κατά την πραγματοποίηση εκδρομής με τον τελευταίο στο Ελατοχώρι Πιερίας, αποφάσισε να αγοράσει ακίνητα, για να ανεγείρει και να εκμεταλλευθεί παραδοσιακό ξενώνα, λόγω του αυξημένου τουρισμού, που παρουσίαζε η εν λόγω περιοχή. Έτσι, προέβη στην αγορά δύο (2) όμορων ακινήτων και δη, με το υπ' αριθ. ...-2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Μ. Κ., που νόμιμα μεταγράφηκε, αγόρασε από τον Α. Δ., ένα (1) οικόπεδο, έκτασης 172,31 τ.μ. και ένα (1) αγροτεμάχιο, έκτασης 510,85 τ.μ., αντί τιμήματος 7.704,00 €, προερχόμενο από αποταμιεύσεις της ίδιας, της μητέρας της και του πατριού της και, στη συνέχεια, με το υπ' αριθ. ...-2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κατερίνης, Ε. Λ., αγόρασε, με τραπεζικό δανεισμό, από τον Β. Δ., ένα (1) οικόπεδο, έκτασης 142,57 τ.μ. και ένα (1) αγροτεμάχιο, έκτασης 530,46 τ.μ., έναντι συνολικού τιμήματος, 8.676,01 €, όμορα προς τα παραπάνω αγορασθέντα, αυτά δε συνενώθηκαν, στην πράξη, για να ανεγερθεί επ' αυτών ο ξενώνας.
Έτσι υπέβαλε αίτηση, για την συμμετοχή της σε αναπτυξιακό πρόγραμμα επιδότησης αγροτουριστικών επιχειρήσεων και εντάχθηκε σ' αυτό τον Ιούνιο του έτους 2006. Ο εγκριθείς προϋπολογισμός της κατασκευής του ξενώνα, ο οποίος θα αποτελείτο από δύο (2) ορόφους, με ισόγειο κατάστημα και υπόγειο, για την οποία (κατασκευή) εκδόθηκε η υπ' αριθ. 478/7-10-2005 άδεια οικοδομής, στο όνομα της εναγόμενης, που θα ήταν σύμμεικτη, δηλαδή αποτελούμενη από σιδερένιο σκελετό και τοιχοποιία από γυψοσανίδες και τσιμεντοσανίδες, ανήλθε στο ποσό των 368.340,00 €, μέρος του οποίου, ύψους 202.587,00 €, αντιστοιχούσε στην παραπάνω επιδότηση και το υπόλοιπο ποσό των 165.753,00 €, αποτελούσε συμμετοχή της εναγομένης, από το οποίο, ποσό 51.493,00 € θα προερχόταν από δανεισμό και ποσό 114.259,07 €, από ίδια κεφάλαιά της. Οι εργασίες ανοικοδόμησης του ξενώνα ολοκληρώθηκαν μέσα στους πρώτους μήνες του έτους 2007 και από τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ο τελευταίος άρχισε να λειτουργεί, ως ατομική επιχείρηση της εναγομένης, η οποία και είχε, έκτοτε, την διεύθυνσή του. Από κανένα, όμως, αποδεικτικό στοιχείο, δεν αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων, συστάθηκε το έτος 2004 ή αργότερα, άτυπη, αφανής εταιρία, με εμφανή εταίρο την εναγομένη και αφανή εταίρο τον ενάγοντα, με αντικείμενο δραστηριότητας την ανέγερση και εκμετάλλευση του άνω ξενώνα και με τη συμμετοχή των διαδίκων, κατά 50% στις κερδοζημίες αυτής, καθώς και η καταβολή της εισφοράς τους στην εν λόγω εταιρία, υπό την άνω ιδιότητά τους (εμφανούς και αφανούς εταίρου, αντίστοιχα).
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις των άνω εξετασθέντων μαρτύρων της εναγομένης, οι οποίοι ομιλούν για ατομική επιχείρηση (ξενώνα) της εναγομένης, χωρίς να έχει κάποια ανάμειξη ο ενάγων και ενισχύεται από τα εξής:
α) Από την εξώδικη ομολογία του ενάγοντος, η οποία διαλαμβάνεται στην από 14-2-2010 ιδιόχειρη και ενυπόγραφη δήλωσή του, την οποία παρέδωσε στην εναγομένη, όπου αναφέρει, κατά λέξη: "Ο Α. Χ. του Μ. και της Σ., που γεννήθηκε και κατοικεί στην Θεσσαλονίκη, με αριθ. ταυτότητας ΑΒ ... ΙΓ Α.Τ. Θεσσαλονίκης, δηλώνει ότι δεν δικαιούται και ότι δεν έχει δικαίωμα κανένα και καμία απαίτηση από τον ευρισκόμενο στο Π. Ελατοχώρι Πιερίας ξενώνα ΑΜΑΔΡΙΑΣ από την κ. Γ. Θ. Θες/νίκη 14-2-2010. Το παρόν έχει κάθε νομιμότητα από τον υπογεγραμμένο". Με αυτήν δε την ομολογία του, παραδέχεται ότι δεν έχει κανέναν δικαίωμα και καμία σχέση με τον ξενώνα ούτε καμία απαίτηση, σε βάρος της εναγόμενης, από την λειτουργία του.
Μάλιστα, για να αποδυναμώσει την εν λόγω ομολογία του, εγκάλεσε την εναγομένη, για πλαστογραφία μετά χρήσεως, κατ' εξακολούθηση, σε βαθμό κακουργήματος, μεταξύ άλλων και για το άνω έγγραφο, ασκήθηκε δε ποινική δίωξη σε βάρος της, για την πράξη αυτή, διενεργήθηκε τακτική ανάκριση και εξεδόθη το υπ' αριθ. 1226/2014, αμετάκλητο καταστάν, βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία εναντίον της, για την πράξη αυτή, κρίνοντας ότι το έγγραφο καταρτίσθηκε από τον ενάγοντα, στον οποίο επέβαλε και τα δικαστικά έξοδα, γιατί δέχθηκε ότι η έγκληση αυτή, κατά της εναγομένης (της μητέρας της και τριών (3) μελών του προσωπικού του ξενώνα, για ψευδορκία και ηθική αυτουργία σε αυτήν της εναγόμενης), για τους οποίους έκρινε, ομοίως, να μην γίνει κατηγορία), υποβλήθηκε από δόλο του ενάγοντος, ενόψει του ψευδούς περιεχομένου αυτής,
β) από το ότι στις 14-2-2011 απέστειλε το, με την ίδια ημερομηνία, έγγραφο στον αρχικό πληρεξούσιο δικηγόρο της εναγόμενης, Ε. Χ., όπου περιείχε, με κάθε λεπτομέρεια, όλες τις αξιώσεις που θεωρούσε πως έχει κατά της εναγομένης, πρώην συντρόφου του, από την πολυετή συμβίωσή τους, χωρίς, όμως, να αναφέρεται στην ύπαρξη αφανούς εταιρίας, όπως, ασφαλώς, θα είχε πράξει, εάν αυτό ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα,
γ) εκ του ότι στα πλαίσια της ποινικής δίκης, που διεξαγόταν στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης, στις 27-10-2013, με κατηγορούμενο τον ενάγοντα, για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου και εγκαλούσα την εναγομένη, κατά την οποία ο ενάγων τιμωρήθηκε με φυλάκιση δεκαοκτώ (18) μηνών, με τριετή αναστολή και, μετά από έφεση κατ' αυτής, με την υπ' αριθ. 58/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, σε φυλάκιση δώδεκα (12) μηνών, με τριετή αναστολή, αυτός προσκόμισε το από 9-10-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης αφανούς εταιρίας, υπογεγραμμένο τόσο από τον ίδιο όσο και από την εναγομένη, που περιείχε, αναλυτικά, τους όρους σύστασης αφανούς εταιρίας, με εμφανή εταίρο την εναγόμενη και αφανή εταίρο τον ίδιο και αντικείμενο δραστηριότητας την εκμετάλλευση του άνω ξενώνα όμως, για το εν λόγω έγγραφο, υποβλήθηκε έγκληση, εκ μέρους της εναγομένης, εναντίον του ενάγοντος, για την πράξη της πλαστογραφίας, μετά χρήσεως του εγγράφου αυτού, ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του ενάγοντος, για την πράξη αυτή και καταδικάσθηκε ο τελευταίος σε φυλάκιση οκτώ (8) μηνών, με τριετή αναστολή, με την υπ' αριθ. 6519/2018 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ασκηθείσας δε εφέσεως κατ' αυτής, εκκρεμεί η υπόθεση για εκδίκαση, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ως Εφετείου, γιατί, κατά την δικάσιμο της 27-10-2020, η υπόθεση δεν εκδικάσθηκε και δεν προκύπτει, η περαιτέρω η πορεία της υπόθεσης και
δ) τέλος, από την υπ' αριθ. 5196/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη αμετάκλητη, καθ' όσον, τόσο η ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση απορρίφθηκε, ως εκπρόθεσμη, με την υπ' αριθ. 1536/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όσο και η κατ' αυτής ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 146/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία ο ενάγων κηρύχθηκε ένοχος, για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή, συκοφαντική δυσφήμηση, κατ' εξακολούθηση και ψευδή καταμήνυση, κατ' εξακολούθηση, εις βάρος της εναγόμενης, πράξεις, που, μεταξύ άλλων, αφορούσαν την από 28-3-2011 έγκληση, που είχε υποβάλει αυτός, σε βάρος της, για παράνομη ανάληψη εκ μέρους της, ποσού 2.100,00 €, που αποτελούσε μέρος του μισθού του, καθώς και για μη απόδοση ποσού 12.500,00 €, που αντιστοιχούσε στο μερίδιό του, από τα κέρδη της αφανούς εταιρίας, διότι κρίθηκε ότι όλα τα ανωτέρω ήταν, εν γνώσει του, ψευδή και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών.
Επίσης, με την ίδια απόφαση, ο μάρτυράς του, Β. Ο., που είχε, κατ' επανάληψη, καταθέσει, περί ύπαρξης αξιώσεων του ενάγοντος, σε βάρος της εναγομένης, τόσον από την κοινή τους ελεύθερη συμβίωση όσον και από την λειτουργία του ξενώνα, κηρύχθηκε ένοχος, για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών, με ηθικό αυτουργό στην πράξη αυτή τον ενάγοντα, όπως, επίσης, ως ηθικός αυτουργός αυτός (ενάγων), καταδικάσθηκε και για τις πράξεις της ψευδορκίας των δύο (2) άλλων μαρτύρων του, Ι. Κ. και Χ. Ζ., οι οποίοι κατέθεσαν, μεταξύ άλλων, και για την ύπαρξη εταιρίας, μεταξύ των διαδίκων, για την διαχείριση του ξενώνα, κατά ποσοστό 50% από καθέναν των διαδίκων, απηλλάγησαν όμως της κατηγορίας, ελλείψει δόλου, καθόσον όσα κατέθεσαν προέρχονταν από τις εξηγήσεις και τις αναφορές των περιστατικών από τον ενάγοντα, χωρίς να έχουν ίδια αντίληψη, γιατί κρίθηκε ότι αυτός (ενάγων), υπέχει ποινική ευθύνη, ανεξάρτητα από το γεγονός της απαλλαγής των άνω μαρτύρων, για έλλειψη δόλου.
Συνεπώς, εφόσον δεν αποδείχθηκε η σύσταση αφανούς εταιρίας, με αφανή εταίρο τον ενάγοντα και εμφανή εταίρο την εναγομένη, με αντικείμενο δραστηριότητας την ανέγερση και εκμετάλλευση του άνω ξενώνα, τα σχετικά κονδύλια της αγωγής, περί υποχρέωσης της εναγομένης να αποδώσει αυτόν στον ενάγοντα, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, κατά ποσοστό 80% εξ αδιαιρέτου, κατ' αναλογία της εταιρικής μερίδας συμμετοχής του στην επιχείρηση του ξενώνα, με όλα τα ακίνητα και κινητά πράγματα, που τον αποτελούν και να καταβάλει στον ενάγοντα τα ποσά των 157.935,22 €, ως αξία της εισφοράς του στην αφανή εταιρία και των 12.500,00 €, ως κέρδη της εταιρίας, για την περίοδο από τον Οκτώβριο του έτους 2010, μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2011, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα........ .. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή, κατά τα πιο πάνω κονδύλιά της, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή, κατά τα εν λόγω κονδύλια, ως βάσιμη κατ' ουσία, έσφαλε, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, ως ουσία βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, κατά παραδοχή της έφεσης, ως προς τις διατάξεις της, που αφορούν τα παραπάνω κεφάλαια - τα υπόλοιπα κονδύλιά της απορρίφθηκαν πρωτόδικα - αφού διακρατηθεί δε η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και δικασθεί η αγωγή από αυτό, για τα εν λόγω κεφάλαια, κατ' άρθρο 535 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς αυτά...". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1346 ΑΚ και 47-50 ΕμπΝ, όπως ίσχυαν προ της καταργήσεώς τους με το άρθρο 294 παρ. 2 του Ν.4072/2012, 741ΑΚ, οι οποίες, δεν εφαρμόστηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα από το Εφετείο : α) οι διάδικοι, αφού σύναψαν συναισθηματικό δεσμό τον Μάρτιο του έτους 2003, άρχισαν μετά από λίγους μήνες να συμβιώνουν στην ιδιόκτητη κατοικία της εναγομένης και έκτοτε έως τον Ιανουάριο του έτους 2011 τελούσαν υπό ελεύθερη συμβίωση χωρίς η σχέση τους αυτή να εξελιχθεί ποτέ σε μνηστεία, με σκοπό την μελλοντική τέλεση γάμου, διότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ουδέποτε εμφάνισε σε τρίτους και στον κοινωνικό του περίγυρο την αναιρεσίβλητη ως μνηστή του ούτε εκδηλώθηκε πρόθεση γάμου εκ μέρους των διαδίκων ή έλαβαν χώρα προετοιμασίες για ένα τέτοιο γεγονός, ενώ ο ορισμός της αναιρεσίβλητης ως συνδικαιούχου σε προγράμματα ομαδικής ασφαλίσεως του προσωπικού της εταιρείας, στην οποία εργαζόταν ο αναιρεσείων και ως συνδικαιούχου και συζύγου του σε αποταμιευτική ομαδική ασφάλιση της Εθνικής Ασφαλιστικής, όπως επίσης και ο ορισμός του αναιρεσείοντος ως συζύγου της αναιρεσίβλητης στην από 28-2-2005 αίτηση για χορήγηση πιστωτικής κάρτας στην Τράπεζα Πειραιώς, αλλά και ο ορισμός του καθενός ως συνδικαιούχου στο λογαριασμό μισθοδοσίας του άλλου, καταδεικνύουν απλώς την πρόθεση των διαδίκων να συμβιώσουν κατά τρόπο μόνιμο και σταθερό και όχι την απόφασή τους να τελέσουν γάμο σε μελλοντικό χρονικό σημείο και β) μεταξύ των διαδίκων δεν συστάθηκε το έτος 2004 ή αργότερα άτυπη, αφανής εταιρεία με εμφανή εταίρο την εναγομένη και αφανή εταίρο τον ενάγοντα με αντικείμενο δραστηριότητας την ανέγερση και εκμετάλλευση του ευρισκόμενου στο Ελατοχώρι Πιερίας ξενώνα, με συμμετοχή των διαδίκων κατά 50% στα κέρδη και στις ζημίες αυτής και με καταβολή εισφοράς τους υπό την ιδιότητα εμφανούς και αφανούς εταίρου αντίστοιχα, καθόσον η αναιρεσείουσα αγόρασε ατομικά το έτος 2004 δύο ακίνητα στο Ελατοχώρι Πιερίας, το τίμημα των οποίων καλύφθηκε από τις αποταμιεύσεις της ίδιας, της μητέρας της και του πατριού της και στη συνέχεια, το έτος 2006 αγόρασε, επίσης ατομικά, με τραπεζικό δανεισμό δύο ακόμη όμορα στα παραπάνω ακίνητα, στα οποία, αφού τα συνένωσε και ενέταξε σε αναπτυξιακό πρόγραμμα επιδοτήσεως αγροτουριστικών επιχειρήσεων, ανήγειρε ξενώνα, η δαπάνη κατασκευής του οποίου καλύφθηκε εν μέρει από την επιδότηση που έλαβε, εν μέρει από τραπεζικό δανεισμό της και εν μέρει από ίδια κεφάλαιά της, μετά δε την αποπεράτωσή του και συγκεκριμένα από τον Οκτώβριο του έτους 2007 ο ξενώνας αυτός άρχισε να λειτουργεί ως ατομική επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, η οποία και είχε έκτοτε τη διεύθυνσή του. Επομένως, οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Με τις λοιπές δε, αναφερόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι από τα αποδεικτικά μέσα που τέθηκαν υπόψη του Εφετείου αποδεικνυόταν η σύναψη με την αναιρεσίβλητη μνηστείας και αφανούς εταιρείας, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται στην πραγματικότητα, απαραδέκτως, η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο.
Ε. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 252/2021). Ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση και το πρακτικό αυτοψίας (359 ΚΠολΔ), η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων (383 ΚΠολΔ), τα πρακτικά εξετάσεως των μαρτύρων (410 ΚΠολΔ) και οι ένορκες βεβαιώσεις (339 ΚΠολΔ), εφόσον αυτές ελήφθησαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη και κατόπιν τηρήσεως των τασσόμενων από τις διατάξεις 421 - 424 ΚΠολΔ διατυπώσεων στην περίπτωση που ελήφθησαν μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015, ή των διατάξεων του προϊσχύσαντος άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, εάν ελήφθησαν πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 και η υπόθεση εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία.
Ειδικότερα οι ένορκες βεβαιώσεις, που πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις, δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο από τα έγγραφα και, γι` αυτό ακριβώς, αν η απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου αναφέρει μόνο ότι λήφθηκαν υπόψη τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν αποδεικνύεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις ένορκες βεβαιώσεις που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι, με αποτέλεσμα να ιδρύεται ο ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 11γ λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 426/2021, ΑΠ 1208/2019, 620/2019).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων καθώς και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που λήφθηκαν στο πλαίσιο άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, έστω και αν αυτές οι ένορκες βεβαιώσεις λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει. Οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίησή τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκόμιση και επίκληση των εγγράφων, στα οποία αυτές περιέχονται, το δε δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά στην απόφασή του (Ολ. ΑΠ 8/2016), αντιθέτως με τις ληφθείσες νομοτύπως για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη ένορκες βεβαιώσεις. Η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, καλύπτει και τις αμέσως προαναφερόμενες αποτελούσες απλώς δικαστικά τεκμήρια βεβαιώσεις, χωρίς μάλιστα κατά την αναφορά των εγγράφων να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που ελήφθησαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που ελήφθησαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 426/2021, ΑΠ 5/2020). Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας αυτού του λόγου αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 1252/2022), διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος.
Με τους τρίτο και πέμπτο λόγους της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, συνισταμένη στο ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη άλλως καταλείπονται αμφιβολίες αν λήφθηκαν υπόψη τα κάτωθι αποδεικτικά μέσα, τα οποία, με νόμιμη επίκληση στις προτάσεις του προσκόμισε, προς απόδειξη της συνάψεως με την αναιρεσίβλητη μνηστείας και προς απόδειξη της συστάσεως μεταξύ τους αφανούς εταιρείας, ήτοι : 1) μια φωτογραφία με τις βέρες αρραβώνων τους, 2) αντίγραφο χειρόγραφης επιστολής της αναιρεσίβλητης με το ακόλουθο περιεχόμενο : "Επιμελήθηκες την κατασκευή, βρήκες πιστώσεις από τα διάφορα συνεργεία...και ο,τι χρήματα έβαλες θα σου τα δώσω...Γιατί κάνεις πλήρες κουμάντο στα οικονομικά, εισπράξεις - πληρωμές....Εσύ το αφεντικό και εγώ η εργάτρια...." , 3) αντίγραφο διαφημιστικής επιστολής της αρχικής ιστοσελίδας του ξενώνα, 4) αντίγραφο νεότερης (2011) ιστοσελίδας του ξενώνα όπου εμφανίζεται ο ίδιος ως υπεύθυνος του ξενώνα, 5) φωτογραφίες όπου ο αναιρεσείων εμφανίζεται σε ώρα εργασίας κατά την ανέγερση αλλά και κατά τη λειτουργία του ξενώνα, 6) αντίγραφο κινήσεως του με αρ.....465 ατομικού τραπεζικού του λογαριασμού στην Τράπεζα Πειραιώς, όπου εμφαίνονται προκαταβολές πελατών του ξενώνα αλλά και πληρωμές προμηθευτών του ξενώνα, 7) αντίγραφο της από 6-2-2020 εκθέσεως ελέγχου του Ορκωτού Λογιστή - Ελεγκτή Χ. Γ. Χ. για το κόστος κατασκευής του ξενώνα και τις οικονομικές συνεισφορές των διαδίκων σε αυτό, 8) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Α. Ε., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και 9) τις ένορκες βεβαιώσεις των Ν. Γ., Ι. Κ., Β. Ο., Α. Δ. και Ι. Κ.
Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη "οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων (απόδειξης και ανταπόδειξης), που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τα οποία νομότυπα, με επίκληση, προσκομίζονται, εκτιμώμενες (καταθέσεις) κάθε μία ξεχωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, ανάλογα με τον τρόπο γνώσης και τον βαθμό αξιοπιστίας καθενός από αυτούς (μάρτυρες), οι φωτογραφίες, που προσκομίζονται, των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα, οι υπ' αριθ. ..., ... και ...-2013 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, Ν. Γ. του Λ., Ι. Κ. του Θ. και Β. Ο. του Π., αντίστοιχα, που δόθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Λ., μετά από νόμιμη κλήτευση της εναγόμενης........ σε συνδυασμό και με όλα, γενικώς, τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα, από τους διαδίκους, έγγραφα, εκτός από την χειρόγραφη επιστολή της εναγομένης, με αριθμό "61" η οποία προσκομίζεται το πρώτον στο Εφετείο από τον ενάγοντα από βαριά αμέλεια, ........, που λαμβάνονται υπόψη όλα, ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικών από τα οποία γίνεται ειδική μνεία, παρακάτω, χωρίς, πάντως, κανένα από αυτά να παραλείπεται για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς........" σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός εξ αυτών, εκτός από την χειρόγραφη επιστολή της εναγομένης με αριθ. "61", την οποία δεν έλαβε υπόψη γιατί ο ενάγων την προσκόμισε το πρώτον στο Εφετείο από βαριά αμέλεια. Κατόπιν αυτών, οι παραπάνω τρίτος και πέμπτος αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
ΣΤ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 1745/2022, ΑΠ 376/2022, ΑΠ 137/2021).
Εξάλλου, για το ορισμένο του άνω λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 123/2024, ΑΠ 149/2023, ΑΠ 867/2019).
Με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των κάτωθι εγγράφων, ήτοι : α) της από 14-2-2010 επιστολής του στην οποία δηλώνει "ότι, δεν δικαιούται, και ότι δεν έχει δικαίωμα κανένα, και καμιά απαίτηση από τον ευρισκόμενο στο Π. Ελατοχώρι Πιερίας ξενώνα "ΑΜΑΔΡΙΑΣ από την κ. Γ. Θ.", με το να δεχθεί ότι με την επιστολή αυτή ο ίδιος παραδέχεται ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα και καμία σχέση με τον ξενώνα ούτε καμία απαίτηση σε βάρος της εναγομένης από τη λειτουργία του, ενώ στην πραγματικότητα με αυτή πρωτίστως συνομολογεί τη συμμετοχή του στην ανέγερση και κατασκευή του ξενώνα, αφού μόνο σε μια τέτοια περίπτωση θα είχε νόημα η οποιαδήποτε απεμπόληση (υπαρκτών) αξιώσεών του, β) του από 14-2-2011 εγγράφου του προς τον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης Ε. Χ., στο οποίο δεν περιέλαβε αξιώσεις του από την αφανή εταιρεία, αφού το έγγραφο αυτό αφορούσε στην τακτοποίηση μόνον του εκεί αναφερομένου ζητήματος, με το να συμπεράνει από αυτό την ανυπαρξία της επίδικης αξιώσεώς του από τη συμμετοχή του στην ανέγερση του ξενώνα και γ) της από 29-6-2018 βεβαιώσεως της εταιρείας ΣΙΔΕΝΟΡ, στην οποία βεβαιώνεται ότι αυτός εργάστηκε από το 2000 έως το 2006 ως "Διευθυντής και Υπεύθυνος Πωλήσεως Ομίλου Σιδενορ" και από το 2006 έως το 2011 ως "Διευθυντής - Σύμβουλος των Εταιριών Ομίλου Σιδενορ στα Βαλκάνια" με το να δεχθεί ότι αυτός ήταν "υπάλληλος μεγάλης εταιρίας σιδήρου", προσομοιώνοντάς τον οικονομικά με την αναιρεσίβλητη που ήταν αισθητικός υπάλληλος.
Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος της αναιρέσεως, αναφορικά με το παραπάνω υπό στοιχείο (β) από 14-2-2011 έγγραφο, είναι απαράδεκτος, πρωτίστως ως αόριστος, αφού δεν αναγράφεται στο αναιρετήριο το ακριβές και αληθές περιεχόμενό του, ώστε από τη σύγκριση του περιεχόμενου αυτού και της σχετικής παραδοχής του Εφετείου, να προκύπτει η αποδιδόμενη παραμόρφωση του περιεχομένου του. Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός είναι στο σύνολό του απαράδεκτος διότι, όπως προκύπτει από τη διατύπωσή του, οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν αφορούν σε "διαγνωστικό λάθος", αλλά στην πραγματικότητα αναφέρονται σε, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου των ως άνω αποδεικτικών εγγράφων, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο ίδιος θεωρεί ορθό και συνεπώς, πρόκειται για αιτιάσεις που συνιστούν παράπονα αναγόμενα στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-6-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 549/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
1974 - 2026 © Τετράβιβλος. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Όροι και Προϋποθέσεις