Α.Π. 381/2026 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ «ΤΡΙΤΟΥ» ΣΤΗ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΗ ΔΥΣΦΗΜΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΕΠΙΕΙΚΕΣΤΕΡΟΥ ΝΟΜΟΥ (άρθρ. 2 παρ. 1 ΠΚ, άρθρ. 363 ΠΚ, άρθρ. 54 & άρθρ. 136 περ. α' Ν. 5090/2024)
ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΓΙΑ ΕΣΦΑΛΜΕΝΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΑΠΕΥΘΕΙΑΣ ΚΗΡΥΞΗ ΑΘΩΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΡΕΙΟ ΠΑΓΟ (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, άρθρ. 518 παρ. 1 ΚΠΔ)
ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ ΥΠΟΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΗΣ ΔΥΣΦΗΜΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΑΜΕΣΟΥ ΔΟΛΟΥ (άρθρ. 362 ΠΚ, άρθρ. 363 ΠΚ, άρθρ. 27 παρ. 1 ΠΚ)
ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΗΣ ΔΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΛΟΓΩ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΑΚΡΟΑΣΗΣ ΕΠΙ ΑΥΤΟΤΕΛΩΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ (άρθρ. 171 παρ. 1 εδ. δ' & παρ. 2 ΚΠΔ, άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, άρθρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ)
ΤΥΠΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΕΛΕΣΙΔΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ (άρθρ. 464, άρθρ. 466 παρ. 1α', άρθρ. 473 παρ. 2 & 3, άρθρ. 474 παρ. 2Α & 4, άρθρ. 504 παρ. 1, άρθρ. 505 παρ. 1α' ΚΠΔ)
Με την υπ' αριθ. 381/2026 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε εν μέρει η καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, εφαρμόζοντας αναδρομικά την ευμενέστερη διάταξη του άρθρου 363 ΠΚ (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 54 Ν. 5090/2024), έκρινε ότι τα μέλη και τα όργανα του Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγορικού Συλλόγου, που λαμβάνουν γνώση αναφοράς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, δεν συνιστούν «τρίτους». Συνεπώς, ελλείψει ανακοίνωσης σε τρίτα πρόσωπα, η πράξη κατέστη ανέγκλητη. Κατ' εφαρμογή του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠΔ, ο Άρειος Πάγος εκήρυξε την αναιρεσείουσα αθώα για τη συκοφαντική δυσφήμηση και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο αποκλειστικά για τον επανακαθορισμό της συνολικής ποινής.
Ν.Μ.
Αριθμός 381 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Γιαννακοπούλου -Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη και Παναγιώτη Φιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Άννας Καλουτά (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ. , για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Κ. Μ. του Γ. , κατοίκου ... , η οποία παρέστη μετά του δικηγόρου της Θεόδωρου ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2168/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Μ. Α. του Μ. , κάτοικο ... , η οποία παρέστη αυτοπροσώπως, υπό την ιδιότητά της ως δικηγόρου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθ. πρωτ. ...-2025 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση, τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας και την υποστηρίζουσα την κατηγορία υπό την ιδιότητά της ως δικηγόρου, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση με αρ. πρωτ. ....2025 αίτηση της Κ. Μ. του Γ. , κατοίκου ... , οδός ... , (ασκηθείσα με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2168/2025 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καθό μέρος αφορά την καταδικαστική της διάταξη για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης για την οποία κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ένοχη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ.464, 466 παρ.1α', 473 παρ.2 και 3, 474 παρ.2Α και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 α' του ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του αναιρετικού της λόγου, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' του ΚΠΔ.
Από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, με την οποία ορίζεται ότι, "Αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου", προκύπτει ότι καθιερώνεται με αυτήν η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, είναι δε επιεικέστερος ο νόμος που - στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα - οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορούμενου. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων, που προβλέπει καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι εκείνος που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη, λαμβάνεται κατ' αρχάς υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή (ΑΠ 34/2026, 630/2025, ΑΠ 550/2025). Ως επιεικέστερος δε νόμος θεωρείται, όχι μόνο αυτός που προσδιορίζει το είδος και το ύψος της ποινής, αλλά και κάθε διάταξη, που μπορεί να επηρεάσει την τύχη του κατηγορούμενου (ΑΠ 959/2024). Προδήλως, είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο, ο μεταγενέστερος του χρόνου τέλεσης της πράξης νόμος, που καθιστά την πράξη ανέγκλητη(ΑΠ 752/2024).
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 362 ΠΚ, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης(16.5.2018) της ένδικης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης", ενώ κατά το άρθρο 363 ΠΚ, όπως, επίσης, ίσχυε κατά τον ως άνω χρόνο τέλεσης της ίδιας πράξης, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Μαζί με την φυλάκιση μπορεί να επιβληθεί και χρηματική ποινή. Μπορεί επίσης να επιβληθεί και στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων κατά το άρθρο 63".
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του αυτού ως άνω άρθρου 362 ΠΚ, όπως ίσχυαν μετά την 1.7.2019 (Ν. 4619/2019, ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019) και έως 30.4.2024, "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. Αν η πράξη τελέστηκε δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή", ενώ κατά το άρθρο 363 ΠΚ, όπως, επίσης, ίσχυσε μετά τον ως άνω Ν. 4619/2019 και έως 30.4.2024, "Αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή".
Ακολούθως, με το άρθρο 136 περ. α' του Ν. 5090/2024 (ΦΕΚ Α' 30/23.2.2024. - Έναρξη ισχύος από 1.5.2024, σύμφωνα με το άρθρο 138 του εν λόγω νόμου), οι διατάξεις του άρθρου 362 του ΠΚ καταργήθηκαν, ενώ με το άρθρο 54 του ίδιου νόμου (5090/2024) το άρθρο 363 του ΠΚ αντικαταστάθηκε και διαμορφώθηκε πλέον ως εξής "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή. Στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης".
Κατά την αιτιολογική έκθεση του ως άνω Ν. 5090/2024, "Με την κατάργηση της απλής δυσφήμησης του άρθρου 362 ΠΚ το αξιόποινο περιορίζεται στις περιπτώσεις που η διάδοση ενώπιον τρίτου συνοδεύεται από την υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση της γνώσης της ψευδούς υπόστασης του γεγονότος που είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου. Επίσης, από την έννοια του τρίτου, αποδέκτη της διάδοσης εξαιρούνται τα πρόσωπα που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οπότε εξ αυτού και μόνο δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη η προσφορότητα του γεγονότος για προσβολή της τιμής. Στην ανωτέρω εξαίρεση δεν περιλαμβάνονται ισχυρισμοί που στρέφονται κατά άλλων (πλην των διαδίκων) μερών ή περιπτώσεις που οι αποδέκτες των διαδόσεων (δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι), συνδέονται προσωπικά με τα διάδικα μέρη έτσι ώστε η γνωριμία αυτή να αίρει την απροσφορότητα του γεγονότος να βλάψει την τιμή λόγω μη αποστασιοποίησης των λειτουργών ή υπαλλήλων από τα διάδικα πρόσωπα. Αυτό ισχύει για τους δημόσιους λειτουργούς ή υπαλλήλους που συμπράττουν στην ποινική διαδικασία ή πολιτική ή διοικητική δίκη, όπως είναι ο εισαγγελέας, ο δικαστής, ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία της καταχώρησης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, οι ανακριτικοί υπάλληλοι που ορίζονται από τον εισαγγελέα για τη διενέργεια προανακριτικών πράξεων, ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος ως άμισθος δημόσιος λειτουργός είναι αρμόδιος για την επίδοση δικογράφων και εξωδίκων εγγράφων ενόψει ή στο πλαίσιο πολιτικής δίκης.
Άλλωστε, για τα τελευταία αυτά πρόσωπα δεν προκύπτει ότι λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου των συγκεκριμένων δικογράφων, παρά μόνο των στοιχείων που είναι αναγκαία για τον ορθό δικονομικά χειρισμό της υπόθεσης. Επίσης, για τον προσδιορισμό της έννοιας του τρίτου χρησιμοποιήθηκε στοχευμένα ο διευρυμένος και γενικός ορισμός της "δίκης" που περιλαμβάνει κάθε στάδιο από την προδικασία (π.χ. αστυνομική προανάκριση, άρα καταλαμβάνει και προανακριτικούς υπάλληλους κατά την αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση) μέχρι την αμετάκλητη απόφαση". Με τη νέα αυτή διάταξη, πέραν της κατάργησης της απλής δυσφήμησης, ορίζεται για τη συκοφαντική δυσφήμηση ότι, από την έννοια του τρίτου, αποδέκτη της διάδοσης, εξαιρούνται τα πρόσωπα που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Αυτό ισχύει για τους δημόσιους λειτουργούς ή υπαλλήλους που συμπράττουν στην ποινική διαδικασία ή πολιτική ή διοικητική δίκη, όπως είναι ο εισαγγελέας, ο δικαστής, ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία της καταχώρισης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, οι ανακριτικοί υπάλληλοι, που ορίζονται από τον εισαγγελέα για τη διενέργεια προανακριτικών πράξεων, ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος ως άμισθος δημόσιος λειτουργός είναι αρμόδιος για την επίδοση δικογράφων και εξωδίκων εγγράφων ενόψει ή στο πλαίσιο πολιτικής δίκης. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί, ότι στην έννοια του "τρίτου" για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δεν περιλαμβάνονται - εκτός από τους προαναφερθέντες δημόσιους λειτουργούς και υπαλλήλους που λαμβάνουν γνώση των σχετικών ισχυρισμών για τους διαδίκους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους στα πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης - και τα μέλη των πειθαρχικών συμβουλίων, αφού η πειθαρχική διαδικασία είναι μια θεσμοθετημένη δικαιοδοτική διαδικασία, που ασκείται κανονιστικά από όργανα επιφορτισμένα με το σχετικό αυτό καθήκον, ενώ πρέπει να σημειωθεί, ότι η τοιαύτη ερμηνεία αποβαίνει υπέρ του κατηγορούμενου (ΑΠ 649/2025).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 152 παρ. 2 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" (ΦΕΚ Α' 208/27.9.2013), "Ο Πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου ή ο αρχαιότερος από τους προέδρους των πειθαρχικών τμημάτων στις περιφέρειες όπου λειτουργούν περισσότερα πειθαρχικά τμήματα (που σημειωτέον συγκροτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 147 του ιδίου ως άνω νόμου), ευθύς ως λάβει αναφορά με την οποία καταγγέλλονται πειθαρχικώς επιλήψιμες πράξεις δικηγόρου ή λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση από ανακοίνωση δικαστικής ή εν γένει δημόσιας αρχής ή ακόμα και αυτεπάγγελτα, χωρίς την υποβολή αναφοράς, ευθύς μόλις λάβει με οποιονδήποτε τρόπο ίδια γνώση για τέλεση τέτοιων πράξεων, παραγγέλλει τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, την οποία αναθέτει σε μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου", ενώ κατά το άρθρο 153 του αυτού ως άνω νόμου που τιτλοφορείται "Άσκηση πειθαρχικής δίωξης", "1. Η πειθαρχική δίωξη ασκείται ενώπιον του αρμόδιου Πειθαρχικού Συμβουλίου αποκλειστικά από τον Πρόεδρο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, εφόσον από την αιτιολογημένη έκθεση της προκαταρκτικής εξέτασης προκύπτουν σοβαρές υπόνοιες ή σαφείς ενδείξεις για διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από συγκεκριμένο δικηγόρο...Στο έγγραφο της πειθαρχικής δίωξης πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς ο τόπος, ο χρόνος και τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωμα και ο διωκόμενος δικηγόρος. 2. Το έγγραφο της πειθαρχικής δίωξης μαζί με το πόρισμα της προκαταρκτικής εξέτασης και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου αποστέλλονται αμέσως στον Πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου. Σε περίπτωση ύπαρξης περισσοτέρων τμημάτων στο πειθαρχικό συμβούλιο της έδρας του πολιτικού εφετείου, ο σχετικός φάκελος διαβιβάζεται στον Πρόεδρο του τμήματος που έχει τα περισσότερα χρόνια ενεργούς δικηγορίας. Ο τελευταίος διενεργεί κλήρωση ενώπιον των Προέδρων όλων των τμημάτων της ίδιας εφετειακής περιφέρειας για το ποιο τμήμα θα χρεωθεί την υπόθεση μεταξύ όλων των τμημάτων που έχουν συγκροτηθεί στην έδρα του πολιτικού εφετείου"(ΑΠ 649/2025).
Εξάλλου, από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται αντικειμενικά: α) Ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον "τρίτου" σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι ψευδές και να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, ήτοι γεγονός πρόσφορο κατά την κοινή αντίληψη και όχι με κριτήρια υποκειμενικά να επιφέρει την προσβολή της τιμής ή της υπόληψης και γ) ο ισχυρισμός ή η διάδοση από τον δράστη για άλλον του γεγονότος, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου, στον οποίο αποδίδεται, να γίνει ενώπιον "τρίτου", ενώ για την πλήρωση της αντικειμενικής της υπόστασης δεν ενδιαφέρει, αν οι "τρίτοι" γνωρίζουν ήδη το διαδιδόμενο γεγονός ή θα μπορούσαν ευχερώς να το πληροφορηθούν από άλλους.
Τούτο δε, διότι και στην περίπτωση αυτή η πράξη μπορεί να δημιουργεί επιπλέον κίνδυνο για την τιμή, αφού ενισχύει την πίστη ως προς την αλήθεια του γεγονότος. Ως "ισχυρισμός" νοείται η ανακοίνωση, που προέρχεται από γνώμη ή πεποίθηση του ίδιου του δράστη ή από μετάδοση άλλου προσώπου, που υιοθέτησε ο δράστης, ενώ ως "διάδοση" νοείται η μετάδοση ανακοίνωσης άλλου προσώπου από τον δράστη, χωρίς αυτός να την υιοθετεί. Ως "γεγονός" περαιτέρω νοείται οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρόν ή το παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δυνατόν να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Δεν αποκλείεται, όμως, στην έννοια του "γεγονότος" να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί, κάθε φορά που αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη, ενώ "τιμή" είναι το καλό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία εκπλήρωσης απ' αυτό των ηθικών και νομικών κανόνων και "υπόληψη" είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική αξία του, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του (ΑΠ 437/2025, ΑΠ 503/2021). Για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης και τη γνώση ότι το διαδοθέν είναι ψευδές. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ενδεχόμενος δόλος(ΑΠ 649/2025, ΑΠ 437/2025, ΑΠ 1515/2024,ΑΠ 833/2024).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 171 παρ.1 του ΚΠΔ "ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται:1] Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α]...,β]..., γ]..., δ] την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά Δικαιώματα". 2]...Αν ο κατηγορούμενος ζήτησε να ασκήσει δικαίωμα που του παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο του το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για την σχετική αίτηση. 3]...".
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [ΕΣΔΑ], η οποία κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/74, αποτελεί δε κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης εσωτερικού νόμου, ορίζεται ότι "Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που λειτουργεί νόμιμα, το οποίο θα αποφασίσει είτε... είτε για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης". Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, προκύπτει, ότι η πολιτεία μέσω των οργάνων της οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορούμενου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι.
Παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της ίδρυσης του αναιρετικού λόγου της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ), επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του Κ.Π.Δ. , και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγος αναίρεσης (ΑΠ 769/2023, ΑΠ 709/2020, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 1827/2019). Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Η προβολή, όμως, των ισχυρισμών αυτών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Διαφορετικά, το Δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ούτε πολύ περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι' αυτούς. Αν ο αυτοτελής ισχυρισμός απορριφθεί "σιγή" από το Δικαστήριο, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδ. με άρ. 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, για έλλειψη ακρόασης του κατηγορούμενου ή του συνηγόρου του (ΑΠ 772/2024).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και, όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση ( ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 183/2025,ΑΠ 2/2025, ΑΠ 594/2024). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος, αναιρώντας την απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, δεν παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, αλλά εφαρμόζει τη σωστή ποινική διάταξη, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα το Δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 5/2021,ΑΠ 515/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο [Πλημμελημάτων] Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, που τελέστηκε σε βάρος της εγκαλούσας και υποστηρίζουσας την κατηγορία με έγγραφη αναφορά της κατηγορούμενης-αναιρεσείουσας προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, ως προς την οποία και μόνον πλήττεται με την υπό κρίση αναίρεση, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σε αυτή, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εγκαλούσα, Μ. Α. του Μ. , είναι δικηγόρος διορισμένη στον Δικηγορικό Σύλλογο … Το έτος 2018 ήταν εγγεγραμμένη στον Κατάλογο Νομικής Βοήθειας του Πρωτοδικείου Αθηνών και στις 16.04.2018 διορίστηκε αυτεπαγγέλτως από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών ως πληρεξούσια δικηγόρος του Α. Π. , ο οποίος ήταν κατηγορούμενος για την πράξη της μαστροπείας εναντίον προσώπου νεώτερου των δεκαπέντε ετών, από ανιόντα συγγενή εξ αίματος, με προσφορά ή υπόσχεση πληρωμής χρημάτων κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, δυνάμει του με αριθμό .../2016 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Στην ίδια υπόθεση διορίστηκε αυτεπαγγέλτως και η γνωστή της εγκαλούσας, δικηγόρος Αθηνών, Αθηνά Αποστολοπούλου ως συνήγορος έτερου κατηγορούμενου, του Α. Μ. Η εκδίκαση της υπόθεσης διακόπηκε διαδοχικά από την αρχική δικάσιμο της 16.04.2018 για τη δικάσιμο της 26.04.2018 και ακολούθως τη δικάσιμο της 04.05.2018, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 07.11.2018. Η εν λόγω υπόθεση εκδικάσθηκε τελικά κατά τη δικάσιμο της 20.01.2021 ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου και ο κατηγορούμενος, Α. Π. , κηρύχθηκε ένοχος (ήδη και τελεσίδικα} για την πράξη της μαστροπείας από ανιόντα συγγενή εξ' αίματος με προσφορά ή υπόσχεση πληρωμής χρημάτων κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, που έλαβαν χώρα στο Κορωπί και στον Κουβαρά Αττικής, εντός του χρονικού διαστήματος από τον Μάιο του 2010 μέχρι τις 15-11-2012. Πολιτικώς ενάγουσα στην ανωτέρω δίκη ήταν η εδώ κατηγορουμένη, Κ. Μ. , η οποία και είχε προβεί στις σχετικές καταγγελίες, ενώπιον των αρμοδίων Αρχών, σε συνέχεια των οποίων κινήθηκε η ως άνω ποινική δίωξη σε βάρος του Α. Π.
Στις 16.5.2018, η κατηγορουμένη, προέβη στην από 16.05.2018 αναφορά - καταγγελία, ενώπιον του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, που έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου ...2018, στην οποίαν ανέφερε ,μεταξύ άλλων, για την εγκαλούσα, Μ. Α. , τα ακόλουθα: "Κύριοι, Με την εντολή 1121/11 του Εισαγγελέα Ανηλίκων κου Η. Ζ. και με την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων 4117/17 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχω αναλάβει την επιμέλεια 2 δίδυμων αδερφών ηλικίας σήμερα 15 ετών, διότι ο μεν πατέρας τους κατηγορείται για βιασμό εναντίον της κόρης του και για μαστροπεία εναντίον και των 2 παιδιών, οι δε δύο γονείς από κοινού για σωματεμπορία εναντίον των παιδιών τους. Οι δύο γονείς παραπέμπονται σε 3 διαφορετικές δίκες του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών. Επειδή όπως αντιλαμβάνεστε τα έξοδα των δικών αυτών είναι τεράστια, στις 16-4-2018 όπου κατηγορούμενοι ήταν ο Α. Π. (πατέρας των παιδιών) μαζί με τον Α. Μ. και τη Σ. Μ. επειδή όλοι μαζί βίαζαν τα παιδιά και έναντι αμοιβής τα έδιναν και σε τρίτους να τα βιάζουν, ήρθα στο σύλλογο σας ζητώντας το διορισμό δικηγόρου επειδή ταυτόχρονα η οικογένειά μου είχε και ένα άλλο σοβαρότατο διοικητικό δικαστήριο και δεν μπορούσαμε να ανταπεξέλθουμε οικονομικά. Ο σύλλογος σας με παρέπεμψε στο Εκκλησιαστικό Ίδρυμα της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών ΚΕΣΟ (Κέντρο Στήριξης Οικογένειας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών) οι οποίοι και μου διόρισαν δικηγόρο τον Απόστολο Φέστα. Στις 16/4/2018 ο Α. Π. και ο Α. Μ. ζήτησαν διορισμό δικηγόρου από το δικαστήριο. Το δικαστήριο διόρισε δικηγόρο του Α. Π. την Μ. Α. Έπειτα από 2 διακοπές το δικαστήριο αναβλήθηκε για την 7-11-2018. Όμως, κατά τη διάρκεια της 4/5/2018 και πριν αναβάλει το Δικαστήριο άκουσα η ίδια τη δικηγόρο Μ. Α. να λέει στο δικηγόρο της Σ. Μ. ότι: α έχει δικό της άνθρωπο ο οποίος δωρεάν θα παρακολουθεί το τηλέφωνο μου και έτσι θα μαθαίνουν όλες τις κινήσεις μου (εννοείται ότι στις δίκες αυτές παρίσταμαι ως πολιτικώς ενάγουσα υπέρ των παιδιών) β. έχει ανθρώπους να μου προκαλέσουν τροχαίο ατύχημα ή να μου βάλουν ναρκωτικά στο αυτοκίνητο μου.
Επίσης η συγκεκριμένη δικηγόρος είπε στο συνάδελφο της, συνήγορο της Μ. , ότι συμφώνησε με το δικηγόρο μου Απόστολο Φέστα να του δώσει 2.000 ευρώ για να της πει τις κατ' ιδίαν συζητήσεις μας και να της δώσει αντίγραφα οστό όλα τα έγγραφά μου. Γελούσε μάλιστα και υπερηφανευόταν ότι με αυτόν τον τρόπο κερδίζει τις υποθέσεις της όταν βλέπει αντικειμενικά ότι είναι τελείως χαμένες. Κύριοι φυσικά μετά από αυτό έπαυσα αμέσως από δικηγόρο μου τον Απόστολο Φέστα. Όμως έχω τρομοκρατηθεί. Προσπαθώ να υπερασπιστώ 2 παιδιά που μου τα ανέθεσε ο εισαγγελέας για να τα προστατέψει από το κύκλωμα που τα κακοποιούσε. Φοβάμαι για τη ζωή μου. Ζητώ να με προστατέψετε από τις παράνομες πρακτικές στις οποίες καταφεύγουν κάποια μέλη του συλλόγου σας προκειμένου να κερδίσουν τις υποθέσεις τους. Εάν λειτουργοί της δικαιοσύνης όπως είναι οι δικηγόροι, λειτουργούν ως κοινοί εγκληματίες τότε πως θα προστατευθεί ο πολίτης; Σας ζητώ να με προστατέψετε. Με εκτίμηση, Κ. Μ....".
Επί της ως άνω αναφοράς, ορίστηκε δυνάμει της από 21.05.2018 Πράξης του Προέδρου του Δ.Σ.Α. , ως εισηγητής, το μέλος του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Α. , κ. Δημήτριος Κωστάκης, ο οποίος ενήργησε προκαταρκτική εξέταση και εισηγήθηκε να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο για το λόγο ότι: "Δεν προέκυψαν ενδείξεις τέλεσης πειθαρχικού αδικήματος εκ μέρους της δικηγόρου (εγκαλουμένης)". Κατόπιν τούτων η ως άνω αναφορά ετέθη στο αρχείο με την υπ' αριθμ. .../2018 Πράξη του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Σχετικά με την αλήθεια ή μη των ως άνω καταγγελλόμενων από την κατηγορούμενη σε βάρος της εγκαλούσας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Καίτοι η κατηγορούμενη ισχυρίζεται ότι η εγκαλούσα ισχυρίστηκε τα ανωτέρω ενώπιον διαφόρων προσώπων (συνηγόρων λοιπών κατηγορούμενων και του οικογενειακού της -κατηγορούμενης- φίλου Ι. Β. , ο οποίος εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) κανείς δεν επιβεβαίωσε ότι άκουσε την εγκαλούσα να ισχυρίζεται τα ανωτέρω. Ο τελευταίος δε ισχυρίστηκε ότι όσα γνωρίζει για το τι ισχυρίσθηκε η εγκαλούσα την ως άνω ημέρα, τα έμαθε από την ίδια την κατηγορούμενη καίτοι θα έπρεπε να τα είχε ακούσει και ο ίδιος, εάν ήταν αληθή, καθόσον συνόδευε στην κατηγορούμενη στην αίθουσα του ΜΟΔ Αθηνών που ήταν άδεια από κόσμο, όπως η ίδια η κατηγορούμενη ισχυρίσθηκε απολογούμενη και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Επιπλέον, δεν προέκυψε κανένας λόγος για τον οποίο η εγκαλούσα θα έδινε το ποσό των 2.000 ευρώ στον τότε συνήγορο της κατηγορούμενης, Απόστολο Φέστα, προκειμένου να μάθει από αυτόν τις κατ' ιδίας συζητήσεις του με την κατηγορούμενη και να της δώσει κρίσιμα έγγραφα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην αντίκρουση της κατηγορίας από τον πελάτη της (εγκαλούσας) καθότι η κατηγορούμενη αορίστως προέβαλε τους ισχυρισμούς αυτούς χωρίς να επικαλεσθεί συγκεκριμένα στοιχεία προς θεμελίωσή τους, ήτοι ποιες πληροφορίες και ποια έγγραφα θα λάμβανε η εγκαλούσα από το συνήγορό της τα οποία θα τη βοηθούσαν στην αντίκρουση της κατηγορίας κατά του πελάτη της. Το μόνο που ανέφερε η εγκαλούσα εκείνη την ημέρα και αφορούσε το χειρισμό εκ μέρους της, της ανατεθείσας σε αυτήν υπόθεσης, ήταν ότι:" ο φάκελος της δικογραφίας είναι ελλιπής και με σωστή δουλειά θα αποδυναμωθεί η κατηγορία". Σημειωτέον δε ότι η κατηγορούμενη, η οποία ισχυρίζεται ότι πίστεψε τα ανωτέρω, δεν έπαυσε την ίδια στιγμή από πληρεξούσιο δικηγόρο της τον Α. Φέστα αναλαμβάνοντας άμεσα το σύνολο των εγγράφων που του είχε παραδώσει, όπως θα έπρεπε εάν ήταν αληθή όσα ως άνω ισχυρίστηκε, αλλά μετά πάροδο μερικών ημερών.
Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι όσα ως άνω ισχυρίστηκε και κατήγγειλε η κατηγορούμενη ότι άκουσε την εγκαλούσα να λέει, ήταν ψευδή διότι η εγκαλούσα δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι είχε ανθρώπους για να παρακολουθούν το τηλέφωνο της κατηγορούμενης, για να της προκαλέσουν τροχαίο ατύχημα ,για να την εμπλέξουν σε υπόθεση διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, ούτε ότι είχε συμφωνήσει με τον συνήγορο της κατηγορούμενης για να του δώσει το ποσό των 2.000 ευρώ προκειμένου να λάβει γνώση των ανωτέρω στοιχείων. Η κατηγορούμενη γνώριζε ότι τα όσα κατήγγειλε ενώπιον του ΔΣΑ ήταν ψευδή καθόσον δεν προέκυψε κανένα στοιχείο από το οποίο θα μπορούσε να συναχθεί ότι παρερμήνευσε ή παράκουσε τα όσα συζητούσε εκείνη την ημέρα η εγκαλούσα με τους συναδέλφους της και προέβη στην ως άνω καταγγελία, με σκοπό να πλήξει την τιμή και την υπόληψη εγκαλούσας και να προκαλέσει την κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον της ενώ τα ως άνω γεγονότα που ισχυρίστηκε η κατηγορούμενη μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας καθόσον την εμφάνιζε ενώπιον τρίτων προσώπων (γραμματέα του ΔΣΑ που παρέλαβε την καταγγελία, εισηγητή που τη χρεώθηκε, μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΔΣΑ και Πρόεδρου αυτού, ήτοι συναδέλφων της εγκαλούσας), ως δικηγόρο που μετέρχεται αθέμιτα και παράνομα μέσα προκειμένου να επιτύχει θετική έκβαση των υποθέσεων που αναλαμβάνει. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ως προς τη με αριθ. πιν. 4 υπόθεση, θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορούμενη των πράξεων που της αποδίδονται (...και συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό".
Ακολούθως το δικάσαν σε δεύτερο βαθμό Τριμελές Εφετείο [Πλημμελημάτων] Αθηνών, με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, κήρυξε την αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ένοχη, με την αναγνωρισθείσα πρωτοδίκως ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ και την επί πλέον αναγνωρισθείσα σ' αυτήν ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, μεταξύ άλλων, και της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, που τελέστηκε σε βάρος της εγκαλούσας με αναφορά προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών (ως προς την οποία και μόνον πλήττεται με την υπό κρίση αναίρεση), για την οποία της επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ την... παραπάνω κατηγορούμενη ένοχη:
Στην Αθήνα... την 16-5-2018... ισχυρίσθηκε γραπτά για άλλον γεγονότα ψευδή, που μπορούσαν αν βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, ενώ τελούσε σε γνώση του ψεύδους και συγκεκριμένα κατήρτισε έγγραφη αναφορά σε βάρος της παθούσας, Μ. Α. του Μ. , δικηγόρου Αθηνών και την κατέθεσε στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών στην οποία ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής εν γνώσει της ψευδή γεγονότα : "[...] κατά τη διάρκεια της 4ης-5-2018 και πριν αναβάλει το Δικαστήριο άκουσα η ίδια τη δικηγόρο Μ. Α. να λέει στο δικηγόρο της Σ. Μ. ότι α) έχει δικό της άνθρωπο ο οποίος δωρεάν θα παρακολουθεί το τηλέφωνό μου και έτσι θα μαθαίνουν όλες τις κινήσεις μου [εννοείται ότι στις δίκες αυτές παρίσταμαι ως πολιτικώς ενάγουσα υπέρ των παιδιών] , β) έχει ανθρώπους να μου προκαλέσουν τροχαίο ατύχημα ή να μου βάλουν ναρκωτικά στο αυτοκίνητο μου. Επίσης η συγκεκριμένη δικηγόρος είπε στο συνάδελφό της, συνήγορο της Μ. , ότι συμφώνησε με το δικηγόρο μου Απόστολο Φέστα να του δώσει 2.000 ευρώ για να τις πει τις κατ' ιδίαν συζητήσεις μας και να της δώσει αντίγραφα από όλα τα έγγραφά μου. Γελούσε μάλιστα και υπερηφανευόταν ότι με αυτόν τον τρόπο κερδίζει τις υποθέσεις της όταν βλέπει αντικειμενικά ότι είναι τελείως χαμένες". Την αναφορά αυτή κατέθεσε την ίδια ημέρα στο ΔΣΑ με αποτέλεσμα να λάβουν γνώση αυτής, τρίτοι και συγκεκριμένα, ο/η γραμματέας που την παρέλαβε, ο εισηγητής που τη χρεώθηκε, τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΔΣΑ και ο Πρόεδρος αυτού. Όμως, τα εν λόγω γεγονότα που ανέφερε η κατηγορούμενη ήταν ψευδή, καθώς το αληθές είναι ότι ουδέποτε κατέβαλε η παθούσα το ποσό των 2.000 ευρώ στο συνάδελφό της ΦΕΣΤΑ, ούτε γνώριζε άτομα που θα παρακολουθούσαν τις τηλεφωνικές συνομιλίες της, ενώ το μόνο που η ίδια είπε και αφορούσε το χειρισμό εκ μέρους της, της ανατεθείσας σε αυτήν υπόθεση, είναι ότι ο φάκελος της δικογραφίας είναι ελλιπής και με σωστή δουλειά θα αποδυναμωθεί η κατηγορία.
Περαιτέρω, τα γεγονότα που ισχυρίσθηκε η κατηγορούμενη μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας καθόσον την εμφανίζει ως δικηγόρο που μετέρχεται αθέμιτα και παράνομα μέσα προκειμένου να επιτύχει θετική έκβαση των υποθέσεων που αναλαμβάνει". Με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας, όσον αφορά την κατάφαση της ενοχής της αναιρεσείουσας-κατηγορούμενης για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, που τελέσθηκε σε βάρος της εγκαλούσας-παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας, δικηγόρου Αθηνών, με την κατάθεση στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών της από 16.5.2018 αναφοράς, για την οποία, μεταξύ άλλων, αυτή καταδικάστηκε, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διαλαμβανόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 18, 26 παρ. 1 α', 27 παρ. 1, 51, 53, 57, 79, του ισχύοντος ΠΚ, 363, σε συνδ. με 362 του ΠΠΚ, [που εφαρμόστηκαν ως ευμενέστερες για τη αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη], τις οποίες παραβίασε ευθέως. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αρμόδιος γραμματέας του ΔΣΑ , που παρέλαβε την από 16.5.2018 έγγραφη αναφορά της αναιρεσείουσας-κατηγορούμενης σε βάρος της εγκαλούσας-παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας, δικηγόρου Αθηνών, ο εισηγητής του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΔΣΑ , που τη χρεώθηκε, τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΔΣΑ και ο Πρόεδρος αυτού, που επιλήφθηκαν της υπόθεσης, και έλαβαν γνώση των ψευδών γεγονότων, που περιλαμβάνονταν στην πιο πάνω αναφορά και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας-παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας, είναι τρίτοι, και επομένως η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της ένδικης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Πλην όμως, όπως προεκτέθηκε, στη μείζονα σκέψη της παρούσας, μετά την τροποποίηση του άρθρου 363 ΠΚ με το άρ. 54 του Ν. 5090/1.5.2024, τα πιο πάνω πρόσωπα, (ο αρμόδιος γραμματέας του ΔΣΑ, που παρέλαβε την ένδικη έγγραφη αναφορά, ο εισηγητής του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΔΣΑ, που τη χρεώθηκε, τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου και ο Πρόεδρος αυτού), που επιλήφθηκαν της επίμαχης αναφοράς της κατηγορούμενης σε βάρος της ως άνω εγκαλούσας δικηγόρου και έλαβαν γνώση των ψευδών δυσφημιστικών περιστατικών, που περιλαμβάνονται σ' αυτήν, δεν εντάσσονται πλέον στην έννοια των τρίτων, καθόσον είναι μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και έλαβαν γνώση αυτών κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας, που είναι θεσμοθετημένη δικαιοδοτική διαδικασία. Έτσι, η ένδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, έχει πλέον καταστεί ανέγκλητη. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης ως προς το σκέλος του, με το οποίο πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 363 του νέου ΠΚ, είναι βάσιμος, και πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα, ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την ενοχή της αναιρεσείουσας για την ένδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, την επιβολή ποινής για την πράξη αυτή και συνακόλουθα για την επιβολή συνολικής ποινής. Μετά ταύτα, παρέλκει η έρευνα του αυτού λόγου αναίρεσης, ως προς το σκέλος του με το οποίο πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακρόασης (άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ σε συνδ. με άρ. 171 περ. δ' και 171 παρ.2 ΚΠΔ) και έλλειψη αιτιολογίας (άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ).
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας προέβη σε καταδικαστική για την αναιρεσείουσα κρίση για συκοφαντική δυσφήμηση, η οποία, ωστόσο, δεν στοιχειοθετείται, κάνοντας εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Πρέπει, επομένως, η αναιρεσείουσα να κηρυχθεί αθώα της αποδιδόμενης συκοφαντικής δυσφήμησης (άρ. 518 παρ. 1 ΚΠΔ). Πρέπει, ακόμη, να απαλειφθούν οι προαναφερθείσες τρεις διατάξεις και να παραπεμφθεί η υπόθεση για τον καθορισμό εις βάρος της αναιρεσείουσας- κατηγορούμενης (νέας) συνολικής ποινής για τις λοιπές αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες αυτή κηρύχθηκε ένοχη με την προσβαλλόμενη απόφαση (ψευδή καταμήνυση και ψευδή κατάθεση), για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρα 519, 522 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ ΕΝ ΜΕΡΕΙ την υπ' αριθμ. 2168/2025 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών, ως προς τις διατάξεις της που αφορούν: 1) την ενοχή της αναιρεσείουσας-κατηγορούμενης για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, 2) την επιβολή σ' αυτήν ποινής για την εν λόγω πράξη, καθώς και 3) την επιβληθείσα συνολική ποινή.
ΑΠΑΛΕΙΦΕΙ τις προαναφερθείσες διατάξεις, που αφορούν την ενοχή της αναιρεσείουσας-κατηγορούμενης για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, την επιβολή σ' αυτήν ποινής για την εν λόγω πράξη, καθώς και την επιβληθείσα συνολική ποινή.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ αθώα την αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη του ότι: "Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο [στην Αθήνα, στις 16.5.2018] ισχυρίσθηκε γραπτά για άλλον γεγονότα ψευδή, που μπορούσαν αν βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, ενώ τελούσε σε γνώση του ψεύδους και συγκεκριμένα κατήρτισε έγγραφη αναφορά σε βάρος της παθούσας, Μ. Α. του Μ. , δικηγόρου Αθηνών και την κατέθεσε στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών στην οποία ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής εν γνώσει της ψευδή γεγονότα : "[...] κατά τη διάρκεια της 4ης-5-2018 και πριν αναβάλει το Δικαστήριο άκουσα η ίδια τη δικηγόρο Μ. Α. να λέει στο δικηγόρο της Σ. Μ. ότι α) έχει δικό της άνθρωπο ο οποίος δωρεάν θα παρακολουθεί το τηλέφωνό μου και έτσι θα μαθαίνουν όλες τις κινήσεις μου[εννοείται ότι στις δίκες αυτές παρίσταμαι ως πολιτικώς ενάγουσα υπέρ των παιδιών] , β) έχει ανθρώπους να μου προκαλέσουν τροχαίο ατύχημα ή να μου βάλουν ναρκωτικά στο αυτοκίνητο μου. Επίσης η συγκεκριμένη δικηγόρος είπε στο συνάδελφό της, συνήγορο της Μ. , ότι συμφώνησε με το δικηγόρο μου Απόστολο Φέστα να του δώσει 2.000 ευρώ για να τις πει τις κατ' ιδίαν συζητήσεις μας και να της δώσει αντίγραφα από όλα τα έγγραφά μου Γελούσε μάλιστα και υπερηφανευόταν ότι με αυτόν τον τρόπο κερδίζει τις υποθέσεις της όταν βλέπει αντικειμενικά ότι είναι τελείως χαμένες". Την αναφορά αυτή κατέθεσε την ίδια ημέρα στο ΔΣΑ με αποτέλεσμα να λάβουν γνώση αυτής, τρίτοι και συγκεκριμένα, ο/η γραμματέας που την παρέλαβε, ο εισηγητής που τη χρεώθηκε, τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΔΣΑ και ο Πρόεδρος αυτού. Όμως, τα εν λόγω γεγονότα που ανέφερε η κατηγορούμενη ήταν ψευδή, καθώς το αληθές είναι ότι ουδέποτε κατέβαλε η παθούσα το ποσό των 2.000 ευρώ στο συνάδελφό της ΦΕΣΤΑ, ούτε γνώριζε άτομα που θα παρακολουθούσαν τις τηλεφωνικές συνομιλίες της, ενώ το μόνο που η ίδια είπε και αφορούσε το χειρισμό εκ μέρους της, της ανατεθείσας σε αυτήν υπόθεση, είναι ότι ο φάκελος της δικογραφίας είναι ελλιπής και με σωστή δουλειά θα αποδυναμωθεί η κατηγορία.
Περαιτέρω, τα γεγονότα που ισχυρίσθηκε η κατηγορούμενη μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας καθόσον την εμφανίζει ως δικηγόρο που μετέρχεται αθέμιτα και παράνομα μέσα προκειμένου να επιτύχει θετική έκβαση των υποθέσεων που αναλαμβάνει".
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, που αφορά τον καθορισμό (νέας) συνολικής ποινής στην αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη για τις λοιπές αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες αυτή κηρύχθηκε ένοχη.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2026.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1974 - 2026 © Τετράβιβλος. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Όροι και Προϋποθέσεις