Α.Π. 207/2026 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΔΙΩΝΥΜΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΑΠΕΙΛΗΣ ΚΑΙ ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΗ ΣΥΡΡΟΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΙΝΗ ΑΠΕΙΛΗ - (άρθρ. 7 παρ. 1, 2 ν. 3500/2006, άρθρ. 1 παρ. 2 ν. 3500/2006, άρθρ. 333 παρ. 1 ΠΚ).
ΕΙΔΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΟΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΣΚΕΠΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟΥ - (άρθρ. 93 παρ. 3 Σ., άρθρ. 139 ΚΠΔ, άρθρ. 177 παρ. 1 ΚΠΔ, άρθρ. 178 ΚΠΔ, άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ).
ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΟΡΙΣΜΕΝΟΥ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΑΥΤΟΤΕΛΩΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΜΕΝΗΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ - (άρθρ. 141 παρ. 1, 3 ΚΠΔ, άρθρ. 171 παρ. 2 ΚΠΔ, άρθρ. 333 παρ. 2 ΚΠΔ, άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' ΚΠΔ).
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΤΗΣ ΕΛΑΦΡΥΝΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΤΕΡΟΥ ΣΥΝΝΟΜΟΥ ΒΙΟΥ - (άρθρ. 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ, άρθρ. 9 παρ. 1 Σ., άρθρ. 178 ΚΠΔ).
ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΑΦΡΥΝΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΜΗ ΤΑΠΕΙΝΩΝ ΑΙΤΙΩΝ - (άρθρ. 84 παρ. 2 περ. β' ΠΚ, άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ).
Ο Άρειος Πάγος (ΣΤ' Ποινικό Τμήμα), με την υπ' αριθ. 207/2026 απόφασή του, απέρριψε την αίτηση αναίρεσης κατηγορουμένου κατά της υπ' αριθ. 227/2024 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας. Σύμφωνα με τα παραδεχθέντα πραγματικά περιστατικά, ο κατηγορούμενος απηύθυνε στην συγκατοικούσα αδελφή του τις απειλητικές φράσεις «είσαι η πρώτη που βλέπεις τον δολοφόνο σου και ξέρεις πως θα πεθάνεις» και «θα σε σκοτώσω», προκαλώντας της έντονο τρόμο και ανησυχία. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη θεμελίωση της ενοχής, ενώ ορθώς το Εφετείο δεν αιτιολόγησε την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου ως αόριστης, ούτε των μη ταπεινών αιτίων καθόσον δεν είχε προταθεί. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του ιδιώνυμου εγκλήματος της ενδοοικογενειακής απειλής. Επιπλέον, έκρινε αβάσιμο τον λόγο αναίρεσης περί έλλειψης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων. Συγκεκριμένα, ο ισχυρισμός περί πρότερου σύννομου βίου κρίθηκε απορριπτέος ως παντελώς αόριστος, ενώ ο ισχυρισμός περί μη ταπεινών αιτίων ουδόλως είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.
Ν.Μ.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριος Κοκκορό, Μαρία Πετσάλη, Εισηγήτρια, Παναγιώτη Φιλόπουλο και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεώργιου Καντζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αλεξάνδρας Μπερή , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Ι. του Α. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του ΓΚΟΥΤΖΙΩΤΗ Δημητρίου, διορισθέντος δυνάμει της υπ' αρ. 545/2024 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3226/2004 περί παροχής νομικής βοήθειας σε πολίτες με χαμηλό εισόδημα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 227/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθ. ...2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναιρέσεως και τον διορισθέντα με απόφαση πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση με αρ. ...2025 αίτηση του Ι. Κ. του Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 227/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία κρίθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης της ενδοοικογενειακής απειλής, έχει ασκηθεί από τον, διορισθέντα προς τούτο με την υπ' αρ. 545/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, κατά την ειδική διαδικασία του Ν. 3226/2004, πληρεξούσιο δικηγόρο του, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με δήλωσή του στην αρμόδια γραμματέα του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας στις 17-3-2025, ήτοι εντός της προβλεπόμενης από την παρ. 2 του άρθρου 473 του ΚΠοινΔ προθεσμίας από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠοινΔ, που έλαβε χώρα στις 6-3-2015, περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠοινΔ) και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ποινικής διάταξης. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 462 περ. β, 464, 466 παρ.1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ.1 και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1α του ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή λόγων.
Α. Κατά το άρθρο 7 παρ.2 του ν. 3500/2006, το μέλος της οικογένειας το οποίο προκαλεί τρόμο ή ανησυχία σε άλλο μέλος της οικογένειας, απειλώντας το με βία ή με άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση. Με αυτή τη διάταξη του νομοθετήματος χαρακτηρίζεται ως ιδιώνυμο έγκλημα η απειλή, όταν δράστες και παθόντες είναι μέλη της ίδιας οικογένειας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρ.1 παρ. 2 του παραπάνω νόμου. Κατά το άρθρο 333 παρ.1 ΠΚ, "Όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή".
Το έγκλημα αυτό, που ανήκει στα υπαλλακτικώς μικτά εγκλήματα, προστατεύει το συναίσθημα της ασφάλειας του καθενός για τον σχηματισμό ελευθερίας βούλησης ή πραγματοποίησης αυτής και με την τέλεσή του ο δράστης στρέφεται κατά της προσωπικής ελευθερίας. Στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του πλημμελήματος της απειλής είναι όχι η άσκηση βίας αλλά η απειλή άσκησης βίας ή τέλεσης άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης, η οποία απειλή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, ήτοι προφορικώς, εγγράφως, δια νευμάτων ή άλλων απειλητικών κινήσεων και πρέπει να απευθύνεται κατά του απειλούμενου ή προσώπου συνδεόμενου στενά με αυτόν.
Περαιτέρω, η εκδήλωση αυτής της απειλής πρέπει να περιήγαγε τον άλλον σε τρόμο ή ανησυχία, χωρίς να ερευνάται εάν η απειλή αυτή είναι γενικώς ικανή να προκαλέσει τούτο. Αν ο απειληθείς δεν περιήλθε σε τρόμο ή ανησυχία, διότι δεν την έλαβε σοβαρά υπόψη, η πράξη δεν τελέσθηκε. Για την υποκειμενική υπόσταση, απαιτείται γνώση του υπαιτίου ότι η απειλούμενη ενέργεια είναι βία ή άλλη παράνομη πράξη και θέληση του δράστη να προκαλέσει στον παθόντα φόβο ή ανησυχία, ενώ αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος. Μεταξύ της διάταξης του ΠΚ, που αναφέρεται στην απειλή και στο άρθρο 7 του ν. 3500/2006 υπάρχει φαινομενική συρροή, αφού η διάταξη του τελευταίου νόμου υπερισχύει της αντίστοιχης διάταξης του ΠΚ ως ειδικότερη (ΑΠ 756/2024, ΑΠ 905/2018, ΑΠ 1294/2016).
Β. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (Ολ. ΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Όσον αφορά στον δόλο, που απαιτείται κατ` άρθρο 26 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που, κατά τον νόμο, απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει από αυτή. Όταν όμως αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά.
Δεν αποτελεί δε λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 261/2025, ΑΠ 756/2024, ΑΠ 1483/2023, ΑΠ 482/2023, ΑΠ 452/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα κατά το είδος τους μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα (ανώμοτη κατάθεση μάρτυρος κατηγορίας, ένορκη κατάθεση μάρτυρος υπεράσπισης, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα που αναγνώστηκαν και απολογία του κατηγορούμενου) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα επί λέξει: "Στο … , την 1η-2-2022, ο κατηγορούμενος με πρόθεση προκάλεσε τρόμο και ανησυχία στην αδερφή του Ε. Κ. του Α. , με την οποία συγκατοικούσαν και την οποία απείλησε με παράνομη πράξη, απευθύνοντάς της τις φράσεις "είσαι η πρώτη που βλέπεις τον δολοφόνο σου και ξέρεις πως θα πεθάνεις" και "θα σε σκοτώσω", προκαλώντας της τρόμο και ανησυχία. Ειδικότερα, η μάρτυρας κατηγορίας στην κατάθεσή της περιέγραψε με σαφήνεια και κάθε λεπτομέρεια την κατάσταση που βίωνε όσο συγκατοικούσε με τον κατηγορούμενο αδελφό της. Από την κατάθεση αυτή το Δικαστήριο πείθεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε σε βάρος της την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη. Αντίθετα, από την κατάθεση της μητέρας τους και την απολογία του κατηγορουμένου ουδεμία αμφιβολία γεννάται ότι η παθούσα διαβιούσε σε δύσκολο περιβάλλον, από το οποίο μπόρεσε να απεμπλακεί αμέσως μετά την τέλεση της σε βάρος της πράξη από τον κατηγορούμενο, καθώς οι ανωτέρω φράσεις τις προκάλεσαν τρόμο και ανησυχία.
Ειδικότερα, η παθούσα, γνωρίζοντας καλά τον κατηγορούμενο, κατάλαβε ότι αυτός ήταν πράγματι έτοιμος να τη σκοτώσει, γεγονός που τη βοήθησε να ξεφύγει από το δύσκολο περιβάλλον στο οποίο ζούσε κοντά του. Κατ' ακολουθία όσα προηγήθηκαν, επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος της πράξης που του αποδίδεται, κατά τα ειδικώς οριζόμενα στο διατακτικό...." Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της αξιόποινης πράξης της ενδοοικογενειακής απειλής και του επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό, ήτοι του ότι: "στο … , την 1η-2-2022, με πρόθεση προκάλεσε τρόμο και ανησυχία σε άλλο μέλος της οικογένειάς του και συγκεκριμένα στην αδερφή του Ε. Κ. του Α. , με τον οποίο συγκατοικούν, την οποία απείλησε με παράνομη πράξη, απευθύνοντάς της τις φράσεις "είσαι η πρώτη που βλέπεις τον δολοφόνο σου και ξέρεις πως θα πεθάνεις" και "θα σε σκοτώσω", προκαλώντας της τρόμο και ανησυχία".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1,12,14,18,26,27,51,53,79 ΠΚ , 1 παρ.1 και παρ.2 περ. α' και 7 παρ.1, 2 Ν. 3500/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, με αιτιολογική επάρκεια, γίνεται δεκτό στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο κατηγορούμενος απηύθυνε προς την παθούσα αδελφή του, Ε. Κ. τις απειλητικές φράσεις "είσαι η πρώτη που βλέπεις τον δολοφόνο σου και ξέρεις πως θα πεθάνεις" και "θα σε σκοτώσω", προκαλώντας σ` αυτήν τρόμο και ανησυχία, διότι έως τότε διέμενε με αυτόν στην ίδια οικία. Αρκεί δε ότι η ανωτέρω απειλή περιήγαγε την απειλούμενη σε τρόμο και ανησυχία, χωρίς να ερευνάται εάν η απειλή αυτή είναι γενικώς ικανή να προκαλέσει τούτο.
Εξάλλου, από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το δικάσαν Δικαστήριο, για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων, την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης (Ε. Κ.), καθώς και την απολογία του κατηγορούμενου - αναιρεσείοντος προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι συνεκτιμήθηκαν και αυτά τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι αναγκαία περαιτέρω για την επάρκεια της αιτιολογίας της καταδικαστικής κρίσης του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την υπό στοιχείο Β παραπάνω νομική σκέψη, η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που συναξιολογήθηκαν και η αναφορά του λόγου για τον οποίο αυτά εκτιμήθηκαν ως λιγότερο πειστικά. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για επιλεκτική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος.
Γ. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που όπως προαναφέρθηκε απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ να έχει η καταδικαστική απόφαση, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. , τείνουν δε στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Για να έχει όμως το Δικαστήριο υποχρέωση να απαντήσει επί των ανωτέρω ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για την θεμελίωσή τους, η προβολή δε αυτών πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα (άρ. 141 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ.) ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 του ΚΠΔ (ΑΠ 127/2021, ΑΠ 466/2021). Διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (Ολ. ΑΠ 2/2005). Αν, όμως, το Δικαστήριο δεν απαντήσει σε αυτοτελή ισχυρισμό, που έχει προβληθεί παραδεκτά, δηλαδή εγγράφως με καταχώρησή του στα πρακτικά και με προφορική ανάπτυξή του στο ακροατήριο, τότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της έλλειψης ακρόασης που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι και οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις του άρθρου 84 του Π.Κ. περί αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων, αφού η παραδοχή τους οδηγεί αναγκαίως στην επιβολή μειωμένης ποινής. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του ν. ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε πριν από τη τροποποίησή της επί το δυσμενέστερο με το άρθρο 16 του ν.5090/1-5-2024 ο πρότερος σύννομος βίος που συνίσταται στο "ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα".
Κριτήριο συνεπώς για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει τελέσει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, ή έχει διαπράξει κάποιο, ελαφρό όμως, πλημμέλημα, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής και του Δικαστή δυνάμενου να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από τα άρθρο 178 του Κ.Ποιν.Δ.
Υπό την ισχύ λοιπόν, του νέου ΠΚ και κατά τα αναγραφόμενα χαρακτηριστικά στην αιτιολογική του έκθεση (σελ. 6 και 22) αντί του απροσδιόριστου κριτηρίου της "έντιμης" ζωής του προϊσχύσαντος ΠΚ, υιοθετήθηκε το ορθολογικότερο και δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της "νόμιμης" ζωής, ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και η ασφαλής διαπίστωση εκείνου, το οποίο είναι νομικώς κρίσιμο στο κράτος δικαίου, στο οποίο ο υπεύθυνος πολίτης είναι ελεύθερος να διάγει όπως ο ίδιος κρίνει, οφείλοντας, μόνο, να συμμορφώνεται στο νόμο, μη απαιτουμένης πλέον της εκπλήρωσης ηθικών καθηκόντων, που έχει φυσικοδικαιϊκό χαρακτήρα, ασυμβίβαστο με τη θετικότητα του ποινικού δικαίου, απλά επιδεικνύοντας διαρκή σεβασμό στα προστατευόμενα στο κράτος δικαίου έννομα αγαθά, τα οποία αποτελούν το περιεχόμενο αυτού, σύμφωνα με την συνταγματικά κατοχυρωμένη "αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου",- δια της οποίας αναδεικνύεται η διαλεκτική σχέση και το αδιαίρετο της προσωπικής ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης (σελ. 3 αιτιολογικής έκθεσης του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ).
Έτσι, όταν ο κατηγορούμενος δεν έχει τελέσει αξιόποινη πράξη ή έχει μεν καταδικαστεί, αλλά για ελαφρό πλημμέλημα, είναι ανεπίτρεπτο να ελέγχεται η κατά το Σύνταγμα (άρθρο 9 παρ. 1 εδ. β') "απαραβίαστη" προηγούμενη ατομική και οικογενειακή του ζωή, ενώ το δικάζον Δικαστήριο για να αναγνωρίσει την συνδρομή της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης οφείλει να διαπιστώσει το σύννομο βίο του δράστη, διαγιγνώσκοντας στο πρόσωπο του το διαρκή σεβασμό του στα παραπάνω έννομα αγαθά και δικαιούμενο να ελέγξει μόνο τις περιστάσεις τέλεσης της εκδικαζόμενης αξιόποινης πράξης, στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 177 και 178 του Κ.Ποιν.Δ. , με τις οποίες διασαφηνίζεται η υποχρέωσή του να εξετάζει και μάλιστα αυτεπαγγέλτως κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, να καταλήξει στην κρίση ότι το δικαζόμενο έγκλημα εμφανίζεται ως εξαίρεση στην κατά τα ως άνω σταθερή στάση της ζωής του. Υπό την έννοια αυτή η σύννομη ζωή του υπαιτίου αποδεικνύεται πρωτίστως με την απουσία από το ποινικό του μητρώο καταδικαστικών αποφάσεων, του λευκού ποινικού του μητρώου συνιστώντος αναμφίβολα ένα ισχυρό (μαχητό) τεκμήριο για την ύπαρξη προηγούμενης σύννομης ζωής, χωρίς όμως τούτο να αποτελεί και το μοναδικό κριτήριο για την ουσιαστική αξιολόγηση του πρότερου σύννομου βίου, αφού, κατά τα προηγουμένως εκτιθέμενα, η σύννομη ζωή δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά με τον πραγματικό σεβασμό των κατά τα ως άνω προστατευόμενων στο κράτος δικαίου εννόμων αγαθών.
Τούτο προκύπτει και εξ αντιδιαστολής από την ίδια την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 84 παρ. 1 στοιχ. α' του Π.Κ. , κατά την οποία δεν αποκλείεται η αναγνώριση της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του υπαιτίου για ελαφρό πλημμέλημα, αλλά εναπόκειται στην κρίση του δικάζοντος Δικαστηρίου να αξιολογήσει το τελεσθέν πλημμέλημα ως ελαφρό ή μη, συνεκτιμώντας παράλληλα και τις περιστάσεις τέλεσης του δικαζόμενου εγκλήματος και τη χρονική απόσταση της παλαιότερης καταδίκης από τη νέα εκδικαζόμενη πράξη.
Έτσι, για το ορισμένο του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά σύννομης προηγούμενης ζωής του υπαιτίου, η οποία υπάρχει όταν αυτός στη διάρκεια του πριν από την τέλεση της δικαζόμενης πράξης χρόνου, στην καθημερινή του συμβίωση με τους άλλους σέβεται τα προστατευόμενα στο κράτος δικαίου έννομα αγαθά και συμμορφώνεται με τις επιταγές του νόμου, στην έννοια του οποίου διαλαμβάνονται και οι δεσμευτικοί κανόνες της κοινωνίας μέσα στην οποία αυτός διαβιοί, με την ελεύθερη βούληση και επιλογή του, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως μοναδική παραφωνία, δηλαδή ως ένα γεγονός το οποίο δεν ήταν αναμενόμενο από τον συγκεκριμένο δράστη (Ολ ΑΠ 2/2022, ΑΠ 38/2024, AΠ 127/2022).
Περαιτέρω, μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων περιλαμβάνεται και η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β' του Π.Κ. των μη ταπεινών αιτίων. Για τη στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης απαιτείται ο υπαίτιος να ωθήθηκε στην πράξη του από αίτια μη ταπεινά, που ως τοιαύτα νοούνται τα μη αντίθετα προς την κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξης συνείδηση και τα μη μαρτυρούντα διαστροφή χαρακτήρα και κακοβουλία του δράστη, για το ορισμένο δε αυτού απαιτείται να εκτίθενται και τα αίτια που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του (ΑΠ 130/2017), η έλλειψη της ταπεινότητας των αιτίων όμως, από τα οποία ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη, που του αποδίδεται, θα κριθεί όχι υποκειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας (ΑΠ 709/2020), η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας ότι ορισμένα περιστατικά συνιστούν ή όχι ταπεινά αίτια, είναι κρίση ως προς τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 38/2024, ΑΠ 252/2022, ΑΠ 20/2020).
Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία εφόσον δεν διορθώθηκαν ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά, κατά τα άρθρα 140, 141 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ. , προκύπτει ότι μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του δικάσαντος δικαστηρίου ο συνήγορος του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου, στον οποίο δόθηκε ο λόγος από την Πρόεδρο, ζήτησε "να αναγνωριστεί στο πρόσωπο του εντολέα του, η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ". Όπως, όμως, προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός, ήταν παντελώς αόριστος, αφού αναφέρεται επιγραμματικά η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση με την επίκληση της νομικής διάταξης (84 παρ.2α ΠΚ) που την προβλέπει, χωρίς να εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά προς θεμελίωση της σύννομης προηγούμενης ζωής του κατηγορούμενου, κατά την ισχύουσα εν προκειμένω, ως ευνοϊκότερη διάταξη, στο χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης του και, επομένως, κατά τα προαναφερθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική αιτιολογία, για να τον απορρίψει.
Περαιτέρω, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ουδόλως προέβαλε στο δικάσαν δικαστήριο αυτοτελή ισχυρισμό για αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2β' του ΠΚ. Ένεκα τούτου, το Δικαστήριο της ουσίας, ομοίως, δεν είχε υποχρέωση απάντησης στον ανωτέρω μη προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του, από το άρθρο 84 παρ.2β ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την απόρριψη του αιτήματος αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2α' και β' ΠΚ, είναι αβάσιμος.
Κατ` ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και επειδή δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της παρούσας ποινικής διαδικασίας (άρθρα 577 παρ. 2 και 578 παρ. 1 ΚΠΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αρ. ...2025 αίτηση του Ι. Κ. του Α. για αναίρεση της με αριθμό 227/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1974 - 2026 © Τετράβιβλος. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Όροι και Προϋποθέσεις