Α.Π. 265/2026 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΑΥΤΟΥΡΓΙΑΣ ΣΕ ΨΕΥΔΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ - (άρθρ. 139, άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, άρθρ. 46 παρ. 1α, άρθρ. 224 παρ. 1 ΠΚ, άρθρ. 93 παρ. 3 Σ.).
ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΗ ΚΥΡΟΤΗΤΑ ΕΝΟΡΚΗΣ ΒΕΒΑΙΩΣΗΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΠΑΡΑΔΡΟΜΗ ΣΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΜΑΡΤΥΡΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΣΗ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ ΑΓΩΓΩΝ ΩΣ ΚΟΙΝΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟΥ ΜΕΣΟΥ - (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, άρθρ. 224 παρ. 1 ΠΚ, άρθρ. 346, άρθρ. 422 παρ. 1, άρθρ. 424 ΚΠολΔ).
ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΜΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΠΟΛΛΑΠΛΩΝ ΠΑΡΑΒΟΛΩΝ ΕΠΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ - (άρθρ. 63, άρθρ. 83 παρ. 1, 2, άρθρ. 171 παρ. 3, άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ).
ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΕΥΜΕΝΕΣΤΕΡΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ ΣΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΗΣ ΨΕΥΔΟΥΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ - (άρθρ. 2 παρ. 1 ΠΚ, άρθρ. 224 παρ. 1 νΠΚ, άρθρ. 224 παρ. 1, 2 πΠΚ).
ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΠΡΟΣΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΛΕΓΚΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ - (άρθρ. 139, άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' ΚΠΔ).
Με την υπ' αριθ. 265/2026 απόφαση του Αρείου Πάγου (ΣΤ' Ποινικό Τμήμα) απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης κατηγορουμένου κατά καταδικαστικής απόφασης Εφετείου για ηθική αυτουργία σε ψευδή κατάθεση. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθώς θεμελιώνεται πλήρως η εκ μέρους του αναιρεσείοντος πρόκληση της απόφασης στον φυσικό αυτουργό με πειθώ και παραινέσεις, καθώς και ο άμεσος δόλος αυτού. Παράλληλα, κρίθηκε αβάσιμος ο λόγος περί απόλυτης ακυρότητας, καθόσον η παράσταση υποστήριξης της κατηγορίας ήταν νόμιμη χωρίς την ανάγκη κατάθεσης ξεχωριστών παραβόλων για κάθε συμμέτοχο, ενώ η παραδρομή στο μικρό όνομα του μάρτυρα στην κλήση δεν έθιξε την αποδεικτική εγκυρότητα της ένορκης βεβαίωσης, η οποία κατέστη κοινό αποδεικτικό μέσο λόγω συνεκδίκασης των αντίθετων αγωγών.
Ν.Μ.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο-Δ. Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνη Ψύρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Μ. του Σ. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Κουκούτση, για αναίρεση της υπ' αριθ. 180/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κέρκυρας. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Α. Ζ. του Δ. , κάτοικο ... , που δεν εμφανίστηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθ. πρωτ. ...-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2024.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η κρινόμενη από 22-11-2021 αίτηση του Ν. Μ. (ασκηθείσα με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 20-5-2024) για αναίρεση της 180/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κέρκυρας, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ', Ε' του ΚΠΔ, περί απόλυτης ακυρότητας, έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Επομένως, είναι παραδεκτή.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 1, 2 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΚΠΔ, "1. Η δήλωση για την υποστήριξη της κατηγορίας γίνεται είτε στην έγκληση είτε με άλλο έγγραφο, έως την περάτωση της ανάκρισης (άρθρο 308) προς τον αρμόδιο εισαγγελέα, είτε αυτοπροσώπως είτε από πληρεξούσιο που έχει έγγραφη πληρεξουσιότητα, ειδική ή γενική, η οποία έχει δοθεί κατά το άρθρο 42 παρ. 2 εδ. β` και γ`. Κατά την κατάθεση της δήλωσης συντάσσεται έκθεση, στην οποία προσαρτάται και το έγγραφο της πληρεξουσιότητας. Η δήλωση μπορεί να γίνει και σε αυτόν που ενεργεί την προκαταρκτική εξέταση ή την ανάκριση, ακόμα και κατά τον χρόνο που ο δικαιούμενος εξετάζεται ως μάρτυρας. 2. Στο ακροατήριο η σχετική δήλωση καταχωρίζεται στα πρακτικά".
Στη συνέχεια, η παρ. 2 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 7 παρ. 9 του ν. 4637/2019 ως ακολούθως: "Στο ακροατήριο η σχετική δήλωση που γίνεται από συνήγορο που έχει διοριστεί σύμφωνα με τον κώδικα από τον παριστάμενο για την υποστήριξη της κατηγορίας καταχωρίζεται στα πρακτικά". Κατά την αιτιολογική έκθεση του ν. 4637/2019, η ως άνω προσθήκη στην παρ. 2 του άρθρου 83 του ΚΠΔ ήταν αναγκαία, "για να καταστεί σαφές ότι ο παριστάμενος για υποστήριξη της κατηγορίας πρέπει υποχρεωτικά να διορίσει συνήγορο στο ακροατήριο. Η ρύθμιση αυτή απηχεί τις ίδιες κατά κανόνα αντιλήψεις για τη θέση του πολιτικώς ενάγοντος στο προγενέστερο καθεστώς, αφού και υπό τον προϊσχύσαντα ΚΠΔ γινόταν δεκτή η υποχρέωση διορισμού συνηγόρου του πολιτικώς ενάγοντος ακόμα και στις περιπτώσεις παράστασης για υποστήριξη της κατηγορίας.
Επίσης, η ρύθμιση αυτή είναι σύμφωνη με τον κανόνα του άρθρου 36 παρ. 1 τελ. εδ. ν. 4194/2013, που επιβάλλει την υποχρεωτική παράσταση των διαδίκων με δικηγόρο για όλες τις υποθέσεις και σε όλες τις διαδικασίες". Προκύπτει δηλαδή σαφώς ότι η βούληση του νομοθέτη, με την ως άνω ρύθμιση, δεν ήταν να καταστήσει υποχρεωτική την υποβολή, ειδικά στο ακροατήριο, της δήλωσης προς υποστήριξη της κατηγορίας από διορισμένο δικηγόρο και όχι από διάδικο, αλλά να καταστήσει αδιαμφισβήτητο ότι ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας πρέπει υποχρεωτικά να παρίσταται με δικηγόρο διορισμένο από τον ίδιο ή ορισθέντα σ` αυτόν νομίμως, εφόσον είναι δικαιούχος νομικής βοήθειας, κατά τον ν. 3226/2004.
Συνεπώς, η υποβαλλόμενη, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο, δήλωση του διαδίκου για υποστήριξη της κατηγορίας, με ταυτόχρονο διορισμό συνηγόρου, ο οποίος προδήλως υιοθετεί τη δήλωση αυτή και μπορεί περαιτέρω να τη συμπληρώσει και να την αναπτύξει, εναρμονίζεται με την ως άνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 83 ΚΠΔ και δεν προκαλεί απόλυτη ακυρότητα (ΑΠ 402/2023).
3. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 εδ. β και γ' του ΚΠΔ, (πριν την τροποποίηση του με το ν. 4620/2019), όπως το β' εδάφιο προστέθηκε με το άρθρ. 34 παρ.3 Ν. 3346/2005, αντικαταστάθηκε από 8-6-2008 με το άρθρ. 69 παρ.2 Ν. 3659/2008, ως τέλος πολιτικής αγωγής, με ποινή το απαράδεκτο αυτής, ορίζεται το ποσό των 10 ευρώ, που καταβάλλεται εφάπαξ με παράβολο υπέρ του Δημοσίου είτε κατά την προδικασία είτε κατά την κύρια διαδικασία και καλύπτει την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντα μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης. Το ύψος του ανωτέρω τέλους αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης". Ακολούθως, σύμφωνα με την παρ.3 της ΥΑ 123827/23-12-2010 [ΦΕΚ ΒΊ991/23-12-2010], η οποία άρχισε να ισχύει ένα μήνα μετά τη δημοσίευσή της, το τέλος πολιτικής αγωγής αναπροσαρμόστηκε από δέκα [10] σε πενήντα [50] ευρώ (ΑΠ 175/2019). Στη συνέχεια με την διάταξη του άρθρου 40 παρ.5 του ν. 4446/2016, που άρχισε να ισχύει ένα μήνα μετά την δημοσίευση του (ΦΕΚ τ.Α 240/22-12-2016) τροποποιήθηκε το εδ. β' του άρθρου 63 του ΚΠΔ ως εξής : "Ως τέλος πολιτικής αγωγής, με ποινή το απαράδεκτο αυτής, ορίζεται το ποσό των σαράντα (40) ευρώ, που καταβάλλεται εφάπαξ με παράβολο υπέρ του Δημοσίου είτε κατά την προδικασία είτε κατά την κύρια διαδικασία και καλύπτει την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντα μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης".
Ακολούθως με το ν. 4420/2019 και την εισαγωγή του νέου ΚΠΔ το άρθρο 63 τροποποιήθηκε ως εξής : "Οι δικαιούμενοι κατά τον αστικό κώδικα σε αποζημίωση ή αποκατάσταση από το έγκλημα ή σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ακόμη και όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο πρόσωπο, μπορούν να παραστούν στο ποινικό δικαστήριο για την υποστήριξη της κατηγορίας. Ως τέλος παράστασης, με ποινή το απαράδεκτο αυτής, ορίζεται το ποσό των σαράντα (40) ευρώ που καταβάλλεται εφάπαξ με παράβολο υπέρ του δημοσίου είτε κατά την προδικασία είτε κατά την κύρια διαδικασία και καλύπτει την παράσταση μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης. Το ύψος του ανωτέρω τέλους αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Εξαιρούνται από την υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου οι δικαιούχοι νομικής βοήθειας, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρο 1 του ν. 3226/2004."
4. Σύμφωνα με την προπαρατεθείσα ρητή διάταξη του άρθρου 63 εδ. β' του Κ.Π.Δ. , η εφάπαξ καταβολή του ποσού του άνω παραβόλου, που καθ' ύψος ισχύει κατά το χρόνο της καταβολής (είτε στην προδικασία είτε στην κύρια διαδικασία), ως τέλους πολιτικής αγωγής, καλύπτει την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης και, συνεπώς, η μεταγενέστερη (του χρόνου της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής και καταβολής του νόμιμου καθ' ύψος παραβόλου κατά το χρόνο εκείνο) αύξηση του ποσού του τέλους αυτού δεν καταλαμβάνει τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες τούτο καταβλήθηκε πριν από την αύξηση. Ήδη υπό το καθεστώς του νέου ΚΠΔ, η παράσταση για την υποστήριξη της κατηγορίας έχει πλέον ποινικό χαρακτήρα και όχι "μικτό", αφού έχει αποσυνδεθεί από την ανάγκη εισαγωγής αστικής αξίωσης στο ποινικό δικαστήριο.
Συνεπώς, η δήλωση υποστήριξης της κατηγορίας (άρθρο 82 παρ. 1 ΚΠΔ) δεν εισάγει στην ποινική δίκη αστικές αξιώσεις (έστω και συμβολικές) όχι μόνο προς επιδίκαση, αλλά ούτε καν προς αναγνώριση. (ΑΠ 538/2021, ΑΠ 1004/2019, ΑΠ 543/2015, ΑΠ 171/2015).
5. Με βάση τα προεκτεθέντα, το απαράδεκτο της πολιτικής αγωγής λόγω μη καταβολής του προαναφερθέντος παραβόλου, που προβλέπεται από το άρθρο 63 εδ. β' Κ.Π.Δ. , ως τέλους πολιτικής αγωγής, είτε κατά την προδικασία είτε το αργότερο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθιστά την παράσταση της πολιτικής αγωγής (από της κατά την 8-6-2008 καθιέρωσης του σχετικού απαραδέκτου και εφεξής) παράνομη, επερχόμενης, εντεύθεν, απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, που συνιστά τον προεκτεθέντα λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ.
6. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 3 Κ.Π.Δ. , απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α` του ίδιου κώδικα, λόγο αναίρεσης, η οποία (απόλυτη ακυρότητα) λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παράνομη παράσταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει μόνον όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του υποστηρίζοντος την κατηγορία οι όροι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση του σχετικού δικαιώματος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63, 64 και 66 ΚΠΔ, καθώς και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία, που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και τον χρόνο άσκησης της παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας, κατά το άρθρο 67 του ίδιου ως άνω κώδικα, ο οποίος φθάνει μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου. Άλλες ελλείψεις ή πλημμέλειες, που αφορούν στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του υποστηρίζοντος την κατηγορία, δεν ασκούν επιρροή στη νομιμότητα της υποστήριξης της κατηγορίας και δεν επιφέρουν απόλυτη ακυρότητα, αφού οι ελλείψεις ή οι πλημμέλειες αυτές θίγουν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου, ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη (ΑΠ 452/2023, ΑΠ 402/2023, ΑΠ 244/2023, ΑΠ 386/2022, ΑΠ 99/2022).
7. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι για το παραδεκτό της ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας δήλωσης για υποστήριξη της κατηγορίας, έπρεπε ο μηνυτής να προσκομίσει τρία παράβολα δικαστικού ενσήμου του Ελληνικού Δημοσίου, δηλαδή ένα για κάθε κατηγορούμενο ξεχωριστά και όχι ένα κοινό για όλους. Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των κατωτέρω μνημονευόμενων δικαστικών αποφάσεων και το περιεχόμενο των πρακτικών τους, που αφορούν στην κρινόμενη υπόθεση, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο μηνυτής Α. Ζ. του Δ. , κάτοικος ... , υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κέρκυρας την 14-11-2016 την από 14-11-2016 μήνυση του κατά του αναιρεσείοντος και της Ι. Μ. για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία από κοινού και κατά του Δ. Κ. ως αυτουργού της ίδιας πράξης και ταυτόχρονα δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής για το ποσό των τριάντα (30) ευρώ με επιφύλαξη για καθένα εκ των μηνυθέντων, για δε το νομότυπο της μηνύσεως του προσκόμισε αυθημερόν το υπ’ αρ. ...-2016 ΣΕΙΡΑ Θ' έντυπο παράβολο του Δημοσίου ύψους πενήντα (50) ευρώ με αιτιολογία κατάθεσης "για παράσταση πολιτικής αγωγής".
Στη συνέχεια, κατά τη δικάσιμο της 5-5-2023 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, ως πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, διεξήχθη η διαδικασία, κατά του κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος και των δύο άλλων κατηγορούμενων, για τις ανωτέρω πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα από κοινού και της αυτουργίας στην πράξη αυτή. Πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, ο προαναφερθείς μηνυτής, ο οποίος είχε ήδη δηλώσει, κατά τα ανωτέρω, στην προδικασία παράσταση πολιτικής αγωγής, εμφανίστηκε και δήλωσε ότι παρίσταται στη δίκη αυτή κατά των παραπάνω κατηγορούμενων για την υποστήριξη της κατηγορίας, ως δικαιούμενος κατά τον αστικό κώδικα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από τα αδικήματα αυτά, διόρισε δε πληρεξούσιο τον παρόντα δικηγόρο του Δ.Σ. Κέρκυρας Γεωργούδη Ιωακείμ (ΑΜ 288), του Δημητρίου και κατέβαλε, ως τέλος παράστασης, τα υπ' αρ. ... και ... παράβολα υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, ποσού πενήντα (50) ευρώ.
Στη συνέχεια, η συνήγορος υπεράσπισης του αναιρεσείοντος και της Ι. Μ. ζήτησε την αποβολή της παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας γιατί, όπως δήλωσε, απαιτείται ξεχωριστό παράβολο για τον κάθε κατηγορούμενο και όχι ένα ενιαίο για όλους. Το δικαστήριο με την υπ' αρ. 774/5-5-2023 απόφαση του απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό και εν συνεχεία αφού εκδίκασε στην ουσία την υπόθεση κήρυξε τους ανωτέρω κατηγορούμενους ενόχους και τους επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία. Μετά την έκδοση της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης 774/2023 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κερκύρας, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό μετά από έφεση των κατηγορούμενων και πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κέρκυρας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση 180/1-4-2024, ο ανωτέρω μηνυτής, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών αυτής (απόφασης), επανέλαβε τη δήλωση παράστασής του, όπως και πρωτοδίκως, κατά των ανωτέρω κατηγορούμενων για την υποστήριξη της κατηγορίας, χωρίς να προσκομίσει παράβολο πολιτικής αγωγής.
Κατά της ανωτέρω δηλώσεως του μηνυτή ο αναιρεσείων ζήτησε και πάλι την αποβολή της παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας και το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του με το σκεπτικό ότι ο μηνυτής, κατά την υποβολή της ανωτέρω μήνυσης του, δήλωσε και παράσταση υποστήριξης της κατηγορίας για την πράξη της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε ψευδορκία μάρτυρα (που αφορά στον αναιρεσείοντα και την Ι. Μ.) και κατέβαλε το προσήκον κατά την διάταξη του άρθρου 63 εδ. β ΚΠΔ τέλος παράστασης πολιτικής αγωγής υπέρ του Δημοσίου και ως εκ τούτου δεν είναι απαράδεκτή, καθώς δεν απαιτείτο κατάθεση ξεχωριστού παράβολου από τον πολιτικώς ενάγοντα για έκαστο των κατηγορουμένων και ότι η ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προσκόμιση από τον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας δυο επιπλέον παραβολών δεν ασκεί έννομη επιρροή, ούτε θεραπεύει απαράδεκτο, εφόσον δεν συντρέχει σχετική συνθήκη. Ακολούθως, το Δικαστήριο αφού εκδίκασε στην ουσία την υπόθεση κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο, αναγνωρίζοντας του την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α του ΠΚ και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία.
8. Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης τις αξιόποινες πράξεις τέλεσαν οι κατηγορούμενοι ως συμμέτοχοι, συγκεκριμένα δε ο αναιρεσείων ως ηθικός αυτουργός και ο κατηγορούμενος Δ. Κ. ως αυτουργός της ψευδορκίας μάρτυρα (η τρίτη κατηγορούμενη Ι. Μ. κηρύχθηκε αθώα του αδικήματος της ηθικής αυτουργίας στην ανωτέρω πράξη, τελεσθείσας από κοινού με τον πρώτο) και όχι αυτοτελώς. Ως εκ τούτου δεν υπήρχε εκ μέρους του μηνυτή υποχρέωση προσκόμισης τριών παράβολων κατά την υποβολή της μήνυσης. Σε κάθε περίπτωση, ο μηνυτής εκ περισσού προσκόμισε κατά την έναρξη της διαδικασίας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δύο ακόμα παράβολα για την δήλωση υποστήριξης της κατηγορίας και διόρισε συνήγορο.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, εφόσον η πολιτική αγωγή είχε δηλωθεί νομίμως στην προδικασία, η δήλωση παράστασης για υποστήριξη της κατηγορίας στο ακροατήριο δεν αποτελούσε άσκηση αυτής εκ νέου, ώστε να απαιτείται νέα καταβολή παραβόλου, (όπως κατά τα ανωτέρω έπραξε ο μηνυτής), αλλά έγινε για να παρασχεθεί σε αυτόν το δικαίωμα παράστασης, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης με την εν λόγω ιδιότητα, που ήδη είχε αποκτήσει, προς υποστήριξη της κατηγορίας σε βάρος των κατηγορούμενων (ΑΠ 1085/2018, ΑΠ 691/2014). Επομένως, εφόσον νομίμως παρέστη ο μηνυτής για την υποστήριξη της κατηγορίας δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν. 3904/2010.
Κατά συνέπεια, ο υποστηρίζων τα αντίθετα προεκτεθείς πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, εξαιτίας παράνομης παράστασης του υποστηρίζοντος την κατηγορία λόγω μη κατάθεσης παραβόλου πολιτικής αγωγής, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος.
9. Μετά την ισχύ του νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019) από 1-7-2019, ορίζεται στο άρθρο 224 παρ. 1 αυτού (όπου γίνεται συγχώνευση των άρθρων 224 και 225 του προϊσχύσαντος ΠΚ), με τίτλο "ψευδής κατάθεση", ότι "όποιος ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία, σχετικά με την υπόθεση αυτή, ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή". Η διάταξη αυτή (ψευδής κατάθεση) του νέου ΠΚ, στην οποία έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 (ψευδορκία) και 225 (ψευδής ανώμοτη κατάθεση) είναι ευμενέστερη, ως προς την ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου, έναντι της αντίστοιχης διάταξης (224 παρ. 2-1) του ισχύσαντος μέχρι των 30-6-2019 ΠΚ, αφού για την πράξη αυτή της ψευδούς κατάθεσης προβλέπεται ποινή φυλάκισης με μικρότερο όριο, ελάχιστο και ανώτατο, και συγκεκριμένα φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τριών ετών, ενώ με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2-1 του ΠΚ προβλεπόταν φυλάκιση με ελάχιστο όριο ένα έτος και ανώτερο τα πέντε έτη.
Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 του νέου ΠΚ, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρα, απαιτείται: α) κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας για την εξέτασή του αρχής, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνιστάται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι είχε γνώση των αληθινών, αλλά σκόπιμα τα απέκρυψε ή αρνήθηκε να καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του εγκλήματος αυτού πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται όταν είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα αλλά και προς εκείνο που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από τις διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε (ΑΠ 1080/2023, ΑΠ 1240/2022, ΑΠ 384/2022, ΑΠ 44/2021, ΑΠ 80/2021, ΑΠ 775/2020).
10. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταθέσεως, απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέσει, ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση, του, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδή κατάθεση πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται σ' αυτήν τα αληθινά γεγονότα, τα οποία γνώριζε ο μάρτυρας που εξετάσθηκε και αντί αυτών εν γνώσει του κατέθεσε τα ψευδή, δηλαδή να αναφέρονται ποια ήταν τα αληθινά γεγονότα, κατ' αντιπαράθεση προς εκείνα που το δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν ψευδή και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη αυτή. Προϋπόθεση για την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος αποτελεί και το ότι τα κατατεθέντα περιστατικά θα πρέπει να αναφέρονται σε γεγονότα, ήτοι συμβάντα ή καταστάσεις, συγκεκριμένα και ειδικώς προσδιορισμένα κατά χρόνο και τόπο, αναγόμενα στο παρελθόν ή το παρόν, τα οποία έχουν σχέση με την υπόθεση και αναφέρονται, προκειμένου μεν για αστική διαφορά στα αποδεικτέα θέματα, προκειμένου δε για ποινική δίκη στα στοιχεία του εγκλήματος, που αποτελεί το αντικείμενο αυτής, ή σε άλλα περιστατικά συνδεόμενα αναποσπάστως με τα γεγονότα αυτά, στερείται σημασίας, όμως, το αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη για την έκβαση της δίκης και ανεξάρτητα αν επηρέασαν το αποτέλεσμα στην συγκεκριμένη υπόθεση.
Το ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του παραπάνω εγκλήματος απαιτείται η συνδρομή της προϋποθέσεως αυτής (της καταθέσεως, δηλαδή, γεγονότος σχέση έχοντος προς τη δικαζόμενη υπόθεση και δυναμένου να χρησιμεύσει προς απόδειξη στα πλαίσια αυτής), συνάγεται και από το ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 224 Π.Κ. κατατάσσεται στο ενδέκατο κεφάλαιο του εν λόγω Κώδικα, που αναφέρεται στα εγκλήματα σχετικά με την απονομή της δικαιοσύνης, η οποία, αναγκασμένη να προσφεύγει, μεταξύ άλλων, και στο εμμάρτυρο αποδεικτικό μέσο, κινδυνεύει, όταν αυτό δεν ανταποκρίνεται προς την πραγματική αλήθεια, να παραπλανηθεί, με συνέπεια τον κλονισμό της εμπιστοσύνης των πολιτών στην ορθή απονομή της, ενώ, όταν τα κατατεθέντα γεγονότα είναι εντελώς άσχετα με τη δικαζόμενη υπόθεση, για την οποία δόθηκε η περιέχουσα εκείνα ένορκη κατάθεση και αλυσιτελή προς απόδειξη στα πλαίσια της υποθέσεως αυτής, δεν θεμελιώνεται αντικειμενικά το εν λόγω έγκλημα (ΑΠ 948/2022, ΑΠ 1363/2015).
Από την ίδια ως άνω διάταξη προκύπτει, επίσης, ότι η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίνεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, θεωρείται δε ως αρμόδια αρχή εκείνη, ενώπιον της οποίας είναι δυνατό, κατά διάταξη νόμου, να γίνει ένορκη κατάθεση κάποιου, η οποία να μπορεί στη συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια προς διάγνωση κάποιας διαφοράς. Οι Ειρηνοδίκες είναι αρμόδιοι για τη λήψη ένορκων βεβαιώσεων μαρτύρων, κατά το άρθρο 1 ν. 1540/1944, εφόσον αυτές πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως σε δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά το άρθρο 270 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. , οπότε, αν τα βεβαιούμενα σε αυτές είναι ψευδή, πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος.
Πρέπει, όμως, για να μπορούν να ληφθούν υπόψη ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, να έχει προηγηθεί, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 270 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. , που ίσχυε μέχρι 31-12-2015, ήτοι μέχρι την κατάργηση του με το άρθρο 1 του Ν. 4335/2015 (από 1-1-2016 ισχύει η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 421 και 422 ΚΠολΔ) νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που είχε την επιμέλεια της καταθέσεως, η έλλειψη της οποίας καλύπτεται με την παράσταση του αντιδίκου κατά την κατάρτιση αυτής, διότι διαφορετικά δεν αποτελούν νόμιμο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα για όσα περιστατικά περιέχονται σ' αυτές, εκτός εάν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν σε διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, όπου δεν απαιτείται κλήτευση του αντιδίκου του επιμελουμένου τη σύνταξη της ένορκης βεβαιώσεως, διότι στη διαδικασία αυτή ισχύουν ιδιαίτεροι κανόνες ως προς την απόδειξη, τη συγκέντρωση των αποδεικτικών μέσων και την εν γένει διαδικασία συζητήσεως της αιτήσεως (ΑΠ 1080/2023, ΑΠ 948/2022, ΑΠ 109/2019, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 300/2017, ΑΠ 1363/2015, ΑΠ 1180/2013).
Επομένως, για την πληρότητα της αιτιολογίας απόφασης, με την οποία καταδικάσθηκε κάποιος για ψευδή κατάθεση, αν πρόκειται για ένορκη βεβαίωση του δράστη ενώπιον Ειρηνοδίκη, πρέπει να αναφέρεται σ' αυτήν (απόφαση), εκτός άλλων, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας ότι η ένορκη βεβαίωση έχει ληφθεί ύστερα από εμπρόθεσμη και νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου, με επιμέλεια του οποίου έχει ληφθεί, διαφορετικά, η απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΑΠ 948/2022, ΑΠ 18/2018, 1162/2011, 1995/2008). Επίσης, εκ του ότι για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης απαιτείται το κατατεθέν γεγονός να έχει σχέση με τη δικαζόμενη υπόθεση, και να μπορεί να χρησιμεύσει προς απόδειξη στα πλαίσια αυτής, συνάγεται ότι για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής για ψευδή κατάθεση, απόφασης πρέπει να διευκρινίζεται η σχέση των κατατεθέντων ψευδών γεγονότων με το αποδεικτέο θέμα επί αστικής δίκης και τα στοιχεία του εγκλήματος επί ποινικής δίκης (ΑΠ 948/2022, ΑΠ 762/2019, 1363/2015, 1727/2003).
11. Με το άρθρο 46 παρ. 1α' του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ, που είναι ταυτόσημο κατά περιεχόμενο με το αντίστοιχο άρθρο του νέου ΠΚ που έχει εφαρμογή από 1-7-2019 (Ν. 4619/2019, ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019), ορίζεται για τον ηθικό αυτουργό, ότι με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν: α) Πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη και η πρόκληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησης, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξάρτησης ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό κλπ και β) διάπραξη από τον άλλο (αυτουργό) της πράξης αυτής. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, που συνίσταται στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως, στην οποία παρακινεί τον φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, ενώ αρκεί και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την αντικειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού (ΑΠ 809/2020, ΑΠ 797/2020).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46, 47 και 48 ΠΚ και ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 48 του εν λόγω Κώδικα, με την οποία καθιερώνεται το ανεξάρτητο του αξιοποίνου του ηθικού αυτουργού και των λοιπών συνεργών από το αξιόποινο του τελέσαντος την πράξη, προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, δηλαδή πράξης, για την οποία δεν συντρέχει κάποιος λόγος, που να αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα αυτής, χωρίς να εξετάζεται, αν ο αυτουργός είναι ικανός προς καταλογισμό, αν πράττει από δόλο ή αν συντρέχει ως προς αυτόν λόγος που να αποκλείει τον καταλογισμό. Από αυτά παρέπεται ότι το αξιόποινο ως προς τον ηθικό αυτουργό, είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού, αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ, αν δεν έχει τελεστεί αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της ηθικής αυτουργίας (ΑΠ 1080/2023, ΑΠ 543/2022, ΑΠ 44/2021, ΑΠ 568/2020, ΑΠ 332/2020, ΑΠ 230/2020).
12. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογήν.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 501/2020). Δεν είναι απαραίτητη όμως, η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή από ποιά αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχάς, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνον δε, όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα, είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), όπως στην προκειμένη περίπτωση για το έγκλημα της ψευδούς κατάθεσης, είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, (ΑΠ 1071/2022, ΑΠ 1114/2022).
Επίσης, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτιση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 457/2022, ΑΠ 151/2021).
Ειδικότερα δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως επί του αποδοθέντος στον κατηγορούμενο εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας στην τέλεση της ψευδορκίας, (ψευδούς κατάθεσης) δεν είναι αρκετό να αναφέρεται στην απόφαση μόνον ότι ο ηθικός αυτουργός με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς επίσης και ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ίδιος (ηθικός αυτουργός) πέτυχε τον σκοπό του, όπως και ο βαθμός επίδρασης στον αυτουργό, αλλά πρέπει ακόμη να περιγράφεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο η αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας, (ψευδούς κατάθεσης), την οποία με τις προτροπές κ.λ.π. του ηθικού αυτουργού, διέπραξε ο αυτουργός, αφού προϋπόθεση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας είναι η τέλεση από τον αυτουργό του εγκλήματος της ψευδορκίας (ψευδούς κατάθεσης) στη διάπραξη του οποίου παρακινήθηκε και όλως ειδικότερα πρέπει να περιέχεται σ' αυτή η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας, ότι η ένορκη βεβαίωση έχει ληφθεί ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου, με επιμέλεια του οποίου έχει ληφθεί η ένορκη βεβαίωση αυτή, να αναφέρονται τα αληθή περιστατικά που γνώριζε ο εξετασθείς και αντ' αυτών κατέθεσε τα ψευδή και τα πραγματικά περιστατικά με βάση, τα οποία το δικαστήριο εδέχθη ότι αυτός είχε γνώση ότι αυτά ήσαν ψευδή και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη εις τρόπον, ώστε να συνάγεται σαφώς ότι το περιεχόμενο της καταθέσεώς του ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενεργείας του (ΑΠ 793/2019, ΑΠ 300/2017).
13. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 1080/2023, ΑΠ 930/2022).
14. Με τον δεύτερο και τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, με τις ειδικότερες αιτιάσεις, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 224 παρ.1 και 2 του νΠΚ γιατί : α) η ληφθείσα με αρ. ...-2016 ένορκη βεβαίωση του Δ. Κ. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Κερκύρας δεν πληροί τις προϋποθέσεις νόμιμου αποδεικτικού μέσου, επειδή είναι "ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο", όπως κατά λέξη αναφέρει ο αναιρεσείων, καθόσον ελήφθη κατόπιν της κλήτευσης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας ALLIANZ, στην οποία αναφέρεται εσφαλμένα το μικρό όνομα του μάρτυρα και β) η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση δεν χρησιμοποιήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για αντίκρουση της με αρ. κατ. δικ. .../2016 αγωγής του μηνυτή κατά του αναιρεσείοντος και της ασφαλιστικής εταιρείας Aigaion AE, διότι δόθηκε και χρησιμοποιήθηκε μόνον για την υποστήριξη της με αρ. κατ. δικ. .../2016 αγωγής του (αναιρεσείοντος) και της Ι. Μ. κατά της ασφαλιστικής εταιρείας ALLIANZ και όχι κατά του μηνυτή στον οποίον ουδέποτε επιδόθηκε και οι ενάγοντες παραιτήθηκαν ως προς αυτόν με σχετική δήλωση κατά τη συζήτηση της αγωγής.
15. Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των κατωτέρω μνημονευόμενων δικαστικών αποφάσεων και το περιεχόμενο των πρακτικών τους, που αφορούν στην κρινόμενη υπόθεση, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 27-10-2016 εξώδικη γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων και κλήση ο αναιρεσείων και η Ι. Μ. με την ιδιότητα τους ως ενάγοντες στη με αρ. κατ. δικ. .../2016 αγωγή τους, γνωστοποίησαν στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ALLIANZ ότι θα προβούν ενώπιον της Ειρηνοδίκου Κέρκυρας στην εξέταση του μάρτυρα "Ν. Κ. του Ν. και της Γ. , κάτοικος ... , γεννηθείς στις ...-1965, με ΑΔΤ ...-2010/ΑΤ … (ΑΦΜ : ... , ΔΟΥ Α' Κέρκυρας) ιδιωτικός υπάλληλος".
Περαιτέρω, προκύπτει ότι το μικρό όνομα του ανωτέρω μάρτυρα δεν ήταν "Ν.", όπως εσφαλμένα ανεγράφη στην ανωτέρω κλήση, αλλά "Δ.". Η εσφαλμένη, όμως, εκ προφανούς παραδρομής αναφορά του μικρού ονόματος, ως στοιχείου της ταυτότητας του συγκεκριμένου προσώπου, στην επιδοθείσα κλήση δεν προκαλεί αμφιβολία για το πρόσωπο που εξετάσθηκε ως μάρτυρας, ενόψει του ότι όλα τα υπόλοιπα στοιχεία της ταυτότητας του, απαραίτητα για την ταυτοποίηση του, ήτοι επώνυμο, επάγγελμα, πατρώνυμο, μητρώνυμο, ΑΦΜ, αριθμός δελτίου αστυνομικής ταυτότητας, περιελήφθησαν στην κλήση, δεν αμφισβητήθηκαν, επιπλέον δε περιελήφθησαν στο σώμα της ως ανωτέρω ένορκης βεβαίωσης. Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση, η εσφαλμένη αναφορά του μικρού ονόματος του μάρτυρα δεν επιδρά στο κύρος της ένορκης βεβαίωσης.
Περαιτέρω, προκύπτει ότι κλήση για τη λήψη της συγκεκριμένης ένορκης βεβαίωσης δεν επιδόθηκε στο μηνυτή αν και ήταν εναγόμενος στην ανωτέρω με αρ. κατ. δικ. .../2016 αγωγή, ενώ κατά τη συζήτηση της οι ενάγοντες, αναιρεσείων και Ι. Μ. , παραιτήθηκαν της αγωγής τους, ως προς αυτόν, με δήλωση τους, που περιλήφθηκε στα πρακτικά της συζήτησης. Επίσης, προκύπτει ότι η αγωγή αυτή συνεκδικάσθηκε με την με αρ. κατ. δικ. .../2016 αγωγή του μηνυτή κατά του αναιρεσείοντος και της ασφαλιστικής εταιρείας Aigaion AE , και σύμφωνα με το άρθρο 346 του ΚΠολΔ οι αποδείξεις ανεξάρτητα από ποιος διάδικος τις προσκομίζει καθίστανται κοινό αποδεικτικό μέσο, εκτιμώνται από το δικαστήριο και θεωρούνται επαρκείς προς απόδειξη του προβληθέντος ισχυρισμού ή περί του αντιθέτου (ΑΠ 1888/2024, 1860/2024). Ως εκ τούτου η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση κατέστη κοινό αποδεικτικό μέσο, λόγω της συνεκδίκασης των ανωτέρω αγωγών από το Δικαστήριο και ελήφθη υπόψη από αυτό στην έκδοση της απόφασης του. Κατόπιν αυτών οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι.
16. Περαιτέρω, το προαναφερθέν Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Κέρκυρας, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά το ενδιαφέρον την κρινόμενη υπόθεση μέρος, τα εξής:
"Στην προκειμένη περίπτωση από την ανωμοτί κατάθεση του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας , τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας στο ακροατήριο , περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικό της δημόσια συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά (μεταξύ των οποίων η από 2-5-2022 Τεχνική Έκθεση Τροχαίου Ατυχήματος με ημερομηνία 26-10-2014, που συνέταξαν μηχανικοί της ΕΕ με την επωνυμία ''autoexperience" και η από 7-11-2016 έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης του Ι. Τ. και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Στις 26-10-2014 συνέβη τροχαίο ατύχημα κατά το οποίο συγκρούστηκαν τα ΙΧΕ με αριθμούς κυκλοφορίας ... (μάρκας VOLKSWAGEN) και ... (μάρκας NISSAN) που οδηγούσαν τον μεν πρώτο, ο Α. Ζ. (παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας) το δε δεύτερο, ο Ν. Μ. (β' κατηγορούμενος), τα οποία έβαιναν επί της Ε.Ο. Κέρκυρας - Σιδαρίου με αντίθετες κατευθύνσεις. Υλικές ζημίες, προκλήθηκαν επίσης στο υπ' αριθ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ (μάρκας MAZDA) που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος κινείτο ομόρροπα προς τον Α. Ζ. , ακολουθώντας αυτόν από απόσταση 20 - 25 μέτρων. Η Ε.Ο. Κέρκυρας - Σιδαρίου, στην οποία συνέβη το ατύχημα, είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ενώ στο ύψος του 18ου χιλιομέτρου της οδού, το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος (αμφοτέρων των λωρίδων κυκλοφορίας) είναι 6,70 μέτρων. Η οδός διαχωρίζεται με μονή συνεχόμενη διαγράμμιση στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Κέρκυρα και με μονή διακεκομμένη διαγράμμιση στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Σιδάρι, είναι ασφαλτοστρωμένη, κατά το προαναφερόμενο χρονικό σημείο επικρατούσε εκεί καλοκαιρία και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή. Πλησίον του σημείου του ατυχήματος, επί της άνω οδού υπάρχει ένα εικονοστάσι, το οποίο βρίσκεται στα δεξιά για τους κινούμενους στο ρεύμα της οδού με κατεύθυνση προς Σιδάρι (ήτοι για το οδηγούμενο από το Ν. Μ. ΙΧΕ) και αντίστοιχα στα αριστερό για τα κινούμενα με αντίθετη κατεύθυνση οχήματα, ήτοι για αυτά που έχουν κατεύθυνση προς Κέρκυρα (όπως το όχημα του Α. Ζ.).
Το σημείο που συνέβη το ατύχημα (18 χλμ. της οδού ...), βρίσκεται λίγο μετά το εικονοστάσι για το κινούμενο όχημα με κατεύθυνση προς Σιδάρι (όχημα Μ.) και λίγα μέτρα πριν το εικονοστάσι αναφορικά με το όχημα του Ζ. Στο σημείο αυτό, τα άνω οχήματα που κινούνταν αντίθετα, συγκρούστηκαν. Ο Α. Ζ. , έχοντας κατεύθυνση προς Κέρκυρα, πριν να εισέλθει στο ευθύ τμήμα της οδού και να καταλήξει στο σημείο που ορίζεται ως 18° χλμ αυτής (οδού), στο οποίο συνέβη το ατύχημα, προέρχεται από αριστερή στροφή την οποία ακολουθεί το παραπάνω ευθύ τμήμα οδού περίπου 100 μέτρων και κατά την πορεία του, μετά το πέρας της ευθείας, υπάρχει αμέσως μετά δεξιά στροφή (το ρεύμα πορείας του εμφανίζει δεξιά καμπύλη), ενώ ο αντίθετα κινούμενος οδηγός, Ν. Μ. , κατά την κίνησή του προς το σημείο που συνέβη η σύγκρουση, προέρχεται οπό αριστερή ομαλή στροφή και στη συνέχεια εισέρχεται στο τμήμα της οδού που είναι ευθεία, η δε ορατότητα του για μερικά μέτρα περιορίζεται από τον ήλιο, ο οποίος την ώρα του ατυχήματος είναι στο ύψος των ματιών του οδηγού (βλ. σχετικό την αναγνωσθείσα έκθεση αυτοψίας).
Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι ο Ν. Μ. , παρά την άνω ιδιαιτερότητα της οδού (ιδίως αναφορικά με την περιορισμένη ορατότητα του σε σημείο της οδού που κινείτο), συνθήκη η οποία υπήρχε κατά το χρόνο του ατυχήματος, λαμβάνοντας υπόψη την ώρα που συνέβη (16.55') αλλά και τις καλές καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν, δεν ρύθμισε ανάλογα την ταχύτητα του οχήματός του και όταν τα δύο οχήματα, αντιθέτως κινούμενα, προσέγγισαν το άνω τοπικό σημείο (ήτοι το 18ο χιλιόμετρο της άνω Ε.Ο.), ο οδηγός Ν. Μ. (β' κατηγορούμενος), που δεν ρύθμισε ανάλογα την ταχύτητά του (έχοντας αναπτύξει ταχύτητα 80 χλμ/ώρα) ώστε να έχει συνεχώς την εποπτεία του σχήματός του και δεν οδηγούσε στο δεξί άκρο του δρόμου, παρεξέκλινε της πορείας του, υπερέβη το τμήμα του οδοστρώματος που προορίζετο για την κίνησή του και εισήλθε κατά ένα μέρος στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου συγκρούσθηκε με το εκεί κανονικά κινούμενο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο παριστάμενος για την υποστήριξη της κατηγορίας, Α. Ζ. , του οποίου "έκλεισε" το δρόμο.
Ειδικότερα, το όχημα του Ν. Μ. , συγκρούστηκε με το εμπρόσθιο πλάγιο αριστερό μέρος του, με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του οχήματος του Λ. Ζ. , το οποίο λόγω της σύγκρουσης μετατοπίστηκε και έλαβε σχεδόν κάθετη θέση στο οδόστρωμα, καταλαμβάνοντας αναγκαία τμήμα αμφοτέρων των λωρίδων κίνησης της οδού. Το όχημα του παριστάμενου για την υποστήριξη της κατηγορίας, αμέσως μετά το παραπάνω, συγκρούστηκε και με το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος, Δ. Κ. , ο οποίος ακολουθούσε τον προαναφερθέντα Α. Ζ. σε απόσταση 20-25 μέτρων, κινούμενος ομόρροπα με αυτόν.
Συνεπεία της δεύτερης αυτής σύγκρουσης των οχημάτων, το ΙΧΕ του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας μετακινήθηκε περαιτέρω, καταλαμβάνοντας τελικά (το εμπρόσθιο τμήμα αυτού) κατά ένα μέρος το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπως τούτο αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα που συνέταξαν οι αρμόδιοι αστυνομικοί που επιλήφθηκαν του συμβάντος. Από την αναγνωσθείσα από 26-10-2014 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, προκύπτει ότι εμπλακέντα οχήματα στο ατύχημα είναι όλα το ανωτέρω αναφερθέντα ΙΧΕ , των οποίων οδηγοί ήταν ο δεύτερος των κατηγορουμένων, Ν. Μ. , ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας, Α. Ζ. και τέλος ο πρώτος κατηγορούμενος, Δ. Κ. , ενώ ως αυτόπτης μάρτυρας στην ίδια έκθεση αναγράφεται η Ι. Μ. , τρίτη κατηγορουμένη (σύζυγος του δεύτερου κατηγορουμένου), που επέβαινε ως συνοδηγός στο όχημα του Ν. Μ. κατά το χρόνο της σύγκρουσης, Στην πρόκληση του ατυχήματος δεν συντέλεσε πταίσμα του Α. Ζ. , δεδομένου ότι ο τελευταίος κινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του και με την προσήκουσα ταχύτητα (στο αυτοκίνητο επέβαινε η ανήλικη κόρη του), το γεγονός δε ότι δεν κατέστη δυνατόν να ενεργήσει επιτυχή, αποφευκτικό της σύγκρουσης ελιγμό, δεν οφείλεται σε ιδία αυτού αμελή συμπεριφορά, αλλά στην μη αναμενόμενη κίνηση του υπαιτίου οδηγού - β' κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με τις επικρατούσες στον τόπο και χρόνο του ατυχήματος συνθήκες.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι αμέσως μετά το συμβάν και δη στις 19.50' της ίδιας ημέρας (ήτοι λιγότερο από τρεις ώρες μετά το συμβάν), στο Α.Τ. … , ο πρώτος κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως αναφορικά με τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος. Την κατάθεσή του αυτή έδωσε στα πλαίσια σχηματισμού σχετικής δικογραφίας αναφορικά με το άνω τροχαίο, κατά το οποίο υπήρξαν πλην των υλικών ζημιών και σωματικές βλάβες. Στην ανωτέρω κατάθεσή του ανέφερε επί λέξει: "Σήμερα και περί ώρα 16:55 οδηγούσα το υπ' οριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας μου με κατεύθυνση από Καβαλούρι προς Κέρκυρα. Βρισκόμουν στο χωριό Σκριπερό, μετά το χωριό και το φανάρι και κινούμουν με χαμηλή ταχύτητα καθώς είχα στο αυτοκίνητο και τα δυο παιδιά μου. Μπροστά μου υπήρχε το υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, με κατεύθυνση προς Κέρκυρα, ο οδηγός του οδηγούσε κι αυτός με κανονική ταχύτητα, ήταν μπροστά μου περίπου 20 με 25 μέτρα. Ξαφνικό είδα το προπορευόμενο αυτοκίνητο να γυρίζει με το μπροστινό τμήμα κάθετα στο δρόμο είχε προηγηθεί σύγκρουση με αντιθέτως κινούμενο ΙΧΕ αυτοκίνητο.
Από όσο είμαι σε θέση να θυμηθώ το προπορευόμενο από μένα όχημα κινούταν κανονικά στο δρόμο. Εγώ βλέποντας το μπροστινό αυτοκίνητο να γυρίζει κάθετα στο δρόμο πάτησα φρένο και ελάττωσα την ταχύτητά μου όσο μπορούσα, σχεδόν είχα σταματήσει όταν το μπροστινό αυτοκίνητο με το πλαϊνό τμήμα, το αριστερό, ήρθε πάνω μου. Από το ατύχημα δεν τραυματίστηκα ούτε εγώ ούτε τα παιδιά μου. Άλλο τίποτε δεν έχω να προσθέσω". Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι για το τροχαίο ατύχημα που συνέβη ασκήθηκαν αγωγές και εισήχθησαν προς κρίση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι αστικές αξιώσεις των εμπλακέντων των δυο συγκρουσθέντων οχημάτων (Μ. - Ζ.), ενώ δεν αποδείχθηκε ότι ο Δ. Κ. άσκησε αγωγή σε βάρος οποιοσδήποτε των άνω οδηγών. Πριν την άσκηση των αγωγών και οι δυο πλευρές (Ζ. - Μ.), είχαν επαφή με τον Κ. (ο δεύτερος κατηγορούμενος με τον τρόπο που περιγράφεται κατωτέρω), καθώς αυτός είχε ήδη εξεταστεί ως μάρτυρας αμέσως μετά το ατύχημα.
Πιο ειδικό, τον πρώτο κατηγορούμενο αρχικά προσέγγισε ο Α. Ζ. (δια του συνεργάτη του και δικηγόρου του X. Μάνθου), προκειμένου ο άνω εξετασθείς μάρτυρας κατά την σχηματισθείσα ποινική δικογραφία, επιβεβαιώσει όσα ήδη είχε καταθέσει στις 26-10-2014 αναφορικά με τις συνθήκες του τροχαίου που είχε λάβει χώρα. Κατά την τηλεφωνική επικοινωνία που υπήρξε μεταξύ του X. Μάνθου και του πρώτου κατηγορουμένου, ο τελευταίος ανέφερε στο X. Μάνθο ότι και το όχημα του ίδιου είχε υποστεί υλικές ζημιές ύψους 2.500 ευρώ και επιπλέον παραπονέθηκε ότι ο Α. Ζ. δεν επέδειξε ενδιαφέρον για την κάλυψη της ζημίας του.
Στους ισχυρισμούς του Δ. Κ. προς το X. Μάνθο, ότι ο Α. Ζ. δεν ασχολήθηκε με τις ζημίες που υπέστη το όχημα αυτού (Κ.), ο συνεργάτης του υποστηρίζοντος την κατηγορία απάντησε ότι ο Α. Ζ. έκρινε ότι ουδεμία ευθύνη έφερε για την πρόκληση του ατυχήματος και συνακόλουθα και για την πρόκληση των υλικών ζημιών στα εμπλακέντα οχήματα. Μετά την άνω απάντηση, ο πρώτος κατηγορούμενος περάτωσε την τηλεφωνική συνομιλία, αναφέροντας ότι εμμένει στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία. Αποδείχθηκε, ακόμη ότι ο Ν. Μ. και η Ι. Μ. , άσκησαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, την υπ' αριθ. εκθ. κατοθ. .../2016 αγωγή τους, την οποία έστρεφαν κατά του Α. Ζ. και της ασφαλιστικής εταιρίας ALLIANZ. Μολονότι στο δικόγραφο της αγωγής, ως πρώτος εναγόμενος φέρεται ο Α. Ζ. , η άνω αγωγή ουδέποτε του επιδόθηκε. Μάλιστα κατά την εκδίκαση αυτής, στο παραπάνω Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο) οι ενάγοντες αυτής, παραιτήθηκαν ρητά από τον προαναφερθέντα, όπως τούτο προκύπτει από τα τηρηθέντα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του άνω Δικαστηρίου, της δικασίμου της 14-11-2016, που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο. Αγωγή, όμως σε βάρος του Ν. Μ. και της ασφαλιστικής του εταιρίας άσκησε και ο Α. Ζ.
Πιο ειδικά, ο τελευταίος κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, την υπ' αριθ. εκθ. καταθ. .../2016 αγωγή του, την οποία έστρεφε σε βάρος του οδηγού του οχήματος, δεύτερου των κατηγορουμένων και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "AIGAION ΑΕ". Οι παραπάνω αγωγές συνεκδικάστηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και κατά την εκφώνηση και εκδίκασή τους τηρήθηκε το κοινό πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης που προσκόμισαν οι β' και γ' των κατηγορουμένων και αναγνώστηκε στο ακροατήριο, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω. Στην παραπάνω δίκη, όπου συνεκδικάστηκαν οι προαναφερθείσες αντίθετες αγωγές, προσκομίστηκε ένορκη βεβαίωση του πρώτου των κατηγορουμένων, Δ. Κ. , που αφορούσε τις συνθήκες του ατυχήματος και ως εκ τούτου ήταν απόλυτα σχετιζόμενη με το αποδεικτέο θέμα αμφοτέρων των αντίθετων αγωγών, ήτοι την υπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος.
Συγκεκριμένα, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Κέρκυρας Ειρήνης Βάνα, κατόπιν αίτησης των Ν. Μ. και Ι. Μ. , λήφθηκε η υπ' αριθ. ...-2016 ένορκη βεβαίωση του πρώτου των κατηγορουμένων, στην οποία ο προαναφερθείς, περιγράφοντας τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος της 26-10-2014 ανέφερε (κατά πιστή αντιγραφή) τα ακόλουθα: "Αναφορικά με την από 26/10/2014 προανακριτική ένορκη κατάθεση μου διευκρινίζω και συμπληρώνω τα ακόλουθα : Στις 26/10/2014 οδηγούσα το αυτοκίνητο μου μάρκας MAZDA στην επαρχιακή οδό ... με κατεύθυνση προς Κέρκυρα. Μπροστά μου εκινείτο ένα μεγάλο μαύρο τζιπ μάρκας VOLKSWAGEN το οποίο μου φαινόταν ότι πήγαινε κανονικά στην πορεία του με φυσιολογική ταχύτητα. Σε κάποια στιγμή μολονότι υπάρχει ελαφριά αριστερή στροφή το τζιπ συνέχισε να πηγαίνει με κατεύθυνση προς τα χωράφια και ξαφνικό έκοψε απότομα αριστερό προφανώς επειδή αντιλήφθηκε τελευταία τελευταίο στιγμή την στροφή με αποτέλεσμα να μπει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρουστεί με με ένα ασήμι NISSAN το οποίο πήγαινε κανονικό στην πορεία του. Εγώ βλέποντας την σύγκρουση τροχοπέδησα το αυτοκίνητο μου και σχεδόν είχα ακινητοποιηθεί όταν το τζιπ με πλαϊνό αριστερό τμήμα επέπεσε στο εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου μου".
Της παραπάνω ένορκης βεβαίωσης, όπως προαναφέρθηκε, προηγήθηκε σχετική κλήση (κλήτευση) προς την αντίδικο των δεύτερου και τρίτης των κατηγορουμένων, ασφαλιστικής εταιρίας ALLIANZ. Συγκεκριμένα, οι άνω β' και γ' κατηγορούμενοι και τότε ενάγοντες της υπ' αριθ. εκθ. καταθ. .../2016 αγωγής, με την από 27-10-2016 εξώδικη γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων και κλήση, ενημέρωσαν την άνω αντίδικο τους, ότι θα προβούν στην εξέταση του μάρτυρα "...Ν. Κ. του Ν. και της Γ. , κάτοικος ..., γεννηθείς στις ...-1965, με ΑΔΤ ...- 2010/ΑΤ … (ΑΦΜ : ... , ΔΟΥ Α' Κέρκυρας), ιδιωτικός υπάλληλος...." προς απόδειξη των θεμάτων που αναφέρονταν στην υπ' αριθ. .../2016 αγωγή τους, κατά των Α. Ζ. του Δ. και της Β. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ALLIANZ, που είχε προσδιοριστεί να δικαστεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 14-11-2016. Η άνω εξώδικη γνωστοποίηση παρά το ότι αναφέρει στο κείμενό της, ότι η αγωγή στρέφεται και κατά του Α. Ζ. , αποδείχθηκε ότι κοινοποιήθηκε μόνο στην ανώνυμη εταιρία ALLIANZ, όπως τούτο προκύπτει από τη συνοδεύουσα την άνω εξώδικη υπ' αριθ. ...-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Γ. Σ.
Όπως προκύπτει από το άνω κείμενο που προπαρατέθηκε, ως προς τα στοιχεία του μάρτυρα που προτίθεντο να εξετάσουν οι δεύτερος και τρίτη των κατηγορουμένων, υπάρχει διαφοροποίηση στο όνομα του μάρτυρα του οποίου επρόκειτο να ληφθεί ένορκη βεβαίωση, ήτοι αντί του ορθού ονόματος του μάρτυρα που επρόκειτο να εξεταστεί ("Δ."), αναφέρεται το εσφαλμένο "Ν.". Η άνω παραδρομή, ισχυρίστηκαν οι κατηγορούμενοι ότι επιδρά στην μετέπειτα ληφθείσα με επιμέλειά τους ένορκη βεβαίωση, κατά τρόπον ώστε αυτή να καθίσταται ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και ως εκ τούτου να μην μπορεί να στοιχειοθετηθεί στο πρόσωπό τους η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος που τους αποδίδεται (κατά τις μορφές της φυσικής και ηθικής αυτουργίας), αφού δεν έχει προηγηθεί σύμφωνα τις διατάξεις του ΚΠολΔ - όπως ισχύουν μετά το ν. 4335/2015 -, νόμιμη κλήτευση της αντιδίκου τους και ως εκ τούτου η άνω ένορκη βεβαίωση δεν αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο με συνέπεια να μην μπορεί να πληρωθεί εκ του παραπάνω λόγου, κατά την αντικειμενική του υπόσταση το έγκλημα της ψευδούς κατάθεσης για όσα περιστατικά περιέχονται σ' αυτή.
Με τον άνω ισχυρισμό τους, δηλαδή, διατεινόμενοι ειδικότερα ότι οι ίδιοι που επιμελήθηκαν της λήψης της υπ' αριθ. .../2016 ένορκης βεβαίωσης, δεν προέβησαν σε νόμιμη κλήση της τότε αντιδίκου τους ALLIANZ, επιχειρούν να αποσείσουν την ποινική τους ευθύνη. Ας σημειωθεί, ωστόσο, ότι τόσο στην από 7-11-2016 αίτησή τους προς τον Ειρηνοδίκη Κέρκυρας, για τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης όσο και στο σώμα αυτής (ένορκης) τα στοιχεία του ενόρκως βεβαίωσαντος είναι τα ορθά, ενώ σχετικό λόγο αναφορικά με τη μη νομιμότητα της κλήτευσης της αντιδίκου τους, ως προς τη ληφθείσα με επιμέλεια τους ένορκη βεβαίωση, δεν περιέλαβαν οι δεύτερος και τρίτη των κατηγορουμένων στην από 24-6-2022 ασκηθείσα αίτησή αναίρεσής τους ενώπιον του ΑΠ (που προσκόμισαν οι β' και γ των κατηγορουμένων στο πρωτοβάθμιο και αναγνώστηκε τόσο στο άνω Δικαστήριο όσο και στο παρόν), με την οποία ζητούσαν την αναίρεση της υπ'αριθ. 445/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, λόγο που άλλωστε δεν θα μπορούσαν να επικαλεστούν αφού οι άνω αναιρεσείοντες, δεν θα είχαν συμφέρον να προσβάλλουν ως ανυπόσταση την ένορκη βεβαίωση, τη λήψη της οποίας οι ίδιοι επιμελήθηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη της αγωγής τους.
Ωστόσο, ανεξάρτητα από τα παραπάνω, σημειώνεται ότι η παρατηρηθείσα απόκλιση στα στοιχεία του ονόματος του εξετασθέντος ενώπιον του ειρηνοδίκη μάρτυρα (εδώ πρώτου κατηγορούμενου) ήτοι "Ν." αντί για "Δ.", δεν έχει ως αποτέλεσμα, το ανυπόστατο της ως άνω ένορκης βεβαίωσης, καθώς όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του μάρτυρα αυτού, που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ, ήτοι το επώνυμο, το επάγγελμα και η κατοικία του, αλλά και άλλα που δεν απαιτεί ο νόμος, και δη το πατρώνυμο, μητρώνυμο, το ΑΦΜ και ο αριθμός του δελτίου ταυτότητας του ως άνω μάρτυρα, αναφέρονται ρητώς στην από 27-10-2016 κλήση των τότε εναγόντων και ήδη δεύτερο και τρίτη των κατηγορουμένων, με αποτέλεσμα, σε μια τέτοια παρατυπία, οφειλόμενη σε προφανή παραδρομή, να πρέπει να γίνει συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 424 ΚΠολΔ, αφού επιτυγχάνεται ο σκοπός στον οποίο αποβλέπουν οι συγκεκριμένες διατάξεις του άρθρου 422 παρ. 1 ΚΠολΔ, ήτοι δεν δημιουργείται στην εναγόμενη ασάφεια ως προς την ταυτότητα του εν λόγω μάρτυρα.
Άλλωστε, τα πλήρη στοιχεία του μάρτυρα, ήδη είχαν περιληφθεί στη σχηματισθείσα ποινική δικογραφία (ως στοιχεία του εμπλακέντος γ' οδηγού, αλλά και λόγω της εξέτασής του, ως μάρτυρα αμέσως μετά το ατύχημα) με συνέπεια, να μην υπάρχει οποιαδήποτε περίπτωση δημιουργίας ασάφειας ως προς την ταυτότητα του άνω μάρτυρα. Κατόπιν των ανωτέρω, απορριπτέος ως ο βάσιμος είναι ο σχετικός ισχυρισμός περί μη πλήρωσης στο πρόσωπο των κατηγορουμένων της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος που τους αποδίδεται, λόγω μη νόμιμης προηγούμενης (κατά τους ισχυρισμούς τους) κλήτευσης της αντιδίκου τους, πριν τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι πράγματι στις 14-11-2016 συζητήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι αντίθετες αγωγές των α) Α. Ζ. και β) Ν. και Ι. Μ.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, η αγωγή των τελευταίων, μολονότι στρέφεται (κατά τη σχετική αναφορά του δικογράφου) και κατά του Α. Ζ. , στον τελευταίο ουδέποτε κοινοποιήθηκε. Από την άλλη πλευρά, ο Α. Ζ. έστρεφε την υπ' αριθ. εκθ. καταθ. .../2016 αγωγή του σε βάρος του Ν. Μ. (οδηγού) και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία AGAION Ασφαλιστική ΑΕ". Οι άνω αγωγές συνεκδικάστηκαν στη δικάσιμο της 14-11-2016 και μάλιστα τηρήθηκε ενιαίο κοινό πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου. Λόγω ακριβώς της συνεκδίκασης των αντίθετων αγωγών, τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, κατέστησαν κοινά και συνακόλουθα η άνω ένορκη βεβαίωση σαφώς δεν περιόρισε την αποδεικτική της ισχύ μόνο στα πλαίσια απόδειξης της αγωγής που άσκησαν οι Ν. και Ι. Μ. κατά της ALLIANZ (αρθρ. 346 ΚΠολΔ), αλλά άσκησε επιρροή στην έκβαση όλης της δίκης, καθώς αντικείμενο έρευνας και απόδειξης αμφοτέρων των αγωγών (ήτοι και της αγωγής του Α. Ζ. σε βάρος του Ν. Μ.) ήταν η διαπίστωση του υπαιτίου οδηγού για την πρόκληση του ατυχήματος.
Έτσι, όσα ο Δ. Κ. περιέλαβε στην άνω ένορκη βεβαίωσή του, σχετίζονταν με το αποδεικτέο θέμα αμφοτέρων των αγωγών που συνεκδικάστηκαν, ήτοι την κρίση του Δικαστηρίου για την υπαιτιότητα των οδηγών κατά την πρόκληση του ατυχήματος και μπορούσε να επιδράσει στο σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος του Δικαστηρίου, ως προς το σχετικό αγωγικό κεφάλαιο. Ας σημειωθεί μάλιστα ότι κατά το χρόνο που λήφθηκε η υπ' αριθ. .../2016 ένορκη βεβαίωση (ήτοι 7-6-2011), πλην της ασκηθείσας από τους Ν. και Ι. Μ. αγωγής (που τελικά κατόπιν παραίτησης των εναγόντων από τον πρώτο εναγόμενο, συζητήθηκε μόνο ως προς την ασφαλιστική εταιρία ALLIANZ), ήδη είχε ασκηθεί και κοινοποιηθεί στον Ν. Μ. η από 12-7-2016 (αντίθετη) αγωγή του Α. Ζ. σε βάρος του, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ορισθείσα δικάσιμος στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (οπότε και πράγματι συζητήθηκε η υπόθεση, με συνεκδίκαση των άνω αγωγών) ήταν αυτή της 14-11-2016.
Πλέον των ανωτέρω, από το περιεχόμενο της υπ' αριθ. .../2016 ένορκης βεβαίωσης σε σχέση με το αντίστοιχο της αρχικής από 26-10-2014 ένορκης εξέτασης του Δ. Κ. στο AT … , αποδεικνύεται ότι όσα ο προαναφερθείς κατέθεσε ενόρκως ενώπιον της Ειρηνοδίκη Κέρκυρας, που αναφέρονταν στο αποδεικτέο θέμα και παρατίθενται ανωτέρω, ήταν ψευδή καθώς η αλήθεια είναι ότι ο Α. Ζ. , που προπορευόταν του οχήματος του Δ. Κ. έβαινε με κανονική, για τις επικρατούσες συνθήκες, ταχύτητα και κινείτο εντός του ρεύματος πορείας του, το δε όχημά του μετατοπίστηκε το πρώτον σε θέση κάθετη προς τον άξονα της οδού, αφού είχε προηγηθεί σύγκρουση του με το αντίρροπα κινούμενο όχημα, που οδηγούσε ο Ν. Μ.
Επίσης, αληθές είναι ότι ο Α. Ζ. ουδέποτε πραγματοποίησε αιφνιδίως ελιγμό προς τα αριστερό, λόγω της άκαιρης και καθυστερημένης αντίληψης αριστερής στροφής στη λωρίδα πορείας του, ούτε εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας αφού άλλωστε, στο σημείο του ατυχήματος, στην κατεύθυνση κίνησης του εγκαλούντος το οδόστρωμα παρουσιάζει δεξιά καμπύλη, η οποία έπεται ενός τμήματος ευθείας οδού μήκους 100 περίπου μέτρων, που σχεδόν είχε διανύσει. Ο άνω πρώτος κατηγορούμενος, αρνείται την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη και ήδη με την από 12-11-2016 εξώδικη όχληση και διαμαρτυρία του, προς τον Α. Ζ. , ισχυρίστηκε ότι ουσιαστικά η ένορκη βεβαίωσή του, αποτελεί διευκρινιστική της αρχικά δοθείσας ένορκης κατάθεσής του ενώπιον του αστυνομικών του Α.Τ. … και όσα περιέλαβε στην ένορκη βεβαίωσή του (κατά τους ισχυρισμούς του) δεν αποτελούν ψευδή πραγματικά περιστατικά.
Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι οι διευκρινίσεις που περιέχει η υπ' αριθ. .../2016 ένορκη βεβαίωσή του, συμπληρώνουν τις ασάφειες της προηγούμενης από 26-10-2014 ένορκης κατάθεσής του, όπου δεν γίνεται καμία αναφορά ως τον τρόπο κίνησης του οχήματος του Ν. Μ. Όμως, από την ανάγνωση των κειμένων αμφοτέρων των καταθέσεων, σαφές καθίσταται ότι δεν πρόκειται για διευκρινιστικά αναφερόμενα γεγονότα, αλλά για συμπληρώσεις και αναφορές σε γεγονότα που δεν είναι αληθή και ο πρώτος κατηγορούμενος τα γνώριζε, καθώς ήταν παρών κατά τη στιγμή που συνέβη το τροχαίο, ακολουθώντας μάλιστα το προπορευόμενο όχημα του Α. Ζ. από μικρή απόσταση (20-25 μέτρων) ώστε να αντιληφθεί πλήρως τα γεγονότα που συνέβησαν ενώπιον του και να τα καταθέσει με τον τρόπο που έκανε στις 26-10-2014, τρεις ώρες περίπου μετά το ατύχημα στο αρμόδιο Α.Τ.
Ειδικότερα, ενώ στην από 26- 10-2014 εξέτασή του, αναφερόμενος στο όχημα του Ζ. κατέθεσε ότι "Από όσο είμαι σε θέση να θυμηθώ το προπορευόμενο από μένα όχημα κινούταν κανονικά στο δρόμο", στη συνέχεια το έτος 2016, στην ένορκη βεβαίωσή του αναφέρει "Σε κάποια στιγμή μολονότι υπάρχει ελαφριά αριστερή στροφή το τζιπ συνέχισε να πηγαίνει ευθεία με κατεύθυνση προς τα χωράφια και ξαφνικά έκοψε απότομα αριστερά προφανώς επειδή αντιλήφθηκε τελευταία τελευταία στιγμή την στροφή με αποτέλεσμα να μπει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρουστεί με ένα ασήμι NISSAN το οποίο πήγαινε κανονικά στην πορεία του".
Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι υπάρχει διαφοροποίηση της κατάθεσης και όχι διευκρίνιση αυτής, αφού μεταβάλλεται εξ υπαρχής η κίνηση του οχήματος του Α. Ζ. και από την αναφερθείσα κατά το έτος 2014 ως "κανονική" αυτήν πλέον περιγράφεται ως κίνηση "μη κανονική" και ειδικότερα κίνηση σε ευθεία παρά την ύπαρξη στροφής και μάλιστα με κατεύθυνση εκτός οδού (προς τα χωράφια), στοιχεία που σαφώς καταδεικνύουν μη κανονική κίνηση του χρήστη της οδού. Πρόκειται, λοιπόν, για μεταβολή των αρχικό κατατεθέντων περιστατικών και όχι διευκρίνηση των περιστάσεων του ατυχήματος, με την ταυτόχρονη αναφορά επιβαρυντικών περιστατικών για τον οδηγό του τζιπ, ο οποίος πλέον υποδεικνύεται ως υπαίτιος του ατυχήματος, αφού δεν ακολούθησε τη δήθεν αριστερόστροφη πορεία του δρόμου και ξαφνικά "έκοψε" για να επαναφέρει το όχημα εντός της πορείας της οδού και στην προσπάθειά του αυτή επέπεσε στο όχημα που οδηγούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος.
Αντίθετα, στην πρώτη κατάθεσή του (26-10-2014) και τις αναφορές σε αυτή, ο Δ. Κ. , πράγματι δεν προσδιορίζει την πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος (Ν. Μ.), πλην όμως με την περιγραφή της πορείας του υποστηρίζοντος την κατηγορία ως κανονική (υπονοώντας σαφώς εντός ρεύματος πορείας του και με κανονική ταχύτητα), ουδόλως αποδίδει στον προαναφερθέντα Α. Ζ. οδηγική συμπεριφορά αντίθετη στον ΚΟΚ, όπως αντίθετα έπραξε με την ένορκη βεβαίωσή του.
Παράλληλα, ουδέν στοιχείο εισφέρει γιο το περιστατικά της σύγκρουσης, σε σχέση με την κίνηση του οδηγούμενου οπό τον Μ. οχήματος, αφού περιορίζει την αναφορά του στο ότι ξαφνικά είδε το προπορευόμενο οπό αυτόν όχημα να γυρίζει με το μπροστινό τμήμα κάθετα στο δρόμο, καθώς είχε προηγηθεί σύγκρουση με το αντιθέτως κινούμενο όχημα ΙΧΕ (ήτοι του Μ.), ως προς το οποίο ουδεμία αναφορά κάνει ως προς την πορεία που ακολουθούσε, ήτοι αν αυτό κινείτο κανονικά στο δρόμο, όπως η σχετική αναφορά γίνεται για το όχημα του υποστηρίζοντας την κατηγορία. Έτσι, από το συσχετισμό των ανωτέρω, υποδεικνύεται ότι η άνω ένορκη βεβαίωση (ληφθείσα μάλιστα μετά από ικανό χρόνο από το ατύχημα) ήταν ουσιωδώς διαφορετική και όχι διευκρινιστική, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, μεταβάλει δε γεγονότα που συνδέονται με την υπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος (αποδεικτέο αμφοτέρων των αγωγών) και τελικά υποδεικνύει ως υπαίτιο του ατυχήματος τον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας. Την αναλήθεια των ανωτέρω περιστατικών, που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθ. .../2016 ένορκη βεβαίωση γνώριζε ο πρώτος κατηγορούμενος, αφού όλα τα αληθή είχαν γίνει αντιληπτά από τον ίδιο κατά το χρόνο του ατυχήματος και τα κατέθεσε στις 26-10-2014, σκόπιμα δε αρνήθηκε να τα καταθέσει εκ νέου, περιλαμβάνοντας, μετά διετία περίπου, στη ληφθείσα ένορκη βεβαίωσή του τα ανωτέρω ψευδή περιστατικά.
Ο πρώτος κατηγορούμενος, μάλιστα έχοντας ζημιωθεί και αυτός από το ατύχημα, ανέμενε να αποζημιωθεί για τις υλικές ζημιές που υπέστη το όχημά του, όπως τούτο αποδείχθηκε από όσα κατέθεσε ο εξετασθείς ενώπιον του παρόντος μάρτυρας X. Μ. , ο οποίος κατέθεσε με σαφήνεια ότι κατά την τηλεφωνική επικοινωνία του με το Δ. Κ. , ενημερώθηκε για τη δυσαρέσκεια αυτού (πρώτου κατηγορουμένου) για την μη αποζημίωσή του για τις υλικές ζημίες του οχήματος του, ύψους 2.500 ευρώ καθώς και την ύπαρξη προσδοκίας του προς αποζημίωσή του (μολονότι δεν άσκησε αγωγή), στοιχείο που συνδέεται αναπόσπαστα με την πρόθεσή του να προβεί στην άνω δεύτερη κατάθεσή του, που ανασκεύαζε την αρχικά δοθείσα. Πλέον των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε γνωριμία κατά το χρόνο του ατυχήματος (2014) με τον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας αλλά ούτε και με τους συγκατηγορουμένους του.
Ωστόσο, με το δεύτερο κατηγορούμενο (Ν. Μ.) αποδείχθηκε ότι σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από το ατύχημα και σε κάθε περίπτωση πριν τη συζήτηση των παραπάνω αγωγών στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, οι προαναφερθέντες ανέπτυξαν κοινωνικές σχέσεις και υπήρχαν συναντήσεις τους σε κατάστημα της περιοχής (βενζινάδικο). Κατά τις συναντήσεις τους αυτές, και ενόψει αφενός της αναμονής συζήτησης στο άμεσο μέλλον των αγωγών που εκκρεμούσαν αλλά και το ότι ήδη από την πλευρό του Ζ. , είχε κληθεί τηλεφωνικό ο Κ. προκειμένου να επιβεβαιώσει όσα είχε αρχικό καταθέσει ενώπιον της αστυνομίας, με ένορκη βεβαίωση που θα συντασσόταν με επιμέλεια του εδώ παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας (βεβαίωση στην οποία ωστόσο αρνήθηκε να προβεί) και έχοντας γνωστοποιήσει τα ανωτέρω στο δεύτερο των κατηγορουμένων, ο τελευταίος με πειθώ, φορτικότητα και συνεχείς παραινέσεις, προκάλεσε στην Κέρκυρα στις 7-11- 2016 στον προαναφερθέντα (πρώτο κατηγορούμενο) την απόφαση να τελέσει την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα (ήδη ψευδούς κατάθεσης) και δη να βεβαιώσει ενόρκως όσα ανωτέρω αναφέρονται ενώπιον της Ειρηνοδίκη Κέρκυρας, καταθέτοντας τα ως άνω περιστατικά αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, τα οποία ήταν ψευδή και ο ίδιος τα γνώριζε, μεταβάλλοντας ουσιαστικά, μετά από δυο περίπου έτη, όσα ήδη είχε καταθέσει πλησιόχρονα του ατυχήματος. Το γεγονός ότι τα περιστατικά που θα βεβαίωνε ενόρκως και γνώριζε ότι ήταν ψευδή ο πρώτος κατηγορούμενος (φυσικός αυτουργός), γνώριζε επίσης ότι δεν ήταν αληθή και ο Ν. Μ. (ηθικός αυτουργός), με επιμέλεια του οποίου θα λαμβανόταν (και όντως λήφθηκε κατά τα προαναφερθέντα μετά από σχετική κλήση της αντιδίκου του) η επίδικη ένορκη βεβαίωση. Με το άνω αναληθές περιεχόμενο, ο παραπάνω, ως διάδικος στην ανοιγείσα πολιτική δίκη, όπου συνεκδικάστηκαν οι αντίθετες αγωγές, είχε συμφέρον να προσκομίσει την ένορκη βεβαίωση, προκειμένου να μη κριθεί σε βάρος του η υπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος.
Αντίθετα, αναφορικό με την τρίτη των κατηγορουμένων, Ι. Μ. , δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε οποιαδήποτε επαφή ή σχέση της, με τον πρώτο των κατηγορουμένων, ούτε προέκυψε από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικό ότι στην πρόκληση της απόφασης για την αξιόποινη πράξη που τέλεσε ο Δ. Κ. , αυτή συντέλεσε με οποιονδήποτε τρόπο. Αντίθετα, την απόφαση του προαναφερθέντος να προβεί στην επίδικη ένορκη βεβαίωση με τα ψευδή αναφερόμενα σε αυτή περιστατικά, που θα χρησιμοποιείτο ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο στην ανοιγείσα πολιτική δίκη, την προκάλεσε κατά μόνας ο Ν. Μ. , όπως ειδικότερα ανωτέρω περιγράφεται. Την άνω κρίση του Δικαστηρίου δεν ανατρέπει το γεγονός ότι στην κλήση αλλά και την αίτηση προς την Ειρηνοδίκη Κέρκυρας, για εξέταση του Δ. Κ. , αναφέρεται και το όνομα της Ι. Μ. , καθώς τα ανωτέρω διαδικαστικά έγγραφα που απαιτούνται πριν τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης, δεν αρκούν για την απόδειξη της συμμετοχής της κατά τον αποδιδόμενο σε αυτήν με το κατηγορητήριο τρόπο. Πρέπει, ακολούθως, αυτή να κηρυχθεί αθώα της πράξης της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα (ήδη ψευδούς κατάθεσης) που τέλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος. Ωστόσο, τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος των κατηγορουμένων, με βάση όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, έκαστος της πράξης που του αποδίδεται κατά το κατηγορητήριο και περιγράφεται κατωτέρω στο διατακτικό, με τη σημείωση ότι την πράξη της ηθικής αυτουργίας, τέλεσε κατά μόνας ο δεύτερος των κατηγορουμένων."
17. Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο του ότι : "Στην Κέρκυρα, την 07-11-2016, ενεργώντας κατά μόνας προκάλεσε με πρόθεση στον πρώτο των κατηγορουμένων Δ. Κ. του Ν. , την απόφαση να εκτελέσει την αμέσως παραπάνω αναφερόμενη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, που αυτός διέπραξε. Συγκεκριμένα, με πειθώ, φορτικότητα και συνεχείς παραινέσεις έπεισε τον 1° των κατηγορουμένων να καταθέσει ενόρκως, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον της Ειρηνοδίκη Κέρκυρας, προκειμένου να συνταχθεί η υπ' αριθ. ...-2016 ένορκη βεβαίωση [που επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί και πράγματι χρησιμοποιήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την εκδίκαση: α. της υπ' αριθ. κατάθεσης δικογράφου .../2016 αγωγής του ίδιου και της Ι. Μ. από αυτοκινητικό ατύχημα, που στρεφόταν σε βάρος του Α. Ζ. του Δ. και της ασφαλιστικής εταιρίας "Allianz ΕΛΛΑΣ Α.Α.Ε." και β. της υπ' αριθ. κατάθεσης δικογράφου .../2016 αγωγής από αυτοκινητικό ατύχημα του Α. Ζ. του Δ. σε βάρος του Ν. Μ. του Σ. και της ασφαλιστικής εταιρίας "Aigaion Α.Α.Ε."] τα αμέσως ανωτέρω αναφερόμενα ψευδή περιστατικά (όπως αυτά περιγράφονται αμέσως ανωτέρω στην προηγηθείσα διάταξη της απόφασης αναφορικά με τον πρώτο κατηγορούμενο), τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, προς το σκοπό της αποδεικτικής επιστήριξης της ασκηθείσας εκ μέρους του αγωγής και προς αντίκρουση της αγωγής, που ο εγκαλών, Α. Ζ. του Δ. , ήγειρε και σε βάρος αυτού (Ν. Μ.)".
18. Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο της κρινόμενης αίτησης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του για την παραπάνω αναφερόμενη πράξη και προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την απορρέουσα από τις απορρέουσες από το άρθρο 510 παράγραφος ένα στοιχείο Δ και Ε ΚΠΔ σχετικές πλημμέλειες δηλαδή έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά και έλλειψη νόμιμης βάσης.
Με τις ως άνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες τα υπήγαγε στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη των άρθρων 1,2,14, 16, 17, 18, 26, 27, 46 παρ.1, 48, 50, 51, 53, 79, 83, και 84 παρ. 2α, 224 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, τις οποίες το ως άνω δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπείς ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και συνεπώς δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης: α) η αρμόδια να ενεργεί εξέταση, αρχή, ήτοι το Ειρηνοδικείο Κέρκυρας ενώπιον του οποίου λήφθηκε η υπ' αριθ. ...-2016 ένορκη βεβαίωση του Δ. Κ. κατόπιν αίτησης του αναιρεσείοντος και της Ι. Μ., προς απόδειξη των θεμάτων που αναφέρονταν στην υπ' αριθ. .../2016 αγωγή τους, κατά των Α. Ζ. του Δ. και της Β. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ALLIANZ, που είχε προσδιοριστεί να δικαστεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 14-11-2016, β) τα ψευδή γεγονότα, τα οποία ο Δ. Κ. κατέθεσε στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωση και ειδικότερα ότι το προπορευόμενο από αυτόν τζιπ (που οδηγούσε ο Α. Ζ.) εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, συγκρούστηκε με το όχημα που οδηγούσε ο αναιρεσείων και στη συνέχεια με το δικό του, γ) τα αληθή περιστατικά τα οποία γνώριζε ο Δ. Κ. και μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση και συγκεκριμένα ότι ο Α. Ζ. , που προπορευόταν του οχήματος του (Δ. Κ.) έβαινε με κανονική, για τις επικρατούσες συνθήκες, ταχύτητα και κινείτο εντός του ρεύματος πορείας του, το δε όχημά του μετατοπίστηκε το πρώτον σε θέση κάθετη προς τον άξονα της οδού, αφού είχε προηγηθεί σύγκρουση του με το αντίρροπα κινούμενο όχημα, που οδηγούσε ο Ν. Μ. , ότι ο Α. Ζ. ουδέποτε πραγματοποίησε αιφνιδίως ελιγμό προς τα αριστερά, λόγω της άκαιρης και καθυστερημένης αντίληψης αριστερής στροφής στη λωρίδα πορείας του, ούτε εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, δ) ότι δεν παρείχε διευκρινίσεις με την υπ' αριθ. .../2016 ένορκη βεβαίωσή του, στην αρχική του ένορκη κατάθεση ενώπιον του αστυνομικών του Α.Τ. … με ημερομηνία 26-10-2014, ούτε συμπλήρωσε ασάφειες αυτής, αλλά συμπληρώσεις και αναφορές σε γεγονότα που δεν ήταν αληθή, τα οποία ο ίδιος γνώριζε, καθώς ήταν παρών κατά τη στιγμή που συνέβη το τροχαίο, ε) ο αναιρεσείων και η Ι. Μ. ως ενάγοντες της υπ' αριθ. εκθ. καταθ. .../2016 αγωγής, με την από 27-10-2016 εξώδικη γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων και κλήση, ενημέρωσαν τους ως άνω αντιδίκους τους, ότι θα προβούν στην εξέταση του μάρτυρα Ν. Κ. προς απόδειξη των θεμάτων που αναφέρονταν στην αγωγή τους, στ) ότι ο αναιρεσείων και ο Δ. Κ. ενώ δεν είχαν προηγούμενη γνωριμία, σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από το ατύχημα και σε κάθε περίπτωση πριν τη συζήτηση των παραπάνω αγωγών στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ανέπτυξαν κοινωνικές σχέσεις και υπήρχαν συναντήσεις τους σε κατάστημα της περιοχής (βενζινάδικο), ότι ο τελευταίος κατόπιν τηλεφωνικής κλήσης του Ζ. αρνήθηκε να μεταβεί στην Αστυνομία και να επιβεβαιώσει την αρχική του κατάθεση και ότι ο πρώτος με πειθώ, φορτικότητα και συνεχείς παραινέσεις, του προκάλεσε την απόφαση να τελέσει την πράξη της ψευδούς κατάθεσης ενώπιον της Ειρηνοδίκη Κέρκυρας, είχε συμφέρον να προσκομίσει την ένορκη βεβαίωση, προκειμένου να μη κριθεί σε βάρος του η υπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος.
Κατόπιν τούτων, ο θεμελιωμένος στις διατάξεις του άρθρου 510 παρ.1 στοιχείο δ' και ε' του ΚΠΔ σχετικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα τυγχάνει αβάσιμος. Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αμφισβήτηση των σε βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της απαραδέκτως δεν προβάλλονται αφού με την επίφαση των ως άνω προβληθέντων αναιρετικών πλημμελειών πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
19. Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 578 παρ. 1 του ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-5-2024 αίτηση - δήλωση του Ν. Μ. , του Σ. και της Α. , κατοίκου ... για αναίρεση της 180/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κέρκυρας.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Οκτωβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1974 - 2026 © Τετράβιβλος. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Όροι και Προϋποθέσεις