Συνθετη Αναζητηση Νομοθεσιας - Νομολογιας

Νομοθεσία

Α.Π. 42/2026 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) ΗΘΙΚΗ ΑΥΤΟΥΡΓΙΑ ΣΕ ΨΕΥΔΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ

 

Α.Π. 42/2026 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


ΗΘΙΚΗ ΑΥΤΟΥΡΓΙΑ ΣΕ ΨΕΥΔΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ (άρθρ. 46 παρ. 1 ΠΚ, άρθρ. 221 παρ. 1 ΠΚ)

ΕΙΔΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ (άρθρ. 139 ΚΠΔ, άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, άρθρ. 93 παρ. 3 Σ.)

ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΛΟΓΩ ΛΗΨΗΣ ΥΠΟΨΗ ΜΗ ΔΙΕΞΑΧΘΕΙΣΗΣ ΑΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ (άρθρ. 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, άρθρ. 340 παρ. 2 ΚΠΔ, άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ)

ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΟΛΟΥ ΤΟΥ ΗΘΙΚΟΥ ΑΥΤΟΥΡΓΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΥΤΟΥΡΓΟΥ (άρθρ. 26 ΠΚ, άρθρ. 27 παρ. 1 ΠΚ, άρθρ. 46 παρ. 1 ΠΚ, άρθρ. 221 παρ. 1 ΠΚ)

ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΕΥΜΕΝΕΣΤΕΡΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ ΚΑΙ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΜΗ ΧΕΙΡΟΤΕΡΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ (άρθρ. 470 ΚΠΔ, άρθρ. 2 ΠΚ, άρθρ. 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ)

Με την υπ' αριθμ. 42/2026 απόφαση του Αρείου Πάγου (Ε' Ποινικό Τμήμα) απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης κατηγορουμένης δικηγόρου κατά της καταδικαστικής απόφασης του Τριμελείς Εφετείου Θεσσαλονίκης για ηθική αυτουργία σε ψευδή ιατρική πιστοποίηση. Το δικαστήριο έκρινε ότι ορθώς στοιχειοθετήθηκε η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, καθώς η αναιρεσείουσα προκάλεσε στον ειδικευόμενο ιατρό την απόφαση να εκδώσει ψευδή βεβαίωση ασθενείας με σκοπό την απαλλαγή της από καθήκοντα δικαστικού αντιπροσώπου, ενώ η ίδια βρισκόταν στο εξωτερικό. Επιπλέον, ο Άρειος Πάγος απέρριψε τον λόγο περί απόλυτης ακυρότητας λόγω μνείας μη διεξαχθείσης απολογίας ως προφανή παραδρομή και διαπίστωσε την ύπαρξη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Ν.Μ.


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Ράϊκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου , για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Κ. Ζ. του Α. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λιόλιο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 90/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης - Β' Βαθμού.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης Β' Βαθμού με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 27-3-2025 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη, από 27-03-2025, αίτηση της Κ. Ζ. του Α. , κατοίκου ... , για αναίρεση της με αριθμ. 90/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Β' Βαθμού) Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή ιατρική πιστοποίηση, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α και ε ΠΚ, σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, που ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα, με κατάθεση, στις 27-03-2025, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, δυνάμει της από 26-03-2025 συνημμένης σ' αυτήν εξουσιοδότησης, στη Γραμματέα του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου Θεσσαλονίκης, και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση, στις 14-03-2025, με αύξ. αριθμ. 54, της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο (άρθρο 473 παρ. 2 και 3 ΚΠοινΔ, 474 παρ. 1 και 2, και άρθρο 168 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα) και περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης, συνιστάμενοι στην απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ, και σε έλλειψη από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ). Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί για το βάσιμο των λόγων αυτής.

ΙΙ. [1] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358 και 362 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσης του, ως αποδεικτικού στοιχείου, απολογίας κατηγορουμένου, η οποία δεν έλαβε χώρα, αφού ο κατηγορούμενος παρέστη δια πληρεξούσιου δικηγόρου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠοινΔ, από την οποία ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης (πρβλ. ΑΠ 11/2025, ΑΠ 640/2012, ΑΠ 433/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για τον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι καθένας από τους δύο κατηγορουμένους στο εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο παρέστη δια του αντίστοιχου αναφερόμενου πληρεξουσίου δικηγόρου. Όμως, η μνεία στην αρχή του αιτιολογικού της περί ενοχής των κατηγορουμένων, όπου γίνεται η κατ' είδος απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων γίνεται και μνεία ως αποδεικτικού στοιχείου και η απολογία της δεύτερης κατηγορουμένης ήδη αναιρεσείουσας, η οποία, όπως προαναφέρθηκε εκπροσωπήθηκε στη δίκη, κατά τα άρθρα 42 παρ. 2 εδγ και 340 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, δια πληρεξούσιου δικηγόρου, οφείλεται σε προφανή παραδρομή, καθώς ουδεμία άλλη μνεία γίνεται της απολογίας αυτής στην απόφασης, και, επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 171 παρ. 1δ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, με τον οποίο μέμφεται η αναιρεσείουσα απόλυτη ακυρότητα, διότι έλαβε υπόψη ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 221 παρ. 1 εδ. α` του ισχύοντος ΠΚ, η οποία, επειδή προβλέπει διαζευκτικά ποινή φυλάκισης έως δύο έτη ή χρηματική ποινή ενώ η αντίστοιχη διάταξη του προϊσχύσαντος ΠΚ προέβλεπε σωρευτικά φυλάκιση και χρηματική ποινή, είναι ευμενέστερη και εφαρμοστέα για πράξεις προ της 1-7-2019, "γιατροί, οδοντίατροι, κτηνίατροι, φαρμακοποιοί, χημικοί και μαίες, που εν γνώσει εκδίδουν ψευδείς πιστοποιήσεις, οι οποίες προορίζονται να παρέχουν πίστη σε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή σε μία ασφαλιστική επιχείρηση ή που μπορούν να ζημιώσουν άμεσα οικονομικά άλλον τιμωρούνται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης, που αποτελεί είδος διανοητικής πλαστογραφίας και ιδιαίτερο έγκλημα, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, υπό την επαγγελματική τους ιδιότητα, μέσα στον κύκλο του σχετικού έργου τους, έγγραφης πιστοποίησης και παράδοση αυτής σε τρίτον, η οποία είναι ψευδής κατά το περιεχόμενό της σε οποιοδήποτε σημείο αυτής, καθώς και όταν πιστοποιείται ότι εξέτασαν τον ασθενή, ενώ δεν τον έχουν εξετάσει, δηλαδή όχι μόνο κατά το μέρος που αφορά την υγεία του τρίτου ή την υγιεινή του κατάσταση, προορίζεται δε να παράσχει πίστη σε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή κ.λπ. , υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αφενός μεν τη γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (εντελούς γνώσης - επίγνωσης), σχετικώς με την αναλήθεια του περιεχόμενου της πιστοποίησης, αφετέρου δε τη θέληση έκδοσης και παράδοσης στον τρίτο της ψευδούς αυτής πιστοποίησης, αρκούντος του ενδεχόμενου δόλου, μόνο σε ό,τι αφορά τον προορισμό της έγγραφης πιστοποίησης να παράσχει πίστη στις αρχές κ.λπ. (ΑΠ 982/2025, ΑΠ 76/2023).

[2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. α' του προϊσχύσαντος ΠΚ, ήδη άρθρ. 46 παρ. 1 του ισχύοντος ΠΚ, "Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν, αντικειμενικά μεν: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, με την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό κ.λπ. , χωρίς όμως να είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται περαιτέρω σε τι συνίστανται οι προτροπές, παραινέσεις, πειθώ ή φορτικότητα κλπ. που τυχόν χρησιμοποίησε ο ηθικός αυτουργός (ΑΠ 982/2025, ΑΠ 836/2025, ΑΠ 213/2025) και β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξης αυτής κατά την αντικειμενική της υπόσταση, μη απαιτουμένου να διαπράξει αυτήν και κατά την υποκειμενική της υπόσταση και τούτο, διότι, κατά το άρθρο 48 του ΠΚ , το αξιόποινο του ηθικού αυτουργού είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού, αφού ο τελευταίος αρκεί να τελέσει την πράξη μόνον κατά την αντικειμενική της υπόσταση, και όχι και κατά την υποκειμενική της υπόσταση, λόγω έλλειψης δόλου από μέρους του, όπως όταν παραπλανήθηκε στο να τελέσει την πράξη.

Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή συνειδητή και ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με τη θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού (ΑΠ 836/2025, ΑΠ 667/2025). Υπάρχει όμως και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω ειδική, όταν σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης το ψευδές της πιστοποίησης θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών (ΑΠ 982/2025, ΑΠ 667/2025).

[3] Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας.

Όσον αφορά το δόλο που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 του ΠΚ , για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι αναγκαία η παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει απ' αυτή, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή ο σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος) (ΑΠ 469/2025, ΑΠ 191/2024).

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα (ΑΠ 735/2024, ΑΠ 914/2024).

[4] Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο (Β' Βαθμού) Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ένορκη κατάθεση μαρτύρων, κατηγορίας και υπεράσπισης, τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα αναγνωσθέντα έγγραφα), δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Α. Λ. του Α. κατά τον παρακάτω αναφερόμενο χρόνο εργαζόταν ως γιατρός, ειδικευόμενος στο τομέα της Μαιευτικής - γυναικολογίας στο Γενικό Νοσοκομείο Βέροιας. Η δεύτερη κατηγορούμενη Κ. Ζ. , δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου … , με την υπ' αριθ. 27/2019 απόφαση του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, είχε κληρωθεί ως Αντιπρόσωπος της Δικαστικής Αρχής, στο 138Β Εκλογικό Τμήμα - Δήμου Βέροιας - Δημοτικής Ενότητας Βέροιας - Εκλογικό Διαμέρισμα 1° Βέροιας της Εκλογικής Περιφέρειας Ημαθίας του Νομού Ημαθίας, για τη διενέργεια :

α) των Εκλογών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26 Μαίου 2019 και β) των Δημοτικών και Περιφερειακών Εκλογών της 26ης Μαϊου 2019 και των επαναληπτικών αυτών. Η τελευταία, η οποία ζούσε στην Αμερική, και δεν επιθυμούσε να έρθει στην Ελλάδα και, συγκεκριμένα, στη Βέροια προκειμένου να αναλάβει και εκτελέσει τα καθήκοντα της Δικαστικής Αντιπροσώπου, με προτροπές και παραινέσεις έπεισε τον πρώτο κατηγορούμενο να εκδώσει την κατωτέρω ψευδή ιατρική πιστοποίηση, προκειμένου να τη χρησιμοποιήσει για την απαλλαγή της από τα ανωτέρω καθήκοντα της, προσκομίζοντάς την στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βέροιας. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο πρώτος κατηγορούμενος υπό την ανωτέρω ιδιότητά του εξέδωσε την από 13-05-2019 ιατρική βεβαίωση με την οποία δήλωνε ψευδώς ότι στις 13-05-2019 εξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία του ως άνω Νοσοκομείου η δεύτερη κατηγορούμενη Ζ. Κ. , πάσχουσα από δυσμηνόρροια και χρήζουσα εξ αυτού του λόγου κατ' οίκον ανάρρωσης και ξεκούρασης για έναν (1) μήνα αρχής γενομένης από 14-05-2019, ενώ γνώριζε ότι η ίδια δεν προσήλθε προς εξέταση την εν λόγω ημερομηνία στα ανωτέρω εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου Βέροιας, καθόσον απουσίαζε στο εξωτερικό, η ψευδής δε αυτή ιατρική πιστοποίηση προοριζόταν να παράσχει πίστη περί του βεβαιούμενου γεγονότος στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βέροιας για την απαλλαγή της δεύτερης κατηγορούμενης, από τα καθήκοντα του Αντιπροσώπου της Δικαστικής Αρχής στο ανωτέρω Εκλογικό Τμήμα.

Από την εκτίμηση του συνόλου των ως άνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών προκύπτει ότι η χορηγηθείσα από τον κατηγορούμενο ιατρό - ειδικευόμενο στον τομέα της μαιευτικής - γυναικολογίας, με ημερομηνία 13-5-2019, ιατρική πιστοποίηση είναι ψευδής και εκδόθηκε από τον τελευταίο, κατόπιν σχετικής προτροπής της δεύτερης κατηγορουμένης, προκειμένου να βεβαιωθεί αναληθώς ότι η τελευταία εξετάσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου Βέροιας και βρέθηκε να πάσχει από δυσμηνόρροια, για την οποία έχρηζε κατ' οίκον ανάρρωσης επί ένα μήνα, διάστημα στο οποίο περιλαμβανόταν και η διεξαγωγή των εκλογών της 26ης Μαΐου και των επαναληπτικών αυτών και περαιτέρω προκειμένου να γίνει χρήση του ως άνω ψευδούς ιατρικού πιστοποιητικού στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βέροιας για την απαλλαγή της από τα καθήκοντα της Δικαστικής Αντιπροσώπου στις ανωτέρω εκλογές, ώστε να παραπλανηθεί αυτός περί της κατάστασης της υγείας της και της αδυναμίας της να ασκήσει τα καθήκοντά της, με τελικό σκοπό να κριθεί δικαιολογημένη η απουσία της και να μην υποβληθεί σε κυρώσεις από την μη εμφάνισή της.

Ο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός του πρώτου κατηγορούμενου ότι την συγκεκριμένη ημερομηνία πράγματι εξετάσθηκε από αυτόν κάποια γυναίκα με τα στοιχεία της κατηγορούμενης και βρέθηκε να πάσχει από δυσμηνόρροια, περιστατικό το οποίο καταγράφηκε στο βιβλίο εκτάκτων περιστατικών (πρωτόκολλο υπερήχων), χωρίς, όμως, αυτός να γνωρίζει εάν τα στοιχεία αυτά ήταν αληθή, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού. Ειδικότερα, ο εργαστηριακός έλεγχος, στον οποίο φέρεται, στην επίμαχη πιστοποίηση, ότι υπεβλήθη η εξετασθείσα ασθενής, δεν επιβεβαιώνεται από το αρχείο των υπερήχων, στη μνήμη του μηχανήματος των οποίων δεν βρέθηκαν καταχωρημένα στοιχεία, όπως προκύπτει από το αναγνωσθέν από 4-5-2020 έγγραφο του οικείου τμήματος του νοσοκομείου Βέροιας.

Επίσης, σύμφωνα με το αναγνωσθέν από 14-5-2019 έγγραφο αποποίησης διορισμού της δεύτερης κατηγορούμενης προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Βέροιας, η τελευταία παραδέχεται ότι το κρίσιμο χρονικό σημείο απουσίαζε στο εξωτερικό και προέβη στη λήψη του επίμαχου εγγράφου από τον πρώτο κατηγορούμενο, παρά τις αντίθετες αιτιάσεις αυτού, ότι δεν γνώριζε την δεύτερη και ουδέποτε μίλησε μαζί της.

Τέλος, ο ως άνω ισχυρισμός του πρώτου κατηγορούμενου, καταρρίπτεται και από το γεγονός ότι, ενώ αυτός αναφέρει ότι εξέτασε μια γυναίκα με το όνομα της δεύτερης κατηγορούμενης, υπονοώντας ότι εμφανίσθηκε άλλη γυναίκα στη θέση της κατηγορούμενης, χωρίς να έχει πιστοποιήσει ο ίδιος τα στοιχεία της, καθώς δεν είχε τέτοια υποχρέωση, στην βεβαίωση που της χορήγησε, την ίδια ημέρα, αναφέρει λεπτομερώς, πέρα από το όνομα και το επώνυμο, το όνομα πατρός, τη διεύθυνση, το έτος γέννησης και τον ασφαλιστικό της φορέα, δηλαδή τα στοιχεία της δεύτερης κατηγορούμενης, τα οποία θα έπρεπε να επιβεβαιώσει με κάποιο έγγραφο (ταυτότητα κλπ), πράγμα το οποίο δεν έκανε, καθώς επίσης και από το ότι, ενώ για την αντιμετώπιση της εν λόγω πάθησης (δυσμηνόρροια) η χορήγηση αναρρωτικής αδείας είναι πολύ μικρότερη που δεν ξεπερνά τις πέντε ημέρες, αυτός χορήγησε άδεια ενός μήνα, ώστε να συμπεριλάβει τις ημέρες διεξαγωγής των εκλογών (αρχικών και επαναληπτικών).

Επίσης, ο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός της δεύτερης κατηγορουμένης ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα σε βάρος της, διότι η χορήγηση της ως άνω ιατρικής πιστοποίησης δεν ήταν πρόσφορη να παραπλανήσει την αρμόδια αρχή, διότι ήδη είχε απαλλαγεί από τα καθήκοντά της με το έγγραφο που έστειλε ο δικηγορικός σύλλογος Βέροιας στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Βέροιας και ενημέρωνε για την απουσία της στο εξωτερικό και την εξ αυτού του λόγου αδυναμία της να παραλάβει τον διορισμό της, δεν κρίνεται βάσιμος, καθώς, όπως προέκυψε το επικαλούμενο έγγραφο του δικηγορικού συλλόγου απεστάλη στην Εισαγγελία μετά τον διορισμό της κατηγορούμενης και δεν ήταν αρκετό για την εκ των υστέρων απαλλαγή της από τα καθήκοντα της ως Δικαστικής Αντιπροσώπου, δεδομένου ότι μόνη η απουσία της στο εξωτερικό δεν αρκούσε για τον μη διορισμό της αλλά απαιτούνταν αίτηση εξαίρεσής της, την οποία αυτή δεν είχε υποβάλλει, προφανώς επειδή είχε πρόθεση να έλθει στην Ελλάδα και να αναλάβει τα εν λόγω καθήκοντα.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου κατά την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση η παράνομη και αξιόποινη πράξη της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης, που προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 221 του νέου ΠΚ, που εφαρμόζεται εν προκειμένω ως ευμενέστερη διάταξη κατ' άρθρο 2 του ΠΚ και σε βάρος της δεύτερης κατηγορούμενης της ηθικής αυτουργίας στην πράξη του πρώτου. Πρέπει, συνεπώς, να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι για τις ως άνω πράξεις.

Τέλος, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι συντρέχει στο πρόσωπο των κατηγορουμένων η προβλεπόμενη από το άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α' του ΠΚ ελαφρυντική περίσταση, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 470 του ΚΠοινΔ, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, εφόσον, ήδη, είχε αναγνωρισθεί η ως άνω ελαφρυντική περίσταση, ως ευεργέτημα, υπέρ αυτών, πρωτοδίκως, με βάση την εκκαλούμενη απόφαση (...).

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο την αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη με το ακόλουθο διατακτικό :

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την κατηγορουμένη Κ. Ζ. ένοχη του ότι: με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης που διέπραξε. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις, έπεισε τον πρώτο κατηγορούμενο, Λ. Α. , να εκτελέσει την προπεριγραφόμενη πράξη της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης, την οποία αυτός διέπραξε, κατά τα ανωτέρω υπό του ίδιου στοιχείου αναλυτικά αναφερόμενα, ήτοι ως ειδικευόμενος στον τομέα της Μαιευτικής - γυναικολογίας στο Γενικό Νοσοκομείο Βέροιας εξέδωσε την από 13-05-2019 ιατρική βεβαίωση με την οποία δήλωνε ψευδώς ότι την 13-05-2019 εξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία του ως άνω Νοσοκομείου η δεύτερη κατηγορούμενη Κ. Ζ. , δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου … , πάσχουσα από δυσμηνόρροια και χρήζουσα εξ αυτού του λόγου κατ' οίκον ανάρρωσης και ξεκούρασης για έναν (1) μήνα αρχής γενομένης από 14-05-2019, ενώ γνώριζε ότι η ίδια δεν προσήλθε προς εξέταση την εν λόγω ημερομηνία στα ανωτέρω εξωτερικά ιατρεία του αυτού νοσηλευτικού ιδρύματος, καθόσον απουσίαζε στο εξωτερικό, η ανωτέρω δε από μέρους του ψευδής ιατρική πιστοποίηση προοριζόταν να παράσχει πίστη περί του βεβαιούμενου γεγονότος στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βέροιας για την απαλλαγή της Κ. Ζ. , από καθήκοντα του Αντιπροσώπου της Δικαστικής Αρχής, στο 138Β Εκλογικό Τμήμα - Δήμου Βέροιας - Δημοτικής Ενότητας Βέροιας - Εκλογικό Διαμέρισμα 1° Βέροιας της Εκλογικής Περιφέρειας Ημαθίας του Νομού Ημαθίας, για τη διενέργεια : α) των Εκλογών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26 Μαίου 2019 και β) των Δημοτικών και Περιφερειακών Εκλογών της 26ης Μαϊου 2019 και των επαναληπτικών αυτών".

[2] Με τις πιο πάνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την κατάφαση της ενοχής της δεύτερης κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, για την πράξη της προσβολής της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή ιατρική πιστοποίηση, αφού παρατίθενται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα χωρίς αντιφάσεις και κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος που τέλεσε ο κατηγορούμενος - ιατρός, Α. Λ. του Α. , και την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος που τέλεσε η κατηγορούμενη ήδη αναιρεσείουσα, για το οποίο καταδικάστηκε αυτή, όλα τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 εδα, 27 παρ. 1, 51, 53, 79, 46 παρ.1 και 221 παρ. 1 νΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα, αφού αναφέρονται κατά τρόπο συγκεκριμένο ότι αυτή κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο α) έπεισε (τηλεφωνικά) με πειθώ και παραινέσεις, στις 13-05-2019, τον Α. Λ. , με την ιδιότητα του ειδικευόμενου ιατρού στον τομέα της γυναικολογίας στο Γενικό Νοσοκομείο Βέροιας, να εκδώσει την από 13-05-2019 έγγραφη ιατρική πιστοποίηση και την παράδοσή της στον αντιπρόσωπο της Κ. Ζ. , β) το ψευδές περιεχόμενο της ιατρικής πιστοποίησης καθώς πιστοποιείται ότι εξέτασε αυτήν, στις 13-05-2019, ως ασθενή, δεν την είχε εξετάσει και ότι έπασχε από δυσμηνόρροια και χρήζει για το λόγο αυτό ανάρρωσης και ξεκούρασης για ένα (1) μήνα, γ) η ιατρική πιστοποίηση προοριζόταν να παράσχει πίστη σε δημόσια αρχή, και δη στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βέροιας, για την απαλλαγή της από τα καθήκοντα της δικαστικής αντιπροσώπου στο 138Β Εκλογικό Τμήμα - Δήμου Βέροιας - Δημοτικής Ενότητας Βέροιας - Εκλογικό Διαμέρισμα 1° Βέροιας της Εκλογικής Περιφέρειας Ημαθίας του Νομού Ημαθίας, για τη διενέργεια:

α) των Εκλογών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26 Μαίου 2019 και β) των Δημοτικών και Περιφερειακών Εκλογών της 26ης Μαϊου 2019 και των επαναληπτικών αυτών και δ) δόλος της κατηγορούμενης και ήδη αναιρεσείουσας, συνιστάμενη στη γνώση με την έννοια της βεβαιότητας (εντελούς γνώσης - επίγνωσης), σχετικώς με την αναλήθεια του περιεχόμενου της πιστοποίησης ότι εξετάστηκε στις 13-05-2019 και ότι έπασχε από δυσμηνόρροια, ενώ δεν εξετάστηκε, έχοντας ίδια γνώση ότι δεν προσήλθε στο Νοσοκομείο Βέροιας για εξέταση, και δεν έπασχε από δυσμηνόρροια, έχοντας γνώση η ίδια ότι το συγκεκριμένο χρόνο δεν έπασχε από δυσμηνόρροια, και θέληση αυτής όπως ο προαναφερθείς ιατρός εκδώσει και παραδώσει σ' αυτήν (δια αντιπρόσωπου αυτής), τη ψευδή αυτή πιστοποίηση, για να παράσχει πίστη στην παραπάνω αρχή (για την ύπαρξη κωλύματός της να ασκήσει τα καθήκοντα της).

Για τη με πληρότητα και σαφήνεια στοιχειοθέτηση της σε βάρος της κατηγορούμενης και ήδη αναιρεσείουσας δεν είναι αναγκαίο, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να εξειδικεύονται περαιτέρω σε τι συνίστανται οι προτροπές, παραινέσεις, πειθώ ή φορτικότητα κλπ. που τυχόν χρησιμοποίησε ο ηθικός αυτουργός.

Αναφορικά με τις αποδείξεις, που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας, αναφέρονται κατ` είδος στο προοίμιο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική κρίση για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται τι προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ενώ από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και συναξιολογήθηκαν όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής - εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος.

ΙV. Kατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρ. 578 παρ. 1 Κ ΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-03-2025 αίτηση της Κ. Ζ. του Α. , για αναίρεση της με αριθμ. 90/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Β' Βαθμού) Θεσσαλονίκης.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιανουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ       Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ