Α.Π. 264/2026 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗΣ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΥ ΛΟΓΩ ΝΕΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Η ΑΠΟΔΕΙΞΕΩΝ - (άρθρ. 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ).
ΕΝΝΟΙΑ ΝΕΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Η ΑΠΟΔΕΙΞΕΩΝ ΚΑΙ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΕΠΑΝΕΛΕΓΧΟΥ ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ - (άρθρ. 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ, άρθρ. 528 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΚΑΘ' ΥΛΗΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΕΠΙ ΕΦΕΤΕΙΑΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ - (άρθρ. 528 παρ. 1, 3 ΚΠΔ, άρθρ. 529 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ).
ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΗΘΙΚΟΥ ΑΥΤΟΥΡΓΟΥ ΣΕ ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΑ ΜΕ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ ΔΟΛΟ, ΛΗΣΤΕΙΑ ΜΕ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΜΟΡΙΑ - (άρθρ. 46 παρ. 1 α' ΠΚ, άρθρ. 187 παρ. 5 α' ΠΚ, άρθρ. 299 παρ. 1 ΠΚ, άρθρ. 380 παρ. 2 β' ΠΚ).
ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ ΣΤΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΕΞΟΔΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΠΟΡΡΙΨΗΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ - (άρθρ. 578 παρ. 1 ΚΠΔ, άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Με την υπ' αριθμ. 264/2026 απόφαση του Αρείου Πάγου (ΣΤ' Ποινικό Τμήμα σε Συμβούλιο) απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αίτηση του S. K. για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία είχε περατωθεί αμετάκλητα με την καταδίκη του σε ποινή ισόβιας κάθειρξης για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία με πρόθεση (ενδεχόμενο δόλο) και ληστεία με ιδιαίτερη σκληρότητα, καθώς και φυλάκισης για σύσταση συμμορίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι επικληθείσες μεταγενέστερες δηλώσεις-εξουσιοδοτήσεις συγγενικών και φιλικών προσώπων δεν συνιστούν «νέα γεγονότα ή αποδείξεις» κατά την έννοια του νόμου. Οι εν λόγω δηλώσεις περιείχαν απλές εκτιμήσεις και αξιολογήσεις χαρακτήρα που δεν καθιστούν φανερή την αθωότητα του αιτούντος, ενώ η αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσης συνιστά ανεπίτρεπτο επανέλεγχο αμετάκλητης απόφασης.
Ν.Μ.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο σε δημόσια συνεδρίασή του στο ακροατήριο του, στις 19 Νοεμβρίου 2024, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Σ. Κ. (S. K.) του G. , κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη, για επανάληψη της διαδικασίας η οποία περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 23/2018 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ιωαννίνων.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2024 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2024.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αικατερίνη Ψύρη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή με αριθμό ...-2024, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 §. 1 περ. 2, 528 και 529 του Κ.Π.Δ, όπως ισχύει με Ν.4620.19. την από 29.4.2024 αίτηση του S. K. του G. κρατούμενου στο κατάστημα κράτησης ... , με την οποία ζητά την επανάληψη, προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε σε δεύτερο βαθμό με την υπ' αριθμ. 23/2018 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ιωαννίνων και η οποία κατέστη αμετάκλητη, με την έκδοση της υπ' αριθ. 1176/2019 απόφασης του Αρείου Πάγου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 § 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.
Οι όροι "νέες αποδείξεις" και "νέα γεγονότα" στη θεωρία και τη νομολογία δεν είναι ταυτόσημοι και κατά συνέπεια για τη θεμελίωση του συγκεκριμένου λόγου επανάληψης της διαδικασίας μπορούν να προσάγονται είτε νέες αποδείξεις για ήδη γνωστά γεγονότα, είτε νέα γεγονότα για ήδη γνωστές αποδείξεις, είτε νέες αποδείξεις για νέα γεγονότα. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί- υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Επίσης δεν είναι νέα στοιχεία και δεν θεμελιώνουν νόμιμο λόγο επανάληψης της διαδικασίας η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου, ούτε η εσφαλμένη ή η μη προσήκουσα εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, όπως και τυχόν παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία, κατά την οποίαν εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, ή τυχόν δικονομικά σφάλματα αφορώντα την εξέλιξη της όλης ποινικής διαδικασίας ή σφάλματα σε σχέση με τις προϋποθέσεις του παραδεκτού των επιμέρους δικονομικών πράξεων ή γενικότερα σε σχέση με την εφαρμογή των υπόλοιπων δικονομικών διατάξεων.
Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, που έλαβαν υπ' όψη τους οι Δικαστές που την εξέδωσαν αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία .. (ΑΠ 383/2018, 1086/2009, 1034/2009, ΑΠ 201.2020).
Η ανάκληση ή τροποποίηση καταθέσεων μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, δεν συνιστά αμάχητο τεκμήριο περί του ότι οι παλιότερες καταθέσεις τους (στο ακροατήριο ή την προδικασία) είναι ψευδείς {Α.Π 27/2013, Α.Π 1931/2010, Α.Π 1301/2007}. Η αξιοπιστία όμως των νεότερων αυτών καταθέσεων θα κριθεί από την αξιολόγησή τους σε συνδυασμό με τις προηγούμενες καθώς και τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας (Α.Π 186/2001, Α.Π 816/1999, Α.Π 226/1999, Α.Π 1866/2009, Α.Π 1086/2009, Α.Π 1034/2009, Α.Π 746/2009, ΑΠ 444/2009, ΑΠ 987/2017, ΑΠ 301.17, Α.Π. 127/2001 Π.Χ. ΝΑ'896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ' 50, ΑΠ.229/2010, ΑΠ 228.10, ΑΠ 184.19).
Εξάλλου, από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 528§§1,3 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή το σύζυγο του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δεύτερου βαθμού, τον συνήγορό του ή τον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου που τον καταδίκασε και υποβάλλεται στον Εισαγγελέα Εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση. Τέλος, η αίτηση επανάληψης διαδικασίας μπορεί να υποβληθεί οποτεδήποτε, μη υποκείμενη σε προθεσμία, μόνον όμως, σε περατωθείσα με αμετάκλητη απόφαση οιουδήποτε ποινικού Δικαστηρίου ποινική διαδικασία, εφ' όσον με τη συγκεκριμένη απόφαση χαρακτηρίστηκε το αδίκημα ως κακούργημα ή πλημμέλημα και μόνον στις περιοριστικά οριζόμενες στις παραπάνω διατάξεις περιπτώσεις.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 528§3 του ΚΠΔ προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η επανάληψη και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, καθώς και τα νέα στοιχεία που είναι σχετικά με την πράξη για την οποία εχώρησε η καταδίκη του αιτούντα και το περιεχόμενο αυτών, ώστε να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητας της αίτησης από το Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που επιλαμβάνεται αυτής, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο.
Στην κρινόμενη υπόθεση με την παραπάνω, υπ' αριθμ. 23/18 απόφαση , το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ιωαννίνων κήρυξε τον ως άνω αιτούντα ένοχο για τις πράξεις της :
1) ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία, με πρόθεση σε ήρεμη κατάσταση, μ' ενδεχόμενο δόλο, κατά συναυτουργία ,
2) ηθικής αυτουργίας σε ληστεία, που τελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα, εναντίον προσώπου, κατά συναυτουργία ,
3) σύσταση συμμορίας (26§ 1α, 27§1, 45, 46§1α, 94§1, 187§5α, 299§1, 380§ 2β Π.Κ) και τoν καταδίκασε σε ποινή ισόβιας κάθειρξης για την 1η και 2η πράξη και φυλάκιση δύο ετών για την 3η πράξη. Το Δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του, για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, θεμελιώνοντας την σχηματισθείσα προς τούτο δικανική πεποίθησή του στις καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων και στο περιεχόμενο των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναγνώσθηκαν κατά τη δημόσια στο ακροατήριο συζήτηση της υπόθεσης. Ο ως άνω αιτών ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας, της παραπάνω υπ' αριθμ. 23.2018 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ιωαννίνων. Ως λόγο δε της διωκόμενης επανάληψης της διαδικασίας, προβάλλει ότι, μετά την καταδίκη του προέκυψαν νέα στοιχεία, που δεν έχουν ληφθεί υπόψη από τους δικαστές και ανατρέπουν το καταδικαστικό για τον ίδιο πόρισμα της ως άνω αμετάκλητης απόφασης και τα οποία αν εγνώριζαν οι δικαστές, δεν επρόκειτο να καταλήξουν σε καταδικαστική γι'αυτόν κρίση. Ειδικότερα, για την υποστήριξη και ευδοκίμηση της αίτησής του και ως νέα στοιχεία επικαλείται, την από 9.9.21 δήλωση της T. T. ενώπιον του δικηγόρου Αθηνών, Χαράλαμπου Σύψα και τις από 21.2.24 και 23.2.24 δηλώσεις- εξουσιοδοτήσεις των Ε. Κ. και G. Κ. , αδελφής και υιού του αιτούντα, αντίστοιχα, οι οποίοι δεν είχαν εξετασθεί ενώπιον του δικαστηρίου.
Τα προαναφερόμενα, όμως, επικαλούμενα νέα στοιχεία, από τον αιτούντα, είτε από μόνα τους είτε συνεκτιμώμενα με τις αποδείξεις που τέθηκαν υπόψη του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο εξέδωσε την υπ` αριθμ. 23/18 απόφαση, της οποίας ζητείται η ακύρωση, δεν συνιστούν, σύμφωνα με τις προηγούμενες αναπτύξεις, "νέα γεγονότα ή αποδείξεις", όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αιτών. Ειδικά οι ως άνω δηλώσεις των αναφερομένων, έστω και με τον τρόπο που λήφθησαν, δεν αναφέρονται σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, που να μπορούν να αναιρέσουν την περί ενοχής του αιτούντα δικανική πεποίθηση του ως άνω Δικαστηρίου που δίκασε, αφού η μεν πρώτη, αναφέρεται στην συνάντηση που είχε αυτή σε οικία, φιλικών προσώπων της, όπου, ήταν και ο αιτών πριν ειδοποιηθεί αυτός από τη Αστυνομία και παραθέτει μόνο εκτιμήσεις, από τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά γενικά, του αιτούντα, για την μη συμμετοχή του στις ως άνω πράξεις, ενώ οι 2η και 3ος εκθέτουν τη γνώμη τους, μόνο για την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα του αιτούντα.
Κατά συνέπεια, όσων προεκτέθηκαν και ενόψει του ότι ο επανέλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μέσω της επανάληψης της διαδικασίας, κατά τη διαφαινόμενη επιδίωξη του αιτούντα, είναι ανεπίτρεπτη, η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας είναι αβάσιμη κατ` ουσία και συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας σε βάρος του αιτούντα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω :
Να απορριφθεί η από 29.4.2024 αίτηση του S. K. του G. κρατούμενου στο κατάστημα κράτησης ... με την οποία ζητά την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε σε δεύτερο βαθμό με την υπ' αριθμ. 23/2018 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ιωαννίνων και η οποία κατέστη αμετάκλητη, με την έκδοση της υπ' αριθ. 1176/2019 απόφασης του Αρείου Πάγου και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας σε βάρος του αιτούντα.
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Όλγα Σμυρλή".
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με τα άρθρα 529§1 εδ. α' και 528§3 του ΚΠοινΔ αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, εκτός από την περίπτωση που η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο, οπότε αρμόδιο είναι το Συμβούλιο Εφετών.
2. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όπως ίσχυε πριν το Ν. 4620/2019, που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα άρθρα 585 και 589 παρ. 3 του νέου ΚΠΔ, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε πριν την 1-7-2019, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και "2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε".
Κατά την έννοια της παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου "νέα γεγονότα ή αποδείξεις", που είναι ταυτόσημες έννοιες, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Τα νέα, άγνωστα, στους καταδικάσαντες δικαστές γεγονότα ή αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν, πρέπει να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υποθέσεως, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου με τον οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τελέσεως ορισμένου εγκλήματος.
Δεν μπορούν όμως, να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα που δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ` αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ` αυτούς, έστω και μετά από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπόψη τους, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 39/2024, ΑΠ 1086/2009, ΑΠ 1034/2009, ΑΠ 746/2009, ΑΠ 444/2009). Τη σχετική περί αυτού κρίση του σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας αρμόδιο συμβούλιο από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προηγήθηκε και από τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα.
Τέλος, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορο του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) στο οποίο υπηρετεί, το οποίο αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο). Αρμόδιο δε να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο.
Περαιτέρω, κατ` άρθρο 528 παρ. 1 το συμβούλιο, αν δεχτεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση, και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που καταδίκασε δικαστήριο, εφόσον παραμένει αρμόδιο καθ` ύλην. Στην αίτηση δε αυτή πρέπει να περιέχονται, με ποινή απαραδέκτου, με σαφήνεια οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν (ΑΠ 39/2024, ΑΠ 842/2021, ΑΠ 816/2021, ΑΠ 357/2020, ΑΠ 201/2020).
3. Στην προκειμένη περίπτωση, παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ως Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 528 παρ.1 και 3 ΚΠΔ, η υπό κρίση από 26-4-2024 και με αρ. πρωτ. ...-2024 αίτηση του Σ. Κ. (S. K.) του G. , κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ... , για επανάληψη, προς το συμφέρον αυτού της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ` αριθ. 23/2018 αμετάκλητης απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ιωαννίνων και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν. Η προσβαλλόμενη με αριθμό 23/2018 καταδικαστική απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ιωαννίνων κατέστη αμετάκλητη, καθόσον επί της ασκηθείσας αναίρεσης εκδόθηκε η υπ' αρ. 1176/2019 απόφαση του ΣΤ τμήματος του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη.
4. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι με την υπ' αρ. 23/2018 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ιωαννίνων ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, για τις αξιόποινες πράξεις: α) της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με ενδεχόμενο δόλο κατά συναυτουργία, β) της ηθικής αυτουργίας σε ληστεία, τελεσθείσα με ιδιαίτερη σκληρότητα, εναντίον προσώπου, κατά συναυτουργία και γ) της σύστασης συμμορίας και καταδικάστηκε σε ποινή ισόβιας κάθειρξης για την πρώτη και δεύτερη πράξη και σε ποινή φυλάκισης για την τρίτη πράξη. Στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν κατ` έφεση Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής:
"Την 2α Μαΐου 2012 και περί ώρα 20.40 περίπου, βρέθηκε νεκρή σε κενό διαμέρισμα του τρίτου ορόφου πολυκατοικίας επί της οδού ... , στα Ιωάννινα, η Ε. Δ. του Χ. , κάτοικος ... , ηλικίας 67 ετών. Το θύμα βρέθηκε δεμένο στο πάτωμα υπνοδωματίου του διαμερίσματος σε ύπτια θέση με τρεις πολλαπλές περιελίξεις με κολλητική ταινία περιτύλιξης πλάτους περί τα πέντε εκατοστά, ήτοι: α) πολλαπλή περιέλιξη στο άνω μέρος του τραχήλου που κατέληγε στην περιτύλιξη-ακινητοποίηση των άκρων χειρών, ισοϋψός των καρπών, β) δεύτερη πολλαπλή περιέλιξη του τραχήλου με το ίδιο υλικό, μεταξύ της οποίας περιλαμβάνονταν και τα ενδύματα του άνω μέρους του σώματος και γ) τρίτη πολλαπλή περιέλιξη-ακινητοποίηση των κάτω άκρων κατά το κάτω τριτημόριο των μηρών, τις κατά γόνυ αρθρώσεις και τις κνήμες. Μεταξύ των χεριών και του προσώπου του θύματος υπήρχε ζακέτα μαύρου χρώματος με κόκκινες λεπτομέρειες.
Ακόμη το θύμα έφερε εκδορές και εκχυμώσεις, ενδεικτικές χρήσης σωματικής βίας, κάταγμα αριστερού ρινικού οστού, κατάγματα του δεξιού κεντρικού τομέα της άνω γνάθου και του δεξιού κεντρικού και πλαγίου τομέα της κάτω γνάθου και κάταγμα δεξιού μείζονος κέρατος του υοειδούς οστού με αιμορραγική διήθηση. Όταν βρέθηκε το θύμα ήταν ξυπόλητο, φορούσε σορτσάκι μαύρου χρώματος, στηθόδεσμο λευκού χρώματος, ο οποίος ήταν τραβηγμένος πάνω από το ύψος των μαστών του θύματος (σχετ. από 06-5-2012 έκθεση αυτοψίας στη δικογραφία). Αμέσως αποκλείστηκε ο χώρος από την Αστυνομία, την οποία είχε ειδοποιήσει ο υιός του θύματος, Δ. Δ. και κλήθηκε ο ιατροδικαστής, ο οποίος κατέφθασε περί ώρα 22.00 περίπου και ο οποίος σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις του, αποφάνθηκε ότι πρόκειται για εγκληματική ενέργεια, δηλαδή για βίαιο ασφυκτικό θάνατο, ο οποίος είχε επέλθει 2-3 ώρες περίπου από τη στιγμή της αυτοψίας (σχετ. ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής). Το θύμα Ε. Δ. , κατοικούσε με τον πάσχοντα από βαριά αναπηρία σύζυγο της Α. Δ. , ο οποίος δεν μπορούσε να μετακινηθεί και στερούνταν τη δυνατότητα επικοινωνίας με το περιβάλλον, σε διαμέρισμα του τρίτου ορόφου της πολυκατοικίας επί της οδού ... στα Ιωάννινα, ιδιοκτησίας του υιού της Δ. Δ.
Συγκεκριμένα κατοικούσε στο διαμέρισμα που βρίσκεται αριστερά γι` αυτόν που ανέβαινε το κλιμακοστάσιο (η πολυκατοικία αυτή δεν είχε ανελκυστήρα). Στον ίδιο όροφο (3°) υπήρχαν και άλλα δύο διαμερίσματα ιδιοκτησίας του άλλου υιού του θύματος, Κ. Δ. Το ενδιάμεσο διαμέρισμα (ένα δυάρι) ήταν κενό και ο ιδιοκτήτης του επιθυμούσε να το μισθώσει, στους υποψήφιους δε μισθωτές θα το επεδείκνυε το θύμα, που είχε και τα κλειδιά του διαμερίσματος. Το άλλο διαμέρισμα του ίδιου ορόφου (το δεξιά γι` αυτόν που ανέβαινε το κλιμακοστάσιο) από τον Μάρτιο του 2011 ήταν μισθωμένο από τον ιδιοκτήτη Κ. Δ. στον πρώτο κατηγορούμενο S. K. αντί μηνιαίου μισθώματος τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ, διέμεναν δε σ` αυτό ο εν λόγω πρώτος κατηγορούμενος με τη σύζυγο του K. G. (δευτέρα κατηγορουμένη) και τον ανήλικο υιό τους, ηλικίας 7 ετών, από δε τον Μάιο 2012 διέμενε επίσης στο διαμέρισμα αυτό και ο εξάδελφος της δευτέρας κατηγορουμένης J. G. (τρίτος κατηγορούμενος).
Στον δεύτερο όροφο της πολυκατοικίας αυτής και κάτω ακριβώς από το κενό διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, υπήρχε ένα άλλο διαμέρισμα μισθωμένο σε φοιτητή, ενώ στον πρώτο όροφο της ίδιας πολυκατοικίας στεγάζονταν τα οδοντιατρεία των υιών του θύματος Κ. και Δ. Δ. Η δευτέρα κατηγορουμένη (K. G.) βοηθούσε την Ε. Δ. στη φροντίδα του ανήμπορου συζύγου της, κυρίως κατά την μετακίνησή του από το κρεβάτι στην αναπηρική πολυθρόνα και αντίστροφα και φρόντιζε για την καθαριότητα των κοινοχρήστων χώρων της οικοδομής, καθώς και των οδοντιατρείων, λαμβάνοντας μηνιαίως το χρηματικό ποσό των διακοσίων (200) ευρώ. Οι S. K. και J. G. (πρώτος και τρίτος κατηγορούμενοι) ήταν άνεργοι και απασχολούνταν περιστασιακά σε διάφορες εργασίες. Η Ε. Δ. , ήταν εύπορη και είχε σημαντική κινητή και ακίνητη περιουσία, είχε αναπτύξει με το ζεύγος των δύο πρώτων κατηγορουμένων σχέσεις φιλικές, τους περιέβαλε με στοργή και αγάπη, ιδιαίτερα το τέκνο τους και εκτιμώντας τις δυσχέρειες που αντιμετώπιζαν (οικονομικές και επικοινωνιακές ως αλλοδαποί), τους βοηθούσε οικονομικά δίδοντάς τους μικρά χρηματικά ποσά κατά περιόδους, τους είχε δανείσει το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ όταν ο πρώτος κατηγορούμενος το είχε άμεση ανάγκη, τους συμπαραστέκονταν ηθικά, βοηθούσε το ανήλικο παιδί του στη μελέτη των σχολικών του μαθημάτων και γενικά τους αντιμετώπιζε με καλοσύνη. Μέσα στα πλαίσια αυτά, η Ε. Δ. και οι υιοί της (Δ. και Κ.), προκειμένου να τους βοηθούν οικονομικά, ανέθεταν στους πρώτο και τρίτο των κατηγορουμένων την εκτέλεση διαφόρων εργασιών.
Ειδικότερα τον Δεκέμβριο του 2011 τους ανέθεσαν τον ελαιοχρωματισμό του διαμερίσματος που διέμενε το θύμα και των εξωτερικών χώρων της οικοδομής, καθώς αργότερα και το υπό μίσθωση διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, την εκτέλεση εργασιών στο εξοχικό τους σπίτι στο Κανάλι Πρέβεζας και τον χρωματισμό των κάγκελων των οικιών τους στα Ιωάννινα. Κατά τον χρόνο ελαιοχρωματισμού του διαμερίσματος που διέμενε το θύμα περί τα τέλη του έτους 2011, από τους πρώτο και τρίτο των κατηγορουμένων, αυτοί διαπίστωσαν ότι στο χώρο της κρεβατοκάμαρας υπήρχαν δύο χρηματοκιβώτια, τοποθετημένα το ένα πάνω στο άλλο, τα οποία χρειάσθηκε να μετακινήσουν, προκειμένου να ελαιοχρωματίσουν και τον χώρο πίσω από αυτά. Κατά τη διάρκεια μάλιστα των εργασιών αυτών, η πόρτα του ενός χρηματοκιβωτίου, ήτοι αυτού που ήταν κάτω και το οποίο ήταν μεγαλύτερο του άλλου, άνοιξε γιατί δεν ήταν κλειδωμένο και οι κατηγορούμενοι αυτοί διαπίστωσαν ότι υπήρχε αξιόλογο χρηματικό ποσό εντός αυτού.
Ακολούθως τράβηξαν την πόρτα του χρηματοκιβωτίου, περιέλιξαν την πόρτα με ταινία και συνέχισαν την βαφή του πίσω χώρου. Ο πρώτος κατηγορούμενος είπε στον υιό τον θύματος Κ. Δ. να μην αφήνει ανοιχτό το χρηματοκιβώτιο αυτό και εκείνος του είπε ότι δεν πειράζει γιατί στο χρηματοκιβώτιο αυτό υπήρχαν μόνο έγγραφα και όχι χρήματα. Τότε ο πρώτος κατηγορούμενος έκανε μια ειρωνική γκριμάτσα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι λόγω της προαναφερόμενης σχέσεως που είχε αναπτυχθεί μεταξύ του θύματος και των δύο πρώτων κατηγορουμένων, το θύμα είχε αποκαλύψει σ` αυτούς ότι ο υιός της Κ. , ανησυχώντας για τον τρόπο διαχείρισης των χρημάτων της, της είχε πάρει τα κλειδιά των χρηματοκιβωτίων μετά τον ελαιοχρωματισμό. Δυστυχώς όμως για το θύμα, τελευταία είχε αποκαλύψει στη δευτέρα κατηγορουμένη, ότι ο προαναφερόμενος υιός της, της είχε αποδώσει και πάλιν τα κλειδιά των χρηματοκιβωτίων. Όμως ο υιός του θύματος ξαναπήρε τα κλειδιά των χρηματοκιβωτίων από τη μητέρα του, το τελευταίο όμως δεν το είχε αποκαλύψει στη δευτέρα κατηγορουμένη το θύμα και έτσι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι αλλά και ο τρίτος κατηγορούμενος, που συγκατοικούσε μαζί τους, έμεναν με την εντύπωση ότι τα κλειδιά των χρηματοκιβωτίων τα είχε το θύμα Ε. Δ.
Σημειωτέον ότι και τα δύο χρηματοκιβώτια άνοιγαν με κλειδιά, ενώ για το μικρότερο απαιτούνταν και κωδικός. Στο μεταξύ, επειδή ήταν άνεργοι οι πρώτος και τρίτος κατηγορούμενοι, καθυστερούσαν την καταβολή του ενοικίου και ειδοποιήθηκαν από τον υιό του θύματος και από το θύμα να αφήσουν το μίσθιο διαμέρισμα μέχρι το Πάσχα 2012. Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ζήτησαν προθεσμία να εγκαταλείψουν το μίσθιο διαμέρισμα, μέχρι τον Μάιο 2012 και συναίνεσε το θύμα ως προς αυτό. Γνώριζαν δε οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι ότι μέχρι τα μέσα Μαΐου, το θύμα και ο σύζυγος της θα μετέβαιναν στο εξοχικό τους στην Πρέβεζα και θα διέμεναν όλο το καλοκαίρι εκεί. Τότε συνέλαβαν την ιδέα οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι να ληστέψουν την Ε. Δ. και άρχισαν να καταστρώνουν σχέδιο προς υλοποίηση της ιδέας τους αυτής. Για να επιτύχουν τούτο, χωρίς να αποκαλυφθούν, θεώρησαν ότι θα έπρεπε να αναθέσουν την αυτουργική δράση της ληστείας σε τρίτα πρόσωπα, ενώ αυτοί θα παρέμεναν στο εγκληματικό παρασκήνιο και θα φρόντιζαν να δημιουργήσουν για τον εαυτό τους άλλοθι, παραμένοντας μακριά από το χώρο διάπραξης του εγκλήματος.
Την ανάθεση της αυτουργικής δράσης, σκέφθηκαν να τη δώσουν σε γνωστούς σ` αυτούς ομοεθνείς τους, οι οποίοι διέμεναν στην Αθήνα. Έτσι περί τα μέσα Μαρτίου 2012 το ζεύγος S. K. και K. G. με το ανήλικο τέκνο τους και τον J. G. μετέβησαν στην Αθήνα, όπου συνάντησαν τον πέμπτο κατηγορούμενο I. U. και άλλους δύο επίσης Γεωργιανούς υπηκόοους που διαφεύγουν τη σύλληψη, ήτοι τον M. T. και τον C. S. ή J. ή Z. Εκεί τους ενημέρωσαν ότι στον ίδιο όροφο που διαμένουν στα Ιωάννινα, σε διπλανό διαμέρισμα από το δικό τους διαμένει και η Ε. Δ. , η οποία είναι ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος που διαμένει και είναι πολύ εύπορη. Επίσης τους ενημέρωσαν ότι στο διαμέρισμά της αυτό στο χώρο της κρεβατοκάμαρας υπάρχουν δύο χρηματοκιβώτια με πολλά χρήματα και τιμαλφή, ότι στον ίδιο όροφο υπάρχει και άλλο διαμέρισμα ιδιοκτησίας του υιού της Ε. Δ. ξενοίκιαστο και ο ιδιοκτήτης του επιθυμεί να το νοικιάσει. Ακόμη τους είπαν ότι ο σύζυγος της Ε. Δ. είναι ανάπηρος και δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον και δεν πρόκειται να δημιουργήσει κανένα πρόβλημα. Τους έκαναν γνωστό ότι οι κάμερες στην είσοδο της πολυκατοικίας δεν ήταν εξοπλισμένες με μηχανισμό καταγραφής και ότι την επίδειξη του ξενοίκιαστου διαμερίσματος την έκανε η ίδια Ε. Δ. στους υποψήφιους ενοικιαστές και ότι θα έπρεπε να την παρασύρουν στο ξενοίκιαστο διαμέρισμα, για να αποκλειστεί τυχόν επίσκεψη των υιών της στο διαμέρισμα που διέμενε.
Τους διευκρίνισαν ότι την ημέρα που θα πραγματοποιούσαν τη ληστεία αυτοί (ο 1ος, 2η και 3ος κατηγορούμενοι) θα φρόντιζαν να είναι απόντες από το χώρο της ληστείας (πολυκατοικίας και διαμέρισμα) και θα δημιουργούσαν τεχνητό άλλοθι, ώστε να μην υπάρξουν υπόνοιες διασύνδεσής τους με τη ληστεία που πραγματοποιούσαν. Τέλος τους ενημέρωσαν ότι η Ε. Δ. ήταν γυναίκα εύσωμη και δυνατή και έπρεπε να ασκήσουν κατ` αυτής έντονη σωματική βία και μάλιστα με ιδιαίτερη σκληρότητα, προκειμένου να την εξαναγκάσουν να τους παραδώσει τα κλειδιά των χρηματοκιβωτίων αλλά και τα λοιπά χρήματα και τιμαλφή που φύλασσε στο διαμέρισμά της και να τους αποκαλύψει τον κωδικό του ενός χρηματοκιβωτίου και ότι δεν θα παρέδιδε αμαχητί ταύτα, όπερ εγένετο αποδεκτό από όλους ότι θα ασκούνταν κατά της Ε. Δ. σωματική βία με ιδιαίτερη σκληρότητα. Με τον τρόπο αυτό οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι, με την παροχή πληροφοριών και οδηγιών, με πειθώ, προτροπές και παραινέσεις και την υπόσχεση διανομής των κλοπιμαίων, έπεισαν τους ανωτέρω να διαπράξουν τη ληστεία σε βάρος της Ε. Δ. και αυτοί το δέχθηκαν.
Όλοι οι ανωτέρω στην Αθήνα περί τα μέσα Μαρτίου 2012 συγκρότησαν συμμορία, δηλαδή ενώθηκαν για να διαπράξουν το κακούργημα της ληστείας σε βάρος της Ε. Δ. , με ηθική αυτουργία των τριών πρώτων από αυτούς (S., K. και J.), οι οποίοι και κατέστρωσαν το εγκληματικό σχέδιο, κατανέμοντας τους ρόλους στην ομάδα. Η τέταρτη κατηγορουμένη T. M. , εντάχθηκε στην εγκληματική ομάδα, δύο ημέρες πριν την τέλεση των πράξεων που αποδίδονται και στους λοιπούς κατηγορουμένους, με ρόλο όπως κατωτέρω εκτίθεται και συνεπώς υπάρχει ποινική ευθύνη και αυτής για το έγκλημα της συμμορίας. Καθόλο το χρονικό διάστημα από τη συνάντηση αυτή, μέχρι και την 02-5-2012, που έλαβαν χώρα οι πράξεις της ληστείας και της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, οι Γεωργιανοί κατηγορούμενοι της Αθήνας, κατέστρωναν το σχέδιο δράσης και είχαν τακτική επικοινωνία μόνο με τον J. (3° κατηγορούμενο), ο οποίος ήταν ο συνδετικός τους κρίκος με τους δύο πρώτους κατηγορουμένους και τους ενημέρωνε για την επικοινωνία του και το σχέδιο δράσης τους και ο οποίος θα τους ανέμενε στα Ιωάννινα, για να τους δείξει την πολυκατοικία και το διαμέρισμα που διέμενε η Ε. Δ. Επειδή γνώριζαν οι τρεις πρώτοι ότι η Ε. Δ. και ο σύζυγος της θα μετέβαιναν την 4η ή 5η Μαίου 2012 στο εξοχικό τους στην Πρέβεζα για τις καλοκαιρινές διακοπές τους, συναποφάσισαν να εκτελεστεί η ληστεία την 02-5-2012.
Έτσι ειδοποιήθηκαν οι Γεωργιανοί των Αθηνών από τον J. τις πρωινές ώρες να έλθουν στα Ιωάννινα για να εκτελέσουν το σχέδιο που κατέστρωσαν, ο δε πρώτος κατηγορούμενος αφού προηγουμένως είχε επισκεφθεί το Αστυνομικό Τμήμα Ιωαννίνων για να δώσει το παρόν για άλλη υπόθεση που κατηγορείται, ακολούθως μετέβη στο ΚΤΕΛ Ιωαννίνων και αναχώρησε για Αθήνα, δήθεν για υπόθεσή του σχετική με ένα αυτοκίνητο του που είχε δώσει σε άλλον ομοεθνή του φίλο του, ώστε να δημιουργήσει άλλοθι, κατά τον χρόνο που θα εκτυλίσσονταν το σχέδιο της ληστείας. Οι Γεωργιανοί των Αθηνών, ήτοι η T. M. , ο I. U. και οι διαφεύγοντες τη σύλληψη M. T. και τον C. S. ή J. ή Z. , τις μεσημβρινές ώρες της 02-5-2012, ξεκίνησαν από την Αθήνα με προορισμό τα Ιωάννινα, επιβαίνοντες σε Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο με ελληνικές πινακίδες, χρώματος ασημί, μάρκας SEAT, όπου έφθασαν περί ώρα 18:00. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής υπήρχε ανταλλαγή πλήθους μηνυμάτων μεταξύ των C. και J. λίγο πριν την άφιξή τους στα Ιωάννινα, ο M. συνομίλησε τηλεφωνικά από το τηλέφωνο του C. με τον J. , ο οποίος τους κατηύθυνε που θα συναντηθούν και τελικώς συναντήθηκαν στην πλατεία Πάργης στα Ιωάννινα. Κατά τη συνάντησή τους υπέδειξε σ` αυτούς την ακριβή διεύθυνση της πολυκατοικίας και τη θέση του διαμερίσματος και τους είπε να περιμένουν λίγο για να μεταβεί στο διαμέρισμα που διέμεναν και να πάρει μαζί του την δευτέρα κατηγορουμένη και το ανήλικο τέκνο της, ώστε να λείπουν από το χώρο όταν θα πραγματοποιείτο η ληστεία.
Σύμφωνα με το εγκληματικό σχέδιο των κατηγορουμένων, η T. M. θα επικοινωνούσε τηλεφωνικά με την Ε. Δ. και αφού την ενημέρωνε ότι προτίθεται δήθεν να μισθώσει το κενό διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, θα κανόνιζε κάποιο ραντεβού μαζί της δήθεν για να το δει. Η επιλογή της ανωτέρω κατηγορουμένης για τις ως άνω ενέργειες έγινε από τους κατηγορουμένους, αφενός γιατί αυτή γνώριζε καλύτερα από τους λοιπούς την Ελληνική γλώσσα και αφετέρου, ως γυναίκα, δεν θα δημιουργούσε αισθήματα φόβου και ενδοιασμούς στη Δ. , που πιθανόν να αισθάνονταν εάν δεχόταν τηλεφώνημα από άνδρα με προφορά αλλοδαπού, με ενδεχόμενο να μεριμνούσε για την παρουσία και τρίτου ατόμου κατά τη συνάντηση στο χώρο του διαμερίσματος. Πράγματι η τέταρτη κατηγορουμένη στις 18:53 ώρα, κάλεσε από την με αριθμό ... τηλεφωνική σύνδεση κινητού τηλεφώνου που ανήκε στον C. ή Z. S. στο κινητό τηλέφωνο με αριθμό ... της Ε. Δ. αυτήν και της δήλωσε ότι είναι Ρωσίδα, τη λένε Τ. και ενδιαφερόταν να μισθώσει το κενό διαμέρισμα, τρίτου ορόφου για να μείνουν αυτή και ο σύζυγος της και συμφώνησαν να μεταβεί αμέσως η τέταρτη κατηγορουμένη να δει το διαμέρισμα. Κατά το χρόνο της ως άνω τηλεφωνικής επικοινωνίας η Ε. Δ. έπινε καφέ στο διαμέρισμά της με τη φίλη της Α. Μ. , η οποία μετά από λίγο αναχώρησε.
Στο μεταξύ η δεύτερη κατηγορουμένη με το τέκνο της και ο τρίτος κατηγορούμενος, γνωρίζοντας τι επρόκειτο να συμβεί, όπως είχαν προσυνεννοηθεί με τους λοιπούς κατηγορούμενους και είχε σχεδιασθεί, μετέβησαν σε απομακρυσμένο καφέ επί της οδού ... στα Ιωάννινα, προκειμένου δήθεν να επικοινωνήσουν μέσω Skype με κάποιον συγγενή τους στη Γεωργία, πλην όμως ο πραγματικός λόγος της μεταβάσεώς τους εκεί ήταν για να δημιουργήσουν τεχνητό άλλοθι και να λείπουν από το χώρα όπου θα εκτυλίσσονταν η ληστεία. Γι' αυτό και επέλεξαν internet cafe μακριά από την πολυκατοικία (απόσταση 2 με 2,5 χιλιόμετρα), παρότι στην πλατεία Πάργης σε μικρή απόσταση από την οικία τους, υπήρχαν αρκετά internet cafe που παρείχαν τις υπηρεσίες Skype και για να ενισχύσουν την επίσκεψή τους αυτή και να κατατεθεί τούτο από τον ιδιοκτήτη του, ζήτησαν την βοήθειά του για τη σύνδεση αυτή με τον Γεωργιανό συγγενή τους, επικαλούμενοι ότι δεν επιτυγχάνονταν αυτή, παρότι γνώριζαν ότι ο αριθμός που έβαζαν ήταν επίτηδες εσφαλμένος και τούτο για να τους αναγνωρίζει ο ιδιοκτήτης του καταστήματος. Ο χρόνος αναχωρήσεως αυτών από την πολυκατοικία, σύμφωνα με το ψηφιακό υλικό καμερών γειτονικών ιδιοκτησιών- καταστημάτων με την πολυκατοικία της Δ. , ήταν η 18:38 ώρα.
Αμέσως μετά την αναχώρησή τους, σύμφωνα με το ίδιο ψηφιακό υλικό, ήτοι την 18:47 ώρα, τρία άτομα, ήτοι δύο άνδρες και μια γυναίκα, ανέρχονταν την οδό ... και κατευθύνονταν προς την πολυκατοικία, όπου βρισκόταν το διαμέρισμα της Ε. Δ. Τα άτομα αυτά ήταν η T. M. , ο I. U. και ο M. T. έφερε γυναικεία τσάντα ώμου, ενώ οι δύο άνδρες δεν κρατούσαν τίποτα, ούτε στις τσέπες τους είχαν κάτι. Ο C. S. ή Z. τους ανέμενε στο αυτοκίνητο επί της πλατείας Πάργης, για να διαφύγουν άμεσα μαζί με το χρηματοκιβώτιο και τα λοιπά χρήματα και τιμαλφή που θα έπαιρναν από την Δ. Οι ανωτέρω εισήλθαν στην πολυκατοικία από την κεντρική είσοδο που ήταν ανοιχτή και ανέβηκαν στον τρίτο όροφο. Στις σκάλες δεν συνάντησαν κανέναν. Τότε η T. που είχε μαζί της το κινητό του C. κάλεσε και πάλι την Ε. Δ. στο κινητό της. Στη συνέχεια βγήκε από το διαμέρισμά της η Δ. αφήνοντας ανοιχτή την πόρτα του διαμερίσματος της, έβγαλε τα κλειδιά της, άνοιξε την πόρτα του υπό μίσθωση διαμερίσματος και εισήλθαν οι τρεις μαζί της. Εκεί, ενώ η ανυποψίαστη Δ. άρχισε να δείχνει στην T. το διαμέρισμα, ο M. την άρπαξε και της κατάφερε ισχυρό χτύπημα στο κεφάλι και η Δ. έπεσε στο πάτωμα που γέμισε αίματα. Ακολούθως ο M. έβαλε το χέρι του στο στόμα της για να μη ακουστούν τα βογγητά της και μαζί με τον I. έσυραν την Δ. ζωντανή στο χώρο του υπνοδωματίου του υπό μίσθωση διαμερίσματος και εκεί μεταχειρίστηκαν πρωτοφανή βαναυσότητα, ήτοι χτύπησαν επανειλημμένα το θύμα με πρωτοφανή σκληρότητα στο κεφάλι για να τους αποκαλύψει που βρίσκονταν τα κλειδιά των χρηματοκιβωτίων και να τους πει τον κωδικό συνδυασμό του ενός χρηματοκιβωτίου, προκαλώντας σ` αυτήν θλαστικό τραύμα στη μεσόφρυα χώρα δεξιά, κάταγμα αριστερού ρινικού οστού, κάταγμα του δεξιού κεντρικού τομέα άνω και κάτω γνάθου, εκδορές και εκχυμώσεις.
Δεν σταμάτησαν όμως μόνο εκεί, ούτε συγκρατήθηκαν από το άφθονο αίμα που έρρεε, ούτε από τις γοερές κραυγές της. Στη συνέχεια και επειδή η Δ. αρνείτο να τους αποκαλύψει που βρίσκονταν τα κλειδιά των χρηματοκιβωτίων και τον συνδυασμό του ενός εξ αυτών και έφερνε αντίσταση, ο I. και o M. χρησιμοποιώντας πλαστική κολλητική ταινία, που είχε στην τσάντα της εξ αρχής η T. για το σκοπό αυτό, της έδεσαν τα χέρια και τα πόδια με απόληξη το λαιμό, καθόσον έπρεπε να την ακινητοποιήσουν και συνεπεία της άσκησης δια των χειρών τους συνεχούς και μεγάλης εντάσεως πίεση στην περιοχή του τραχήλου επήλθε ο θάνατος της με στραγγαλισμό δια βρόγχου. Καθ` όλη τη διάρκεια των ως άνω βίαιων ενεργειών τους η T. παρακολουθούσε ψύχραιμα και όταν είδε ότι η Δ. κείτονταν ακίνητη στο πάτωμα και είχε εξουδετερωθεί, πήγε προς την πόρτα εισόδου του διαμερίσματος για να κοιτάξει από το ματάκι της πόρτας εάν ο χώρος του διαδρόμου ήταν ελεύθερος.
Ακολούθως ενημέρωσε τους I. και M. ότι δεν υπήρχε κανείς στο διάδρομο και αυτοί εξήλθαν του διαμερίσματος και εισήλθαν στο διαμέρισμα της Δ. και μετέβησαν στην κρεβατοκάμαρα όπου υπήρχαν τα δύο χρηματοκιβώτια. Επιχείρησαν να ανοίξουν το μεγάλο, αλλά δεν το κατάφεραν. Πήραν το μικρό και αφού το απόθεσαν στο κρεβάτι επιχείρησαν να το ανοίξουν, αλλά ούτε αυτό κατάφεραν να το παραβιάσουν. Επειδή και το μικρό χρηματοκιβώτιο ήταν βάρους 60-70 κιλών, δεν μπορούσαν να το μεταφέρουν στο αυτοκίνητο που τους ανέμενε εκτός της πολυκατοικίας και έτσι εγκατέλειψαν τις προσπάθειές τους και άρχισαν να ψάχνουν στο χώρο της κρεβατοκάμαρας για την ανεύρεση χρημάτων και τιμαλφών.
Κατά την αναζήτησή τους αυτή βρήκαν και πήραν 700 ευρώ, δύο χρυσές λίρες και όλα τα χρυσαφικά που η παθούσα φύλασσε σε μια κοσμηματοθήκη και στη συνέχεια ανεχώρησαν όλοι μαζί από το διαμέρισμα και την πολυκατοικία. Κατά την έξοδό τους συναντήθηκαν με τον Ι. Μ. , ο οποίος ως καταθέτει, κατά την είσοδο του στην πολυκατοικία, είδε τρία άτομα, δύο άνδρες και μια γυναίκα, οι οποίοι ήταν βιαστικοί και ταραγμένοι οι οποίοι έβγαιναν από την πολυκατοικία. Στη συνέχεια, στάλθηκε μήνυμα από το τηλέφωνο του C. που είχε η T. προς του J. ότι "βγήκαμε" υπονοώντας ότι ολοκλήρωσαν το σχέδιο τους και βγήκαν από το διαμέρισμα και αναχωρούν. Τότε ενημέρωσε ο J. και την K. και έφυγαν μαζί από το internet cafe και έφθασαν μαζί στην πλατεία Πάργης. Ο J. επειδή ήταν φοβισμένος και έτρεμε, παρέμεινε στην πλατεία Πάργης, ενώ η K. ψύχραιμη μετέβη προς την πολυκατοικία, που είναι πολύ κοντά στην πλατεία Πάργης, μόνη της, για να δει πως είναι η κατάσταση στα διαμερίσματα.
Εισήλθε στην πολυκατοικία, ανέβηκε το κλιμακοστάσιο και φθάνοντας στον τρίτο όροφο είδε την πόρτα του διαμερίσματος της Δ. μισάνοιχτη, φώναξε το όνομα της Δ. και δεν πήρε απάντηση. Έτσι άνοιξε πλήρως την πόρτα, είδε όλο το διαμέρισμα αναστατωμένο και ακολούθως ειδοποίησε τον υιό της θανούσας, Δ. Δ. ότι η πόρτα του διαμερίσματος είναι ανοιχτή, η Δ. λείπει και ότι την έκλεψαν, δεν του ανέφερε τίποτα για το υπό μίσθωση διαμέρισμα όπου κείτονταν νεκρή η Δ. Στο μεταξύ εισήλθε στο διαμέρισμα και ο άλλος υιός της θανούσας, Κ. Δ. Τα παιδιά της Δ. αρχικά αναζήτησαν τη μητέρα τους σε συγγενικά τους πρόσωπα, πλην όμως δεν εντοπίστηκε σ` αυτά. Τότε είπαν στην K. να κοιτάξει μήπως ήταν στο σπίτι της φίλης της Μ. , αυτή πήγε εκεί δεν την βρήκε και επέστρεψε στο διαμέρισμα. Στο μεταξύ κατέφθασαν στο χώρο του διαμερίσματος της Δ. δύο αστυνομικοί που είχαν ειδοποιηθεί από τα τέκνα της Δ. , αλλά και μερικοί πολίτες-πελάτες των οδοντιατρείων. Κανείς δεν είχε παρατηρήσει ότι η πόρτα εισόδου του υπό μίσθωση διαμερίσματος ήταν μισάνοιχτη. Η μόνη που το παρατήρησε ήταν η K. , η οποία ανέφερε τούτο στο υιό της θανούσας Δ. και στον αστυνομικό.
Ακολούθως εισήλθαν στο διαμέρισμα αυτό ο αστυνομικός Π. Ν. , τα δύο τέκνα της θανούσας και η K. και ερευνούσαν το χώρο. Τότε τα δύο τέκνα της θανούσας είδαν στην κρεβατοκάμαρα να κείτεται στο πάτωμα νεκρή η μητέρα τους σε λίμνη αίματος. Η K. έδειξε έκπληκτη και ο αστυνομικός του είπε να μην αγγίξουν τίποτε γιατί θα γίνει αστυνομική έρευνα. Ακολούθησε δακτυλοσκοπικός έλεγχος των χώρων και των δύο διαμερισμάτων. Τα δακτυλικά αποτυπώματα ήταν ελάχιστα και αυτό γιατί προφανώς οι δράστες φορούσαν γάντια, τα οποία κατά την πάλη με το θύμα και την περιέλιξή του με κολλητική ταινία σχίστηκαν. Συγκεκριμένα βρέθηκε στην εσωτερική επιφάνεια της πόρτας της τουαλέτας αποτύπωμα του αριστερού μεσαίου δαχτύλου του σεσημασμένου M. , όταν αυτός έπλυνε τα χέρια του από το αίμα της Δ. και άφησε τη βρύση ανοιχτή. Επίσης βρέθηκαν αποτυπώματα του αριστερού ωτίτη και του δείκτη δαχτύλων στην κολλητική ταινία με την οποία έδεσε αυτός την Δ. Ακόμη βρέθηκε δακτυλικό αποτύπωμα της T. κοντά στο ματάκι της πόρτας των αριστερών αντίχειρα, δείκτη και μεσαίου δαχτύλου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, κατά την πλειοψηφούσα κρίση του Δικαστηρίου (6-1) ότι η δευτέρα κατηγορουμένη εκτιμούσε ιδιαίτερα την παθούσα, λόγω της πολλαπλής βοήθειας που της προσέφερε τόσο χρηματικά όσο και ηθικά στην μόρφωση του ανήλικου παιδιού της. Όταν δε με το σύζυγο της (πρώτο κατηγορούμενο) και τον εξάδελφο της J. (τρίτο κατηγορούμενο) κατέστρωναν το σχέδιο που προαναφέρθηκε για να ληστέψουν τη Δ. δεν πέρασε καθόλου από το μυαλό της, ότι κατά την διάρκεια της ληστείας και των μεθόδων εκβιάσεως του θύματος να δώσει στους αυτουργούς τα κλειδιά των χρηματοκιβωτίων και να τους αποκαλύψει το συνδυασμό του ενός χρηματοκιβωτίου, θα επήρχετο ο θάνατος αυτής, γιατί ενώ αντιλαμβάνονταν ότι ενδεχομένως να συνέβαινε και τούτο, δεν θα συναινούσε στη διάπραξη της ληστείας".
5. Με την υπό κρίση αίτηση, ο αιτών "ως λόγους" επανάληψης της διαδικασίας επικαλείται τις ακόλουθες προσαγόμενες νέες αποδείξεις, που κατά τους ισχυρισμούς του καθιστούν πρόδηλο ότι δεν έχει τελέσει τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συναυτουργία σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ηθική αυτουργία σε ληστεία τελεσθείσα με ιδιαίτερη σκληρότητα κατά συναυτουργία και συμμορία για τις οποίες καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα: 1) την από 09-09-2021 δήλωση της T. T. , ενώπιον του Δικηγόρου Αθηνών Χαράλαμπου Σύψα , 2) την από 21-02-2024 δήλωση εξουσιοδότηση της E. K. , αδελφής του S. K. , 3) την από 23-02-2024 δήλωση - εξουσιοδότηση του G. K. , τις οποίες ενσωματώνει αυτούσιες στην αίτησή του.
6. Από το ανωτέρω περιεχόμενο της υπό κρίση αιτήσεως δεν προκύπτουν αξιόλογα "νέα γεγονότα" ή "αποδείξεις", άγνωστα στους δικαστές που δίκασαν, κατά την έννοια του άρθρου 525§1 περ.2 ΠΚ, που από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη από το δικάσαν δικαστήριο, καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος τέλεσης των εγκλημάτων της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συναυτουργία σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ηθική αυτουργία σε ληστεία τελεσθείσα με ιδιαίτερη σκληρότητα κατά συναυτουργία και συμμορία για τα οποία καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Ειδικότερα, 1) στην από 09-09-2021 δήλωση της T. T. , περιέχονται πραγματικά περιστατικά τα οποία συνέβησαν μετά την τέλεση των αδικημάτων για τα οποία ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος και δεν αφορούν τις ανωτέρω κατηγορίες και συγκεκριμένα ότι ήταν σκεπτικός, ξαφνιασμένος, προβληματισμένος μετά την τηλεφωνική ειδοποίηση που έλαβε από το Αστυνομικό Τμήμα Παγκρατίου, προκειμένου να εμφανισθεί στις αστυνομικές αρχές και να δώσει πληροφορίες σχετικά με τα έγγραφα μεταβίβασης οχήματος ιδιοκτησίας του, καθώς και την έκπληξη του για την κλήση σε αυτό, 2) στην από 21-02-2024 δήλωση εξουσιοδότηση της E. K. , αδελφής του S. K. , περιέχονται αξιολογικές κρίσεις για τη ζωή και το χαρακτήρα του αιτούντος, τα συναισθήματά του για την Ε. Δ. και 3) στην από 23-02-2024 δήλωση - εξουσιοδότηση του G. K. , γιού του αιτούντος, ηλικίας επτά ετών κατά το χρόνο τέλεσης των αδικημάτων περιέχονται επίσης αξιολογήσεις του χαρακτήρα του αιτούντα, της εργατικότητας του, των ενδοοικογενειακών σχέσεων τους και των συναισθημάτων του για την Ε. Δ.
7. Συνεπώς, οι επικαλούμενες από τον αιτούντα νέες αποδείξεις, εκτιμώμενες σε συνδυασμό με εκείνες που έλαβε υπόψη του το εκδόσαν την ανωτέρω υπ' αριθμ. 23/2018 απόφαση Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ιωαννίνων, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος, δεν οδηγούν σε ασφαλή και βέβαιη δικανική πεποίθηση περί της αθωότητας του. Με τα δεδομένα αυτά, ο επικαλούμενος ως άνω λόγος της κρινόμενης αίτησης επαναλήψεως διαδικασίας, είναι αβάσιμος και επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρ. 578 παρ.1 ΚΠΔ).
Σημειώνεται, τέλος, ότι οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στην κρινόμενη αίτηση δεν συνιστούν νόμιμο λόγο επανάληψης της διαδικασίας, καθώς αφορούν ισχυρισμούς που αμφισβητούν απλώς την ορθότητα των ουσιαστικών παραδοχών του δικαστηρίου που εξέδωσε την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση και επιδιώκουν τον ανεπίτρεπτο ουσιαστικό επανέλεγχο αυτής από τον Άρειο Πάγο, με βάση το αποδεικτικό υλικό που είχε ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο που την εξέδωσε.
Εξάλλου, κατόπιν των προεκτεθέντων, δεν συντρέχει περίπτωση να διαταχθεί συμπληρωματική έρευνα περί των λόγων της αίτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 529 εδ. γ' ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπό κρίση από 26-04-2024 και με αρ. πρωτ. ...-2024 αίτηση του Σ. Κ. (S. K.) του G. , κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ... , για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ` αριθ. 23/9-2-2018 αμετάκλητης απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ιωαννίνων.
Επιβάλλει σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα, εκ τετρακοσίων (400) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΕΚΔΟΘΗΚΕ, στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1974 - 2026 © Τετράβιβλος. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Όροι και Προϋποθέσεις