Συνθετη Αναζητηση Νομοθεσιας - Νομολογιας

Νομοθεσία

Α.Π. 1257/2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΝΟΜΙΜΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΟΠΛΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ

 

Α.Π. 1257/2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΝΟΜΙΜΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΟΠΛΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ - (άρθρ. 1, 7 ν. 2168/1993, άρθρ. 45 ν. 3028/2002).

ΕΛΛΕΙΨΗ ΕΙΔΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΗΣ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΗΜΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΚΥΡΩΣΗ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ - (άρθρ. 93 παρ. 3 Συντ., άρθρ. 139 ΚΠΔ, άρθρ. 76 ΠΚ, άρθρ. 16 ν. 2168/1993).

ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΑΥΤΟΤΕΛΟΥΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΥ ΣΥΓΓΝΩΣΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΛΑΝΗΣ - (άρθρ. 31 παρ. 2 ΠΚ).

ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ ΤΕΛΕΣΗ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ - (άρθρ. 45 ΠΚ, άρθρ. 7 ν. 2168/1993).

ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΞΕΤΑΣΗ ΜΑΡΤΥΡΩΝ - (άρθρ. 171 παρ. 1, 337, 358, 510 παρ. 1 ΚΠΔ).

Ο Άρειος Πάγος, με την υπ' αριθμ. 1257/2025 απόφαση, εξέτασε την αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης για παράνομη οπλοκατοχή από κοινού. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η κατοχή ιστορικών ή συλλεκτικών όπλων απαιτεί άδεια της αστυνομικής αρχής και προηγούμενη απενεργοποίησή τους, ενώ η απλή σύσταση αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας δεν συνιστά νόμιμη λειτουργία μουσείου χωρίς την προβλεπόμενη αναγνώριση από το Υπουργείο Πολιτισμού. Απέρριψε τους ισχυρισμούς περί συγγνωστής νομικής πλάνης, λόγω του υψηλού μορφωτικού επιπέδου και της προηγούμενης δικαστικής εμπειρίας των κατηγορουμένων. Ωστόσο, αναίρεσε εν μέρει την απόφαση ως προς το σκέλος της δήμευσης και επικύρωσης της κατάσχεσης, κρίνοντας ότι η αιτιολογία ήταν ελλιπής ως προς τον προσδιορισμό του κινδύνου για τη δημόσια τάξη και τη νομική φύση της δήμευσης ως μέτρου ασφαλείας ή παρεπόμενης ποινής.

Ν.Μ.


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παρασκευή Τσούμαρη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 171/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Σταυρούλα Κουσουλού-Εισηγήτρια, Αγαθή Δερέ, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαΐου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Σκάρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γ. Β., για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.Ι. Θ. του Κ., κατοίκου ... και 2. Σ. Θ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Γκουζάνη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 206Α, 418/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται: 1) στην με αριθ.πρωτ. 1713/2025 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Θ. καθώς και τον από 16.4.2025 πρόσθετο λόγο αυτής που περιλαμβάνεται στο σχετικό δικόγραφο και 2) στην με αριθ. πρωτ. 1712/2025 αίτηση αναιρέσεως της Σ. Θ. αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης του 1ου αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου : α) η με αρ.πρωτ. 1713/2025 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση που επιδόθηκε στoν Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 4-3-2025) του Ι. Θ. του Κ., β) το από 16/4/2025 δικόγραφο προσθέτων λόγων της ως άνω αιτήσεως, και γ) η με αρ.πρωτ. 1712/2025 (ασκηθείσα με δήλωση που επιδόθηκε στoν Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 4-3-2025)) της Σ. Θ. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 206Α, 418/2024 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία οι αναιρεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι της αξιόποινης πράξης της παράνομης οπλοκατοχής από κοινού, και τους επιβλήθηκε στον μεν πρώτο αναιρεσείοντα ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, στη δε δεύτερη, αφού της αναγνωρίστηκε η συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρ. 84 παρ.2α' ΠΚ, ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, η εκτέλεση των οποίων ανεστάλη επί τριετία.

Συνεπώς, είναι παραδεκτές, αφού ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπα που είχαν δικαίωμα και έννομο συμφέρον προς τούτο και κατ' αποφάσεως που υπόκειται σ' αυτήν, κατά τις διατάξεις των άρθρων 464, 466 παρ.1, 473 παρ.2 και 3, 474 παρ.1, 2Α και 4, 504 παρ.1, 505 παρ.1 α' και 509 του ΚΠοινΔ, και πρέπει, ως συναφείς, να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των αναιρετικών τους λόγων.

Ι. Το άρθρο 1 του ν.2168/1993, όπως ίσχυε μετά τη τροποποίησή του με το άρθρο 1 του ν.3944/2011 και εν συνεχεία με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 4678/2020, στην παρ.1 περ. α',β', γ', δ' και ια' ορίζει ότι: "α. Όπλο είναι κάθε μηχάνημα, το οποίο εκ κατασκευής, μετατροπής ή τροποποίησης, με ωστική δύναμη που παράγεται με οποιονδήποτε τρόπο, εκτοξεύει βλήμα, βλαπτικές χημικές ή άλλες ουσίες, ακτίνες ή φλόγες ή αέρια και μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα ή βλάβη σε πράγματα ή να προκαλέσει πυρκαγιά, όπως και κάθε συσκευή, που μπορεί να προκαλέσει με οποιονδήποτε τρόπο τα ανωτέρω αποτελέσματα. Στην έννοια του όπλου περιλαμβάνεται οποιοδήποτε πυροβόλο όπλο και ιδίως πολεμικά τυφέκια, πολυβόλα, υποπολυβόλα, πιστόλια, περίστροφα, όπλα κρότου - αερίων, βαρέα όπλα, όπλα πυροβολικού και όπλα ευθυτενούς ή καμπύλης τροχιάς, καθώς επίσης χειροβομβίδες και νάρκες κάθε τύπου". β. "πυροβόλο όπλο": οποιοδήποτε φορητό όπλο με κάννη, το οποίο εκτοξεύει, είναι σχεδιασμένο να εκτοξεύει ή μπορεί να μετατραπεί ώστε να εκτοξεύει σφαιρίδια, βολίδες ή βλήματα μέσω της ενέργειας εκρηκτικής ύλης, με εξαίρεση όσα έχουν σχεδιαστεί για να δίνουν σήμα συναγερμού, για σηματοδοσία, για διάσωση, για αναισθητοποίηση, εκδίωξη, ακινητοποίηση ή ανώδυνη θανάτωση ζώων ή για αλιεία με καμάκι, υπό τον όρο ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για τους συγκεκριμένους σκοπούς. Τα πυροβόλα όπλα κατατάσσονται στις κατηγορίες του Παραρτήματος Ι. Ένα αντικείμενο θεωρείται ότι μπορεί να μετατραπεί ώστε να εκτοξεύει σφαιρίδια, βολίδες ή βλήματα μέσω της ενέργειας εκρηκτικής ύλης, αν έχει τη μορφή πυροβόλου όπλου και λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της κατασκευής του ή του υλικού από το οποίο είναι κατασκευασμένο, μπορεί να υποστεί τη μετατροπή αυτή". γ. "μέρος": κάθε τμήμα ή τεμάχιο όπλου που είναι ειδικά σχεδιασμένο και απαραίτητο για τη λειτουργία αυτού ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τροποποίηση του όπλου που οδηγεί σε αλλαγή κατηγορίας....". δ. "ουσιώδες συστατικό μέρος όπλου": η κάννη, ο σκελετός (κορμός / πλαίσιο), ο υποδοχέας, συμπεριλαμβανομένων του άνω και κάτω υποδοχέα, κατά περίπτωση, ο φορέας (μηχανισμός) κλείστρου, το βυκίο, το κινητό ουραίο ή το κλείστρο. Προκειμένου περί πυροβόλων όπλων, τα ανωτέρω, ως μεμονωμένα αντικείμενα, περιλαμβάνονται στην ίδια κατηγορία με το πυροβόλο όπλο, στο οποίο είναι ενσωματωμένα ή προορίζονται να ενσωματωθούν". ια. "φυσίγγια όπλου για θήρα": τα φυσίγγια που πέρα από τα απαραίτητα προωθητικά υλικά, περιέχουν συγκεντρωτήρα ή βύσμα και χόνδρους (σκάγια) ή ψήφους (σφαιρίδια) ή ένα (1) μόνο βλήμα (μονόβολο) από μεταλλική ύλη". Στην παρ. 2 του άρθρου 1 του αυτού ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται επίσης: .....γ. Πυροβόλα όπλα που δεν λειτουργούν, λόγω ουσιώδους βλάβης ή έλλειψης. Η απλή αφαίρεση μερών του όπλου δεν αποτελεί ουσιώδη έλλειψη και στην περίπτωση αυτή τα όπλα θεωρούνται λειτουργικά". Στην παρ. 3 του άρθρου 1 του ιδίου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "Τα πυροβόλα όπλα διακρίνονται σε:............... γ. "επαναληπτικό πυροβόλο όπλο": το πυροβόλο όπλο, το οποίο μετά από κάθε βολή οπλίζεται εκ νέου με τη βοήθεια χειροκίνητου μηχανισμού".

Με το άρθρο δε 7 παρ. 1, 2 α' και 8 περ. α' του ίδιου ως άνω νόμου, όπως η παράγραφος 8 είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 5 παρ.3 του ν. 3944/2011 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ.5 του ν. 4678/2020, ορίζεται ότι: "1. Η κατοχή όπλων και λοιπών αντικειμένων, που διαλαμβάνονται στο άρθρο 1 του παρόντος νόμου, απαγορεύεται, εκτός των περιπτώσεων που προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού. 2. Με άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας του ενδιαφερομένου, επιτρέπεται η κατοχή: α. πιστολίων, περιστρόφων και των ουσιωδών μερών (μηχανισμού κλείστρου, θαλάμης, κάνης) και φυσιγγίων αυτών". 8.α. "Με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον εξακοσίων (600) ευρώ τιμωρούνται οι παραβάτες των παραγράφων 1 και 2, πλην της περιπτ. η` του παρόντος άρθρου". Από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2168/1993 , όπως αυτές τροποποιήθηκαν με το ν. 3944/2011 και το ν. 4678/2020, προβλέπεται ως κανόνας η απαγόρευση οπλοκατοχής, υπαγορευομένη από λόγους δημοσίου συμφέροντος, ως εξαίρεση δε η οπλοκατοχή, κατόπιν λήψεως σχετικής αδείας, η χορήγηση της οποίας συναρτάται με την εκτίμηση, αφενός μεν των λόγων για τους οποίους ζητείται η άδεια, αφετέρου δε, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι συντρέχει καταρχήν λόγος δικαιολογών την χορήγηση αδείας, της συμπεριφοράς και των εν γένει συντρεχουσών στο πρόσωπο του αιτούντος ιδιοτήτων, ενόψει των οποίων κρίνεται αν αυτός παρέχει ή όχι τα εχέγγυα ασφαλούς φύλαξης του όπλου. Εξάλλου, "κατοχή" κατά την έννοια του άρθρου 7 του ως άνω νόμου, είναι η σχέση μεταξύ του κατόχου και των κατεχομένων όπλων, με βάση την οποία ο κάτοχος έχει τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας επ` αυτών και διαθέσεώς τους κατά τη βούλησή του (ΑΠ 911/2022, ΑΠ 255/2021).

ΙΙ. Στο άρθρο 45 του Ν.3028/2002, το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο πέμπτο ("Μουσεία") του Νόμου, ορίζονται τα εξής: "1. Ως μουσείο νοείται η Υπηρεσία ή ο Οργανισμός μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με ή χωρίς ίδια νομική προσωπικότητα, που αποκτά, δέχεται, φυλάσσει, συντηρεί, καταγράφει, τεκμηριώνει, ερευνά, ερμηνεύει και κυρίως εκθέτει και προβάλλει στο κοινό συλλογές αρχαιολογικών, καλλιτεχνικών, εθνολογικών ή άλλων υλικών μαρτυριών του ανθρώπου και του περιβάλλοντός του, με σκοπό τη μελέτη, την εκπαίδευση και την ψυχαγωγία. Ως μουσεία μπορούν να θεωρηθούν επίσης υπηρεσίες ή οργανισμοί που έχουν παρεμφερείς σκοπούς και λειτουργίες, όπως τα μουσεία ανοικτού χώρου. 2. Για την ίδρυση και λειτουργία μουσείου από το Δημόσιο εκδίδεται απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου ....... 3. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, είναι δυνατή η αναγνώριση μουσείου που ιδρύεται από ή ανήκει σε άλλο Νομικό Πρόσωπο, μετά από αίτηση αυτού, εφόσον διασφαλίζονται οι λειτουργίες και οι σκοποί της παραγράφου 1. Προς τούτο συνεκτιμώνται, μεταξύ άλλων, το ενδιαφέρον των συλλογών, η επάρκεια και η καταλληλότητα των εγκαταστάσεων, του απασχολούμενου προσωπικού και των άλλων μέσων και τρόπων επίτευξης των στόχων του μουσείου. 4. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, προσδιορίζονται περαιτέρω οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τα μουσεία προκειμένου να εκδοθεί η απόφαση της παραγράφου 2 και της παραγράφου 3. Οι προϋποθέσεις αυτές μπορούν να εξειδικεύονται, κατά κατηγορίες μουσείων, οι οποίες καθορίζονται με κριτήρια όπως το περιεχόμενο των συλλογών, τη γεωγραφική περιοχή που καλύπτουν ή τους φορείς στους οποίους ανήκουν. Με την ίδια απόφαση ορίζεται η διαδικασία για την ίδρυση ή αναγνώριση, οι μελέτες και τα πιστοποιητικά που πρέπει να κατατεθούν, η δημοσιότητα που δίνεται στην αναγνώριση και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. 5. Τα μουσεία οφείλουν να είναι ανοικτά στο κοινό σε προκαθορισμένες ημέρες και ώρες. Οφείλουν επίσης να διευκολύνουν την πρόσβαση στις συλλογές τους για λόγους μελέτης και έρευνας. 6. Τα μουσεία διέπονται από εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας, ο οποίος καταρτίζεται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού μετά από γνώμη του Συμβουλίου για τα μουσεία που ανήκουν στο Δημόσιο, και κοινοποιείται στην Υπηρεσία προκειμένου για τα άλλα μουσεία. 7. Τα αντικείμενα που φυλάσσονται στα μουσεία καταχωρίζονται στο Εθνικό Αρχείο Μνημείων με ευθύνη της Διοίκησης των μουσείων. 8. Τα αναγνωρισμένα μουσεία ,κατά την παράγραφο 3, οφείλουν κάθε έτος να ενημερώνουν την Υπηρεσία για κάθε μεταβολή της κατάστασης των αντικειμένων των συλλογών τους, την τυχόν απώλειά τους και για τον εμπλουτισμό των συλλογών τους με νέα αντικείμενα [...] 13. Η λειτουργία των αναγνωρισμένων μουσείων τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Πολιτισμού, ο οποίος μπορεί να ανακαλεί την απόφαση της παραγράφου 3, μετά από γνώμη του Συμβουλίου, εάν παύσουν να πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσής της ή παραβιαστούν άλλες διατάξεις του παρόντος [...]".

Κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 45, 51 και 73 (παρ. 8) του Ν. 3028/2002 εκδόθηκε η απόφαση ΥΠΠΟΤ/ΓΔΑΠΚ/ ΔΙΝΕΠΟΚ/Δ/ 93783/ 1682/ 2011 του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού "Ίδρυση και αναγνώριση μουσείου κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 45 του Ν. 3028/2002 (Β` 2385), με την οποία καθορίσθηκαν, πλην άλλων, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για την αναγνώριση μουσείου που δεν ανήκει στο Δημόσιο (άρθρα 3-12). Ειδικότερα, στο άρθρο 3 της ανωτέρω απόφασης ορίζεται ότι "Για την αναγνώριση μουσείου που δεν ανήκει στο Δημόσιο πρέπει να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 45 παρ. 1 του Ν. 3028/2002 και των άρθρων 4 έως 6 της παρούσας", στο άρθρο 4 καθορίζονται τα θέματα οργάνωσης και διοίκησης, στο άρθρο 5 η διαχείριση συλλογών, στο άρθρο 6 οι παρεχόμενες προς το κοινό υπηρεσίες και στο άρθρο 7 τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

Εξάλλου, ως προς τη διαδικασία αναγνώρισης μουσείου που δεν ανήκει στο Δημόσιο, στο μεν άρθρο 8 της ίδιας απόφασης ορίζεται ότι "Ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου, στο οποίο ανήκει το Μουσείο, υποβάλλει αίτηση αναγνώρισης στην αρμόδια Διεύθυνση της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού και καταθέτει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά ......... Η αρμόδια Διεύθυνση διαβιβάζει τον φάκελο με την εισήγησή της στο Συμβούλιο Μουσείων", στο δε άρθρο 9 ότι "Το Συμβούλιο Μουσείων διατυπώνει αιτιολογημένη γνώμη προς τον Υπουργό Πολιτισμού και Τουρισμού, ο οποίος ακολούθως εκδίδει απόφαση αναγνώρισης του μουσείου ή απορρίπτει το αίτημα". Η έννοια του μουσείου αποσαφηνίζεται και στο άρθρο 1 παρ.1 περ. κα' του ν. 2168/1993, που ορίζει ότι "μουσείο": η υπηρεσία ή ο οργανισμός μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με ή χωρίς ίδια νομική προσωπικότητα, που αποκτά, δέχεται, φυλάσσει, συντηρεί, καταγράφει, τεκμηριώνει, ερευνά, ερμηνεύει και κυρίως εκθέτει και προβάλλει στο κοινό όπλα, μέρη τους ή πυρομαχικά, για σκοπούς ιστορικούς, πολιτιστικούς, επιστημονικούς, τεχνικούς, εκπαιδευτικούς και σκοπούς κληρονομιάς ή αναψυχής και που έχει ιδρυθεί και λειτουργεί ή αναγνωριστεί, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ν. 3028/202 (Α'153)". Η αναγνώριση ιδιωτικών μουσείων είναι προαιρετική, τα δε αντικείμενα των συλλογών των μουσείων δεν υπόκεινται σε κατάσχεση, κατ' άρθρο 45 παρ.10 του ν. 3028/2002.

ΙΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ` ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το Δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Όσον αφορά τον δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 § 1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 § 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά τον νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης, δηλαδή, άμεσος δόλος ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω "σκοπού" (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ` είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπ` όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά, κατ` επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ.

Όταν εξαίρονται, δε, ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία (παραβίαση) υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση, από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο [Πλημμελημάτων] Αθηνών, που δίκασε σε β' βαθμό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ` είδος αναφέρει σ' αυτήν [ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, απολογίες των κατηγορουμένων] αποδείχθηκαν αναφορικά με τους κατηγορούμενους και νυν αναιρεσείοντες τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά:

".....Οι κατηγορούμενοι είναι αδέλφια και συνοικούν στην επί της οδού ... οικία τους, που βρίσκεται στο Αμαρούσιο Αττικής. Μετά από νομότυπη έρευνα που διενεργήθηκε στις 15/3/2019 στην οικία των κατηγορουμένων, βρέθηκαν στην κατοχή τους και κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων, τα παρακάτω αναφερόμενα όπλα, καθώς και μέρη όπλων και φυσίγγια όπλου για θήρα, που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 1 § 1 περιπτ. γ' και ια' του ν. 2168/1993 (όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 4678/2020) και συγκεκριμένα:

1) Ένα (1) πολεμικό τυφέκιο μετά γεμιστήρος, LEE ENFIELD, με φερόμενο αριθμό σειράς "...". Φέρει τις ενδείξεις NO 4ΜΚ 1 και τους αριθμούς 1942 και .... Από τη μορφολογία και τα εν γένει χαρακτηριστικά του συνάγεται ότι πρόκειται για επαναληπτικό πολεμικό τυφέκιο με κινητό ουραίο, τύπου LEE ENFIELD NO 4ΜΚ 1, διαμετρήματος 303, British Service, κατασκευής Μεγάλης Βρετανίας. Συνοδεύεται από γεμιστήρα 10 φυσιγγίων. Από τις διαφοροποιήσεις που υπάρχουν εντυπωμένες στον κορμό του εκτιμάται ότι δεν είναι γνήσιας εργοστασιακής εντύπωσης. Τα όπλα αυτά έγιναν επίσημα παραδεκτά από τον βρετανικό στρατό το έτος 1939 και άρχισαν να χορηγούνται σε στρατιωτικές μονάδες το έτος 1941. Το συγκεκριμένο όπλο χρησιμοποιήθηκε από τον ελληνικό στρατό στη Μέση Ανατολή και έχει αποσυρθεί από τη δεκαετία του 1950 και αντικατασταθεί από όπλα αμερικανικής κατασκευής. Με το όπλο αυτό έγιναν επιτυχείς δοκιμαστικές βολές και, ως εκ τούτου, πρόκειται για όπλο λειτουργικό. 2) Ένα (1) τυφέκιο (αραβίδα), μάρκας ΜΙ με αριθμό σειράς "..." (κάννη τυφεκίου και μηχανισμό σκανδάλης), με ενδείξεις U.S. CARBINE CAL 30 M1. Από τις ενδείξεις, τη μορφολογία και τα εν γένει χαρακτηριστικά του συνάγεται ότι πρόκειται για αυτόματο πολεμικό τυφέκιο, κατασκευής ΗΠΑ, το οποίο άρχισε να κατασκευάζεται το έτος 1941 για να καλύψει τις ανάγκες του στρατού των ΗΠΑ. Κατά την εξέτασή του διαπιστώθηκε ότι έλειπαν το κοντάκιο, ο γεμιστήρας και το επικάλυμμα της κάννης του, χωρίς όμως να επηρεάζεται η λειτουργικότητά του. Διενεργήθηκαν με αυτό δοκιμαστικές βολές κατά τις οποίες λειτούργησε κανονικά. Τα όπλα αυτά αποκτήθηκαν από τον ελληνικό στρατό το έτος 1950 και χρησιμοποιήθηκαν περιορισμένα από τις Δυνάμεις Καταδρομών. Αποσύρθηκαν και εκποιήθηκαν περί το τέλος του έτους 1990 και έκτοτε δεν χρησιμοποιούνται.

Τα προαναφερόμενα δύο πυροβόλα όπλα δεν δύνανται να χαρακτηρισθούν ως συλλεκτικά όπλα, αφού δεν κατασκευάσθηκαν πριν από την 1/1/1870 (άρθρο 1α ΥΑ 300/2004 (ΦΕΚ ΒΊ208/2004). Όμως, με το άρθρο 1 του ν. 4028/2011, προστέθηκε στο άρθρο 1 του ν. 2168/1993 η παράγραφος 7, η οποία, μεταξύ των άλλων, αναφέρει: "Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου, ως υλικό με στρατιωτικό προορισμό ορίζεται ότι είναι: α) τα όπλα όπως περιγράφονται στις παραγράφους 1 και 2, τα παρελκόμενά τους και τα ειδικά σχεδιασμένα συστατικά μέρη τους, όταν αυτά χρησιμοποιούνται ή πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για στρατιωτικές εφαρμογές". Στην προκειμένη περίπτωση, έχουν παρέλθει δεκαετίες από την απόσυρση των προαναφερόμενων όπλων από τον ελληνικό στρατό, συνεπώς αυτά δεν φέρουν το χαρακτήρα του πολεμικού τυφεκίου, αλλά είναι όπλα απλώς λειτουργικά, γι' αυτό και ήδη με την εκκαλούμενη απόφαση οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν, κατόπιν μεταβολής της κατηγορίας από την κακουργηματική παράβαση του άρθρου 15 § 1 ν. 2168/1993, ένοχοι του πλημμελήματος της κατοχής όπλων χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής (άρθρο 7 § 1 ν. 2168/1993).3) Ένα (1) περίστροφο με αριθμό σειράς "..." (μη λειτουργικό), το οποίο φέρει την ένδειξη "ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" και από τις ενδείξεις κα τα εν γένει χαρακτηριστικά του συνάγεται ότι πρόκειται για περίστροφο τύπου "Hammerless- Pocket Revolver", διπλής ενέργειας, διαμετρήματος Cal 8mm Lebel πιθανώς ισπανικής κατασκευής, το οποίο αποτελούσε υπηρεσιακό οπλισμό κάποιας υπηρεσίας του ελληνικού κράτους και εμπίπτει στην έννοια του όπλου κατά το άρθρο 1 § 3 περ. ε' του ν. 2168/1993 και ήδη αρθρ. 1 § 2γ' μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 2168/1993 με το άρθρο 1 του ν. 4678/2020. 4) Ένα (1) τυφέκιο, μάρκας WINCHESTER, με αριθμό σειράς "...", το οποίο, μετά από δοκιμή που έγινε από το Τμήμα Εκρηκτικών Όπλων της Διεύθυνσης Κρατικής Ασφάλειας, διαπιστώθηκε ότι είναι λειτουργικό.

5) Ένα (1) κορμό-βάση οπλοπολυβόλου. 6) Τέσσερα (4) φυσίγγια διαμετρήματος cal 12 κυνηγετικών όπλων, ενεργά, των οποίων επιτρέπεται η πώληση ή διάθεση, μόνο σε άτομα που κατέχουν άδεια κατοχής όπλων για θήρα ή άδεια θήρας, ενώ οι κατηγορούμενοι δεν διέθεταν τέτοια άδεια και δη σε ισχύ. 7) Πέντε (5) γεμιστήρες πυροβόλου όπλου, χωρητικότητας δεκαπέντε φυσιγγίων έκαστος, διαμετρήματος 30 M1 carbine, οι οποίοι εκ κατασκευής προορίζονταν για την τροφοδοσία με φυσίγγια αυτόματων πολεμικών τυφεκίων (αραβίδων) τύπου "30 M1 carbine", οι οποίοι ήταν σε καλή κατάσταση και οι μηχανισμοί τους απόλυτα λειτουργικοί και αποτελούν μέρη όπλων. 8) Δεκατέσσερις (14) γεμιστήρες πυροβόλου όπλου, εκ των οποίων οι δεκατρείς (13) κατασκευής της εταιρείας "SPARKS-WITHINGTON & Co" (ΗΠΑ), είναι χωρητικότητας 30 φυσιγγίων έκαστος, διαμετρήματος 45 auto και εκ κατασκευής προορίζονται για την τροφοδοσία με φυσίγγια αυτόματων υποπολυβόλων τύπου Thompson, ιδίου διαμετρήματος, ενώ ο τελευταίος, χωρητικότητας 32 φυσιγγίων, διαμετρήματος 9mm, εκ κατασκευής προορίζεται για την τροφοδοσία αυτόματων υποπολυβόλων τύπου scheimmeisser ΜΡ 38/40, ιδίου διαμετρήματος. Ο γεμιστήρας αυτός φέρει επ' αυτού και ένα προσθαφαιρούμενο ταχυγεμιστήρα, ο οποίος χρησιμεύει για την ταχεία γέμισή του με φυσίγγια. Όλοι οι παραπάνω γεμιστήρες είναι σε καλή κατάσταση, οι μηχανισμοί τους είναι απόλυτα λειτουργικοί και αποτελούν μέρη όπλων. 9) Ένα (1) τυφέκιο άνευ μάρκας με αριθμό σειράς "...", που φέρει τις ενδείξεις MSA-J. Gaucher Saint-Etienne-France, 22 LR. Από τις ενδείξεις, τη μορφολογία και τα εν γένει χαρακτηριστικά του προκύπτει ότι πρόκειται για επαναληπτικό τυφέκιο, κατασκευής της γαλλικής εταιρείας J. Gaucher. Τα όπλα αυτά άρχισαν να κατασκευάζονται το έτος 1930 και το συγκεκριμένο είναι λειτουργικό.

10) Ένα (1) πιστόλι μάρκας Bergmann Bayard, μετά γεμιστήρος, άνευ μηχανισμού σκανδάλης. Από τη μορφολογία και τα χαρακτηριστικά του συνάγεται ότι πρόκειται για ημιαυτόματο πιστόλι, διαμετρήματος 9mm largo, πιθανόν βελγικής κατασκευής, άνευ αριθμού σειράς, το οποίο άρχισε να κατασκευάζεται το έτος 1908. Όπως δε προκύπτει από την από 21/1/2005 βεβαίωση του Πολεμικού Μουσείου, αυτό χρησιμοποιήθηκε στους Βαλκανικούς πολέμους και έχει μεγάλη ιστορική αξία. Κατά τον έλεγχο της λειτουργικότητάς του διαπιστώθηκε ότι λείπει ο μηχανισμός σκανδάλης και το δεξιό επικάλυμμα του κορμού του, ως εκ τούτου δεν είναι λειτουργικό, όμως με απλή προσαρμογή των στοιχείων που ελλείπουν δύναται να καταστεί λειτουργικό, συνεπώς χαρακτηρίζεται όπλο, αφού η απλή αφαίρεση μερών ή εξαρτημάτων όπλου δεν αποτελεί ουσιώδη έλλειψη και στην περίπτωση αυτή τα όπλα θεωρούνται λειτουργικά. 11) Ένα (1) πιστόλι PIETRO BERETTA, μετά γεμιστήρος με αριθμό σειράς "...", μη λειτουργικό, λόγω βλάβης στο μηχανισμό επίκρουσης, το οποίο, ως εκ τούτου, υπάγεται στο άρθρο 1 § 3ε' ν. 2168/1993 και ήδη άρθρο 1 § 2γ' ν. 4678/2020 (πυροβόλο όπλο που δεν λειτουργεί λόγω ουσιώδους βλάβης). 12) ένα (1) περίστροφο SMITH & WESSON με αριθμό σειράς "...", το οποίο κατασκευάσθηκε το έτος 1957 και κατά τις δοκιμές που έγιναν από Τμήμα Εκρηκτικών Όπλων της Διεύθυνσης Κρατικής Ασφάλειας, λειτούργησε κανονικά, ως εκ τούτου, χαρακτηρίζεται όπλο. 13) Ένα (1) περίστροφο SMITH & WESSON με αριθμό σειράς "...", που κατασκευάσθηκε το έτος 1905 και σε δοκιμαστικές βολές που έγιναν από την ως άνω υπηρεσία λειτούργησε κανονικά, ως εκ τούτου υπάγεται στην έννοια του όπλου, 14) (Μία (1) κάννη MOSSBERG άνευ αριθμού σειράς, από τις ενδείξεις και τη μορφολογία της οποίας προκύπτει ότι πρόκειται για κάννη λειόκαννου επαναληπτικού κυνηγετικού όπλου λειτουργική κα ,ως εκ τούτου, χαρακτηρίζεται ως ουσιώδες συστατικό όπλου.

Όλα τα προαναφερόμενα όπλα κλπ. κατείχαν οι κατηγορούμενοι από κοινού, στον 2° όροφο της οικίας τους, χωρίς να έχει εκδοθεί σχετική άδεια της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής. Πριν από την είσοδο των αστυνομικών στην οικία των κατηγορουμένων, η δεύτερη από αυτούς, όταν τους αντιλήφθηκε, προκειμένου να δυσχεράνει την έρευνα, απέρριψε από τον εξώστη του διαμερίσματος τους στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής όπλα και μέρη όπλου, μεταξύ των οποίων και τα παρακάτω αναφερόμενα, που αποτελούν αντικείμενο της κατηγορίας και αφού περισυνελέγησαν από τους αστυνομικούς, παραδόθηκαν και κατασχέθηκαν, και συγκεκριμένα: α) ένα (1) τυφέκιο άνευ μάρκας με αριθμό σειράς "...", β) ένα (1) τυφέκιο μετά γεμιστήρος, τύπου LEE ENFIELD, με φερόμενο αριθμό σειράς "...", γ) ένα (1) πιστόλι PIETRO BERETTA, μετά γεμιστήρος με αριθμό σειράς "...", δ) ένα (1) περίστροφο SMITH & WESSON με αριθμό σειράς "...", ε) ένα (1) περίστροφο SMITH & WESSON με αριθμό σειράς "..." και στ) μία (1) κάννη MOSSBERG άνευ αριθμού. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι κατείχαν νόμιμα τον παραπάνω οπλισμό (όπλα κλπ.), που μάλιστα δεν υπόκειται σε κατάσχεση, με την ιδιότητά τους, ο μεν πρώτος του νομίμου εκπροσώπου, η δε δεύτερη του μέλους του Δ.Σ. του Μουσείου με την επωνυμία "ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΜΑΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΜΟΥΣΕΙΟ Ι. Κ. Θ.", το οποίο έχει συσταθεί με την υπ' αριθμ. ....2006 συστατική πράξη αστικής εταιρείας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, κατ' άρθρο 741 ΑΚ (ΑΜΚΕ), με σκοπό, μεταξύ άλλων, τη λειτουργία του εν λόγω μουσείου προς διαφύλαξη ιστορικών όπλων και λοιπών αντικειμένων μουσειακής και ιστορικής αξίας για την πολεμική ιστορία του τόπου, στον τόπο της έδρας της, που είναι ο 2ος όροφος της οικίας τους στο Μαρούσι, επί της οδού ..., όπου βρέθηκε ο οπλισμός και κατασχέθηκε και περαιτέρω προβάλλουν τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης (αρθρ. 31 § 2 ΠΚ), επικαλούμενοι ότι δικαιολογημένα πίστευαν ότι κατείχαν νόμιμα τον παραπάνω οπλισμό και ότι δεν απαιτείτο άδεια κατοχής όπλων, διότι καμία τέτοια άδεια έχει εκδοθεί σε οποιοδήποτε ιδιωτικό μουσείο και η πεποίθησή τους αυτή εδραιώθηκε και από το γεγονός ότι ουδέποτε οχλήθηκαν από τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές, οι οποίες γνώριζαν από το έτος 2006 τη λειτουργία του Μουσείου και την ύπαρξη των όπλων, τα οποία είχαν κληρονομήσει από τον πατέρα τους και τον παππού τους. Επί των ανωτέρω ισχυρισμών, επισημαίνονται τα εξής:...........

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. ....2006 συστατική πράξη της αστικής εταιρείας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, κατ' άρθρο 741 ΑΚ (ΑΜΚΕ), με την επωνυμία "ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΜΑΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΜΟΥΣΕΙΟ Ι. Κ. Θ.", ιδρύθηκε από τους κατηγορουμένους αστική εταιρεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με σκοπό, μεταξύ άλλων, τη λειτουργία του ανωτέρω μουσείου, της οποίας (ΑΜΚΕ) νόμιμος εκπρόσωπος ορίσθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος και εταίρος η δεύτερη κατηγορουμένη. Έδρα της εταιρείας ορίσθηκε η τριώροφη κατοικία των κατηγορουμένων στο Μαρούσι, επί της οδού .... Ωστόσο, παρά τη σύσταση της προαναφερόμενης ΑΜΚΕ, στην πραγματικότητα δεν λειτουργούσε μουσείο με έδρα την κατοικία των κατηγορουμένων, κατά δε την κατ' οίκον έρευνα που πραγματοποιήθηκε στις 15/3/2019, διαπιστώθηκε στο εσωτερικό του 2ου ορόφου της κατοικίας, όπου βρέθηκαν τα παραπάνω αντικείμενα ατάκτως σκορπισμένα, ρυπαρότητα και απόλυτη ακαταστασία σε όλους τους χώρους, ενώ δεν υπήρχε διαμορφωμένος εκθεσιακός χώρος (όπως προθήκες, βιτρίνες, φοριαμοί), που να δημιουργεί εικόνα μουσείου ανοικτού στο κοινό σε προκαθορισμένες ημέρες και ώρες.

Ακόμη ,όμως και αληθούς υποτιθεμένου του ισχυρισμού των κατηγορουμένων περί λειτουργίας ιδιωτικού μουσείου στην οικία τους, στο οποίο είχε παραχωρηθεί ο επίμαχος οπλισμός, αυτό δεν ήταν αναγνωρισμένο κατά το άρθρο 45 του ν. 3028/2002, ώστε να έχει καταγραφεί η συλλογή όπλων και να προκύπτει η συγκρότησή της με νόμιμο τρόπο, ούτε άλλωστε, στο άρθρο 7 της συστατικής πράξης της ΑΜΚΕ, γίνεται αναφορά στο συγκεκριμένο οπλισμό, αλλά αναφέρεται κατά τρόπο γενικό και αόριστο, ότι "στην εταιρεία παραχωρείται από μέρους των ιδρυτικών μελών η χρήση της συλλογής τους σε διάφορα είδη απ' την πολεμική και πολιτιστική ιστορία του τόπου", έτσι ώστε να μην προκύπτει η παραχώρηση συγκεκριμένης και νόμιμα συγκροτημένης συλλογής όπλων, συμπεριλαμβανομένων των επίδικων, στο μουσείο.

Ακόμη δε και αν τα όπλα αυτά είναι ιστορικά ή οικογενειακά κειμήλια, που περιήλθαν στους κατηγορούμενους, κατά τους ισχυρισμούς τους, από τον παππού και τον πατέρα τους, για το χαρακτηρισμό τους ως τέτοιων και για τη νόμιμη κατοχή τους, θα έπρεπε να έχουν απενεργοποιηθεί και να έχει εκδοθεί άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου της κατοικίας τους (αρθρ. 7 § 2 περιπτ. θ' ν. 2168/1993), διαδικασία που δεν ακολούθησαν οι κατηγορούμενοι. Επομένως τα προαναφερόμενα όπλα δεν αποτέλεσαν συλλογή που συγκροτήθηκε με νόμιμο τρόπο, καταγράφηκε και παραχωρήθηκε από τους κατηγορούμενους σε ιδιωτικό μουσείο, όπως αυτοί αβασίμως ισχυρίζονται, αλλά τα κατείχαν οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι, από κοινού, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, ενώ τούτο απαγορεύεται, όπως αμφότεροι γνώριζαν, έχοντας συνείδηση του άδικου χαρακτήρα της πράξης τους. Τούτο ,διότι η δεύτερη κατηγορουμένη, ως δικηγόρος, γνωρίζει τη νομοθεσία περί όπλων, ενώ ο πρώτος, επίσης υψηλού μορφωτικού επιπέδου (ιατρός), υπήρξε στο παρελθόν νόμιμος κάτοχος κυνηγετικών όπλων και γνώστης της διαδικασίας έκδοσης άδειας για τη νόμιμη κατοχή όπλων, ενώ, ήδη από έτος 2006, γνώριζε ότι για την κατοχή όπλων, ακόμη και αν αυτά χαρακτηρίζονται, ως ιστορικά ή κειμήλια, συλλεκτικής μόνον αξίας, απαιτείται άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. Συγκεκριμένα, με την υπ' αριθμ. 4444/2005 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ο πρώτος κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, ενώ κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της παράνομης κατοχής όπλων, πλην όμως επικυρώθηκε η από 15/10/1997 έκθεση κατάσχεσής τους και διατάχθηκε η δήμευσή τους.

Με την υπ' αριθμ. 1756/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση μόνο ως προς το περί δημεύσεως κεφάλαιό της και εισήχθη προς νέα συζήτηση στο Γ' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, το οποίο, με την υπ' αριθμ. 2207/2006 απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι τα επίδικα όπλα (δύο περίστροφα 11,4 και 8 χιλιοστών αντίστοιχα και ένα πιστόλι 9,02 χιλιοστών, τύπου Bergmann Bayard), είναι οικογενειακά κειμήλια και έχουν συλλεκτική μόνον αξία, διέταξε την απόδοσή τους στον πρώτο κατηγορούμενο, υπό τον όρο "ότι θα προσκομισθεί η αναμενόμενη και δια της από 9/8/2005 αιτήσεως αιτηθείσα από την Γ' Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών άδεια κατοχής των όπλων αυτών, ως ιστορικών κειμηλίων κλπ.". Η από 9/8/2005 αίτηση του πρώτου κατηγορουμένου για την έκδοση άδειας κατοχής των προαναφερόμενων τριών όπλων απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. ...-2007 απόφαση της Δ/νσης Κρατικής Ασφάλειας Αττικής.

Συνεπώς, και ο πρώτος κατηγορούμενος γνώριζε ότι για τη νόμιμη κατοχή όπλων, έστω και αν πρόκειται για κειμήλια με συλλεκτική μόνο αξία, απαιτείται άδεια της αρμόδιας αστυνομικής, αρχής (καθώς και απενεργοποίησή τους). Το δε γεγονός ότι στις 30/3/2006 κοινοποιήθηκε στο Α.Τ. Αμαρουσίου η συστατική πράξη της ΑΜΚΕ, καθώς και η από 15/10/1964 δήλωση του παππού των κατηγορουμένων περί δωρεάς όπλων (χωρίς αυτά να προσδιορίζονται ειδικότερα) και έκτοτε οι κατηγορούμενοι, κατά τους ισχυρισμούς τους, δεν ενοχλήθηκαν από τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές, δεν αναιρεί την εκ μέρους τους γνώση του άδικου χαρακτήρα της ανωτέρω πράξης τους, απορριπτομένου ως αβασίμου του αυτοτελούς ισχυρισμού τους περί συγγνωστής νομικής πλάνης.

Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθούν οι κατηγορούμενοι ένοχοι για την αξιόποινη πράξη της παράνομης κατοχής όπλων, από κοινού, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους για την αξιόποινη πράξη της παράνομης κατοχής όπλων από κοινού, και επέβαλε για την πράξη αυτή στον μεν πρώτο αναιρεσείοντα ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, στη δε δεύτερη, αφού της αναγνώρισε τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρ. 84 παρ.2α' ΠΚ, ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση των οποίων ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "...ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους παραπάνω κατηγορουμένους ενόχους του ότι: Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού, τέλεσαν με πρόθεση το έγκλημα της παράνομης κατοχής όπλων, που προβλέπεται από το νόμο και τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή και με χρηματική ποινή.

Ειδικότερα: Στο Αμαρούσιο Αττικής και δη στην οδό ..., την 15-3-2019, αν και η κατοχή όπλου απαγορεύεται, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, Ι. Θ. και Σ. Θ., οι οποίοι είναι αδέλφια και συνοικούν, μετά από νομότυπη έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην επί της οδού ... οικία τους, κατελήφθησαν να κατέχουν από κοινού, ως σύνοικοι, 1) ένα (1) τυφέκιο μετά γεμιστήρος, τύπου LEE ENFIELD, με φερόμενο αριθμό σειράς "...", 2) ένα (1) τυφέκιο (αραβίδα), μάρκας ΜΙ με αριθμό σειράς "..." (κάννη τυφεκίου και μηχανισμό σκανδάλης), 3) ένα (1) περίστροφο με αριθμό σειράς "..." (μη λειτουργικό), 4) ένα (1) τυφέκιο, μάρκας WINCHESTER, με αριθμό σειράς "...", 5) ένα (1) κορμό-βάση οπλοπολυβόλου, 6) τέσσερα (4) φυσίγγια διαμετρήματος cal 12 κυνηγετικών όπλων, 7) πέντε (5) γεμιστήρες πυροβόλου όπλου, χωρητικότητας δεκαπέντε φυσιγγίων έκαστος, 8) δεκατέσσερις (14) γεμιστήρες πυροβόλου όπλου, εκ των οποίων οι δεκατρείς είναι χωρητικότητας τριάντα φυσιγγίων έκαστος και ο έτερος χωρητικότητας τριάντα δύο φυσιγγίων, 9) ένα (1) τυφέκιο άνευ μάρκας με αριθμό σειράς "...", 10) ένα (1) πιστόλι μάρκας Bergmann Bayard, μετά γεμιστήρος, άνευ μηχανισμού σκανδάλης, 11) ένα (1) πιστόλι PIETRO BERETTA, μετά γεμιστήρος με αριθμό σειράς "..." (μη λειτουργικό), 12) ένα (1) περίστροφο SMITH & WESSON με αριθμό σειράς "...", 13) ένα (1) περίστροφο SMITH & WESSON με αριθμό σειράς "..." και 14) μία (1) κάννη MOSSBERG άνευ αριθμού, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου της κατοικίας τους, αν και τούτο απαγορεύεται".

Α. Επί των λόγων των υπό κρίση αναιρέσεων των Ι. Θ. και Σ. Θ. λεκτέα τα ακόλουθα:

Με τις ανωτέρω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την καταδικαστική κρίση της για το αδίκημα της παράνομης κατοχής όπλων από κοινού, αφού αναφέρονται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική του μορφή, των αποδείξεων, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1,2 παρ.1, 5,12,14,16,17,18,26 εδ.α', 27 ,45,51,53,57,79 και 80 του ΠΚ (όπως το άρ.80 ισχύει μετά τη τροποποίησή του με το ν.5090/2024) και των άρθρων 1 παρ. 1 εδ. α',γ', δ',ια', παρ.2 περ.γ' και παρ.3 περ.γ' και άρθρο 7 παρ. 1, 8 περ. α' του ν.2168/1993 (όπως οι παρ.1 έως 6 του άρθρου 1 του ν.2168/1993 τροποποιήθηκαν με το άρθρο 1 του ν.3944/2011 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 4678/2020, η παρ.8 του άρθρου 7 του ν.2168/1993 τροποποιήθηκε με την παρ.3 του άρθρου 5 του ν. 3944/2011 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ.5 του ν. 4678/2020). Ειδικότερα, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα κατά το είδος τους μνημονευόμενα στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρει από ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, αιτιολογείται δε με επάρκεια η παράνομη κατοχή των αναφερομένων όπλων από τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες κατά τόπο χρόνο και περιστάσεις.

Συγκεκριμένα, με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, γίνεται δεκτό ότι οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, που είναι αδέλφια και συνοικούν στην επί της οδού ... οικία στο Αμαρούσιο Αττικής, στις 15.3.2019, κατείχαν παράνομα από κοινού, στον δεύτερο όροφο της ως άνω οικίας τους, ήτοι χωρίς να έχει εκδοθεί σχετική άδεια της αστυνομικής αρχής του τόπου της κατοικίας τους, τα αναφερόμενα στην ως άνω απόφαση όπλα [τυφέκια, περίστροφα, πιστόλια, κορμό-βάση οπλοπολυβόλου, γεμιστήρες πυροβόλου όπλου, φυσίγγια κυνηγετικών όπλων, και κάννη]. Από τις ίδιες δε ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σαφώς συνάγεται ότι κατά τον παραπάνω χρόνο και στην ανωτέρω οικία, όπου βρέθηκαν από τις αστυνομικές αρχές και κατασχέθηκαν τα επίδικα όπλα, οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες διαβιούσαν, και ως εκ τούτου, είχαν τη δυνατότητα ασκήσεως φυσικής εξουσίας επ` αυτών και την κατά βούληση διάθεσή τους και συνεπώς αυτά βρίσκονταν υπό την κατοχή τους. Ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αναίρεσής του πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, αιτιώμενος ότι κατά τον επίδικο χρόνο είχε παραχωρήσει τα επίδικα όπλα στο μουσείο που λειτουργούσε με έδρα την ως άνω κατοικία του, με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται κατά νόμο η σε βάρος του αποδιδόμενη ένδικη πράξη.

Το Δικαστήριο της ουσίας με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια και κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, απέρριψε τον ανωτέρω αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου, δεχόμενο στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι δυνάμει της υπ'αρ. 4568/2006 συστατικής πράξης ιδρύθηκε από τους κατηγορούμενους-αναιρεσείοντες ,ως εταίρους, η αστική εταιρεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "Ιστορικό Κοινωνικό και Πολιτιστικό Κέντρο Μάνης" και τον διακριτικό τίτλο "ΜΟΥΣΕΙΟ Ι. Κ. Θ.", νομίμως εκπροσωπούμενης από τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο με σκοπό, μεταξύ άλλων, την λειτουργία μουσείου, και έδρα την τριώροφη κατοικία των κατηγορουμένων επί της οδού ... στο Μαρούσι Αττικής, πλην όμως, ότι το εν λόγω "μουσείο" ουδέποτε λειτούργησε, αφού κατά την διενεργηθείσα, στις 15/3/2019, κατ' οίκον έρευνα στην έδρα του, τα επίδικα όπλα βρέθηκαν σκορπισμένα, σε απόλυτη ακαταστασία και ρυπαρότητα, άνευ ειδικά διαμορφωμένου εκθεσιακού χώρου που να δημιουργεί εικόνα μουσείου, ανοικτού στο κοινό, σε προκαθορισμένες ημέρες και ώρες, ότι το φερόμενο ,ως λειτουργούν, ιδιωτικό μουσείο μέσα στην ως άνω κατοικία των κατηγορουμένων, στο οποίο, διατείνονται, ότι είχαν παραχωρήσει τα επίδικα όπλα, δεν ήταν αναγνωρισμένο με την απαιτούμενη ειδική άδεια από το Υπουργείο Πολιτισμού ,κατά τα οριζόμενα στις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 45 του ν. 3028/2002, ότι στο άρθρο 7 της συστατικής πράξης της ανωτέρω εταιρείας (ΑΜΚΕ) γίνεται αναφορά στον οπλισμό κατά γενικό και αόριστο τρόπο, με συνέπεια να μην προκύπτει η παραχώρηση συγκεκριμένης και νόμιμα συγκροτημένης συλλογής όπλων, συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων, στο μουσείο, ότι τα επίδικα όπλα δεν αποτέλεσαν μέρος συλλογής μουσείου, και ότι σε περίπτωση, ακόμη, που αυτά αποτελούσαν ιστορικά και οικογενειακά κειμήλια, όπως διατείνονται, θα έπρεπε οι κατηγορούμενοι να τα έχουν απενεργοποιήσει και να έχουν εκδώσει άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου της κατοικίας τους, κατ' άρ. 7 παρ.2 περ'.θ' του ν. 2168/1993, διαδικασία που δεν ακολούθησαν.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αναίρεσής της, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψης αιτιολογίας αναφορικά με την κατοχή των επίδικων όπλων απ' αυτήν, αιτιώμενη ότι αυτά ήταν στην αποκλειστική κατοχή του συγκατηγορούμενου-αναιρεσείοντος και διαχειριστή -νόμιμου εκπρόσωπου του ιδρυθέντος ιδιωτικού μουσείου τους, και ότι, ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετείται κατά νόμο η αποδιδόμενη σε βάρος της αξιόποινη πράξη. Το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον ανωτέρω αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό της αναιρεσείουσας-κατηγορούμενης, δεχόμενο στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια ότι τα επίδικα όπλα κατείχαν οι κατηγορούμενοι από κοινού, στον δεύτερο όροφο της ως άνω οικίας τους, χωρίς να έχει εκδοθεί η απαιτούμενη κατά νόμο άδεια της αστυνομικής αρχής, και ότι η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, αντιλαμβανόμενη τους αστυνομικούς, πριν από την είσοδό τους στην κατοικία της ιδίας και του συγκατηγορουμένου της Ι. Θ., απέρριψε από τον εξώστη του ανωτέρω διαμερίσματός τους στον ακάλυπτο χώρο της ανωτέρω οικοδομής όπλα και μέρη όπλου, μεταξύ των οποίων και τα επίδικα όπλα, τα οποία περισυνελέγησαν από τους αστυνομικούς, προκειμένου να δυσχεράνει την έρευνα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος των υπό κρίση αναιρέσεων, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου ως προς την ενοχής τους για την ένδικη πράξη, είναι αβάσιμος. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητος για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που σε περίπτωση παραδοχής τους αποκλείουν την ικανότητα για καταλογισμό είναι ο προβλεπόμενος από το άρθρο 31 παρ. 2 του ΠΚ, περί συγγνωστής νομικής πλάνης.

Ειδικότερα, από το άρθρο 31 παρ. 2 ΠΚ, που ορίζει ότι "η πράξη δεν καταλογίζεται σε εκείνον που την τελεί αν αυτός δεν είχε συνείδηση του άδικου χαρακτήρα της λόγω πλάνης που δεν μπορούσε να αποφύγει, μολονότι κατέβαλε την οφειλόμενη από τις περιστάσεις και δυνατή γι' αυτόν επιμέλεια (συγγνωστή νομική συγγνωστή)...", προκύπτει ότι νομική πλάνη υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει τι πράττει, αλλά είτε αγνοεί ότι η πράξη του είναι καταρχήν άδικη, είτε πιστεύει λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου που, με τα δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης, αποκλείει το αξιόποινο. Για να αποκλειστεί, όμως, το αξιόποινο, πρέπει η πλάνη να είναι συγγνωστή, με την έννοια ότι ο υπαίτιος, όση επιμέλεια και αν κατέβαλλε, δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξης. Για τη διάγνωση δε της συνδρομής ή μη συγγνωστής νομικής πλάνης συνεκτιμούνται και οι ειδικές περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, όπως η ατομικότητα του υπαιτίου, (ενόψει της ηλικίας του, των πνευματικών και επαγγελματικών ικανοτήτων και των προσπαθειών που έκανε για να ενημερωθεί),η εσφαλμένη νομική πληροφόρησή του από νομικούς παραστάτες ή άλλες έγκυρες πηγές κλπ.(ΑΠ 1262/2023, ΑΠ 911/2022, ΑΠ 1335/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο μεν κατηγορούμενος-αναιρεσείων, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης, αναφέροντας επί λέξει τα ακόλουθα (σελ.31-32 πρακτικών): ".........Άλλως και όλως επικουρικώς, να καταγνωσθεί στο πρόσωπό μας συγγνωστή νομική πλάνη, καθόσον δεν γνωρίζουμε κάποιο νόμο που να προβλέπει την αδειοδότηση της κατοχής των όπλων του μουσείου μας, καθώς και την αδειοδότηση της κατοχής των 4 φυσιγγίων κυνηγετικού όπλου, αφού η αρμόδια αστυνομική αρχή δηλώνει αναρμόδια για την αδειοδότηση της κατοχής και των λοιπών συναφών αντικειμένων του μουσείου μας, ούτε η Αστυνομία εποπτεύει τα Μουσεία, όπως άλλωστε εν τέλει ομολόγησε ο Διευθυντής της Υποδιεύθυνσης Κρατικής Ασφάλειας βεβαιώνοντας, ενώ δεν μας προσδιορίζει κάποιο νόμο που να προβλέπει την αδειοδότηση της κατοχής των όπλων του μουσείου μας όχι μόνο από την Αστυνομία αλλά και από το Υπουργείο Πολιτισμού, καθόσον δεν υπάρχει τέτοιος νόμος, όπως προανέφερα ανωτέρω".

Η δε κατηγορούμεννη-αναιρεσείουσα ,μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλε δια του συνηγόρου της εγγράφως τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης, που αναπτύχθηκε και προφορικώς , με το ακόλουθο περιεχόμενο (σελ.60-61 πρακτικών): ".........Άλλως και όλως επικουρικώς, να καταγνωσθεί στο πρόσωπό μας συγγνωστή νομική πλάνη, καθόσον δεν γνωρίζουμε κάποιο Νόμο που να προβλέπει την αδειοδότηση της κατοχής των όπλων του Μουσείου μας, καθώς και την αδειοδότηση της κατοχής των 4 φυσιγγίων κυνηγετικού όπλου, (σε νόμιμο κάτοχο κυνηγετικών όπλων και μάλιστα με άδεια θήρας ήδη από το 1989 όπως ο αδελφός μου), αφού η αρμόδια αστυνομική Αρχή δηλώνει αναρμόδια για την αδειοδότηση της κατοχής των όπλων και των λοιπών συναφών αντικειμένων του Μουσείου μας και δεν αδειοδοτεί την κατοχή των όπλων των μουσείων, όπως άλλωστε εν τέλει ομολόγησε ο Διευθυντής της Υποδιεύθυνσης κρατικής Ασφάλειας και εν τέλει ομολόγησε κατά την κατάθεσή του ακόμα και ο αστυφύλακας Α. Κ. που εξετάστηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου σας κατά την αρχική δικάσιμο της 18/10/2024, ούτε η Αστυνομία εποπτεύει τα Μουσεία (βλ. τα ΣΧΕΤΙΚΑ 5 & 7).

Και μάλιστα η αστυνομία δεν μας προσδιορίζει κάποιον Νόμο που να προβλέπει την αδειοδότηση της κατοχής των όπλων του Μουσείου μας, καθόσον δεν υπάρχει τέτοιος Νόμος όπως προανέφερα ανωτέρω, ενώ "το ΥΠ.ΠΟ.Α δεν αδειοδοτεί την ίδρυση και την λειτουργία μουσείων από άλλα νομικά πρόσωπα και ,ως εκ τούτου, δεν προβλέπεται καμία σχετική διαδικασία αδειοδότησης της ίδρυσης ή της λειτουργίας. Για τα κρατικά μουσεία έχει θεσμοθετηθεί η διαδικασία αναγνώρισης ...,η οποία δεν συνιστά διαδικασία αδειοδότησης εκ μέρους του ΥΠ.ΠΟ.Α, καθόσον είναι διαδικασία προαιρετική που αποσκοπεί στην βελτίωση παρεχόμενων υπηρεσιών τους προς το κοινό και την εν γένει εσωστρέφεια τους" (βλ. ΣΧΕΤΙΚΟ 9 ) και "ο εν ισχύ αρχαιολογικός Νόμος για την εφαρμογή των διατάξεων του οποίου μεριμνά στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της η Δ/νση νεότερης πολιτιστικής κληρονομιάς δεν προβλέπει την χορήγηση άδειας κατοχής πολιτιστικών αγαθών των νεότερων χρόνων, ούτε βεβαίως όπλων" Βλ. ΣΧΕΤΙΚΟ 10)".

To Δικαστήριο της ουσίας ,καίτοι δεν είχε υποχρέωση απάντησης στον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης των κατηγορουμένων και νυν αναιρεσειόντων , που προβλήθηκε αορίστως, ήτοι χωρίς τα απαιτούμενα για τη νομική του βασιμότητα στοιχεία, τον απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία: "....Επομένως, τα προαναφερόμενα όπλα δεν αποτέλεσαν συλλογή που συγκροτήθηκε με νόμιμο τρόπο, καταγράφηκε και παραχωρήθηκε από τους κατηγορούμενους σε ιδιωτικό μουσείο, όπως αυτοί αβασίμως ισχυρίζονται, αλλά τα κατείχαν οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι, από κοινού, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, ενώ τούτο απαγορεύεται, όπως αμφότεροι γνώριζαν, έχοντας συνείδηση του άδικου χαρακτήρα της πράξης τους. Τούτο ,διότι η δεύτερη κατηγορουμένη, ως δικηγόρος, γνωρίζει τη νομοθεσία περί όπλων, ενώ ο πρώτος, επίσης υψηλού μορφωτικού επιπέδου (ιατρός), υπήρξε στο παρελθόν νόμιμος κάτοχος κυνηγετικών όπλων και γνώστης της διαδικασίας έκδοσης άδειας για τη νόμιμη κατοχή όπλων, ενώ, ήδη από έτος 2006, γνώριζε ότι για την κατοχή όπλων, ακόμη και αν αυτά χαρακτηρίζονται, ως ιστορικά ή κειμήλια, συλλεκτικής μόνον αξίας, απαιτείται άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής.

Συγκεκριμένα, με την υπ' αριθμ. 4444/2005 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ο πρώτος κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, ενώ κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της παράνομης κατοχής όπλων, πλην όμως επικυρώθηκε η από 15/10/1997 έκθεση κατάσχεσής τους και διατάχθηκε η δήμευσή τους. Με την υπ' αριθμ. 1756/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση μόνο ως προς το περί δημεύσεως κεφάλαιό της και εισήχθη προς νέα συζήτηση στο Γ' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, το οποίο, με την υπ' αριθμ. 2207/2006 απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι τα επίδικα όπλα (δύο περίστροφα 11,4 και 8 χιλιοστών αντίστοιχα και ένα πιστόλι 9,02 χιλιοστών, τύπου Bergmann Bayard), είναι οικογενειακά κειμήλια και έχουν συλλεκτική μόνον αξία, διέταξε την απόδοσή τους στον πρώτο κατηγορούμενο, υπό τον όρο "ότι θα προσκομισθεί η αναμενόμενη και δια της από 9/8/2005 αιτήσεως αιτηθείσα από την Γ' Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών άδεια κατοχής των όπλων αυτών, ως ιστορικών κειμηλίων κλπ.". Η από 9/8/2005 αίτηση του πρώτου κατηγορουμένου για την έκδοση άδειας κατοχής των προαναφερόμενων τριών όπλων απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. ...-2007 απόφαση της Δ/νσης Κρατικής Ασφάλειας Αττικής.

Συνεπώς, και ο πρώτος κατηγορούμενος γνώριζε ότι για τη νόμιμη κατοχή όπλων, έστω και αν πρόκειται για κειμήλια με συλλεκτική μόνο αξία, απαιτείται άδεια της αρμόδιας αστυνομικής, αρχής (καθώς και απενεργοποίησή τους). Το δε γεγονός ότι στις 30/3/2006 κοινοποιήθηκε στο Α.Τ. Αμαρουσίου η συστατική πράξη της ΑΜΚΕ, καθώς και η από 15/10/1964 δήλωση του παππού των κατηγορουμένων περί δωρεάς όπλων (χωρίς αυτά να προσδιορίζονται ειδικότερα) και έκτοτε οι κατηγορούμενοι, κατά τους ισχυρισμούς τους, δεν ενοχλήθηκαν από τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές, δεν αναιρεί την εκ μέρους τους γνώση του άδικου χαρακτήρα της ανωτέρω πράξης τους, απορριπτομένου ως αβασίμου του αυτοτελούς ισχυρισμού τους περί συγγνωστής νομικής πλάνης". Με τις ανωτέρω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την απόρριψη του προβληθέντος από τους αναιρεσείοντες αυτοτελούς ισχυρισμού περί συγγνωστής νομικής πλάνης την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις (93 παρ. 3 του Συντ. και 139 ΚΠοινΔ) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ,αφού δέχθηκε ,με τις ουσιαστικά ανέλεγκτες παραδοχές του ότι στην ένδικη υπόθεση δεν συντρέχει περίπτωση συγγνωστής νομικής πλάνης των αναιρεσειόντων, διότι η μεν αναιρεσείουσα ως δικηγόρος, γνωρίζοντας την περί όπλων νομοθεσία, ο δε αναιρεσείων, επίσης υψηλού μορφωτικού επιπέδου (ιατρός) και νόμιμος κάτοχος όπλων κατά το παρελθόν, γνώριζαν ήδη από το έτος 2006, αλλά και προγενέστερα, ότι για την κατοχή των επίδικων όπλων απαιτείτο άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., των υπό κρίση αναιρέσεων, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του περί συγγνωστής νομικής πλάνης ισχυρισμού, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 362 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας ,κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος του να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠΔ), ενώ επίσης παραβιάζονται και οι αρχές περί προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, οπότε συνάμα ιδρύεται και ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Γ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, εκτός αν τα έγγραφα αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα ή τα επικαλέστηκε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη δίκη, οπότε ο τελευταίος έχει την ευχέρεια γνωρίζοντας την ταυτότητα του εγγράφου να ασκήσει τα εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ ανωτέρω δικαιώματά του (ΑΠ 1178/2022, ΑΠ 79/2021,ΑΠ 464/2021).

Εξάλλου, η ανάγνωση εγγράφου δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία του στο οικείο μέρος των πρακτικών της δίκης, όπου αναφέρεται ο κατάλογος των αναγνωσθέντων εγγράφων, αλλά αρκεί να προκύπτει αυτή από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1178/2022, ΑΠ 227/2019).

Με τον τρίτο λόγο των υπό κρίση αναιρέσεων οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρ. 510παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ σε συνδ. με άρ. 171 παρ.1εδ.δ' του ιδίου Κώδικα), ισχυριζόμενοι ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη μη αναγνωσθέν έγγραφο, και συγκεκριμένα την υπ'αρ. ...-2007 απόφαση της Διεύθυνσης Κρατικής Ασφάλειας Αττικής, με την οποία απορρίφθηκε η αναφερόμενη αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου για έκδοση άδειας κατοχής των τριών όπλων, τα οποία αναφέρονται στην υπ' αρ. 2207/2006 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, αφού η εν λόγω απόφαση δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων, παραβιασθείσας έτσι της άσκησης των εκ του άρ. 358 ΚΠΔ προβλεπομένων δικαιωμάτων του. Από τα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκοπούμενα πρακτικά συνεδρίασης της προσβαλλομένης απόφασης αλλά και της πρωτοβάθμιας αποφάσεως με αριθμό 3259/2022 του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών, προκύπτει ότι στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων (σελ.80 έως 90) και (σελ.34 έως 40) αντίστοιχα, πράγματι δεν αναφέρεται η επίμαχη υπ'αρ....-2007 απόφαση της Διεύθυνσης Κρατικής Ασφάλειας Αττικής με οποία απορρίφθηκε η από 9/8/2005 αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου προς την Γ' Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών για έκδοση άδειας κατοχής των τριών όπλων (ήτοι δύο περιστρόφων και ενός πιστολιού) ,που αναφέρονται στην υπ' αρ. 2207/2006 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών. Πλην όμως, το εν λόγω έγγραφο, που όπως προκύπτει από τα πρακτικά δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, αναφέρεται διηγηματικώς και μόνο στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, και δεν επέδρασε στον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως για την ενοχή των αναιρεσειόντων. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ συναφής τρίτος λόγος των υπό κρίση αναιρέσεων, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη για την κατάφαση της ενοχής τους το ως άνω έγγραφο της Διεύθυνσης Κρατικής Ασφάλειας Αθηνών, χωρίς να αναγνωσθεί στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 510 περ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρ. 171 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά το άρ. 171 παρ. 2 ΚΠΔ στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους αρνήθηκε ή παράλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 337 παρ.1 του ΚΠΔ "αν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας γεννηθεί εναντίον μάρτυρα υπόνοια ψευδούς κατάθεσης ο διευθύνων τη συζήτηση μπορεί με αίτηση του εισαγγελέα ή ενός διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως να διατάξει να μην απομακρυνθεί ο μάρτυρας την ημέρα αυτή από το δικαστήριο τις ώρες που συνεδριάζει το δικαστήριο και να προσέλθει την επόμενη, εφόσον συνεχίζεται η συνεδρίαση.....". Το ανωτέρω άρθρο αφορά στο δικαίωμα του διευθύνοντος τη συζήτηση να διατάξει τη σύλληψη μάρτυρος κατά του οποίου εγείρονται υπόνοιες υποψίας και την παραπομπή του στον Εισαγγελέα, και δεν εμπίπτει στην έννοια των κατά το άρθρο 171 παρ.2 ΚΠΔ ρητά παρεχομένων από το νόμο δικαιωμάτων στον κατηγορούμενο (ΑΠ 81/1970).

Από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά συνεδρίασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτει ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος υπέβαλε, προφορικά, αίτημα περί εφαρμογής του άρθρου 337 παρ.1 ΚΠΔ (σελ.38,39), κατά τη διάρκεια εξέτασης, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, του μάρτυρος κατηγορίας Α. Κ., επικαλούμενος ότι καταθέτει ψευδή περιστατικά.

Επίσης, μετά την ολοκλήρωση της ένορκης κατάθεσης του ανωτέρω μάρτυρος, κατά την αρχική δικάσιμο της 18ης/10/2004, η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη κατά την μετά διακοπήν ορισθείσα δικάσιμο της 26ης/11/2024 υπέβαλε, δια του συνηγόρου της, εγγράφως, αίτημα περί εφαρμογής του άρθρου 337 παρ.1 του ΚΠΔ, το οποίο αναπτύχθηκε και προφορικά, επικαλούμενη ότι η ένορκη κατάθεση του εν λόγω μάρτυρος κατηγορίας είναι ψευδής, με το ακόλουθο περιεχόμενο (σελ.56 έως 59 πρακτικών),ήτοι :

".... Επειδή ο μάρτυρας αυτός, ο Αστυνομικός Α. Κ. κατέθεσε για πρώτη φορά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και στο παρόν Δικαστήριο ότι ο 2ος όροφος ήταν "χωματερή" και όχι Μουσείο, ενώ όπως επιβεβαίωσε εκτός από τα όπλα που κατασχέθηκαν στον όροφο αυτό αντιλήφθηκε την ύπαρξη στολών και ασυρμάτων τα οποία όχι μόνο δεν δικαιολογούνται σε οικία, αλλά και ήταν τεράστιας μουσειακής και ιστορικής αξίας ,επινόησε να ισχυριστεί για πρώτη φορά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και στο παρόν Δικαστήριο, ότι στον όροφο αυτό υπήρχαν σάπια ψάρια και σερβιέτες με αίμα, πότε στην κουζίνα (στο παρόν Δικαστήριο) και πότε στο σαλόνι (στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) χωρίς βέβαια να καταθέσει κάτι τέτοιο στην από 15/3/2019 ένορκη εξέτασή του αυθημερόν της ψευδώς φερόμενης κατ' οίκον έρευνας στον 2° όροφο που εδρεύει και στεγάζεται n Α.Μ.Κ.Ε του Μουσείου μας και την εκκίνηση της ποινικής διαδικασίας σε βάρος μας, με απώτερο σκοπό να δείξει ότι στον χώρο αυτό δεν ήταν Μουσείο αλλά "χωματερή" (παρ' ότι γνώριζε ότι στις 22/3/2006 είχαμε ιδρύσει την Α.Μ.Κ.Ε του Μουσείου μας και από τότε λειτουργούσε ανελλιπώς νόμιμα με ιδία νομική και φορολογική μορφή (βλ. το 13ο αναγνωστέο έγγραφο του κατηγορητηρίου).

Επειδή, η κατάθεση του μάρτυρα αυτού έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τις φωτογραφίες των χώρων της Α.Μ.Κ.Ε του Μουσείου μας, που προσκομίσαμε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οπού και αναγνώστηκαν, και επέδειξε ο αδελφός μου στον μάρτυρα αυτό κατά την εξέτασή του στο παρόν δικαστήριο, αλλά και διαψεύδεται πανηγυρικά ιδίως από τα εκατοντάδες χρησιδάνεια της Α.Μ.Κ.Ε του Μουσείου μας προς το Πολεμικό Μουσείο και το Μουσείο του Ο.Τ.Ε., ήδη από το έτος 2007 και τις φωτογραφίες με τα όπλα της ΑΜ.Κ.Ε του Μουσείου μας, τα οποία χρησιμοποιούνται στις εκδηλώσεις του Πολεμικού Μουσείου, καταδεικνύοντας συνάμα την σπανιότητά τους και την ιστορικότητά τους. Επειδή, αρμόδιοι για να κρίνουν τις συνθήκες υγιεινής στους χώρους της Α.Μ.Κ.Ε του Μουσείου μας είναι άλλες υπηρεσίες, όπως το υγειονομικό της περιφέρειας, ή το Υπουργείο Πολιτισμού που εποπτεύει όλα τα Μουσεία, πάντως δεν είναι ούτε ο μάρτυρας Αστυφύλακας, ούτε η Αστυνομία.

Επειδή, είναι κραυγαλέο το ψεύδος του μάρτυρα αυτού, τόσο στην από 15/3/2019 ένορκη κατάθεσή του, αλλά και στο ακροατήριο τόσο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και του παρόντος Δικαστηρίου ότι με είδε από το παράθυρο της πυλωτής της οικίας μας να του πετάω από τον 2ο όροφο στον πίσω ακάλυπτο χώρο όλα τα όπλα αυτά, που περιγράφονται στην από 15/3/2019 έκθεση παραδόσεως και κατάσχεσης που έδωσε στην 15:30 ώρα ,5 ολόκληρες ώρες μετά την ολοκλήρωση της κατ' οίκον έρευνας στις 10:30 ώρα (βλ. ΣΧΕΤΙΚΟ 12-Β), όχι μόνο διότι, όπως αποδεικνύεται από τις φωτογραφίες του οικήματος που αναγνώσθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επιδείχθηκαν από τον αδελφό μου στον μάρτυρα, δεν υπάρχει πυλωτή στο οίκημα ,ούτε υπάρχει κάποιο παράθυρο στο ισόγειο που να μπορεί να δει κάποιος από μπροστά που βρίσκονταν ο αστυνομικός αυτός στον πίσω ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου να του πετάω τα όπλα, αλλά και είναι αποδεδειγμένα ψευδής, διότι δεν βρισκόμουν στον 2ο όροφο, όπως αποδεικνύεται από την έκθεση κατ' οίκον έρευνας και κατάσχεσης του 2ου ορόφου, που συνυπογράφει η Αντεισαγγελέας (βλ.ΣΧΕΤΙΚΟ 11-Β), αφού εκεί βρίσκονταν μόνο ο αδελφός μου.

Εκτός των ανωτέρω αντιφάσεων, που καταδεικνύουν το ψεύδος του Αστυφύλακα αυτού, από το έγγραφο αυτό καταδεικνύεται αδιαμφισβήτητα ότι αυτός, ενώ υποτίθεται ότι βρήκε όλα τα όπλα αυτά στο πίσω προαύλιο χώρο, πριν την έναρξη της ψευδώς φερόμενης κατ' οίκον έρευνας, στις 10:30 ώρα της 15/3/2019, τα παρέδωσε προς κατάσχεση στις 15:30 ώρα πέντε ολόκληρες ώρες μετά, προφανώς για να μεθοδεύσει την εμπλοκή μου στην υπόθεση αυτή και την εκδικητική σύλληψη μου, παρόλο που στην από 15/3/2019 και ώρα 17:45 έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου (βλ. ΣΧΕΤΙΚΟ 12-Γ), τα όπλα αυτά που παρέδωσε προς κατάσχεση 2 ώρες πριν με την έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης φέρονται ότι ανευρέθησαν εντός της οικίας που συγκατοικώ με τον αδελφό μου, ενώ τα όπλα που υποτίθεται ότι βρέθηκαν στο 2ο όροφο, όπου στην πραγματικότητα ήταν η έδρα της Α.Μ.Κ.Ε του Μουσείου μας, φέρονται ότι ανευρέθησαν στον πίσω ακάλυπτο χώρο (βλ. σε αντιπαραβολή τα ΣΧΕΤΙΚΑ 11 Β.12Α.12Β και 12Γ).

Επειδή, η αθέμιτη απόκρυψη της νόμιμης ίδρυσης της Α.Μ.Κ.Ε του Μουσείου μας επινοήθηκε για την συγκάλυψη της παράνομης και καταχρηστικής ψευδώς φερόμενης κατ' οίκον έρευνας ,που στην πραγματικότητα έγινε στην έδρα της Α.Μ.Κ.Ε του Μουσείου μας, καθόσον η Αστυνομία γνώριζε ότι δεν αδειοδοτεί την κατοχή των όπλων κανενός Μουσείου και μάλιστα γνώριζε ότι δεν αδειοδοτεί την κατοχή των όπλων Μουσείου, ούτε στο νόμιμο εκπρόσωπό του, ούτε φυσικά στον συνιδρυτικό εταίρο του, καθιστώντας παράνομη και καταχρηστική την σύνταξη του κατηγορητηρίου αυτού σε βάρος μας, που συντάχθηκε μετά την μεθοδευμένη - αθέμιτη απόκρυψη της νόμιμης ίδρυσης και λειτουργίας του Μουσείου μας ήδη από τις 30/3/2006, ενώ δεν έχει υπάρξει παρόμοια ποινική δίωξη, τουλάχιστον στα Ελληνικά Δικαστήρια.

Επειδή, ο Αστυνομικός αυτός για να δικαιολογήσει την καταχρηστική μεθόδευση της Υπηρεσίας του, προκειμένου να διωχθώ ποινικά και εγώ που σύμφωνα με το άρθρο 8 του καταστατικού της Α.Μ.Κ.Ε του Μουσείου μας είμαι αναρμόδια για τα όπλα της και τα λοιπά αντικείμενα , δεν δίστασε " να εκτελέσει διατεταγμένη υπηρεσία ψευδορκίας" κατ' εξακολούθηση, όχι μόνο στο Δικαστήριο Σας ,αλλά και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατά την προανάκριση. Τέλος, επειδή, όπως ήδη έχουμε αναφέρει από το στάδιο της ανάκρισης, η Α.Μ.Κ.Ε του Μουσείου μας εκτός από τον 2ο όροφο της 3οροφης ιδιόκτητης οικοδομής , εδρεύει και στεγάζεται και στον ισόγειο όροφο, αλλά και στον 1ο όροφο, από όπου και ηλεκτροδοτούνται τόσο ο ισόγειος όροφος, αλλά και ο 2ος όροφος που έγινε στοχευμένα η ψευδώς φερόμενη κατ' οίκον έρευνα από την ... παροχή νια λόγους οικονομίας, η οποία είχε κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος αξίας 663 ευρώ (μαζί με οφειλές προηγούμενων μηνών, όπως άλλωστε και η υπ' αριθμ ... παροχή που αντιστοιχεί στον 3ο όροφο στον οποίο συγκατοικούμε εγώ και ο αδελφός μου (βλ. ΣΧΕΤΙΚΆ 13Α-13Β -13Γ).

Βέβαια τις καταναλώσεις του ηλεκτρικού ρεύματος στους χώρους της Α.Μ.Κ.Ε του Μουσείου μας τις πληρώνουμε εμείς, καθόσον δεν έχουμε χρηματοδοτηθεί ποτέ με κανένα κονδύλι από το ΥΠ.ΠΟ.Α, όπως συμβαίνει με άλλα ιδιωτικά μη αναγνωρισμένα Μουσεία που εκθέτουν και προβάλλουν στο κοινό διάφορα ενεργά όπλα ακόμα και όπλα πυροβολικού και τα οποία μάλιστα χρηματοδοτούνται με εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ ετησίως, γι' αυτό αποκλειστικά για λόγους οικονομίας είχαμε κόψει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στον 2ο όροφο (βλ. ΣΧΕΤΙΚΟ 13-Δ), ο οποίος επαναλαμβάνω ηλεκτροδοτείται από τον 1ο για λόγους οικονομίας. Από το έγγραφο αυτό καθίσταται αποδεδειγμένα ψευδής η ένορκη κατάθεση του Αστυφύλακα Α. Κ., στην οποία καταθέτει ενόρκως ότι χτύπησε το κουδούνι της οικίας που έγινε η ψευδώς φερόμενη κατ' οίκον έρευνα στον 2ο όροφο, αφού το κουδούνι του 2ου ορόφου δεν λειτουργούσε με ρεύμα από τον όροφο αυτό, διότι είχε απενεργοποιηθεί η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος (βλ. Σχετικό 14), αλλά έπρεπε να χτυπήσει το κουδούνι της οικίας μας στον 3ο όροφο για να του απαντήσουμε, όπως και στην πραγματικότητα έπραξε, ή άλλως έπρεπε να χτυπήσει το κουδούνι του 1ου ορόφου στον οποίο όμως δεν βρισκόταν κανένας να απαντήσει, διότι δεν περιμέναμε επισκέψεις στο Μουσείο μας 10η ώρα το πρωί, χωρίς ραντεβού και ενώ έπρεπε να πάω στο τμήμα ασφαλείας Αμαρουσίου που με είχαν καλέσει, στην πραγματικότητα για να με συλλάβουν και εμένα.

Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, στοχοποιήθηκα και συνελήφθη από τους αστυνομικούς εκδικητικά, διότι ως Δικηγόρος συνέταξα και υπέβαλα στο Σ.Τ.Ε τις προσφυγές του αδελφού μου κατά των διοικητικών πράξεων του τμήματος όπλων της Διεύθυνσης και της Υποδιεύθυνσης κρατικής Ασφάλειας, καθώς και τις αγωγές του αδελφού μου για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης εύλογης διάρκειας της δίκης από το Σ.Τ.Ε που εν τέλει έγιναν δεκτές αμφότερες και άπασες. Επειδή, στοχοποιήθηκα από τους αστυνομικούς, διότι συμμετείχα ως συνιδρυτικός εταίρος της νόμιμης ίδρυσης και λειτουργίας της Α.Μ.Κ.Ε του Μουσείου μας ήδη από τις 22/3/2006, μία καθόλα νόμιμη δραστηριότητα, χωρίς φυσικά να βρίσκομαι στις 15/3/2019 στην έδρα του Μουσείου μας στον 2ο όροφο της 3όροφης οικοδομής στο Μαρούσι, όπως αποδεικνύεται από την 15/3/2019 έκθεση έρευνας στην ψευδώς φερόμενη ως οικία μας και κατάσχεσης που διενεργήθηκε στη πραγματικότητα στην έδρα της Α.Μ.Κ.Ε του Μουσείου μας, όπου ανευρέθη μόνο ο αδελφός μου, η οποία αποτελεί το 2ο αναγνωστέο έγγραφο του κατηγορητηρίου, παρότι ο αδελφός μου έχει αθωωθεί κατ' επανάληψη για την παράνομη κατοχή των όπλων που εν τέλει εκχωρήσαμε στην Α.Μ.Κ.Ε του Μουσείου μας ακόμα και πριν τη νόμιμη ίδρυση της και η εκ νέου κατηγορία είναι κατά παράβαση του δεδικασμένου που απορρέει από τις αθωωτικές αποφάσεις αυτές. Για Τους Λόγους Αυτούς:

Ζητώ την εφαρμογή του άρθρου 337 Κ.Π.Δ σε βάρος του Αστυφύλακα Α. Κ., καθόσον η ένορκη κατάθεση του στο Δικαστήριο Σας αποδεικνύεται ψευδέστατη στο σύνολό της, αφού αποδεδειγμένα έρχεται σε πλήρη αντίφαση ιδίως με την από 15/3/2019 έκθεση κατ' οίκον έρευνας και κατάσχεσης ,που διενεργήθηκε στον 2ο όροφο ιδιοκτησίας του αδελφού μου, όπου στην πραγματικότητα εδρεύει και στεγάζεται η Α.Μ.Κ.Ε του Μουσείου μας, την οποία συνυπογράφει και η Αντιεισαγγελέας που ήταν παρούσα και από την οποία αποδεικνύεται αδιαμφισβήτητα τουλάχιστον ότι, ενώ δεν βρισκόμουν στον 2° όροφο κατά την είσοδο των Αστυνομικών, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται και από τις αντιφάσεις στα λοιπά έγγραφα όπως περιγράφω ανωτέρω, ενώ ιδίως από το έγγραφο αυτό (ΣΧΕΤΙΚΟ 11-Β) αποδεικνύεται επίσης αδιαμφισβήτητα ότι ο συγκατηγορούμενος αδελφός μου δεν έφερε απολύτως καμία αντίρρηση στην ψευδώς φερόμενη κατ' οίκον έρευνα, ούτε καταγράφεται πουθενά ότι εγώ με σκοπό να δυσχεράνω την έρευνα πέταξα πριν την έναρξη της στις 10:00 της 15/03/2019 από τον δεύτερο όροφο κάποιο όπλο στον πίσω προαύλιο χώρο του οικήματος, από τα όπλα αυτά που εν τέλει παρέδωσε προς κατάσχεση στις 15:30 ώρα της 15/3/2019, πέντε ολόκληρες ώρες μετά την έναρξη της!!!, ούτε άλλωστε κατηγορούμαι για κάτι τέτοιο (Βλ. σε αντιπαραβολή τα ΣΧΕΤΙΚΑ 11-Β, 12Α, 12Β και 12Γ του παρόντος αυτοτελούς ισχυρισμού και αιτήματος τα οποία αποτελούν τα αναγνωστέα 2,3 και 4 του κατηγορητηρίου".

Το Δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να αποφανθεί επί του ανωτέρω αιτήματος των κατηγορουμένων -αναιρεσειόντων ,περί εφαρμογής του άρ. 337 παρ.1 ΚΠΔ αναφορικά με την φερόμενη ως ψευδή ένορκη κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας Α. Κ. Με τον τέταρτο λόγο των υπό κρίση αναιρέσεων οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ σε συνδ. με άρ.171 παρ.1 του ιδίου κώδικα), ένεκα της παραλείψεως του Δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί του ως άνω υποβληθέντος αιτήματός τους περί εφαρμογής της εκ του άρθρου 337 παρ.1 ΚΠΔ προβλεπόμενης διαδικασίας σε βάρος του επ' ακροατηρίω εξετασθέντος μάρτυρος κατηγορίας Α. Κ., λόγω υπονοιών ψευδούς κατάθεσης εκ μέρους του.

Ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η εφαρμογή του άρθρου 337 παρ.1 του ΚΠΔ ανήκει στην αποκλειστική ευχέρεια και εκτίμηση του διευθύνοντος τη συζήτηση και η μη εφαρμογή του , παρά την υποβολή του ως άνω σχετικού αιτήματος από τους κατηγορούμενους-αναιρεσείοντες, δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο ,διότι δεν εμπίπτει στην έννοια των κατά το άρθρο 171 παρ.2 ΚΠΔ ρητά παρεχομένων σ' αυτούς από το νόμο δικαιωμάτων. Με τον πέμπτο λόγο των υπό κρίση αναιρέσεων οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (άρ. 510 παρ.1στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠΔ) ως προς την καταδικαστική της κρίση σχετικά με την παράνομη κατοχή από κοινού των επίδικων τεσσάρων φυσιγγίων διαμετρήματος cal 12 κυνηγετικών όπλων και μίας κάνης Mossberg άνευ αριθμού. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος καθό μέρος αφορά σε εσφαλμένη εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των εγγράφων αποδείξεων, που οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν κατά την αποδεικτική διαδικασία, ήτοι εκδοθείσες από τον κατηγορούμενο άδειες κατοχής κυνηγετικών όπλων και άδεια αγοράς κάνης κυνηγετικού όπλου, είναι απαράδεκτος, διότι, όπως έχει αναφερθεί στην αντίστοιχη νομική σκέψη, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εκτίμηση των αποδείξεων ,καθόσον με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, ο ίδιος αναιρετικός λόγος καθό μέρος αφορά σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή από το Δικαστήριο της ουσίας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων ,αναφορικά : α) με τα τέσσερα φυσίγγια διαμετρήματος cal 12 κυνηγετικών όπλων και β) την μία κάνη Mossberg άνευ αριθμού -ουσιώδες συστατικό όπλου, για τα οποία οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι έπρεπε να εφαρμοστεί το άρθρο 8 του ν. 2168/1993 περί κατοχής κυνηγετικών όπλων, είναι αβάσιμος. Τούτο δε, διότι τα επίμαχα αντικείμενα εμπίπτουν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αντίστοιχη νομική σκέψη της παρούσας ,στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 περ. δ' και ια' του ν.2168/1993, και όχι στα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 8 του ιδίου νόμου. Ως εκ τούτου, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 7 παρ.1 και 8 του ν. 2168/1993 η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι για την νόμιμη κατοχή τους από τους αναιρεσείοντες-κατηγορούμενους απαιτείται άδεια της αστυνομικής αρχής, και συνακόλουθα ο συναφής ,εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, πέμπτος αναιρετικός λόγος των υπό κρίση αναιρέσεων είναι αβάσιμος. Β. Επί των προσθέτων λόγων της υπό κρίση αναιρέσεως των Ι. Θ. λεκτέα τα ακόλουθα:

Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγήσουν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς και, συνεπώς, να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή τους (Ολ. AΠ 2/2005, ΑΠ 1312/2024, ΑΠ 1409/2020).

Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής (ΑΠ 1312/2024, ΑΠ 1302/2023).

Αν ο αυτοτελής ισχυρισμός απορριφθεί "σιγή" από το δικαστήριο, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας ,εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ σε συνδ. με άρ. 171 παρ.2 ΚΠΔ, για έλλειψη ακρόασης του κατηγορούμενου ή του συνηγόρου του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, που επισύρουν μείωση της ποινής στο μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83 ΠΚ, θεωρούνται ιδίως, μεταξύ άλλων: 1] Η υπό στοιχ. α', όπως αυτή ίσχυε πριν από τη τροποποίησή της επί το δυσμενέστερο με το άρ.16 του ν. 5090/1-5-2024, "το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα". Κατά τη γραμματική ερμηνεία της κρίσιμης για την εφαρμογή της διάταξης λέξης "σύννομη" έτσι χαρακτηρίζεται η ζωή του ατόμου όταν το τελευταίο καθόλη τη διάρκεια της ζωής του και μέχρι τη στιγμή της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιϊκών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο συμμορφώνεται μ` αυτόν ,ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη. Έτσι ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο ,αλλά με την από πεποίθηση - υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη. 'Αλλωστε το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη, το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια.

Συνακόλουθα, αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται, αστικούς κανόνες η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 Κ.Ποιν.Δ. για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου, προκειμένου ν' αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού. Από το συνδυασμό όλων όσων προεκτέθηκαν, είναι φανερό πως για τη θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και επί πλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας. 'Ετσι, όταν η ποινή, μετά την αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης, τελεί σε προφανή δυσαναλογία με τη βαρύτητα του εγκλήματος και την ποινική απαξία της πράξης ως και την επελθούσα από το έγκλημα βλάβη, η αρχή της αναλογικότητας παραβιάζεται (Ολ.ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1302/2023).

Για το ορισμένο του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού (άρ. 84 παρ.2α'ΠΚ) πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά σύννομης προηγούμενης ζωής του υπαιτίου, η οποία υπάρχει, όταν αυτός στη διάρκεια του πριν από την τέλεση της δικαζόμενης πράξης χρόνου στην καθημερινή του συμβίωση με τους άλλους σέβεται τα προστατευόμενα στο κράτος δικαίου έννομα αγαθά και συμμορφώνεται με τις επιταγές του νόμου, στην έννοια του οποίου διαλαμβάνονται και οι δεσμευτικοί κανόνες της κοινωνίας μέσα στην οποία αυτός διαβιοί, με την ελεύθερη βούληση και επιλογή του, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως μοναδική παραφωνία, δηλαδή ως ένα γεγονός το οποίο δεν ήταν αναμενόμενο από τον συγκεκριμένο δράστη (ΑΠ 1312/2024).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του δικάσαντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος στον οποίο δόθηκε ο λόγος από την Πρόεδρο, ζήτησε, μεταξύ άλλων, επιγραμματικά, με την επίκληση και μόνον της νομικής διάταξης που την προβλέπει, άνευ αναφοράς πραγματικών περιστατικών, την αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρ. 84 παρ.2 α' του ΠΚ. Όπως όμως, προβλήθηκε ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, τα οποία, εφόσον δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά ούτε διορθώθηκαν κατά τούτο, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά (άρ.141 παρ.3 ΚΠΔ), για την απόρριψη του οποίου πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με τον συναφή πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ήταν αόριστος, άνευ αναφοράς συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών για τη θεμελίωσή του, και συνεπώς, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Παρά ταύτα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών συνεδρίασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το δικάσαν Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη τα ποινικά μητρώα για δικαστική χρήση του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου, καθώς και το ποινικό μητρώο γενικής χρήσης που αυτός προσκόμισε, που αναγνώστηκαν, χωρίς το περιεχόμενό τους να ανακοινωθεί στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 572 παρ.2 του ΚΠΔ, την υπ' αρ. 2207/2006 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και την υπ'αρ. 4444/2005 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που περιέχονται στον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων με αυξ. αρ. 14 και 97 αντίστοιχα, και αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, απέρριψε τον εκ του άρθρου 84 παρ.2 περ. α' ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος με επαρκή αιτιολογία, δεχόμενο ,κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα "...Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος κατηγορούμενος υπέβαλε προφορικά και καταχωρίστηκε στα πρακτικά το αίτημα να αναγνωριστούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδαφ. α' και β' του ΠΚ.

Όπως προκύπτει από αναγνωσθέν αντίγραφο του ποινικού μητρώου για δικαστική χρήση του πρώτου κατηγορούμενου, αυτός έχει καταδικαστεί στο παρελθόν για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ενώ ,όπως ανωτέρω προεκτέθηκε, από το σκεπτικό της αναγνωσθείσας υπ'αρ. 2207/2006 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, που δεν είναι ελαφρύ πλημμέλημα, με την υπ'αρ. 4444/2005 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ήδη αμετάκλητη, κατά το κεφάλαιο αυτό. Με βάση τα παραπάνω, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν έζησε σύννομα μέχρι το χρόνο τέλεσης της πράξης του, έτσι ώστε αυτή να εμφανίζεται ως δυσάρεστη έκπληξη και εξαίρεση σε αυτήν τη σταθερή στάση της ζωής του, αφού και πριν από την τέλεση της ανωτέρω πράξης του δεν επέδειξε σεβασμό στα έννομα αγαθά, με τη τήρηση των δικαιικών κανόνων που τα προστατεύουν, μη αρκούντος του λευκού ποινικού μητρώου γενικής χρήσης που αυτός προσκόμισε για την κατάφαση της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 εδάφ.α' ΠΚ, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του......".

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης ,με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω παραβίασης των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων (άρ. 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ σε συνδ. με άρ. 171 παρ.1δ' του ιδίου Κώδικα) και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ) αναφορικά με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί αναγνώρισης σ' αυτόν της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρ. 84 παρ.2 α' του ΠΚ, επειδή, όπως αιτιάται, για την απόρριψή του λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας το εκδοθέν για το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αντίγραφο δελτίου ποινικού του μητρώου και η υπ' αρ. 4444/2005 καταδικαστική απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών που δεν αναγνώστηκε, ενώ δεν λήφθηκε υπόψη το εκδοθέν για το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντίγραφο δελτίου ποινικού του μητρώου δικαστικής χρήσης, είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 504 παρ.3, 495, 373, 464 του ΚΠοινΔ, σαφώς προκύπτει ότι, κατά το μέρος της ποινικής απόφασης σχετικά με την απόδοση ή τη δήμευση των κατασχεθέντων πραγμάτων, επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης στον κατηγορούμενο, τον παραστάντα για την υποστήριξη της κατηγορίας και τον τρίτο, του οποίου τις αξιώσεις επί των κατασχεθέντων έκρινε η απόφαση. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 60 παρ.1, 280, 311 παρ.2 και 373 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να κρίνει για την τύχη των κατασχεθέντων πραγμάτων, για τα ζητήματα αστικής φύσης που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης και με την τελειωτική απόφασή του υποχρεούται αυτεπαγγέλτως να διατάξει την επικύρωση της κατάσχεσης ή την άρση της κατάσχεσης και την απόδοση των μη υποχρεωτικώς κατά νόμο δημευτέων πραγμάτων, που αφαιρέθηκαν και των πειστηρίων που κατασχέθηκαν και δεν έγινε άρση της κατάσχεσής τους στον αποδεικνυόμενο από τη διαδικασία ιδιοκτήτη τους (ΑΠ 1030/2021).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 1 και 3 του Ν. 2168/1993 "1. Τα όπλα και λοιπά αντικείμενα του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, που παράνομα εισάγονται, κατέχονται, κατασκευάζονται, μετασκευάζονται, συναρμολογούνται, φέρονται, μεταφέρονται ή διαμετακομίζονται, ανευρίσκονται ή παραδίδονται στις αρμόδιες αρχές, καθώς και εκείνα, που έχουν παραδοθεί ή έχουν εγκαταλειφθεί κατά το παρελθόν, για οποιονδήποτε λόγο, στις αστυνομικές αρχές, κατάσχονται. 2 ..., 3. Τα όπλα και λοιπά αντικείμενα που κατάσχονται, κατά τις παραγράφους 1 και 2, δημεύονται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου του Ποινικού Κώδικα, ..........".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 76 παρ. 6 του πρ. ΠΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 6 παρ. 1 Ν. 4478/2017 και αποτελεί μεταφορά της αρχικής ρύθμισης του άρθρου 76 παρ. 2 ΠΚ, στο οποίο παρέπεμπε ρητά η ως άνω διάταξη του άρθρου 16 παρ. 3α'του Ν.2168/1993, και το οποίο ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της ένδικης πράξης (15-3-2019) "Η δήμευση των αντικειμένων της παραγράφου 1 επιβάλλεται υποχρεωτικά σε βάρος του κατόχου τους, έστω και χωρίς την καταδίκη ορισμένου προσώπου για την τελεσθείσα πράξη, αν από τη φύση τους προκύπτει κίνδυνος δημόσιας τάξης. Η δήμευση εκτελείται και κατά των κληρονόμων, αν η απόφαση έγινε αμετάκλητη ενόσω ζούσε εκείνος κατά του οποίου απαγγέλθηκε η δήμευση.

Αν δεν προηγήθηκε καταδίκη ορισμένου προσώπου ή δεν μπορούσε να γίνει δίωξη, τη δήμευση διατάσσει είτε το δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση είτε το δικαστήριο των πλημμελειοδικών με πρόταση του εισαγγελέα". Από τα προεκτεθέντα, προκύπτει ότι το άρθρο 76 παρ. 2 αρχικά και στη συνέχεια το άρθρο 76 παρ. 6 του προϊσχύσαντος ΠΚ (και ήδη το άρθρο 76 παρ. 1 του ισχύοντος ΠΚ με ίδιο περιεχόμενο), προβλέπουν τη δήμευση ως μέτρο ασφαλείας, καθώς η τελευταία έχει εξασφαλιστικό και όχι κυρωτικό χαρακτήρα, αφού είναι α) υποχρεωτική, β) επιβάλλεται και χωρίς καταδίκη ορισμένου προσώπου, γ) επιβάλλεται υπό προϋποθέσεις και κατά των κληρονόμων, δ) επιβάλλεται υποχρεωτικά κατά παντός τρίτου κατόχου και ε) επιβάλλεται υποχρεωτικά μόνον αν από τα κατασχεθέντα αντικείμενα προκύπτει κίνδυνος δημόσιας τάξης, με την έννοια όχι μόνον του κινδύνου επανάληψης αξιόποινων πράξεων, αλλά και του κινδύνου της δημόσιας υγείας, της κοινής ειρήνης, της ασφάλειας ή της δημόσιας πίστης (ΑΠ 1244/2018). Είναι σαφές ότι η δήμευση του άρθρου 16 Ν. 2168/1993, χαρακτηρίζεται από το νόμο (με τη ρητή παραπομπή στο άρθρο 76 παρ. 2 του προϊσχύσαντος ΠΚ και ακολούθως στο άρθρο 76 παρ. 6 του προϊσχύσαντος ΠΚ) ως μέτρο ασφαλείας και επιβάλλεται υποχρεωτικά, καθώς ο νόμος θέσπισε ένα τεκμήριο απόλυτης επικινδυνότητας των όπλων για τη δημόσια τάξη, το οποίο δεν μπορεί να ανατραπεί με μόνη την επίκληση των συνοδευτικών περιστάσεων κατοχής του όπλου, που μειώνουν τον κίνδυνο προσβολής εννόμων αγαθών, παρά μόνο όταν από τον ίδιο το νόμο ισχύει αντίθετο τεκμήριο έλλειψης κινδύνου, όπως όταν μετά την κατάσχεση και πριν από την απόφαση δήμευσης εκδίδεται άδεια από την αρμόδια αρχή (ΑΠ 818/2022).

Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ` ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφασή περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στην διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία διατάσσεται η επικύρωση της κατάσχεσης των κατασχεθέντων όπλων και η δήμευση αυτών πρέπει να αναφέρει με πληρότητα και σαφήνεια τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι τα κατασχεθέντα και δημευθέντα όπλα αποτελούν κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και ότι η δήμευσή τους επιβάλλεται υποχρεωτικά σε όποιον τα κατέχει, έστω και χωρίς την καταδίκη ορισμένου προσώπου για την πράξη που τελέστηκε (ΑΠ 818/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφασή του αποφάσισε και διέταξε την επικύρωση των αναφερομένων εκθέσεων κατάσχεσης και τη δήμευση των κατασχεθέντων όπλων με το ακόλουθο αιτιολογικό:

"........Στην προκειμένη περίπτωση, από τα κατά τα άνω έγγραφα της προκείμενης δικογραφίας προκύπτει ότι με τις εκθέσεις κατάσχεσης, που αναφέρονται στο διατακτικό, κατασχέθηκαν τα όπλα, φυσίγγια και λοιπά πράγματα, που αναφέρονται επίσης στο διατακτικό, τα οποία (όπλα) για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, δεν εξαιρούνται από την κατάσχεση, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι, αφού δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 45 παρ.10 του ν.3028/2022.

Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω, πρέπει, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, να επικυρωθούν οι αναφερόμενες στο διατακτικό εκθέσεις κατάσχεσης και να διαταχθεί να διαταχθεί η δήμευση του οπλισμού, που αναλυτικά περιγράφεται σ' αυτές".

Με τις παραδοχές αυτές η παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την διάταξή της περί επικύρωσης της κατάσχεσης και δήμευσης των κατασχεθέντων όπλων, δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται να διαλαμβάνονται σ' αυτήν στην περίπτωση που διατάσσεται η επικύρωση της κατάσχεσης και η δήμευση των κατασχεθέντων όπλων. Ειδικότερα, κατά το κεφάλαιο αυτό στην προσβαλλόμενη απόφαση έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, αφού δεν προκύπτει με σαφήνεια και πληρότητα ότι : α) η δήμευση των επίδικων όπλων επιβάλλεται ως μέτρο ασφαλείας, σύμφωνα με τα άρθρα 16 παρ. 1 και 3 του Ν.2168/1993 και 76 παρ. 6 του προϊσχύσαντος ΠΚ, ή ως παρεπόμενη ποινή, κατά το άρθρο 76 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ και ήδη 68 παρ. 1 του ισχύοντος ΠΚ, β) η δήμευση των κατεχομένων από τους κατηγορούμενους όπλων, είναι υποχρεωτική, ακόμη και ως προς τα όπλα για τα οποία έπαυσε υφ' όρον η ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων δυνάμει της υπ'αρ. 3529/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών που δίκασε πρωτοβαθμίως, και γ) η δήμευση επιβάλλεται, διότι από τα κατασχεθέντα όπλα προκύπτει κίνδυνος δημόσιας τάξης.

Συνεπώς, οι σχετικοί δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ ,με τους οποίους πλήττεται η εν λόγω παρεμπίπτουσα απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορά την επικύρωση της κατάσχεσης των όπλων και τη δήμευση αυτών είναι βάσιμοι, πλην των αιτιάσεων του αναιρεσείοντος, που εμπεριέχονται στον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, περί αναιτιολόγητης μη εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση του άρθρου 45 παρ.10 του ν. 3028/2002 , οι οποίες είναι αβάσιμες. Τούτο δε, διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι κατηγορούμενοι δεν έχουν εκδώσει την απαιτούμενη άδεια λειτουργίας μουσείου από την αρμόδια αρχή, έτσι ώστε τα επίδικα όπλα να μην υπόκεινται σε κατάσχεση, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 45 παρ.10 του ν. 3028/2002, που ορίζει ότι τα αντικείμενα των συλλογών των μουσείων δεν υπόκειται σε κατάσχεση.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει: 1] H υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του Ι. Θ. να γίνει δεκτή κατά τους δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους αυτής, παρελκούσης της έρευνας του τέταρτου προσθέτου λόγου της εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Θ'ΚΠΔ, και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον εν λόγω αναιρεσείοντα ,αναφορικά με τα κεφάλαιά της και τις αντίστοιχες διατάξεις περί επικύρωσης των εκθέσεων κατασχέσεως όπλων και της δήμευσης αυτών, και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση για νέα συζήτηση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). 2] Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης της Σ. Θ., μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 206 Α ,418 /2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ως προς τον αναιρεσείοντα Ι. Θ. αναφορικά με τις διατάξεις της περί επικύρωσης των εκθέσεων κατασχέσεως των όπλων και της δήμευσης αυτών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, ως προς το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την με αρ. πρωτ. 1713/2025 αίτηση αναίρεσης και τον επ' αυτής πρώτο πρόσθετο λόγο του Ι. Θ. του Κ. κατά της υπ' αριθ. 206 Α, 418/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. πρωτ. 1712/2025 αίτηση αναίρεση της Σ. Θ. του Κ. κατά της υπ' αριθ. 206Α, 418/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

ΚΑΙ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αναιρεσείουσας τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Οκτωβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ         Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ