Α.Π. 1884/2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΑΚΥΡΩΣΗ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ ΛΟΓΩ ΕΙΚΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΟΙ ΛΟΓΟΙ – ΣΥΝΑΨΗ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΜΕΤΑΞΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ ΚΑΙ ΧΗΡΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ – ΕΛΛΕΙΨΗ ΚΟΙΝΗΣ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ ΑΦΟΥ ΤΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΕΓΙΝΕ ΠΡΟΣ ΑΠΟΦΥΓΗ ΕΞΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ ΑΠΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ – ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΠΕΡΙ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ Ν. 3719/2008 ΚΑΙ Ν. 4356/2015 – ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΚΥΡΩΣΗΣ – ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ – Δεν αποδείχθηκε η συμβίωση των συμβαλλομένων μερών του συμφώνου συμβίωσης, μετά την σύναψή του, ούτε η ίδια η εναγομένη επικαλείται την συμβίωση, ισχυρίζεται μόνο την πρόθεσή τους για συμβίωση, η οποία όμως τελικά, δεν επιτεύχθηκε πλην όμως απαραίτητη προϋπόθεση για να είναι έγκυρο και ισχυρό ένα σύμφωνο συμβίωσης είναι το εξωτερικό και υλικό στοιχείο της συμβίωσης του ζεύγους, δηλαδή η εξωτερίκευση στους τρίτους της κοινής τους συμβίωσης, όπως να κάνουν εξωτερικές εμφανίσεις, ώστε να δημιουργείται στους τρίτους η εντύπωση πως τα μέρη ζουν ως ζευγάρι, αλλά κυρίως να συμβιώνουν, αφού αυτή είναι η πρωταρχική έννοια του συμφώνου συμβίωσης, στο οποίο εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις σχέσεις των συζύγων από το γάμο, μεταξύ των οποίων είναι και οι διατάξεις των άρθρων 1386 ΑΚ, για την υποχρέωση της έγγαμης συμβίωσης, χωρίς να αρκεί μόνο το εσωτερικό στοιχείο της πρόθεσης να συμβιώσουν και συνεπώς συνεπώς το επίδικο σύμφωνο συμβίωσης είναι άκυρο, ως εικονικό, αφού δεν έγινε στα σοβαρά αλλά φαινομενικά και με σκοπό την αποφυγή της έξωσης της εναγομένης από το μίσθιο – Απόρριψη λόγων (άρθρ. 2, 3 Ν. 3719/2008, άρθρ. 2, 3 Ν. 4356/2015, 138, 139 ΑΚ)
Αριθμός 1884/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Τ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσάνθη Κορέλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Ζήση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/1/2020 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 18/3/2019 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2346/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1889/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/12/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση, υπ' αρ. 1889/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα έφεση κατά της υπ' αρ. 2346/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού συνεκδικάστηκαν η από 18-3-2019 αγωγή του μετέπειτα αποβιώσαντος Α. Κ. (τη δίκη επί της οποίας συνέχισε από τον πρώτο βαθμό η αναιρεσείουσα θυγατέρα του, ως κληρονόμος) και η από 21-1-2020 αγωγή της αναιρεσείουσας, έγιναν αυτές δεκτές και ακυρώθηκε, λόγω εικονικότητας, το υπ' αρ. ...-2015 σύμφωνο συμβίωσης, το οποίο συντάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ι. Ο., ανάμεσα στον Α. Κ. και την αναιρεσίβλητη. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 1. Με τον ν. 3719/2008 "Μεταρρυθμίσεις για την οικογένεια, το παιδί, την κοινωνία και άλλες διατάξεις" εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη ο θεσμός του συμφώνου συμβίωσης ως εναλλακτική, σε σχέση με τον γάμο, μορφή μόνιμης συμβίωσης ετερόφυλων προσώπων. Ειδικότερα, στο άρθρο 1 του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι σύμφωνο συμβίωσης είναι η συμφωνία δύο ενήλικων ετερόφυλων προσώπων με την οποία οργανώνουν τη συμβίωσή τους, που καταρτίζεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο και της οποίας η ισχύς αρχίζει από την κατάθεση και καταχώριση του εν λόγω συμβολαιογραφικού εγγράφου σε ειδικό βιβλίο του Ληξιαρχείου του τόπου κατοικίας των μερών. Στο άρθρο 2 ορίστηκε ότι : "1. Για τη σύναψη συμφώνου συμβίωσης απαιτείται πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα. 2. Δεν επιτρέπεται η σύναψη συμφώνου συμβίωσης: α) αν υπάρχει γάμος ή σύμφωνο συμβίωσης των ενδιαφερόμενων προσώπων ή του ενός από αυτά, β) μεταξύ συγγενών εξ αίματος σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και εκ πλαγίου μέχρι και τον τέταρτο βαθμό, καθώς και μεταξύ συγγενών εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και γ) μεταξύ εκείνου που υιοθέτησε και αυτού που υιοθετήθηκε. 3. Η παράβαση των διατάξεων του παρόντος άρθρου συνεπάγεται την ακυρότητα του συμφώνου συμβίωσης". Επίσης, στο άρθρο 3 του ιδίου ως άνω νόμου ορίστηκε ότι "Την κατά το προηγούμενο άρθρο ακυρότητα του συμφώνου συμβίωσης μπορεί να επικαλεσθεί, εκτός από τους συμβληθέντες, και όποιος προβάλλει έννομο συμφέρον οικογενειακής ή περιουσιακής φύσης. Ο εισαγγελέας μπορεί να ζητήσει αυτεπαγγέλτως την αναγνώριση της ακυρότητας, αν το σύμφωνο συμβίωσης αντίκειται στη δημόσια τάξη".
Στη συνέχεια, με τον ν. 4356/2015 "Σύμφωνο συμβίωσης, άσκηση δικαιωμάτων, ποινικές και άλλες διατάξεις", ο νομοθέτης επεδίωξε, κατά τα διαλαμβανόμενα στη σχετική αιτιολογική έκθεση, τον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας για το σύμφωνο συμβίωσης προς δύο βασικές κατευθύνσεις: αφενός την επέκταση της ισχύος του συμφώνου και στα ομόφυλα ζευγάρια, αφετέρου την ενίσχυση των συνεπειών του, με την αναγνώριση οικογενειακών δεσμών μεταξύ των μερών, διατηρουμένων, όμως, των τριών βασικών χαρακτηριστικών, που επεσήμαινε η αιτιολογική έκθεση του ν. 3719/2008 ως προς το αρχικό σύμφωνο συμβίωσης: (α) του αμιγώς συμβατικού τύπου κατάρτισης του συμφώνου, (β) της δυνατότητας των μερών να ρυθμίσουν με μεγαλύτερη ελευθερία, σε σχέση με τον γάμο, τις περιουσιακές τους σχέσεις και (γ) του ελευθέρως και μονομερώς διαλυτού του συμφώνου, χωρίς παρέμβαση δικαστικής ή άλλης αρχής (ΣΤΕ 2003/2018).
Ειδικότερα, με το άρθρο 1 του Ν. 4356/2015 ορίζεται ότι "Η συμφωνία δύο ενήλικων προσώπων, ανεξάρτητα από το φύλο τους, με την οποία ρυθμίζουν τη συμβίωσή τους (σύμφωνο συμβίωσης) καταρτίζεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Η ισχύς της συμφωνίας αρχίζει από την κατάθεση αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου στο ληξίαρχο του τόπου κατοικίας τους, το οποίο καταχωρίζεται σε ειδικό βιβλίο του Ληξιαρχείου". Στο άρθρο 2 ορίστηκε ότι
"1. Για τη σύναψη συμφώνου συμβίωσης απαιτείται πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα. 2. Δεν επιτρέπεται η σύναψη συμφώνου συμβίωσης: α) αν υπάρχει γάμος ή σύμφωνο συμβίωσης των ενδιαφερόμενων προσώπων ή του ενός από αυτά, β) μεταξύ συγγενών εξ αίματος σε ευθεία γραμμή απεριόριστα και εκ πλαγίου μέχρι και τον τέταρτο βαθμό, καθώς και μεταξύ συγγενών εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή απεριόριστα και γ) μεταξύ εκείνου που υιοθέτησε και αυτού που υιοθετήθηκε. 3.
Η παράβαση των διατάξεων του παρόντος άρθρου συνεπάγεται την ακυρότητα του συμφώνου συμβίωσης. Ακυρότητα συνεπάγεται και η εικονικότητα του συμφώνου".
Στο άρθρο 3 ορίστηκε ότι "1. Η κατά το προηγούμενο άρθρο ακυρότητα κηρύσσεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Την αγωγή ασκεί, εκτός από τα μέρη, και όποιος προβάλλει έννομο συμφέρον οικογενειακής φύσης, καθώς και ο εισαγγελέας αυτεπαγγέλτως, αν το σύμφωνο αντίκειται στη δημόσια τάξη. 2. Σε περίπτωση ελαττωμάτων της βούλησης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τον ακυρώσιμο γάμο. Η σχετική δικαστική απόφαση απαιτείται να γίνει αμετάκλητη. 3. Με την αμετάκλητη δικαστική απόφαση, που ακυρώνει το σύμφωνο συμβίωσης, αίρονται αναδρομικά τα αποτελέσματά του. Η ακύρωση του συμφώνου δεν επηρεάζει την πατρότητα των τέκνων".
Στο άρθρο 5 του άνω νόμου ορίστηκε ότι "Στις προσωπικές σχέσεις των μερών του συμφώνου μεταξύ τους εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις σχέσεις των συζύγων από το γάμο, εφόσον δεν υπάρχει διαφορετική ειδική ρύθμιση στον παρόντα ή άλλο νόμο. 2. Στις μη προσωπικές σχέσεις των μερών μεταξύ τους εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις σχέσεις των συζύγων από το γάμο, εκτός αν τα μέρη τις ρυθμίσουν διαφορετικά κατά τη σύναψη του συμφώνου με βάση τις αρχές της ισότητας και της αλληλεγγύης. Τα μέρη δεν μπορούν να παραιτηθούν από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα πριν από τη γέννησή της. Από την αντιπαραβολή των παραπάνω διατάξεων των δύο αυτών νόμων προκύπτει ότι, στο άρθρο 1 του Ν. 4356/2015, επαναλαμβάνεται περίπου η διατύπωση του Ν. 3719/2008 για το σύμφωνο συμβίωσης, με τη διαφορά ότι οι λέξεις "η συμφωνία δύο ενήλικων ετερόφυλων προσώπων" αντικαθίστανται με τη διατύπωση "η συμφωνία δύο ενήλικων προσώπων, ανεξάρτητα από το φύλο τους", έτσι ώστε οι νέες διατάξεις να ισχύουν εφεξής και για τα ζευγάρια των ομοφύλων. Στο άρθρο 2, για τις προϋποθέσεις του συμφώνου συμβίωσης, επίσης επαναλαμβάνεται η διατύπωση του αντίστοιχου άρθρου 2 του ν. 3719/2008, προστίθεται όμως και η ρητή διευκρίνιση ότι "ακυρότητα συνεπάγεται και η εικονικότητα του συμφώνου", ώστε να είναι σαφές ότι, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στο γάμο όπου η εικονικότητα δεν συμβιβάζεται με την ανάμιξη στην τέλεσή του δημόσιας αρχής, τα εικονικά σύμφωνα (όπως και οι λοιπές εικονικές δικαιοπραξίες) είναι άκυρα, ενώ με το άρθρο 3, για το άκυρο και ακυρώσιμο σύμφωνο: α) διατυπώνεται με σαφήνεια ότι στην περίπτωση της ακυρότητας του συμφώνου απαιτείται διαπλαστική αγωγή ακύρωσης και ότι για την ανατροπή του συμφώνου χρειάζεται η σχετική διαπλαστική απόφαση να γίνει αμετάκλητη, β) ορίζεται ότι το έννομο συμφέρον του τρίτου για την άσκηση αυτής της αγωγής πρέπει να είναι "οικογενειακής φύσης" (και όχι και "περιουσιακής" όπως κατά το N. 3719/2008).
Έτσι πλέον, κατά τη διάταξη αυτή θα μπορεί να επικαλείται την ακυρότητα μόνο όποιος συνδέεται με το μέρος ή τα μέρη του συμφώνου με οικογενειακό δεσμό και γι' αυτό έχει οικογενειακής φύσης έννομο συμφέρον, στο οποίο εννοείται ότι περιλαμβάνεται και το κληρονομικό, όχι όμως και το απλό περιουσιακό έννομο συμφέρον των προσώπων που δεν έχουν οικογενειακό σύνδεσμο, όπως λ.χ. ο ασφαλιστής, γ) γίνεται ρητή αναφορά και στην περίπτωση της ακυρωσίας, καθώς ορίστηκε ρητά ότι σε περίπτωση ελαττωμάτων της βούλησης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τον ακυρώσιμο γάμο και δ) ορίζεται ρητά ότι η ακύρωση του άκυρου ή ακυρώσιμου συμφώνου έχει αναδρομική δύναμη, δεν επηρεάζει όμως την πατρότητα των τέκνων. Παραμένει τέλος, όπως και στο γάμο, η δυνατότητα του εισαγγελέα να ζητήσει την ακύρωση του συμφώνου αποκλειστικά για τους λόγους ακυρότητας του άρθρου 2 και μόνο όταν τα άκυρα αυτά σύμφωνα συμβίωσης προσκρούουν στη δημόσια τάξη, για να αντιμετωπισθούν περιπτώσεις εκμετάλλευσης ανηλίκων ή άλλων ατόμων από το ίδιο το οικογενειακό τους περιβάλλον, καθώς και οι περιπτώσεις εικονικότητας του συμφώνου. Εξυπακούεται ότι η αμετάκλητη δικαστική απόφαση που ακυρώνει το σύμφωνο συμβίωσης καταχωρίζεται στο ειδικό βιβλίο του Ληξιαρχείου όπου έχει καταχωριστεί και η σύστασή του (βλ. Εισηγ. Έκθεση Ν. 4356/2015).
Περαιτέρω, με το άρθρο 62 του ιδίου ως άνω νόμου (4356/24-12-2015) ορίστηκε ότι σύμφωνα συμβίωσης που καταρτίζονται μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις αυτού, ενώ τα σύμφωνα συμβίωσης που έχουν καταρτιστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του εξακολουθούν να διέπονται από το ν. 3719/2008, πλην των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 7 (που αφορούν τη λύση του συμφώνου) που εφαρμόζονται και στα σύμφωνα αυτά, τα μέρη, όμως, έχουν δικαίωμα να υπαχθούν συνολικά στις διατάξεις του Ν. 4356/2015 με συμβολαιογραφική πράξη. Ωστόσο, από τον αμιγώς συμβατικό χαρακτήρα του συμφώνου συμβίωσης σε συνδυασμό με την έλλειψη αντίθετης διάταξης στο Ν. 3719/2008, προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του τελευταίου αυτού νόμου, τα εικονικά σύμφωνα, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στο γάμο όπου η εικονικότητα δεν συμβιβάζεται με την ανάμιξη στην τέλεσή του δημόσιας αρχής, είναι άκυρα, όπως και οι λοιπές εικονικές δικαιοπραξίες κατά τις διατάξεις των άρθρων 138, 180 ΑΚ, με δε τον μεταγενέστερο ως άνω Ν. 4356/2015 προς αποσαφήνιση των παραπάνω ορίστηκε πλέον ρητά ότι ακυρότητα συνεπάγεται και η εικονικότητα του συμφώνου, καθώς και ότι η ακύρωση του άκυρου ή ακυρώσιμου συμφώνου μετά την έκδοση αμετάκλητης απόφασης έχει αναδρομική δύναμη, που όμως δεν επηρεάζει την πατρότητα των τέκνων.
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 138, 139, 180 του ΑΚ προκύπτει ότι η δήλωση βούλησης, που δεν έγινε στα σοβαρά αλλά μόνον φαινομενικά, είναι εικονική και άκυρη, θεωρούμενη ως μη γενομένη. Εικονική δε είναι η δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης, η οποία εν γνώσει του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αποσκοπεί δε στη δημιουργία εντύπωσης στους τρίτους περί της μεταβολής στην υφισταμένη νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής. Εικονικότητα μπορεί να υπάρχει τόσο επί μονομερούς δικαιοπραξίας, όσο και επί σύμβασης, στην τελευταία όμως περίπτωση για την επέλευση της ακυρότητας της σύμβασης απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο. Η εικονικότητα δεν εμποδίζεται και όταν η δήλωση βούλησης έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου, καθόσον ο τελευταίος είναι εντεταλμένος να πιστοποιεί την δήλωση των δικαιοπρακτούντων, όπως αυτή εμφανίζεται εξωτερικώς και όχι να συμπράττει με τη βούλησή του στην δικαιοπραξία (ΑΠ 468/2023, ΑΠ 1450/2021, ΑΠ 1146/2018, ΑΠ 253/2018).
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 1406/2021).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 150/2023).
4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες, εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 2060/2022, ΑΠ 783/2021, ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2027/2017). Εσφαλμένο αιτιολογικό κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό δηλαδή κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 30/1998). Επομένως, η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 2060/2022).
Με τους τρίτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, αντίστοιχα, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως (με την εφαρμογή τους) και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.3, 3 και 5 παρ.1 του Ν. 4356/24-12-2015 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 138 παρ. 1 και 180ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα και με αντιφατικές αιτιολογίες ότι το επίδικο σύμφωνο συμβίωσης είναι άκυρο, ως εικονικό. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το, ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, μέρος τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το από 21-12-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό νομίμως θεωρημένο από την αρμόδια ΔΟΥ Καλαμαριάς, η ενάγουσα εκμίσθωσε στην εναγόμενη ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της οικοδομής της κείμενης στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης και επί της οδού ... Στα πλαίσια της ως άνω μίσθωσης οι γονείς της ενάγουσας, εισέπρατταν δια λογαριασμό της, τα μισθώματα, κοινόχρηστα και άλλες δαπάνες και γενικά είχαν την επιμέλεια των υποθέσεών της, καθώς οι γονείς της διέμεναν στο διαμέρισμα του έκτου ορόφου της ως άνω οικοδομής και ήταν γείτονες κατ' αυτόν τον τρόπο, με την εναγομένη, ενώ η ενάγουσα κατοικούσε μόνιμα στην Ελβετία.
Την ...-2015 απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη η μητέρα της ενάγουσας και σύζυγος του Α. Κ., Θ. Κ., και έτσι η ενάγουσα επιστρέφοντας στην Ελλάδα από την Ελβετία για την κηδεία, διαπίστωσε ότι η εναγομένη, εκμεταλλευόμενη αφενός το γεγονός ότι διέμενε μόνιμα στην Ελβετία και δεν είχε άμεση επαφή με την Ελλάδα και αφετέρου ότι οι γονείς της, οι οποίοι εισέπρατταν τα μισθώματα κατ' εντολή και εξουσιοδότησή της, αντιμετώπιζαν προβλήματα υγείας και δεν ήταν σε θέση να της ασκήσουν οποιαδήποτε πίεση, αρνούνταν από δυστροπία να καταβάλει κανονικά και σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα τα μισθώματα και δη από τον Αύγουστο του 2011 και εντεύθεν. Έτσι λοιπόν κατέθεσε κατά της εναγομένης την από ...2015 και με αριθ. κατ. ...2015 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου ζητώντας τα μισθώματα, συνολικού ποσού 15.850 ευρώ, καταγγέλλοντας με την αγωγή της την μίσθωση και ζητώντας την απόδοση του μισθίου, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 6424/13-10-2015 οριστική απόφαση, που υποχρέωνε την εναγόμενη: Α) να αποδώσει τη χρήση του ως άνω διαμερίσματος και Β) να καταβάλει το συνολικό ποσό 9.200€. Η ως άνω απόφαση δημοσιεύτηκε την 13-10-2015 και έκτοτε γνώριζε η εναγόμενη ότι θα έπρεπε να εγκαταλείψει το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου και να εξεύρει νέα κατοικία.
Σημειωτέον ότι στο ίδιο διαμέρισμα διέμενε η κατάκοιτη μητέρα της εναγομένης, η οποία αντιμετώπιζε πλείστα όσα προβλήματα υγείας και χρησιμοποιούσε καθημερινά αναπνευστήρα. Η απόφαση αυτή κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, αντίγραφο δε με το με αριθ. 894/2015 πρώτο εκτελεστό απόγραφο επιδόθηκε στην εναγομένη, η οποία κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης την από 18-11-2015 και με αριθ. 12910/18-11-2015 ανακοπή κατ άρθρο 933 ΚΠολΔ, καθώς και την από 18-11-2015 και με αριθ. 12911/2015 αίτηση αναστολής εκτέλεσης (ασφαλιστικά μέτρα) η οποία ορίστηκε μετ' αναβολής προς εκδίκαση την 16-12-2015, όταν τελικά η εναγόμενη παραιτήθηκε από την άνω αίτηση και παρέδωσε στην ενάγουσα το κλειδί του διαμερίσματος συντάσσοντας και υπογράφοντας την από 16-12-2015 απόδειξη παράδοσης και παραλαβής μισθίου και κλειδιών. Η εναγομένη κατέθεσε ακόμη και την με αριθ. κατ. 20935/4-11-2015 έφεση κατά της παραπάνω απόφασης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 18120/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, δεχόμενη την ένσταση μερικής εξόφλησης, αφού εξαφάνισε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση, υποχρέωσε την εναγομένη, αφενός μεν να αποδώσει τη χρήση του ως άνω διαμερίσματος και αφετέρου να καταβάλει στην ενάγουσα, το ποσό των 5.000 ευρώ για μισθώματα από τον Σεπτέμβριο του 2013 μέχρι και τον Αύγουστο τού 2014 και μικρότερα ποσά για υπόλοιπα μισθωμάτων από τον Σεπτέμβριο του 2014 μέχρι τον Μάιο του 2015 συνολικού ποσού 800 ευρώ και το ποσό των 350 ευρώ, ως αποζημίωση χρήσης, λόγω αποχώρησης από το μίσθιο στις 16-12-2015.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, ενδιαφερόταν για τον Α. Κ., του ψώνιζε τρόφιμα, τον συνόδευε σε γιατρούς και γενικά, αυτή, ιδίως μετά τον θάνατο της συζύγου του, μετέβαινε καθημερινά στην οικία του, παρέχοντάς του τις υπηρεσίες της. Μάλιστα τον συνόδευσε και στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, όπου ο Α. Κ., ηλικίας 86 ετών (γεννήθηκε στις ...-1929) νοσηλεύθηκε για εμφύτευση βηματοδότη από ...-2015 μέχρι ...-2015 (βλ. ιατρικό εξιτήριο του ως άνω νοσοκομείου), καθώς και στις ...-2015 για αφαίρεση ραμμάτων (βλ. απόδειξη παροχής υπηρεσιών, που προσκομίζονται από την εναγομένη). Η εναγομένη, που γεννήθηκε την 1-12-1957, ηλικίας το 2015, 58 ετών, ισχυρίζεται ότι όλο αυτό το διάστημα δημιουργήθηκαν μεταξύ της ίδιας και του πατέρα της ενάγουσας αμοιβαία αισθήματα εμπιστοσύνης, αγάπης και, στοργής και επειδή ο τελευταίος (Α. Κ.) δεν επιθυμούσε να αποχωριστεί την εναγομένη, την οποίαν η ενάγουσα-κόρη του θα απέβαλε από το μίσθιο, ενόψει της δημοσίευσης της ως άνω απόφασης περί απόδοσης του μισθίου, στις 13-10-2015, της πρότεινε να συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης και να συμβιώσουν στον 6° όροφο της οικοδομής, όπου ο ίδιος κατοικούσε, ενώ η μητέρα της εναγομένης θα εξακολουθούσε να διαμένει στο μίσθιο διαμέρισμα, χωρίς όμως να διαδώσουν την σύναψη του συμφώνου αυτού, φοβούμενος την αντίδραση της ενάγουσας. Πράγματι την 21-10-2015, δηλαδή λίγες μόλις ημέρες μετά την δημοσίευση της ως άνω απόφασης, η εναγομένη με τον Α. Κ. προσέφυγαν στο συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Ι. Ο., όπου και υπέγραψαν το με αριθ. ...-2015 σύμφωνο συμβίωσης, προκειμένου να προστατευτεί η εναγομένη από την έξωση.
Βέβαια η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το σύμφωνο αυτό καταρτίστηκε με προτροπή της εναγομένης προς τον πατέρα της, για τον ίδιο λόγο, δηλαδή της αποφυγής της έξωσης της εναγομένης. Ανεξαρτήτως όμως του ποιος από τους δύο είχε την ιδέα της σύναψης του επίδικου συμφώνου συμβίωσης, δεν αποδείχθηκε ότι τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν οποιαδήποτε πρόθεση να συμβιώσουν ως ζευγάρι, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εναγόμενη. Η ίδια η εναγομένη στο δικόγραφο της έφεσής της ισχυρίζεται ότι δεν είχαν σαρκικές σχέσεις με τον Α. Κ., μετά την σύναψη του συμφώνου συμβίωσης, λόγω των προβλημάτων υγείας με την καρδιά του, που ο τελευταίος αντιμετώπιζε, και ότι είχαν την πρόθεση να συμβιώσουν ως ζευγάρι, αναφέροντας επί λέξει στην 11 σελίδα της έφεσης και στην τρίτη σειρά ότι : "δυστυχώς όμως τα σχέδιά μας περί κοινής συμβίωσης ανατράπηκαν διότι η εφεσίβλητη την απειλούσε ότι θα προβεί σε βίαιη αποβολή της από το μίσθιο". Αναφέρει ακόμη στο δικόγραφο της έφεσής της κατά της με αριθμ. 330/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποίαν έγινε δεκτή αγωγή της ενάγουσας και υποχρεώθηκε η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 11.242,22 ευρώ για αποζημίωση φθορών του μισθίου και για ανεξόφλητους λογαριασμούς ύδρευσης, ΔΕΗ και ρευματοκλοπή, κοινοχρήστων και ηθικής βλάβη, μεταξύ άλλων και ότι: "το σύμφωνο συμβίωσης έγινε από λόγους ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος του πατέρα της εφεσίβλητης απέναντι μου, καθώς καθ' όλη τη διάρκεια της μισθωτικής σύμβασης φρόντιζα με στοργή αυτόν και την γυναίκα του Θ. και μετά το θάνατο της γυναίκας του τον ίδιο, καθώς και ότι το μοναδικό οικονομικό αντάλλαγμα για τις προσφερόμενες από αυτήν υπηρεσίες και φροντίδες στο πρόσωπό του, κατόπιν συμφωνίας με τον ίδιο, ήταν αυτή να καταβάλει μόνο τα μισθώματα και ο Α. Κ. να καταβάλει, για λογαριασμό της, όλες τις λοιπές λειτουργικές δαπάνες της κατοικίας αυτής, όπως ΔΕΗ, κοινόχρηστα κλπ. Όμως, όπως αποδείχθηκε, καμία συμφωνία δεν τήρησε η εναγομένη, αφού δεν κατέβαλε τα μισθώματα αλλά ούτε και τις λειτουργικές δαπάνες της κατοικίας αυτής.
Πέραν αυτού όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η συμβίωση των συμβαλλομένων μερών του συμφώνου συμβίωσης, μετά την σύναψή του. Ούτε η ίδια η εναγομένη επικαλείται την συμβίωση, ισχυρίζεται μόνο την πρόθεσή τους για συμβίωση, η οποία όμως τελικά, δεν επιτεύχθηκε. Όμως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, απαραίτητη προϋπόθεση για να είναι έγκυρο και ισχυρό ένα σύμφωνο συμβίωσης είναι το εξωτερικό και υλικό στοιχείο της συμβίωσης του ζεύγους, δηλαδή η εξωτερίκευση στους τρίτους της κοινής τους συμβίωσης, όπως να κάνουν εξωτερικές εμφανίσεις, ώστε να δημιουργείται στους τρίτους η εντύπωση πως τα μέρη ζουν ως ζευγάρι, αλλά κυρίως να συμβιώνουν, αφού αυτή είναι η πρωταρχική έννοια του συμφώνου συμβίωσης, στο οποίο εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις σχέσεις των συζύγων από το γάμο, μεταξύ των οποίων είναι και οι διατάξεις των άρθρων 1386 ΑΚ, για την υποχρέωση της έγγαμης συμβίωσης, χωρίς να αρκεί μόνο το εσωτερικό στοιχείο της πρόθεσης να συμβιώσουν.
Συνεπώς το επίδικο σύμφωνο συμβίωσης είναι άκυρο, ως εικονικό, αφού δεν έγινε στα σοβαρά αλλά φαινομενικά και με σκοπό την αποφυγή της έξωσης της εναγομένης από το μίσθιο.
Εξάλλου αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι από την τέλεση του συμφώνου διέμεναν σε διαφορετικές κατοικίες και είχαν εντελώς ξεχωριστές ζωές. Ενδεικτικό δε της εικονικότητας τού συμφώνου συνιστά το γεγονός ότι ακόμη κι όταν χρειάστηκε να υποβληθεί αίτηση δικαστικής συμπαράστασης για τον Α. Κ., καθώς εμφάνιζε σημάδια έκπτωσης των νοητικών του λειτουργιών, δεν υποβλήθηκε από την εναγομένη, η οποία δεν γνώριζε για την κατάσταση της υγείας του, αλλά από την ενάγουσα, η οποία, παρότι διέμενε στο εξωτερικό, επέστρεψε στην Ελλάδα, προκειμένου να υποβάλει την με αριθμ. κατ. ...-2017 αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 8078/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), με την οποίαν τέθηκε σε καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης, αφού κρίθηκε ότι έπασχε από προοδευτική άνοια τύπου νόσου Αλτσχάιμερ με έκπτωση των γνωσιακών λειτουργιών και παραληρητική διαταραχή της σκεπτικής λειτουργίας (βλ. και με αριθμ. πρωτ. ...-2016 πιστοποιητικό της Ψ.Ν.Θ Γ. Παπανικολάου). Επίσης η εικονικότητα προκύπτει και από το γεγονός ότι, όταν την 7-7-2019 ο πατέρας της ενάγουσας απεβίωσε, η εναγόμενη δεν παραβρέθηκε στην κηδεία του στο Λάκκωμα Χαλκιδικής, γεγονός, που σε καμία περίπτωση δεν θα συνέβαινε, εάν η εναγομένη ήταν πραγματικά συμβία του εκλιπόντος. Πρόθεσή της ήταν ακόμη με την σύναψη του συμφώνου και η κατοχύρωση δικαιώματος επί της σύνταξης, που ελάμβανε ο Α. Κ., ο οποίος, ως εκπαιδευτικός ελάμβανε το ποσό των 1203,81 ευρώ το μήνα, δικαίωμα, που μεταβιβάστηκε στην εναγομένη, μειωμένο όμως, λόγω χηρείας και περαιτέρω κατά 15% λόγω της διαφοράς ηλικίας (άρθρο 2 παρ. 5γ' του ν. 4002/2011), με συνέπεια να λαμβάνει το ποσό 489,03 ευρώ το μήνα (βλ. την με αριθμ. ...-2020 συνταξιοδοτική πράξη μεταβίβασης της σύνταξης του αποβιώσαντος στην εναγομένη).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και ακύρωσε το με αριθμό ...-2015 σύμφωνο συμβίωσης ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Ο., που καταρτίστηκε μεταξύ του αποβιώσαντος Α. Κ. και της εναγόμενης, Ε. Τ. του Κ., κρίνοντας ότι είναι εικονικό, αν και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία πρέπει να αντικατασταθεί με την παρούσα, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο αλλά και εκτίμησε τις αποδείξεις, γι' αυτό και οι περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι...". Οι ως άνω παραδοχές του Εφετείου, υπαγόμενες στις πράγματι εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάρτισης του επίδικου συμφώνου συμβίωσης, διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Ν. 3719/2008 και όχι στις διατάξεις 1, 2 και 3 του Ν. 4356/24-12-2015, που εσφαλμένα εφάρμοσε το Εφετείο, δικαιολογούν την ορθότητα του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι : α) οι διατάξεις του Ν. 3719/2008, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα στην υπό στοιχείο (1) μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν αποκλείουν την, κατά τα άρθρα 138 παρ.1 και 180 ΑΚ, ακυρότητα, λόγω εικονικότητας, του υπό την ισχύ τους καταρτισθέντος μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Α. Κ. επίδικου συμφώνου συμβίωσης, με βάση δε αυτές τις διατάξεις η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα, θυγατέρα του τελευταίου, νομιμοποιείται να προβάλει την άνω ακυρότητα και β) από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των 138 παρ.1 και 180 ΑΚ. Τούτο ειδικότερα διότι, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα από το Εφετείο, το επίμαχο υπ' αρ. ...-2015 σύμφωνο συμβίωσης, που καταρτίστηκε μεταξύ του Α. Κ. και της αναιρεσείουσας, δεν έγινε στα σοβαρά, αλλά φαινομενικά, αφού οι συμβαλλόμενοι σε αυτό δεν είχαν οποιαδήποτε πρόθεση να συμβιώσουν ως ζευγάρι (ούτε και συμβίωσαν ποτέ), αλλά τούτο έγινε με σκοπό την αποφυγή της έξωσης της αναιρεσείουσας από το μίσθιο διαμέρισμα της οδού ... στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης, που επέσπευσε σε βάρος της η εκμισθώτρια και ήδη αναιρεσίβλητη, δυνάμει της υπ' αρ. 6424/13-10-2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
Συνεπώς, αφού το Εφετείο, παρά την εσφαλμένη εφαρμογή των άνω διατάξεων 1, 2, 3 του Ν.4356/2015, κατέληξε σε ορθό διατακτικό και περαιτέρω δεν υφίσταται έννομο συμφέρον της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας να αναιρεθεί η απόφαση ως προς την αιτιολογία της, πρέπει να απορριφθεί ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναίρεσης.
Επίσης, με βάση τις ίδιες ως άνω παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες εφαρμοστέες διατάξεις. Ουδεμία δε αντίφαση υφίσταται στις παραδοχές του Εφετείου ως προς την ικανότητα του Α. Κ. να αντιληφθεί την εικονικότητα του επίμαχου υπ' αρ. ...-2015 συμφώνου συμβίωσης λόγω της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι με την υπ' αρ. 8078/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ο Α. Κ. τέθηκε σε καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης, αφού κρίθηκε ότι έπασχε "από προοδευτική άνοια τύπου νόσου Αλτσχάιμερ με έκπτωση των γνωσιακών λειτουργιών και παραληρητική διαταραχή της σκεπτικής λειτουργίας", διότι η τελευταία αυτή παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας αφορά χρονικό διάστημα μεταγενέστερο από την κατάρτιση του επίδικου συμφώνου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 5. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ. αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 897/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 422 παρ. 3 του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 όπως αυτή ίσχυσε πριν την τροποποίησή της στη συνέχεια με τον Ν. 4842/2021, τόσο για την τακτική διαδικασία όσο και για τις ειδικές διαδικασίες, δεν επιτρέπεται η λήψη ένορκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση.
Συνεπώς, με βάση τη διάταξη αυτή, όπως ίσχυσε κατά τα άνω και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, επιτρέπεται σε κάθε διάδικο, πλέον των πέντε (5) ένορκων βεβαιώσεων, να επικαλεστεί και να προσκομίσει μέχρι τρεις (3) πρόσθετες ένορκες βεβαιώσεις, προς "αντίκρουση", γενικά, παρέχοντας, έτσι, σ' αυτόν την ευχέρεια να αντικρούσει τόσον τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του, όπως διατυπώθηκαν στις έγγραφες προτάσεις του, όσον και τις ένορκες βεβαιώσεις, που αυτός προσκόμισε, σε αντίθεση με την προϊσχύσασα διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 270 του ΚΠολΔ, στην οποία ρητώς αναφερόταν ότι η προσκομιδή των πρόσθετων ένορκων βεβαιώσεων επιτρεπόταν μόνον προς αντίκρουση των ένορκων βεβαιώσεων του αντιδίκου (ΑΠ 23/2022).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. α' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την υπ' αρ. ...-2021 ένορκη βεβαίωση των Α. Τ. του Θ., Κ. Κ. του Θ. και Σ. Θ. συζ. Α. Κ., που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και προσκομίστηκε από την αναιρεσίβλητη μετά τη συζήτηση, μετά από κλήτευσή της που έγινε στο ακροατήριο του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της έφεσης, καίτοι η ένορκη αυτή βεβαίωση δεν δόθηκε προς αντίκρουση και είναι πέραν του ανώτατου αριθμού των πέντε ενόρκων βεβαιώσεων που η ίδια διάδικος είχε προσκομίσει και λήφθηκαν υπόψη. Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα : Η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις που κατέθεσε στο Εφετείο επικαλέστηκε και προσκόμισε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη την υπ' αρ. ...-2021 ένορκη βεβαίωση των Κ. Σ. (υιού της, η οποία εξαιρέθηκε από το Εφετείο), Π. Β. και Γ. Τ., που δόθηκε δύο ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης (17-9-2021) ενώπιον του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ι. Ο.. Από την άλλη πλευρά η αναιρεσίβλητη με τις προστάσεις που κατέθεσε το Εφετείο επικαλέστηκε και επαναπροσκόμισε τις προσκομισθείσες και στον πρώτο βαθμό υπ' αρ. ...-2020 ένορκη βεβαίωση της Γ. Θ. ενώπιον του Γενικού Πρόξενου του Ντύσσελντορφ και την υπ' αρ. ...-2020 ένορκη βεβαίωση των Α. Κ., Δ. Α., Λ. Α. και Κ. Ζ., τις οποίες είχε λάβει μετά από κλήτευση της αναιρεσείουσας.
Κατά τη συζήτηση της έφεσης, στις 17-9-2021, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσίβλητη γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα ότι θα εξετάσει, προς αντίκρουση, ως μάρτυρες την Τετάρτη 22/9/2021 και ώρα 9 π.μ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης τους: 1) Κ. Κ. του Θ. 2) Σ. Θ. συζύγου Α. Κ. και 3) Α. Τ. Ακολούθως, με την προσθήκη αντίκρουση που κατέθεσε στο Εφετείο η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβληρη αφού σχολίασε τα όσα κατέθεσαν οι Κ. Σ., Π. Β. και Γ. Τ. στην άνω υπ' αρ. ...-2021 ένορκη βεβαίωση που προσκόμισε για πρώτη φορά στο Εφετείο η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, στη συνέχεια, προς αντίκρουση αυτών επικαλέστηκε και προσκόμισε την υπ' αρ. ...-2021 ένορκη βεβαίωση των Α. Τ. του Θ., Κ. Κ. του Θ. και Σ. Θ. συζ. Α. Κ., που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την άνω γνωστοποίηση που έγινε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της έφεσης. Επομένως, παραδεκτά, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, η αναιρεσίβλητη προσκόμισε την επίμαχη ως άνω ένορκη βεβαίωση, αφού την προσκόμισε προς αντίκρουση των όσων βεβαιώθηκαν στην υπ' αρ. ...-2021 ένορκη βεβαίωση, που για πρώτη φορά προσκόμισε η αναιρεσείουσα στην κατ' έφεση δίκη. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο που έλαβε υπόψη την ως άνω ένορκη βεβαίωση της αναιρεσίβλητης δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 11 περ. α' ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 63 παρ.1ΚΠολΔ, όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, ενώ κατά το άρθρο 64 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα, εκπροσωπούνται από τους νομίμους αντιπροσώπους τους.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 128 αρ. 2, 1666, 1667, 1676 αρ. 1, 1678 παρ. 1 και 1681ΑΚ, από τη δημοσίευση της απόφασης που θέτει κάποιον ενήλικο υπό καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, το πρόσωπο αυτό στερείται της ικανότητας προς δικαιοπραξία. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, από τη θέση του προσώπου υπό καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, επέρχεται μεταβολή που επηρεάζει την ικανότητα της δικαστικής παράστασής του, αφού το πρόσωπο αυτό στερείται πλέον εκ του λόγου τούτου της δικαιοπρακτικής του ικανότητας, εντεύθεν δε και της ικανότητας να παρίσταται στο δικαστήριο και να ενεργεί τις διάφορες διαδικαστικές πράξεις στο δικό του όνομα. Η ικανότητα του διαδίκου να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, αναγόμενη σε διαδικαστική προϋπόθεση, κατ` άρθρο 63 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, κατ` άρθρο 73 ΚΠολΔ, εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής (ΑΠ 208/2025, ΑΠ 823/2024). Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι στις περιπτώσεις που χρειάζεται προηγούμενη άδεια για τη διεξαγωγή της δίκης στο όνομα κάποιου προσώπου, η παροχή της άδειας αυτής αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση, η έλλειψη της οποίας, κατά τη συζήτηση στην οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, αν δεν συμπληρωθεί όπου είναι δυνατόν, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 67ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ή του ένδικου μέσου, ως απαραδέκτων (ΑΠ 620/2023, ΑΠ 537/2014). Αν συμπληρωθούν οι ελλείψεις ισχυροποιούνται αναδρομικά οι στο μεταξύ επιχειρηθείσες διαδικαστικές πράξεις, σε ορισμένες δε περιπτώσεις το ελάττωμα αίρεται με την έγκριση του αρμοδίου οργάνου (ΑΠ 620/2023).
7. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξης. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 208/2025 ΑΠ 35/2024, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1187/2019).
8. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του αριθ. 1 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η, παρά το νόμο, κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς την διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη αυτή (ΑΠ 208/2025, ΑΠ 231/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, κατ` ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη από 18-3-2019 αγωγή, που ασκήθηκε από τον τελούντα, τότε, σε δικαστική συμπαράσταση και αποβιώσαντα, ήδη, κατά τη συζήτησή της στον πρώτο βαθμό, Α. Κ., διότι δεν προσκομίστηκε από την αναιρεσίβλητη, που συνέχισε τη σχετική δίκη, η απαιτούμενη από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1621, 1682 ΑΚ άδεια του εποπτικού συμβουλίου για τη διεξαγωγή της δίκης αυτής. Επίσης, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κατάργησε τη δίκη που ανοίχθηκε με την ίδια παραπάνω από 18-3-2019 αγωγή του Α. Κ., διότι μετά το θάνατο αυτού υπεισήλθε και αυτή μαζί με την αναιρεσίβλητη στη θέση του, ως συγκληρονόμος του, με αποτέλεσμα λόγω της ταύτισης στο πρόσωπό της των ιδιοτήτων της ενάγουσας και της εναγομένης στην ίδια δίκη να επέλθει σύγχυση. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στην αίτηση, αλλά ούτε και προκύπτει, ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί, περί έλλειψης της ικανότητας παράστασης του ενάγοντος της από 18-3-2019 αγωγής στο δικαστήριο και περί ταύτισης, κατά την ίδια δίκη, στο πρόσωπό της, ως συγκληρονόμου του αποβιώσαντος ενάγοντος, των ιδιοτήτων της ενάγουσας και της εναγομένης, προτάθηκαν παραδεκτά στο Εφετείο. Σε κάθε περίπτωση, μετά την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορούν την από 21-1-2020 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, δεν υφίσταται πλέον έννομο συμφέρον της τελευταίας για την προβολή των τέταρτου και πέμπτου ως άνω αναιρετικών λόγων, λόγω της ταυτότητας των αιτημάτων των δύο ένδικων αγωγών, αφού με την παραδοχή της από 21-1-2020 αγωγής της αναιρεσίβλητης αναγνωρίστηκε αμετάκλητα πλέον η ακυρότητα του υπ' αρ. ...-2015 συμφώνου συμβίωσης του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Ο.
Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Διάταξη περί εισαγωγής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο δεν τίθεται, διότι η αναιρεσείουσα δεν κατέθεσε τέτοιο, αφού απαλλάσσεται από την υποχρέωση αυτή σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 495 παρ.3 εδ. τελ. και 592 παρ.1 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-12-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 1889/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
1974 - 2026 © Τετράβιβλος. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Όροι και Προϋποθέσεις