Α.Π. 272/2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΔΙΤΤΟΥ ΑΞΙΟΠΟΙΝΟΥ ΩΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ - (άρθρ. 10 παρ. 1 ν. 3251/2004, άρθρ. 79 ν. 5104/2024).
ΤΥΠΙΚΗ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ - (άρθρ. 1, 2, 5 ν. 3251/2004).
ΛΟΓΟΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΥΝΗΤΙΚΗΣ ΑΡΝΗΣΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ - (άρθρ. 11, 12 ν. 3251/2004).
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΟΥΣ ΚΡΑΤΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥ - (άρθρ. 1 παρ. 2 ν. 3251/2004, άρθρ. 6 ΣΕΕ).
ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΣΚΗΣΗΣ ΕΦΕΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ - (άρθρ. 22 ν. 3251/2004, άρθρ. 451 ΚΠΔ).
Το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, επιλαμβανόμενο εφέσεως κατά απόφασης εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης για φορολογικά αδικήματα, προέβη σε μερική εξαφάνιση της εκκαλουμένης, εφαρμόζοντας την αρχή του διττού αξιοποίνου. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η πράξη της παράλειψης εγγραφής σε λογιστικά βιβλία συνιστά διοικητική παράβαση και όχι έγκλημα κατά το ελληνικό δίκαιο, ενώ μία περίπτωση εταιρικής φοροδιαφυγής δεν υπερέβαινε το ποσοτικό όριο του αξιοποίνου των 100.000 ευρώ. Αντιθέτως, διέταξε την εκτέλεση του εντάλματος για τις λοιπές πράξεις φοροδιαφυγής (ΦΠΑ και εταιρικός φόρος) που πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις. Παράλληλα, απέρριψε αιτιάσεις περί κινδύνου απάνθρωπης μεταχείρισης λόγω καταγωγής, κρίνοντας ότι η Γαλλία αποτελεί ασφαλές κράτος δικαίου που εγγυάται τα θεμελιώδη δικαιώματα.
Ν.Μ.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΩΣ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη - Εισηγήτρια, Αγαθή Δερέ και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου και 7 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία των Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου 1)Βιργινίας Σακελλαροπούλου και 2)Ελένης Κοντακτσή αντίστοιχα, (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου (επ.) A. (ον.) S. του M. και της A., γεννήθηκε στο ... Γαλλίας στις 12.03.1977, κατοίκου Ισραήλ ... και προσωρινά Ερμούπολης Σύρου, ο οποίος εμφανίστηκε και παραστάθηκε με τον συνήγορο της υπερασπίσεώς του Άγγελο Πεπόνη, κατά της με αριθμό 9/6.11.2024 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου. Το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του με αριθμό αναφοράς φακέλου 21/005981 από 12.10.2023 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα στην Εισαγγελία του Εφετείου Παρισίων σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με ημερομηνία 6 Νοεμβρίου 2024 και με αριθμό 53 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Αιγαίου Ελευθερίας Μάινα και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1055/24. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον συνήγορο της υπερασπίσεώς του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα η οποία πρότεινε: α) να γίνει τυπικά δεκτή και εν μέρει ουσιαστικά δεκτή η από 6 Νοεμβρίου 2024 και με αριθμό 53 έφεση του ανωτέρω εκζητουμένου κατά της με αριθμό 9/6.11.2024 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, ως προς το μέρος της ποινής που αντιστοιχεί στην πράξη της παράλειψης εγγραφής σε λογιστικό έγγραφο, κατά το οποίο δεν πρέπει να διαταχθεί η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και β) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η από 6 Νοεμβρίου 2024 και με αριθμό 53 έφεση του ανωτέρω εκζητουμένου κατά της με αριθμό 9/6.11.2024 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 9 και 18 του Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κ.λ.π" προκύπτει ότι, αρμόδια αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου αυτός διαμένει ή συλλαμβάνεται.
Από τη διάταξη δε του άρθρου 22 του ίδιου νόμου σε συνδυασμό με το άρθρο 451 του Κ.Ποιν.Δ. στο οποίο παραπέμπει, προκύπτει ότι, κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα μέσα σε προθεσμία πέντε ημερών, από τη δημοσίευση της απόφασης, ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος αποφαίνεται σε συμβούλιο μετά από κλήτευση του εκζητουμένου.
Επομένως, η υπό κρίση, από 6-11-2024 με αριθμό 53/2024 έφεση του εκζητουμένου, (επ)A. (ον) S. του M. και της A., που γεννήθηκε στο ... Γαλλίας στις 12-3-1977, κατοίκου Ισραήλ και προσωρινά διαμένοντος στην Ερμούπολη Σύρου, που ασκήθηκε με δήλωση του ιδίου, ενώπιον του γραμματέα του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, κατά της 9/6-11-2024 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, με την οποία έγινε δεκτό το αίτημα, για εκτέλεση του με αριθμό αναφοράς φακέλου 21/005981 από 12-10-2023 Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που εκδόθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα στην Εισαγγελία του Εφετείου Παρισίων, με βάση το Εθνικό ένταλμα Σύλληψης που εκδόθηκε από το Ποινικό Δικαστήριο του Bobigny στις 7-4-2021 και επικυρώθηκε από το Εφετείο Παρισίων με την με αριθμό 123/16-11-2022 απόφασή του, προκειμένου να εκτίσει ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών για τα αδικήματα: α) της δόλιας μείωσης κατά τον προσδιορισμό ή την καταβολή του φόρου: μη υποβολής δήλωσης εντός της προσδιορισμένης προθεσμίας-φορολογική απάτη και β)της παράλειψης εγγραφής σε λογιστικό έγγραφο-φορολογική απάτη, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Πρέπει, επομένως να εξετασθεί περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητα της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3251/2004 το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία και με την επιφύλαξη της μη προσβολής με την έκδοσή του των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που διατυπώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Από δε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για το τυπικό κύρος του, πρέπει να περιέχει α) την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) την φύση και το νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τελέσεώς του στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου, στ) την επιβληθείσα ποινή αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του Κράτους Μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 του ιδίου νόμου το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών.
Στο άρθρο 10 παρ.1 στοιχ. α' και β' του νόμου αυτού ορίζεται αντίστοιχα ότι: 1. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον: α) Η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις που η αξιόποινη πράξη συνιστά έγκλημα σχετικά με φόρους, τέλη, τελωνεία και συνάλλαγμα δεν αποτελεί λόγο άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος η διαπίστωση ότι το Ελληνικό Κράτος δεν επιβάλλει ιδίου τύπου φόρους ή τέλη ή δεν προβλέπει ιδίου τύπου ρύθμιση για φόρους, τέλη, τελωνεία και συνάλλαγμα με εκείνη του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος. β) Τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως τέτοια".
Αντίθετα στην παρ. 2 του ως άνω άρθρου 10 ορίζεται ότι η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου για τις αξιόποινες πράξεις που περιοριστικά αναφέρονται στη διάταξη αυτή, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών. Επίσης, στη διάταξη του άρθρου 11 του νόμου αυτού, όπως διαμορφώθηκε μετά την διαγραφή με το άρθρο 30 Ν.4947/2022,ΦΕΚ Α 124/23.06.2022 των ισχυουσών έως τότε περιπτώσεων δ', ε', στ', ζ', η', ορίζεται ότι "Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, καλύπτεται από αμνηστία σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, εφόσον η Ελλάδα είχε την αρμοδιότητα για τη δίωξη αυτής της αξιόποινης πράξης, β) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, γ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι ανεύθυνο ποινικά λόγω της ηλικίας του για την αξιόποινη πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το ένταλμα, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους".
Τέλος στην παράγραφο 1 του άρθρου 12 του ιδίου ανωτέρω νόμου, όπως διαμορφώθηκε μετά την κατάργηση με άρθρο 36 Ν.5108/2024 με ισχύ από 2/5/2024 της ισχύουσας έως τότε περιπτώσεως, όπου καθορίζονται οι περιπτώσεις που η δικαστική αρχή, η οποία αποφασίζει για την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεσή του, ορίζεται ότι: "1. Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια αξιόποινη πράξη με εκείνη που αναφέρεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, β) αν οι ελληνικές αρχές αποφάσισαν είτε να μην ασκήσουν ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είτε να παύσουν τη δίωξη, γ) αν ο εκζητούμενος έχει δικαστεί αμετακλήτως για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξης, δ) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικαστεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις σε τρίτη χώρα, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, ε) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Ελλάδα ή είναι Έλληνας υπήκοος και η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους, στ) αν ο εκζητούμενος, με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, ζ) αν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, η) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία είτε θεωρείται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας ή σε εξομοιούμενο με αυτόν τόπο είτε για αξιόποινη πράξη η οποία τελέστηκε εκτός του εδάφους του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, απαγορεύεται η δίωξη για το έγκλημα που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Ελλάδας, θ) αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, είναι υπήκοος ή κάτοικος Ελλάδας και διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι με βάση το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο μέλος αυτής, κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα, που αναφέρονται στις άνω διατάξεις του ν. 3251/2004, εφόσον συντρέχουν οι προαναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές απαγορεύσεις, (άρθρα 10 και 11 του ν. 3251/2014). Ο Έλληνας δικαστής, λοιπόν, ως δικαστική αρχή εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αφού αρχικά ελέγξει τη νομιμότητα του εντάλματος, δηλαδή την εξωτερικά νομότυπη έκδοση (π.χ. έκδοση του εντάλματος από δικαστική αρχή) και την εσωτερική νομιμότητα αυτού (π.χ. έκδοση για αξιόποινες πράξεις και ποινές, που επιτρέπουν την παράδοση του εκζητουμένου), οφείλει, στη συνέχεια, να ερευνήσει, αν συντρέχει κάποιος από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 11 του Ν. 3251/2004 λόγους υποχρεωτικής άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος και, σε καταφατική περίπτωση, να εκδώσει απορριπτική απόφαση και να αρνηθεί την παράδοση του εκζητούμενου ή αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους δυνητικής άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος του άρθρου 12 του ιδίου νόμου, η συνδρομή του οποίου παρέχει στον δικαστή την διακριτική εξουσία, ασκούμενη σύμφωνα με τις ισχύουσες στο ελληνικό ποινικό σύστημα αρχές, να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος (ΑΠ 1567/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της εκκαλουμένης απόφασης, από όσα εξέθεσαν ο εκζητούμενος δια του διερμηνέως του και ο συνήγορος αυτού προφορικά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και με το από 29-1-2025 υπόμνημα του και από όλα τα έγγραφα που περιέχονται στη δικογραφία αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, με την εκκαλουμένη υπ'αριθμ. 9/2024 απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του με αριθμό αναφοράς φακέλου 21/005981 από 12-10-2023 Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που εκδόθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα στην Εισαγγελία του Εφετείου Παρισίων, με βάση το Εθνικό ένταλμα Σύλληψης που εκδόθηκε από το Ποινικό Δικαστήριο του Bobigny στις 7-4-2021και επικυρώθηκε από το Εφετείο Παρισίων με την με αριθμό 123/16-11-2022 απόφασή του, σε βάρος του εκκαλούντος (επ)A. (ον) S. του M. και της A., που γεννήθηκε στο ... Γαλλίας στις 12-3-1977, κατοίκου Ισραήλ και προσωρινά διαμένοντος στην Ερμούπολη Σύρου, προκειμένου να συλληφθεί και προσαχθεί ενώπιον της ως άνω Δικαστικής Αρχής, με σκοπό την έκτιση ποινής φυλάκισης τριών (3) ετών για τα αδικήματα: α) της δόλιας μείωσης κατά τον προσδιορισμό ή την καταβολή του φόρου: μη υποβολή δήλωσης εντός της προσδιορισμένης προθεσμίας-φορολογική απάτη και β) παράλειψη εγγραφής σε λογιστικό έγγραφο . Ο εκζητούμενος συνελήφθη στις 12/7/2024 σε εκτέλεση του ως άνω Ευρωπαικού εντάλματος σύλληψης και οδηγήθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου, όπου δήλωσε ότι δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος και με την υπ'αριθμ. 2/2024 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου επιβλήθηκαν σε αυτόν οι περιοριστικοί όροι α) της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα, β) της εμφάνισης του στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου διαμονής του την πρώτη,(1η) και δέκατη Πέμπτη (15) ημέρα κάθε μήνα και γ) της καταβολής εγγυοδοσίας ποσού δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000).
Με την εκκαλουμένη απόφαση ήρθησαν οι ως άνω περιοριστικοί όροι και διατάχτηκε η σύλληψη του εκζητούμενου και η προσωρινή του κράτηση μέχρι την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Από το υπό κρίση Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και την με αριθμό φακέλου 21/005981 και απόφασης 123 απόφαση του Εφετείου Παρισίων, προκύπτει ότι τα περιστατικά τα οποία στοιχειοθετούν τις αξιόποινες πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε ο εκζητούμενος και για τις οποίες έχει καταδικαστεί έχουν ως εξής: Ο εκζητούμενος ήταν κατά το κατωτέρω αναφερόμενο χρονικό διάστημα διαχειριστής της ..., μιας εταιρίας με αντικείμενο το χονδρικό εμπόριο υπολογιστών, περιφερειακού εξοπλισμού πληροφορικής, λογισμικού και το εμπόριο μεταξύ επιχειρήσεων. Υπό την ιδιότητά του αυτή προέβη: α) σε μείωση των μηνιαίων δηλώσεων ΦΠΑ που υποβλήθηκαν για την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2013 έως τις 31 Αυγούστου 2015, β)σε μη υποβολή μηνιαίων δηλώσεων ΦΠΑ για τους μήνες Σεπτέμβριο έως Δεκέμβριο 2015, γ) σε μείωση της δήλωσης φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων για το έτος που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2013, δ) σε μη υποβολή δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος για τα έτη που έληξαν στις 31 Δεκεμβρίου 2014 και 2015 και ε) σε παράλειψη καταχωρήσεων στα υποχρεωτικά λογιστικά έγγραφα για τα οικονομικά έτη που έληξαν στις 31 Δεκεμβρίου 2013,2014 και 2015. Και πλέον συγκεκριμένα τα ποσά μη καταβολής ΦΠΑ, ανέρχονται για το έτος 2013, στο συνολικό ποσό των 98.946 ευρώ, για το έτος 2014 στο συνολικό ποσό των 50.845 ευρώ και για το έτος 2015 στο συνολικό ποσό των 281.950 ευρώ, ενώ τα ποσά μη καταβολής άλλου είδους (εν προκειμένου εταιρικού φόρου) ανέρχονται για το έτος 2013 στο ποσό των 148.271 ευρώ, για το έτος 2014 στο ποσό των 44.944 ευρώ και για το έτος 2015 στο ποσό των 101.390 ευρώ.
Οι περιγραφόμενες στο ανωτέρω ένταλμα πράξεις συνιστούν κατά το Γαλλικό Δίκαιο τα αδικήματα της φοροδιαφυγής με δόλο, μη υποβολή φορολογικής δήλωσης εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, φορολογική απάτη και παράλειψη καταχώρησης σε λογιστικό έγγραφο-φορολογική απάτη, τα οποία προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1741 ΕΔ.1 και 1743 1 του Γενικού Φορολογικού Κώδικα και άρθρο L123-12, άρθρο L 123-13, άρθρο L 123-14 του γαλλικού εμπορικού κώδικα και τιμωρούνται με μέγιστη διάρκεια στερητικής της ελευθερίας ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών από τα άρθρα 1741 ΕΔ 1, ΕΔ 9, ΕΔ.11, άρθρο 1750 του γενικού φορολογικού κώδικα και άρθρο 50 του νόμου 52-401 της 14ης Απριλίου 1952. Η δεύτερη των ανωτέρω πράξεων που αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταχώρησης σε λογιστικό έγγραφο δεν είναι αξιόποινη κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, αφού αυτή συνιστά μόνο διοικητική παράβαση που επισύρει διοικητικό πρόστιμο κατά τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρο 57 του ν. 5104/2024 και συνακόλουθα, ως προς αυτή δεν συντρέχουν οι οριζόμενες από την διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 αρ. β, προϋποθέσεις για την εκτέλεσή του, αφού για την πράξη αυτή, δεν συντρέχει η απαιτούμενη από την ανωτέρω διάταξη περίπτωση του διττού αξιοποίνου. Το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά την παραδοχή του ότι η ανωτέρω πράξη της μη καταχώρησης σε λογιστικό έγγραφο, δεν είναι αξιόποινη κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, αποφάσισε την εκτέλεση του ενδίκου εντάλματος και για την πράξη αυτή , εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε, κατά τον βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο της κρινομένης έφεσεως.
Περαιτέρω η πρώτη των ανωτέρω πράξεων ήτοι η φοροδιαφυγή με δόλο είναι αξιόποινη και κατά το ελληνικό ποινικό δίκαιο προβλεπόμενη και τιμωρούμενη από τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ.1-3 του ν. 5104/2004, όπου ορίζονται τα ακόλουθα :
1. Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση: α) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) ή ειδικού φόρου ακινήτων (ΕΦΑ), αποκρύπτει από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, ιδίως παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές (ολικά ή μερικά) δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη, β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη Φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές, γ) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου πλοίων δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς στο Δημόσιο το φόρο αυτόν.
2. Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στη παράγραφο 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών: α) αν ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, ή β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος: αα) τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή ββ) τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, τέλους ή εισφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση.
3. Επιβάλλεται κάθειρξη αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της προηγούμενης παραγράφου υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας, ή τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς. Με τον δεύτερο λόγο της κρινομένης εφέσεως ο εκκαλών υποστηρίζει ότι η εκκαλουμένη απόφαση δεν περιλαμβάνει πίνακα χρεών των οφειλομένων φόρων, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί εάν η πράξη αυτή για την οποία έχει καταδικαστεί είναι αξιόποινη και κατά το ελληνικό ποινικό δίκαιο αιτούμενος στην συνέχεια την έκδοση αναβλητικής αποφάσεως προκειμένου να προσκομιστούν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει αν το ποσό του οφειλόμενου ανωτέρω ΦΠΑ ή φόρου υπερβαίνει το ελάχιστο όριο ανα διαχειριστικό έτος που ορίζουν οι προαναφερθείσες διατάξεις περί φοροδιαφυγής. Στην προσβαλλόμενη απόφαση όμως αλλά και στην προαναφερθείσα με αριθμό φακέλου 21/005981 και απόφασης 123 απόφαση του Εφετείου Παρισίων, αναφέρονται με λεπτομέρεια όπως εκτέθηκαν παραπάνω τα ποσά τόσο του ΦΠΑ, όσο και του εταιρικού φόρου που ο εκκαλών με δόλο απέφυγε την καταβολή τους με τις ανωτέρω πράξεις του για το κάθε διαχειριστικό ή φορολογικό έτος που αφορούν και συνακόλουθα το αίτημα του εκκαλούντος περί αναβολής για συμπληρωματικές πληροφορίες πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω όλες οι ανωτέρω μερικότερες πράξεις, πλην αυτής που αφορά την καταβολή εταιρικού φόρου για το οικονομικό έτος 2014, ύψους 44.944 ευρώ, που δεν είναι αξιόποινη κατά το ελληνικό δίκαιο, αφού δεν υπερβαίνει το ποσό των 100.000 ευρώ ανά φορολογικό έτος, όπως απαιτεί η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1,2, περ.β, ββ, του ν. 5104/2024, είναι αξιόποινες, αφού αφορούν ποσά ΦΠΑ άνω των 50.000 ευρώ ανά φορολογικό έτος (98.949 ευρώ για το έτος 2013, 50.845 ευρώ για το έτος 2014 και 281.950 ευρώ για το έτος 2015) και ποσά εταιρικού φόρου άνω των 100.000 ευρώ ανά φορολογικό έτος (148.271 ευρώ για το έτος 2013 και 101.390 ευρώ για το έτος 2015). Συνακόλουθα ως προς την μερικότερη αυτή πράξη της μη καταβολής εταιρικού φόρου για το έτος 2014, το ένδικο ένταλμα δεν πρέπει να εκτελεστεί αφού για την πράξη αυτή, δεν συντρέχει η απαιτούμενη από την ανωτέρω διάταξη περίπτωση του διττού αξιοποίνου. Το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά την παραδοχή του ότι η ανωτέρω πράξη της μη καταβολής εταιρικού φόρου για το έτος 2014, δεν είναι αξιόποινη κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, αποφάσισε την εκτέλεση του ενδίκου εντάλματος και για την πράξη αυτή, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε, κατά τον εν μέρει βάσιμο περί τούτου δεύτερο λόγο της κρινομένης εφέσεως.
Περαιτέρω το ένδικο ένταλμα, το οποίο προσκομίζεται στην ελληνική γλώσσα περιέχει όλα τα στοιχεία που ορίζονται από το νόμο, ήτοι την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητούμενου, το όνομα, τη διεύθυνση και τα λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής που το εξέδωσε , την εκτελεστή δικαστική απόφαση, τη φύση και τον χαρακτηρισμό του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε και είναι επιτρεπτή η εκτέλεσή του, κατά τα προεκτεθέντα, την περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος αυτού και της επιβληθείσης ποινής, όπως και το πλαίσιο της ποινής που προβλέπεται γι'αυτό και συνακόλουθα πληρεί τα στοιχεία της τυπικής εγκυρότητάς κατά τον νόμο, ενώ δεν προέκυψε ότι συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 11 και 12 του ανωτέρω νόμου 3251/2004 περιπτώσεις απαγόρευσης της εκτέλεσης ή δυνατότητας να απαγορευθεί αυτή πλην των προαναφερομένων πράξεων για τις οποίες δεν είναι επιτρεπτή η εκτέλεσή του ελλείψει του διττού αξιοποίνου αυτών. Τέλος, ο εκζητούμενος και ήδη εκκαλών, τόσο με τον τρίτο λόγο της κρινομένης εφέσεώς του, όσο και με τα όσα διευκρίνισε ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, ισχυρίστηκε ότι σε περίπτωση που εκδοθεί στη Γαλλία, κινδυνεύει η ζωή του και διατρέχει κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής συμπεριφοράς στις φυλακές, εξ αιτίας του αντισημιτικού μένους κατά των εβραίων που υπάρχει στην Γαλλία κυρίως από μουσουλμάνους κρατούμενους με τους οποίους θα συνυπάρξει, δεδομένης της εβραϊκής καταγωγής του ιδίου.
Οι προβαλλόμενες με τον εν λόγω ισχυρισμό αιτιάσεις του εκκαλούντος είναι αβάσιμες. Τούτο, κατ`αρχήν, διότι ουδόλως μπορεί να υποστηριχθεί ότι η Γαλλία είναι κράτος όπου ο εκζητούμενος, μπορεί να υποστεί, για οποιαδήποτε αιτία, βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, ώστε η έκδοσή του να αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 του ν.3251/2004, σύμφωνα με την οποία "η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών αρχών, που διατυπώνονται στο ισχύον Σύνταγμα και στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τουναντίον η Γαλλία αποτελεί ασφαλές κράτος δικαίου, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης, με παράδοση στην θέσπιση και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ώστε να μην τίθεται θέμα κινδύνου ζωής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή μη σεβασμού των ατομικών δικαιωμάτων του εκζητούμενου.
Τέλος η προβαλλόμενη από τον εκζητούμενο - εκκαλούντα διακινδύνευση της ζωής του από τρίτα, άσχετα προς το εκζητούν Κράτος, πρόσωπα, ουδόλως ασκεί επιρροή στην υπόθεση, αφού δεν αποτελεί νόμιμο λόγο απαγόρευσης της έκδοσης (ΑΠ 892/2020). Το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, που με την προσβαλλομένη απόφαση του, έκρινε όμοια επί του υποβληθέντος ενώπιον του ιδίου ισχυρισμού του εκκαλούντος, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα που ισχυρίζεται ο εκκαλών, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της κρινομένης εφέσεώς του κρίνονται αβάσιμα. Με βάση τα ανωτέρω, κατά παραδοχή των ως άνω κριθέντων ως βασίμων λόγων της κρινομένης εφέσεως, η τελευταία πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη και κατ'ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να διαταχθεί η εκτέλεση του ενδίκου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης κατά το μέρος για το οποίο ζητείται η έκδοση του εκζητούμενου για την έκτιση της επιβληθείσας σ'αυτόν ποινής που αφορά την πράξη της φοροδιαφυγής με δόλο για τον ΦΠΑ για τα έτη 2013, 2014 και 2015 και για τον εταιρικό φόρο για τα έτη 2013 και 2015 και να διαταχθεί η σύλληψη και κράτηση του εκζητούμενου μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας έκδοσης αυτού, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την με αρ. 53/6-11-2024 έφεση του εκζητουμένου, (επ)A. (ον) S. του M. και της A., που γεννήθηκε στο ... Γαλλίας στις 12-3-1977, κατοίκου Ισραήλ και προσωρινά διαμένοντος στην Ερμούπολη Σύρου, κατά της με αριθμό 9/2024 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση.
Αποφαίνεται ότι πρέπει να εκτελεστεί το με αριθμό αναφοράς φακέλου 21/005981 από 12-10-2023 ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, που εκδόθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα στην Εισαγγελία του Εφετείου Παρισίων, με βάση το Εθνικό Ένταλμα Σύλληψης που εκδόθηκε από το Ποινικό δικαστήριο του Bobigny στις 7 Απριλίου 2021 και επικυρώθηκε από το Εφετείο Παρισίων με την με αριθμό 123 από 16 Νοεμβρίου 2022 απόφαση του, κατά το μέρος για το οποίο ζητείται η έκδοση του εκζητούμενου για την έκτιση της επιβληθείσας σ'αυτόν ποινής που αφορά την πράξη της φοροδιαφυγής με δόλο για τον ΦΠΑ για τα έτη 2013, 2014 και 2015 και για τον εταιρικό φόρο για τα έτη 2013 και 2015. Διατάσσει την σύλληψη και κράτηση του ως άνω εκζητούμενου, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας έκδοσης αυτού προς την εκζητούσα αρχή. Διαβιβάζει την δικογραφία στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου για τις περαιτέρω νόμιμες ενέργειες.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1974 - 2026 © Τετράβιβλος. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Όροι και Προϋποθέσεις