Α.Π. 1550/2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΣΕ ΤΥΠΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΒΑΣΙΜΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ - (άρθρ. 1, 2, 5, 10, 11, 12, 15 ν. 3251/2004, άρθρ. 436-461 ΚΠΔ).
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΛΟΓΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ Η ΔΥΝΗΤΙΚΗΣ ΑΡΝΗΣΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ - (άρθρ. 11, 12 ν. 3251/2004, άρθρ. 6 ΣΕΕ, άρθρ. 3, 6 ΕΣΔΑ).
ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟΥ ΒΑΣΕΙ ΤΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΤΕΛΕΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ - (άρθρ. 11 περ. γ' ν. 3251/2004, άρθρ. 54, 121, 126, 127 ΠΚ).
ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΗΣ ΑΜΟΙΒΑΙΑΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΟΙΝΗΣ - (άρθρ. 1 παρ. 2 ν. 3251/2004, άρθρ. 25 παρ. 1 Συντ.).
ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΧΩΡΙΣ ΕΛΕΓΧΟ ΤΟΥ ΔΙΤΤΟΥ ΑΞΙΟΠΟΙΝΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΑΣ ΜΕ ΠΡΟΘΕΣΗ - (άρθρ. 10 παρ. 2 ν. 3251/2004).
Με την υπ’ αριθμ. 1550/2025 απόφαση, ο Άρειος Πάγος απέρριψε έφεση εκζητουμένου κατά απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης που διέτασσε την εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (ΕΕΣ) από τις πολωνικές αρχές για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας με ιδιαίτερη σκληρότητα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το ΕΕΣ πληροί όλες τις τυπικές προϋποθέσεις νομιμότητας, ενώ ο δικαστικός έλεγχος περιορίζεται αποκλειστικά στη συνδρομή λόγων άρνησης και όχι στην ουσιαστική βασιμότητα της κατηγορίας, δυνάμει της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι ο εκζητούμενος δεν είναι ανεύθυνος ποινικά λόγω ηλικίας, καθώς είχε συμπληρώσει το 15ο έτος κατά τον χρόνο τέλεσης. Τέλος, απορρίφθηκαν οι αιτιάσεις περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας λόγω της βαρύτερης απειλούμενης ποινής στην Πολωνία, καθώς και οι ισχυρισμοί για κίνδυνο απάνθρωπης μεταχείρισης.
Ν.Μ.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Σπυριδούλα Λιάτη και Γεώργιο Μικρούδη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 317/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε ως Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 και 18 Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία των Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου 1. Μαρίας Τρουπή Και 2. Μαρίας Γκανέ, αντίστοιχα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου B. G. του P. και της K., υπήκοου Πολωνίας, που γεννήθηκε στις ...-2007, στη Βαρσοβία Πολωνίας, προσωρινά κρατούμενος στο Ειδικό Αγροτικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Κασσαβέτειας, που εμφανίστηκε με το δικηγόρο υπερασπίσεως του Αντώνιο Ζαπάντη, ο οποίος διορίσθηκε δικηγόρος του, αυτεπάγγελτα, με την υπ' αριθμ. 988/2025 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, κατά τη συνεδρίαση του της 1ης Ιουλίου 2025, κατά της υπ'αριθμ. 302/2025 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του με στοιχεία ΙΙ Κop 14/25 από 1/5/2025 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από το Περιφερειακό Δικαστήριο του Πλότσκ (Plocku) σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 8/2-6-2025 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Β. Χ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον αυτεπαγγέλτως διορισθέντα δικηγόρο υπερασπίσεώς του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα η οποία πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκκαλούντος εκζητουμένου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. [1] Από τις διατάξεις των άρθρων 9 και 18 του Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κλπ", προκύπτει ότι αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, είναι το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου αυτός διαμένει ή συλλαμβάνεται.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 22 του ίδιου ως άνω νόμου και 451 παρ. 1 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών είναι επιτρεπτή η άσκηση έφεσης από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα, μέσα σε προθεσμία πέντε ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος αποφαίνεται σε Συμβούλιο μετά από κλήτευση του εκζητούμενου (AΠ 272/2025, ΑΠ 274/2025).
Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη από 02-06-2025 έφεση του εκζητούμενου (επ.) G. (ον.) B. του P. και της K., που γεννήθηκε στην Βαρσοβία, στις ...-2007, κατοίκου ..., ... (οδός ...), και ήδη προσωρινά κρατούμενου στο ΕΑΣΚΝ ΚΑΣΣΑΒΕΤΕΙΑΣ, που ασκήθηκε με δήλωση της, με την από 06-05-2025 συνημμένη εξουσιοδότηση, έχουσας ειδική εντολή πληρεξούσιας δικηγόρου του εκζητούμενου, ενώπιον του γραμματέα του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, κατά της με αριθμό 302/28-05-2025 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, η οποία αποφάνθηκε υπέρ της εκτέλεσης του με στοιχεία II Kop 14/25 από 1/5/2025 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, το οποίο εκδόθηκε από το Περιφερειακό Δικαστήριο του Πλότσκ (Plocku), με βάση την εκτελεστή απόφαση του Τοπικού Δικαστηρίου της Μλάβα της 1ης Μαΐου 2025, με αριθμό φακέλου II Kop 127/25, για την εφαρμογή της προσωρινής κράτησης για την περίοδο τριάντα (30) ημερών, από την ημέρα σύλληψης, προκειμένου να διεξαχθεί εναντίον του ποινική διαδικασία για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση με ιδιαίτερη σκληρότητα, για την τέλεση της οποίας κατηγορήθηκε ως ύποπτος στη διαδικασία της Τοπικής Εισαγγελίας Μλάβα με αριθμό 4217-4.Ds.825.2025, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Πρέπει, επομένως να εξετασθεί, περαιτέρω, για την ουσιαστική βασιμότητα της.
ΙΙ. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3251/2004 το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία και με την επιφύλαξη της μη προσβολής με την έκδοσή του των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που διατυπώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για το τυπικό κύρος του, πρέπει να περιέχει α) την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητούμενου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) τη φύση και το νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσής του στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητούμενου, στ) την επιβληθείσα ποινή αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του Κράτους Μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 του ιδίου νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών. Στο άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' και β' του νόμου αυτού, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 4947/2022, ορίζεται ότι "1. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον: α) Η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών. β) Τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως τέτοια". Αντίθετα, στην παρ. 2 του ως άνω άρθρου 10 ορίζεται ότι η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου για τις αξιόποινες πράξεις που περιοριστικά αναφέρονται στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων, η ανθρωποκτονία με πρόθεση, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών.
Επίσης, στη διάταξη του άρθρου 11 του νόμου αυτού, όπως διαμορφώθηκε μετά τη διαγραφή με το άρθρο 30 ν. 4947/2022 (ΦΕΚ Α 124/23.06.2022 των ισχυουσών έως τότε περιπτώσεων δ', ε', στ', ζ', η', ορίζεται ότι : "Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, καλύπτεται από αμνηστία σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, εφόσον η Ελλάδα είχε την αρμοδιότητα για τη δίωξη αυτής της αξιόποινης πράξης, β) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, γ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι ανεύθυνο ποινικά λόγω της ηλικίας του για την αξιόποινη πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το ένταλμα, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους".
Τέλος, στο άρθρο 12 του ως άνω ν. 3251/2004, η παρ.1, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 ν. 4596/2019, ΦΕΚ Α 32, και με το άρθρο 31 ν. 4947/2022, ΦΕΚ Α 124, και διαμορφώθηκε με το άρθρο 36 ν. 5108/2024, ΦΕΚ Α 65/02.05.2024 ορίζεται ότι: "1. Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια αξιόποινη πράξη με εκείνη που αναφέρεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, β) αν οι ελληνικές αρχές αποφάσισαν είτε να μην ασκήσουν ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είτε να παύσουν τη δίωξη, γ) αν ο εκζητούμενος έχει δικαστεί αμετακλήτως για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξης, δ) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικαστεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις σε τρίτη χώρα, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, ε) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς τον σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Ελλάδα ή είναι Έλληνας υπήκοος και η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους, στ) αν ο εκζητούμενος, με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, ζ) αν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, η) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία είτε θεωρείται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας ή σε εξομοιούμενο με αυτόν τόπο είτε για αξιόποινη πράξη η οποία τελέστηκε εκτός του εδάφους του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, απαγορεύεται η δίωξη για το έγκλημα που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Ελλάδας, θ) αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς τον σκοπό της δίωξης, είναι υπήκοος ή κάτοικος Ελλάδας και διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη". (ΑΠ 1275/2024, ΑΠ 381/2023).
[2] Από την αρχή της ειδικότητας, που καθιερώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 14 της Ε.Σ.Ε., επιβάλλεται η έκδοση να γίνεται για το έγκλημα που ορίζεται ειδικά (ως προς τα στοιχεία που το συγκροτούν) τόσο στην αίτηση έκδοσης όσο και στην πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης που διατάσσει την έκδοση και όχι για οποιαδήποτε άλλη πράξη. Η αρχή της ειδικότητας, η οποία θεωρείται γενικά αναγνωρισμένος κανόνας του διεθνούς δικαίου και εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση έκδοσης, περιορίζει την κυριαρχική εξουσία του κράτους που ζητεί την έκδοση, το οποίο δεν μπορεί να διώξει τον εκζητούμενο για πράξεις, που τελέστηκαν πριν από την παράδοση του και είναι διαφορετικές από εκείνες για τις οποίες έγινε η έκδοση (εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις), αποτρέποντας, έτσι, και το ενδεχόμενο να διωχθεί το εκδιδόμενο πρόσωπο για πολιτικά εγκλήματα ή για πολιτικούς λόγους και σκοπούς.
Επίσης, η συνακόλουθη τούτων υποχρέωση για εξειδίκευση, συγκεκριμενοποίηση και ακριβή καθορισμό της διωκόμενης πράξης για την έκδοση θεμελιώνεται και στις αυξημένης τυπικής ισχύος και έχουσες υπερνομοθετική ισχύ (κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διατάξεις της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ΝΔ 53/1974, καθώς και των πρόσθετων πρωτοκόλλων της που έχουν κυρωθεί από την Χώρα μας, καθώς και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), που υιοθετήθηκε από την Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη στις 16-12-1966 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1997, η τήρηση των υποχρεώσεων της χώρας μας που έχουν αναληφθεί σχετικά, επιβάλλεται ρητά και στις περιπτώσεις που οι δικαστικές αρχές κρίνουν επί αιτημάτων έκδοσης, κατά τη ρητή περί τούτου πρόβλεψη της παραγράφου 4 του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης, με την όποια ορίζεται ότι "η εφαρμογή του παρόντος άρθρου δεν θίγει υποχρεώσεις αναληφθείσας ή αναληφθησομένας υπό των Συμβαλλομένων μερών κατά τους όρους ετέρας διεθνούς συμβάσεως, πολυμερούς χαρακτήρος".
Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ "κανείς δεν επιτρέπεται να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία", ενώ κατά το 6 παρ. 1 της ίδιας σύμβασης, "κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργεί νόμιμα, το οποίο θα αποφασίσει είτε ως προς αμφισβητήσεις για τα αστικής φύσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις του, είτε για την βασιμότητα κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης", ενώ κατά το ίδιο άρθρο 6 παρ. 3 περ. α' αυτής, αλλά και το άρθρο 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), "κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορηθεί λεπτομερώς το συντομότερο δυνατό και σε γλώσσα που κατανοεί, τη φύση και τον λόγο της εναντίον του κατηγορίας". Ένα δικαστήριο είναι ανεξάρτητο και αμερόληπτο όταν ανταποκρίνεται σε μια σειρά προϋποθέσεων που σχετίζονται κυρίως και πρωτίστως, με την νομιμότητα της σύνθεσής του και την ανεξαρτησία του έναντι της εκτελεστικής εξουσίας και των διαδίκων και την εφαρμογή της νομιμότητας και την απουσία κάθε σκοπιμότητας κατά την διαδικασία λήψης των αποφάσεών του (ΑΠ 677/2025, ΑΠ 1177/2024).
[3] Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο Έλληνας δικαστής, ως δικαστική αρχή εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αφού αρχικά ελέγξει τη νομιμότητα του εντάλματος, δηλαδή την εξωτερικά νομότυπη έκδοση (π.χ. έκδοση του εντάλματος από δικαστική αρχή) και την εσωτερική νομιμότητα αυτού (π.χ. έκδοση για αξιόποινες πράξεις και ποινές, που επιτρέπουν την παράδοση του εκζητούμενου), οφείλει, στη συνέχεια, να ερευνήσει, αν συντρέχει κάποιος από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 11 του Ν. 3251/2004 λόγους υποχρεωτικής άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος και, σε καταφατική περίπτωση, να εκδώσει απορριπτική απόφαση και να αρνηθεί την παράδοση του εκζητούμενου ή, αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους δυνητικής άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, η συνδρομή του οποίου παρέχει στο δικαστή τη διακριτική εξουσία, ασκούμενη σύμφωνα με τις ισχύουσες στο ελληνικό ποινικό σύστημα αρχές, να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος (ΑΠ 348/2024, ΑΠ 769/2024).
[4] Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις του ν. 3251/2004 προβλέπεται μόνο τυπικός έλεγχος από την αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος και όχι έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της σε βάρος του εκζητούμενου κατηγορίας και των σε βάρος του ενδείξεων ενοχής, καθόσον ο έλεγχος αυτός ανήκει στην αρμοδιότητα του κράτους έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος, με αποτέλεσμα τέτοιος έλεγχος κατά το στάδιο της λήψης της απόφασης για την εκτέλεση ή μη του εντάλματος από την αρμόδια δικαστική αρχή, όχι μόνο να καθίσταται περιττός και να είναι αντίθετος προς τις αρχές της αμοιβαίας αναγνώρισης και εμπιστοσύνης, που έχουν αναπτυχθεί μεταξύ των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στις οποίες εδράζεται το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, θεμελιώνονται δε (οι εν λόγω αρχές) στο σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και των αρχών του κράτους δικαίου, ώστε να δημιουργείται ένα κοινό και οικείο νομικό περιβάλλον και να μην υφίσταται δυσπιστία στις αλλοδαπές δικαστικές αρχές στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΑΠ 498/2021), αλλά και να αντιμάχεται την έννοια του μηχανισμού του, ως μιας ενιαίας διακρατικής επιμεριστικής διαδικασίας, για άλλα εγκλήματα της οποίας αρμόδια καθίσταται η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος και για άλλα η δικαστική αρχή εκτέλεσής του, φέροντας η καθεμία την ευθύνη για το δικό της τμήμα της όλης διαδικασίας.
Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. ε' του ν. 3251/2004, μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να περιέχει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης συμπεριλαμβάνεται και "περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος", αφού τα στοιχεία αυτά αποσκοπούν στον έλεγχο, από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, που επιλαμβάνεται της εκτέλεσης του εντάλματος, όλων των προϋποθέσεων και κωλυμάτων της προσαγωγής του εκζητούμενου, όπως η συνδρομή του διττού αξιοποίνου και της αρχής του ne bis in idem, καθώς και της συνδρομής περιστάσεων που απαγορεύουν την εκτέλεση του εντάλματος, ενώ ο έλεγχος της ουσιαστικής βασιμότητας της κατηγορίας προϋποθέτει και διαβίβαση των αποδεικτικών στοιχείων, στα οποία βασίζεται αυτή, προϋπόθεση όμως που δεν προβλέπεται από το ν. 3251/2004. Ομοίως, υποχρέωση ελέγχου της ουσιαστικής βασιμότητας της κατηγορίας και των ενδείξεων ενοχής σε βάρος του εκζητούμενου δεν απορρέει ούτε από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 στοιχ. γ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, αφού η ρύθμιση αυτή αφορά στην προσωρινή κράτηση και όχι στην κράτηση με σκοπό την έκδοση. Επίσης, μια τόσο σημαντική προϋπόθεση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, όπως είναι η έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της κατηγορίας και των ενδείξεων ενοχής θα αναφερόταν οπωσδήποτε στο νόμο, η απουσία δε ρητής πρόβλεψης οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ουσιαστικός έλεγχος της κατηγορίας δεν περιλαμβανόταν στο σκοπό του νομοθέτη, για τους λόγους, που προαναφέρθηκαν.
Ούτε, τέλος, υπάρχει υποχρέωση ελέγχου της ουσιαστικής βασιμότητας της σε βάρος του εκζητούμενου κατηγορίας και των ενδείξεων ενοχής με βάση τη διάταξη του άρθρου 443 παρ. 1 α' του ΚΠΔ, που επιβάλλει την προσκόμιση από την αιτούσα την έκδοση δικαστική αρχή των εγγράφων που απαιτούνται για να βεβαιωθεί η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του εκζητούμενου, με βάση τη διάταξη του άρθρου 449 παρ. 3 ΚΠΔ, κατά την οποία το συμβούλιο μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση αν κρίνει ότι λείπουν τα στοιχεία που προβλέπονται από την παρ. 1 του άρθρου 443, καθώς και με βάση τη διάταξη του άρθρου 450 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι το Συμβούλιο Εφετών εξετάζει, με βάση τα προσαγόμενα αποδεικτικά στοιχεία, αν υπάρχουν ενδείξεις για τη βασιμότητα της σε βάρος του εκζητούμενου κατηγορίας, διότι η ρύθμιση του νεότερου ν. 3251/2004 είναι ειδική έναντι των ρυθμίσεων των διατάξεων των άρθρων 436 έως 461 ΚΠΔ, που ρυθμίζουν κατά τρόπο γενικό τα σχετικά με την "έκδοση" ζητήματα, δεδομένου μάλιστα του ότι, όπως προαναφέρθηκε, έχουν αναπτυχθεί μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης που στηρίζονται στο σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και των αρχών του κράτους δικαίου, ο έλεγχος δε της ουσιαστικής βασιμότητας της σε βάρος του εκζητούμενου κατηγορίας και των ενδείξεων ενοχής από τις δικαστικές αρχές του κράτους που αποφασίζει για την εκτέλεση του Εντάλματος Σύλληψης είναι αντίθετος προς την αρχή της μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αμοιβαίας εμπιστοσύνης.
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α., σύμφωνα με την οποία κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί δικαίως, δημόσια, εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, το οποίο λειτουργεί νόμιμα και το οποίο θα αποφασίσει για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης και θα διασφαλίσει τα αναφερόμενα σ' αυτήν υπερασπιστικά του δικαιώματα (τεκμήριο αθωότητας, έγκαιρη και πλήρη ενημέρωση για τη σε βάρος του κατηγορία, δικαίωμα σε συνήγορο επιλογής του, δικαίωμα σε εξέταση μαρτύρων), καθώς και οι συναφείς διατάξεις των άρθρων 47, 48, 51 και 52 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφορούν σε δικαιώματα που γεννιούνται υπέρ του συλληφθέντος προσώπου μετά την εκτέλεση του εκδοθέντος σε βάρος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και την προσαγωγή του ενώπιον της αρμόδιας δικαστικής αρχής του κράτους που ζήτησε την έκδοσή του και αφού ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη, οπότε και θα προετοιμάσει την υπεράσπισή του κατά της εναντίον του κατηγορίας.
Έτσι, τα παραπάνω υπερασπιστικά δικαιώματα του συλληφθέντος και τελούντος υπό έκδοση σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκζητούμενου, δεν είναι δυνατόν να ελέγχονται από το κράτος που εκτελεί το ευρωπαϊκό ένταλμα, αλλά εμπίπτει στον έλεγχο των δικαστικών αρχών του κράτους που ζήτησε την έκδοσή του. Δηλαδή η παροχή δυνατότητας άσκησης ή η παραβίαση των υπερασπιστικών αυτών δικαιωμάτων του εκζητούμενου προσώπου, ως κατηγορουμένου, μετά την παράδοσή του στο κράτος που εξέδωσε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, εναπόκειται στο τελευταίο (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 1451/2023).
[5] Η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3251/2004 ορίζει ότι: "Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που διατυπώνονται στο ισχύον Σύνταγμα και στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε κάθε περίπτωση, ο εκζητούμενος δεν απομακρύνεται, ούτε απελαύνεται, ούτε εκδίδεται σε κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση". Με τη διάταξη αυτή, ο νόμος αναθέτει στο αρμόδιο όργανο για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, την ενδελεχή έρευνα του γεγονότος της προσβολής ή όχι θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου που διατυπώνονται στο Σύνταγμα και στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, από την εκτέλεση του εντάλματος.
Περαιτέρω, η αρχή της αναλογικότητας, απορρέουσα από την έννοια και τους θεσμούς του κράτους δικαίου, καθιερώνεται ήδη ρητώς από το Σύνταγμα (άρθρο 25 παρ. 1). Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι επιβαλλόμενοι από τον κοινό νομοθέτη και τη διοίκηση περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να είναι μόνον οι αναγκαίοι και να συνάπτονται προς τον υπό του νόμου επιδιωκόμενο σκοπό. Ένα μέτρο που προβλέπεται από διάταξη νόμου ως κύρωση για παράβαση διάταξης, τότε μόνο αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, όταν από το είδος του ή τη φύση του είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού ή όταν οι δυσμενείς συνέπειες του μέτρου τελούν σε προφανή δυσαναλογία ή υπερακοντίζουν τον επιδιωκόμενο σκοπό (ΑΠ 304/2022). Τέτοιο δεν συνιστά το ενδεχόμενο να κρατηθεί προσωρινά για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από το επιτρεπόμενο κατά τους ελληνικούς νομούς, ούτε βεβαίως η ενδεχόμενη προσωρινή του κράτηση παραβιάζει την αρχή της ισότητας ή της αναλογικότητας έναντι των ισχυόντων ως προς τους υπόδικους, που έχουν μόνιμη κατοικία στο κράτος μέλος έκδοσης. Η αρχή της αναλογικότητας, άλλωστε, ισχύει στα πλαίσια της έννομης τάξης κάθε κράτους και η παραβίασή της πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει και του είδους της ποινής, που έχει επιβληθεί ή τη μικρή ή μεγάλη απαξία της αξιόποινης πράξης, εφόσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια, των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει την κρίση του δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της αναλογικότητας (ΑΠ 273/2022).
Είναι χωρίς έννομη επιρροή ότι η ελληνική έννομη τάξη επιφυλάσσει ηπιότερη ποινική μεταχείριση για τη διωκόμενη πράξη, καθόσον, για την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. αρκεί ότι πληρούται η προϋπόθεση του διττού αξιοποίνου ή στις προβλεπόμενες περιπτώσεις χωρίς την προϋπόθεση αυτή, η δε επαπειλούμενη ποινή να είναι η αντίστοιχη κατά ανώτατο όριο, και, συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας από το γεγονός ότι η αξιόποινη πράξη κατά το δίκαιο της χώρας έκδοσης του εντάλματος προβλέπει βαρύτερη ποινή από το δίκαιο της χώρας εκτέλεσης του εντάλματος (ΑΠ 240/2023). Και τούτο διότι στο πλαίσιο της διακρατικής συνεργασίας των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω του ευρωπαϊκού εντάλματος, δεν δικαιολογείται από τις αρχές της αμοιβαίας αναγνώρισης και εμπιστοσύνης, που έχουν αναπτυχθεί μεταξύ των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στις οποίες εδράζεται το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, αλλά και να αντιμάχεται την έννοια του μηχανισμού του, ως μιας ενιαίας διακρατικής επιμεριστικής διαδικασίας, για άλλα εγκλήματα της οποίας αρμόδια καθίσταται η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος και για άλλα η δικαστική αρχή εκτέλεσής του, φέροντας η καθεμία την ευθύνη για το δικό της τμήμα της όλης διαδικασίας (ΑΠ 1174/2025, ΑΠ 240/2023, ΑΠ 1508/2023), και ο εκζητούμενος δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο να υποβληθεί στο εκζητούν κράτος, που είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε οποιαδήποτε απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση ή να τιμωρηθεί με προφανώς δυσανάλογη ποινή σε σχέση με τα εγκλήματα που διώκεται (ΑΠ 273/2022, ΑΠ 854/2016).
[6] Με τις διατάξεις των άρθρων 121, 126, 127, 130 και 54 του Ελληνικού Π.Κ. ορίζονται τα εξής : Άρθρο 121 : "1. Στο κεφάλαιο αυτό με τον όρο ανήλικοι νοούνται αυτοί που κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης έχουν ηλικία μεταξύ του δωδέκατου και του δέκατου όγδοου έτους της ηλικίας τους συμπληρωμένων. 2. Οι ανήλικοι υποβάλλονται σε αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα ή σε περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων άρθρων". Άρθρο 126 : "1. Η αξιόποινη πράξη που τελέστηκε από ανήλικο δώδεκα έως δεκαπέντε ετών δεν καταλογίζεται σε αυτόν. Το δικαστήριο μπορεί να του επιβάλει αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα. 2. Σε ανήλικο που τέλεσε αξιόποινη πράξη και έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του επιβάλλονται επίσης αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα, εκτός αν κρίνεται αναγκαίο να επιβληθεί περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων κατά το επόμενο άρθρο". Άρθρο 127: "1. Περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων επιβάλλεται μόνο σε ανηλίκους που έχουν συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο (15ο) έτος της ηλικίας τους, εφόσον η πράξη τους, αν την τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα. Η απόφαση πρέπει να περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την οποία να προκύπτει γιατί τα αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα δεν κρίνονται στη συγκεκριμένη περίπτωση επαρκή ενόψει των ιδιαίτερων συνθηκών τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του ανηλίκου. Κρίνοντας από τις περιστάσεις, το δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει εν όλω ή εν μέρει, την έκτιση του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων σε κατ' οίκον έκτιση ή σε κοινωφελή εργασία, με αναλογική εφαρμογή των άρθρων 104Α και 105. 2. Στην απόφαση ορίζεται επακριβώς ο χρόνος παραμονής του ανηλίκου στο κατάστημα αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 54". Άρθρο 130 "3. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή αναμορφωτικών ή θεραπευτικών μέτρων δεν είναι επαρκής και ότι ο περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, μολονότι αναγκαίος για τον ποινικό σωφρονισμό του καταδικασθέντος, δεν είναι πλέον σκόπιμος λόγω της ηλικίας του, μπορεί να διατάξει την έκτιση της ποινής σε σωφρονιστικό κατάστημα.
Στην περίπτωση αυτή ο καταδικασθείς κρατείται χωριστά από τους άλλους ενήλικους καταδίκους". Άρθρο 54: "Η διάρκεια του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ούτε είναι κατώτερη των έξι (6) μηνών, αν για την πράξη που τελέστηκε ο νόμος απειλεί κάθειρξη ως δέκα (10) έτη. Αν η απειλούμενη κάθειρξη είναι ισόβια ή πρόσκαιρη ανώτερη από αυτήν του προηγούμενου εδαφίου, η διάρκεια του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης δεν υπερβαίνει τα οκτώ (8) έτη, πριν την 01-05-2024 και δέκα (10) έτη, μετά την 01-05-2024, ούτε είναι κατώτερη από δύο (2)".
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και τα πρακτικά της με αριθμ. 1174/2025 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του εκζητούμενου, που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιο Συμβουλίου και του παρόντος Συμβουλίου, και περιέχονται στα αντίστοιχα πρακτικά αυτών, τα οποία αναγνώστηκαν, σε συνδυασμό με όσα ανέπτυξε, ο εκζητούμενος - εκκαλών (δια διερμηνέως), και οι συνήγοροί του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Συμβουλίου και περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, και ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου και περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης της 19-09-2025 και της παρούσας δημόσιας συνεδρίασης, που τηρήθηκαν στην έφεση, και τα αντίστοιχα υπομνήματά του, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Το συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την με αριθμ. 302/28-05-2025 απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκτέλεσης του με στοιχεία II Kop 14/25 από 1/5/2025 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, το οποίο εκδόθηκε από το Περιφερειακό Δικαστήριο του Πλότσκ (Plocku) Β' Ποινικό Τμήμα, με βάση την εκτελεστή απόφαση του Τοπικού Δικαστηρίου της Μλάβα Β' Ποινικό Τμήμα, της 1ης Μαΐου 2025, με αριθμό φακέλου II Kop 127/25, για την εφαρμογή της προσωρινής κράτησης για την περίοδο τριάντα (30) ημερών, από την ημέρα σύλληψης, με το οποίο ζητείται από τις Αρχές της Πολωνίας, η έκδοση του υπηκόου της Πολωνίας (επ.) G. (ον.) B. του P. και της K., που γεννήθηκε στην Βαρσοβία, στις ...-2007, κατοίκου ..., ... (οδός ...), και ήδη προσωρινά κρατούμενου στο ΕΑΣΚΝ ΚΑΣΣΑΒΕΤΕΙΑΣ, προκειμένου να διεξαχθεί εναντίον του ποινική διαδικασία για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, με ιδιαίτερη σκληρότητα (άρθρ. 148 παρ. 2 σημείο 1 του Πολωνικού Ποινικού Κώδικα), για την τέλεση της οποίας κατηγορήθηκε ως ύποπτος στη διαδικασία της Τοπικής Εισαγγελίας Μλάβα με αριθμό 4217-4.Ds.825.2025, και διατηρήθηκε η κράτησή του μέχρι την παράδοσή του στις αρμόδιες αρχές της Πολωνίας. Ειδικότερα, οι δικαστικές αρχές της Πολωνίας με το ανωτέρω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αποδίδουν στον εκζητούμενο, ήδη εκκαλούντα, αυτολεξεί τα ακόλουθα:
" Ο (ον.) B. (επ.) G. είναι ύποπτος του ότι : Την 23η Απριλίου του έτους 2025 στη Μλάβα (MLAWA), επαρχία Μλάβσκι (MLAWSKI), επί της οδού ..., σκότωσε την Μ. Κ. (M. K.), ενεργών με ιδιαίτερη σκληρότητα με τον εξής τρόπο: αφού έσερνε πρώτα την παθούσα μέσα στους βοηθητικούς χώρους και μπροστά στο κτίριο του ξυλουργείου με εμπορική επωνυμία Γκαλέρια Παρκιέτου (GALERIA PARKIETU), κτυπούσε την παθούσα πολλές φορές και με μεγάλη δύναμη με αντικείμενο το οποίο έμοιαζε με ξύλινο ραβδί στο κεφάλι, στον κορμό, στα άνω άκρα και όταν η παθούσα, παρά τα πολλαπλά κτυπήματα, έδειχνε σημάδια ζωής, την κτύπησε μερικές φορές στην περιοχή του κεφαλιού και της άνω περιοχής του κορμού με αντικείμενο που έμοιαζε με μεταλλικό τσεκούρι ή σφυρί και επιπλέον έχυσε στο σώμα της παθούσας αδιευκρίνιστη χημική ουσία και το πυρπολούσε και έπειτα τοποθέτησε την παθούσα, η οποία δεν έδειχνε σημάδια ζωής, σε πλαστικό σκουπιδιών, παραμορφώνοντας το σώμα της, κάτι με το οποίο προκάλεσε στην παθούσα πολλές και εκτεταμένες βλάβες της περιοχής ολόκληρου του κεφαλιού, του κορμού, των άνω και κάτω άκρων με την μορφή μολώπων, τεμνόντων και ελκυστικών τραυμάτων, χημικής και θερμικής βλάβης του δέρματος της περιοχής του σπλαχνικού κρανίου της παθούσας, ως αποτέλεσμα των οποίων η παθούσα απεβίωσε, ήτοι για την τέλεση της αξιόποινης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 148 παρ. 2 σημείο 1 Ποινικού Κώδικα".
Η ανωτέρω αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση με ιδιαίτερη σκληρότητα προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 148 παρ. 2 σημ. 1 του Πολωνικού Ποινικού Κώδικα, με ποινή στερητικής της ελευθερίας τουλάχιστον 15 ετών ή ισόβιας κάθειρξης, ωστόσο με το άρθρο 54 παρ. 2 του Πολωνικού Ποινικού Κώδικα στον δράστη, ο οποίος κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης δεν έκλεισε τα δεκαοκτώ (18) έτη, δεν επιβάλλεται η ποινή ισόβιας κάθειρξης, και το ανώτατο όριο ποινής είναι στερητική της ελευθερίας φυλάκιση έως τριάντα (30) ετών. Το ανωτέρω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αναγγέλθηκε με το με αριθμ. 2320250501210538285 από 01-05-2025 μήνυμα του S.I.RE.N.E. Πολωνίας και διαβιβάστηκε στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, με το με αριθμ. πρωτ. 1533/25/932842 από 02-05-2025 έγγραφο του Τμήματος SIRENE Ελλάδας.
Ο εκκαλών - εκζητούμενος συνελήφθη την 01-05-2025 και ώρα 22.40, ύστερα από τη με αριθμ πρωτ. 242-58/25Ε εντολή του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και προσήχθη ενώπιόν του, στις 05-05-2025. Κατά την εμφάνισή του, ο εκκαλών - εκζητούμενος ενημερώθηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, κατ' άρθρο 15 του Ν. 3251/2004, μέσω νομίμως διορισθείσας διερμηνέως της πολωνικής γλώσσας, καθόσον διαπιστώθηκε ότι δεν κατανοεί την ελληνική γλώσσα, για το περιεχόμενο του ανωτέρω εντάλματος, και, ειδικότερα, ότι ζητείται η έκδοσή του στην Πολωνία από τις δικαστικές αρχές του κράτους αυτού, προκειμένου να δικαστεί για την πράξη της δολοφονίας, πράξη, επίσης, αξιόποινη κατά το ελληνικό δίκαιο "ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση" (άρθρ. 299 παρ. 1 ΠΚ), για το δικαίωμά του να προσφύγει στις υπηρεσίες νομικού παραστάτη και διερμηνέα στο κράτος - μέλος εκτέλεσης και στο κράτος - μέλος έκδοσης, για το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου και επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και τις προξενικές αρχές του κράτους του οποίου είναι υπήκοος, καθώς και για τη δυνατότητα που του παρέχεται να συγκατατεθεί στην προσαγωγή του στην αιτούσα αρχή και τις συνέπειες αυτής της συγκατάθεσής του, αυτός (εκκαλών - εκζητούμενος) δήλωσε ότι διορίζει νομική του παραστάτη την δικηγόρο Θεσσαλονίκης Μαρία Χαρτοματζίδου (Α.Μ.Δ.Σ.Θ. 10512), ότι δεν συγκατατίθεται για την προσαγωγή του στο κράτος έκδοσης του προαναφερόμενου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και δεν παραιτείται από την προστασία που του παρέχεται με βάση την αρχή της ειδικότητας. Ο εκζητούμενος είναι πράγματι το πρόσωπο σε βάρος του οποίου εκδόθηκε το ένδικο Ε.Ε.Σ., το οποίο εκδόθηκε από τις αρμόδιες αρχές της Πολωνίας, ήτοι από χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχει εναρμονίσει τη σχετική νομοθεσία της με την απόφαση πλαίσιο για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (άρθρο 39 παρ. 1 εδ. β' του ν. 3251/2004), και προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση από την Πολωνική Γλώσσα.
Το ανωτέρω Ε.Ε.Σ., όπως συμπληρώθηκε με τις διευκρινήσεις που έδωσε η Πολωνική Δικαστική Αρχή, μετά την έκδοση της με αριθμ. 1174/2025 απόφασης του Αρείου Πάγου, φέρει ημεροχρονολογία έκδοσης (01-05-2025), το ονοματεπώνυμο και την υπογραφή του δικαστή που το εξέδωσε και περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 του ν. 3251/2004, και, δηλαδή την ταυτότητα του εκζητούμενου [όνομα, επώνυμο, ονοματεπώνυμο πατέρα, ονοματεπώνυμο μητέρας, τόπος γέννησης, ημεροχρονολογία γέννησης (...-2007), διεύθυνση κατοικίας του, φωτογραφία του), την ιθαγένεια του εκζητούμενου, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του, τη μνεία της απόφασης δικαστικής αρχής με την οποία επιβλήθηκε προσωρινή κράτηση του εκζητούμενου, τη φύση και τον νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος για το οποίο ζητείται η έκδοση (διαλαμβάνοντας το άρθρ. 148 παρ. 2 σημείο 1 του Πολωνικού Ποινικού Κώδικα και το περιεχόμενο της ποινικής αυτής διάταξης), την περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνεται ο χρόνος, ο τόπος που τελέστηκε, καθώς και η μορφή της συμμετοχής του εκζητούμενου (αυτουργός) στην αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση με ιδιαίτερη σκληρότητα και ο τρόπος τέλεσης αυτής σε βάρος της Μ. Κ. (M. K.) και το πλαίσιο της προβλεπόμενης στον Πολωνικό Ποινικό Κώδικα ποινής.
Συγκεκριμένα στο ανωτέρω περιεχόμενο του ένδικου Ε.Ε.Σ. γίνεται αναφορά ότι εκδίδεται με βάση την εκτελεστή απόφαση του Τοπικού Δικαστηρίου της Μάλβα της 01ης Μαΐου 2025, με αριθμ. φακέλου ΙΙ Kp 127/25, για την εφαρμογή προσωρινής κράτησης του εκκαλούντος - εκζητούμενου για τριάντα (30) ημέρες για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (που εκτελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα) και στην απόφαση έκδοσης Ε.Ε.Σ. διαλαμβάνεται ρητά, ότι στην περίπτωση του εκζητούμενου, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 2 του Πολωνικού Ποινικού Κώδικα, δεν εφαρμόζεται η ισόβια κάθειρξη και ότι το ανώτατο όριο της ποινής είναι τα τριάντα (30) έτη, ήτοι το πλαίσιο ποινής είναι από δεκαπέντε (15) έτη μέχρι τα τριάντα (30) έτη. Η πράξη αυτή εμπίπτει σε εκείνες τις πράξεις για τις οποίες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 στοιχ. β' του Ν. 3251/2004, επιτρέπεται η εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, με μόνη προϋπόθεση να τιμωρείται στο κράτος έκδοσης του εντάλματος με ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, των οποίων το ανώτατο όριο σ' αυτό είναι τουλάχιστον τριών ετών, προϋπόθεση που πληρούται εν προκειμένω, αφού η προβλεπόμενη, κατά το Πολωνικό Ποινικό Κώδικα, ποινή φυλάκισης είναι, κατά το δίκαιο του κράτους έκδοσης, ανώτερη των τριών ετών.
Επιπροσθέτως, η πράξη αυτή προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος από τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα (άρθρο 299 παρ. 1, 127, 51, 54 ΠΚ) και προβλέπεται περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, που είναι στερητική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των δώδεκα μηνών. Ειδικότερα, ο εκκαλών - εκζητούμενος, ο οποίος γεννήθηκε στις ...-2007 και στις 23-04-2025, χρόνο τέλεσης της αποδιδόμενης σ' αυτόν άδικης πράξης, είχε συμπληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας του, δεν είναι ανεύθυνος ποινικά, λόγω της ηλικίας του, για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη, και έχοντας, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας του η απειλούμενη σε βάρος του στερητική της ελευθερίας ποινή, κατά τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα, εφόσον κρίνεται με απόφαση που πρέπει να περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ότι τα αναμορφωτικά και θεραπευτικά μέτρα δεν κρίνονται στη συγκεκριμένη περίπτωση επαρκή, είναι περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, η διάρκεια του οποίου δεν υπερβαίνει τα δέκα οκτώ (8) έτη και από 01-05-2024 τα δέκα (10) έτη ούτε είναι κατώτερη των δύο (2) ετών. Επομένως, το ένδικο Ε.Ε.Σ. περιέχει όλα τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του Ν. 3251/0224 στοιχεία, όπως και η εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε και γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του εκζητούμενου. Το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 148 παρ. 2 σημείο 1 του Πολωνικού Ποινικού Κώδικα, δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται στην απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου για την έκδοση του Ε.Ε.Σ., ενόψει ότι σ' αυτήν αναφέρεται η νομική διάταξη του ανωτέρω άρθρου, και η αποδιδόμενη στον εκζητούμενο - εκκαλούντα αξιόποινη πράξη προσκομίζονται, οι σχετικές διατάξεις του Πολωνικού Κώδικα σε μετάφραση στην ελληνική γλώσσας. Στο ένταλμα, όπως συμπληρώθηκε, μετά τη με αριθμ. 1174/2025 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναφέρεται και η ποινική διάταξη του άρθρου 54 παρ. 2 και 10 παρ. 4 του Πολωνικού Ποινικού Κώδικα, που αφορά τη μεταχείριση του δράστη ο οποίος τη στιγμή της πράξης δεν έκλεισε τα δεκαοκτώ (18) έτη και ότι στον εκζητούμενο, που γεννήθηκε στις ...-2007, δεν εφαρμόζεται η ποινή ισόβιας κάθειρξης. Άλλα στοιχεία δεν προβλέπεται να αναφέρονται στο ένδικο Ε.Ε.Σ.
Επομένως, οι σχετικοί λόγοι έφεσης α) περί αοριστίας του ένδικου Ε.Ε.Σ. καθώς και της απόφασης του Τοπικού Δικαστηρίου της Μλάβα Β' Ποινικό Τμήμα για την εφαρμογή προσωρινής κράτησης, λόγω έλλειψης: α) στοιχείων ταυτότητας του εκκαλούντος - εκζητούμενου, β) αναφοράς, αορίστως, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης Ε.Ε.Σ., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 607α και 607β του Πολωνικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (στα οποία αναφέρονται προϋποθέσεις και τα εμπόδια, αντίστοιχα, για την έκδοση Ε.Ε.Σ.) είναι αβάσιμοι, ενώ δεν παραβιάζεται η αρχή της ειδικότητας. Είναι χωρίς έννομη επιρροή ότι η ελληνική έννομη τάξη επιφυλάσσει ηπιότερη ποινική μεταχείριση για τη διωκόμενη πράξη σε βάρος δράστη ο οποίος, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης δεν συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας, στον οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, επιβάλλεται περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων [ή σε σωφρονιστικό κατάστημα αν η εκδίκαση της υπόθεσης γίνει μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας και κριθεί ότι δεν είναι σκόπιμος, λόγω της ηλικίας του] η διάρκεια του οποίου δεν υπερβαίνει τα οκτώ (8) έτη και τα δέκα (10) έτη, μετά την 01-05-2025, ούτε είναι κατώτερη των δύο (2) ετών, καθόσον, για την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. αρκεί ότι πληρούται η προϋπόθεση του διττού αξιοποίνου ή στις προβλεπόμενες περιπτώσεις χωρίς την προϋπόθεση αυτή, η δε επαπειλούμενη ποινή να είναι η αντίστοιχη κατά ανώτατο όριο, και, συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας από το γεγονός ότι η αξιόποινη πράξη, κατά το δίκαιο της χώρας έκδοσης του εντάλματος, προβλέπει βαρύτερη ποινή από το δίκαιο της χώρας εκτέλεσης του εντάλματος.
Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, επειδή η πράξη κατά τον Πολωνικό Ποινικό Κώδικα τιμωρείται βαρύτερα, ενώ δεν προκύπτει δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων για να επιληφθούν της ποινικής διαφοράς. Περαιτέρω, δεν αποτελεί στοιχείο του ένδικου Ε.Ε.Σ., που εκδόθηκε με βάση την ανωτέρω απόφαση, η ουσιαστική στοιχειοθέτηση της σε βάρος του εκζητούμενου - εκκαλούντος αποδιδόμενης πράξης της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, με ιδιαίτερη σκληρότητα, με αναφορά σ' αυτό συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων και αποδεικτικού υλικού, με βάση τα οποία κατέστη πιθανό ότι τέλεσε σε μεγάλο βαθμό ύποπτο, και ο σχετικός λόγος έφεσης είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, προβλέπεται μόνο τυπικός έλεγχος από την αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος του Ε.Ε.Σ. και όχι έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της σε βάρος του εκζητούμενου κατηγορίας και των σε βάρος του ενδείξεων ενοχής.
Ο έλεγχος αυτός ανήκει στην αρμοδιότητα του κράτους έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος, με αποτέλεσμα τέτοιος έλεγχος, κατά το στάδιο της λήψης της απόφασης για την εκτέλεση ή μη του εντάλματος από την αρμόδια δικαστική αρχή, όχι μόνο να καθίσταται περιττός αλλά είναι και αντίθετος προς τις αρχές της αμοιβαίας αναγνώρισης και εμπιστοσύνης, που έχουν αναπτυχθεί μεταξύ των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στις οποίες εδράζεται το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, αλλά και να αντιμάχεται την έννοια του μηχανισμού του, ως μιας ενιαίας διακρατικής επιμεριστικής διαδικασίας, με την οποία για άλλα εγκλήματα αρμόδια καθίσταται η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος και για άλλα η δικαστική αρχή εκτέλεσής του, φέροντας η καθεμία την ευθύνη για το δικό της τμήμα της όλης διαδικασίας. Υποχρέωση ελέγχου της ουσιαστικής βασιμότητας της κατηγορίας και των ενδείξεων ενοχής σε βάρος του εκζητούμενου δεν απορρέει, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη: 1) ούτε από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 στοιχ. γ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και 2) ούτε από τις διατάξεις των άρθρων 443 παρ. 1 α, 449 παρ. 3 και 450 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, άρθρου 449 παρ. 3 ΚΠοινΔ, διότι η ρύθμιση του νεότερου ν. 3251/2004 είναι ειδική έναντι των ρυθμίσεων των διατάξεων των άρθρων 436 έως 461 ΚΠοινΔ, που ρυθμίζουν κατά τρόπο γενικό τα σχετικά με την "έκδοση" ζητήματα, και έλεγχος της ουσιαστικής βασιμότητας της σε βάρος του εκζητούμενου κατηγορίας και των ενδείξεων ενοχής από τις δικαστικές αρχές του κράτους που αποφασίζει για την εκτέλεση του Εντάλματος Σύλληψης είναι αντίθετος προς την αρχή της μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Επομένως, ο σχετικός λόγος έφεσης, με τους οποίο ο εκζητούμενος παραπονείται ότι δεν διαλαμβάνεται στο ένδικο Ε.Ε.Σ. αλλά και στην απόφαση για την εφαρμογή της προσωρινής κράτησης η ουσιαστική στοιχειοθέτηση της σε βάρος του κατηγορίας είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, από το ένδικο Ε.Ε.Σ. προκύπτει ότι δεν γεννάται καμία αμφιβολία για το νομικό χαρακτηρισμό της πράξης που αποδίδεται ως ανθρωποκτονίας από πρόθεση με ιδιαίτερη σκληρότητα (άρθρο 148 παρ. 2 σημείο 1 του Πολωνικού Ποινικού Κώδικα), που αναγράφεται στη θέση Ε αυτού σε σχέση με την άδικη πράξη που αναγρέφεται στη θέση Ε1 και αφορά άδικη πράξη χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, με την αιτίαση ότι στο πρωτότυπο Ε.Ε.Σ. η αποδιδόμενη στον εκζητούμενο πράξη αναφέρεται στο Ε1 και 31ο εικονίδιο και στο μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα κείμενο αναφέρεται στο Ε1 και 14ο εικονίδιο και στο πρωτότυπο Ε.Ε.Σ. το τελευταίο (14ο) αναφέρεται την πράξη της αεροπειρατείας και πειρατείας, και ουδόλως θίγεται η εγκυρότητα της μετάφρασής του στην ελληνική γλώσσα. Και, τούτο, διότι, όπως προεκτέθηκε, αναφέρεται και περιγράφεται στο Ε.Ε.Σ. με σαφήνεια η αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον εκζητούμενο καθώς και η ποινική διάταξη που την προβλέπει, με αποτέλεσμα να μην θίγεται το δικαίωμα του εκζητούμενου για ενημέρωση και πληροφόρησή του για τα τη νομική θεμελίωση και φύση της αποδιδόμενης σ' αυτόν κατηγορίας, που προβλέπεται στο άρθρο 5 παρ. 2 και 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ, ούτε του ιδίου (εκζητούμενου), αφού έλαβε γνώση του περιεχομένου του Ε.Ε.Σ. και από το πρωτότυπο αυτού που είναι συντεταγμένο στη μητρική του πολωνική γλώσσα.
Επομένως, ο λόγος έφεσης περί ασάφειας του Ε.Ε.Σ. ως προς την αποδιδόμενη στον εκζητούμενο άδικη πράξη είναι αβάσιμος, ενώ και το αίτημα του εκκαλούντος - εκζητούμενου, που υποβάλλεται με το εφετήριο, για την εκ νέου μετάφραση του Ε.Ε.Σ. είναι αβάσιμος, διότι δεν προέκυψε τέτοια ανάγκη. Δεν συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις υποχρεωτικής ή δυνητικής άρνησης εκτέλεσης του ένδικου ευρωπαϊκού εντάλματος, που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του Ν. 3251/2004, και αναλύονται παραπάνω, ούτε ότι η εκτέλεσή του θα έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών που διατυπώνεται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Περαιτέρω, ο εκζητούμενος, με σχετικούς λόγους έφεσης, παραπονείται ότι σε περίπτωση που θα εκδοθεί στην Πολωνία θα υποβληθεί σε μεταχείριση αντίθετη στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και θα παραβιαστούν τα δικαιώματά του, και, ειδικότερα, α) ότι κινδυνεύει η ζωή και η σωματική ακεραιότητα του ιδίου και της οικογένειάς του, λόγω του κλίματος μίσους και εχθρότητας το οποίο έχει δημιουργηθεί σε βάρος τους, τόσο στην τοπική κοινωνία της Mlawa, όπου διέμενε, όσο και σε ολόκληρη την Πολωνία, φτάνοντας μάλιστα στην εκτόξευση απειλών κατά της ζωής του και μελών της οικογένειάς του από ιδιώτες, Μ.Μ.Ε. και μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στη διοργάνωση διαδηλώσεων διαμαρτυρίας, ενώ ο θείος της δολοφονηθείσας - παθούσας, ο οποίος κρατείται σε κατάστημα κράτησης στης Πολωνίας προέβη σε ανάρτηση σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης, με την οποία καλεί ιδιώτες φυλακισμένους σε εκδήλωση βίαιης οργής σε βάρος του εκζητούμενου, β) ότι στην Πολωνία οι χώροι κράτησης είναι ανεπαρκείς και με υπερπληθυσμό, με ανεπαρκείς συνθήκες υγιεινής και παροχή ιατρικής περίθαλψης στους χώρους αυτού, ενώ υφίσταται βία μεταξύ των κρατουμένων και κακομεταχείριση αυτών από τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους, και με σχετικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ κρίθηκε, όσον αφορά στους χώρους κράτησης στην Πολωνία, ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σύμφωνα με το οποίο κανένας άνθρωπος δεν επιτρέπεται να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία και γ) ότι η Πολωνία έχει καταδικαστεί έχει πλειστάκις από το ΕΔΔΑ για την παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη (άρθρ. 6 τα ΕΣΔΑ) και κυρίως για παρεμβάσεις στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης.
Οι ανωτέρω λόγοι έφεσης κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Και, τούτο, διότι η προβαλλόμενη από τον εκζητούμενο διακινδύνευση της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας του ιδίου και μελών της οικογένειάς του, από τρίτα πρόσωπα, δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού δεν αποτελεί νόμιμο λόγο άρνησης της έκδοσης, ούτε άλλωστε συντρέχουν αποδεδειγμένοι τέτοιοι λόγοι, ενώ μπορούν, όπως και κάθε πολίτης της χώρας της Πολιτείας, να προσφύγουν τόσο ο ίδιος όσο και τα απειλούμενα μέλη της οικογένειάς του στα αρμόδια όργανα αυτής για την προστασία τους. Δεν προέκυψε ότι υπάρχει κίνδυνος να υποστεί ο εκκαλών εκζητούμενος απάνθρωπη ή εξευτελεστική μεταχείριση από τις αρχές της χώρας, μη συνάδουσας με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ.
Εξάλλου, η απόπειρα αυτοκτονίας του εκκαλούντος - εκζητούμενου, η οποία έλαβε χώρα στις 29-05-2025, μέσα στο χώρο κράτησής του στο Τμήμα Μεταγωγών Θεσσαλονίκης, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον διαλαμβανόμενο στο λόγο έφεσης ισχυρισμό για ύπαρξη σοβαρού κινδύνου απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, σε περίπτωση έκδοσής του στις δικαστικές αρχές της Πολωνίας.
Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 6 της Σύμβασης της Ρώμης για τα ανθρώπινα δικαιώματα (ΝΔ 53/1974), σύμφωνα με τις οποίες κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί δικαίως δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο νομίμως λειτουργούν, που θα αποφασίσει επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσης και επί του βάσιμου κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης, θεωρούμενο σε περίπτωση που κατηγορείται για αδίκημα ότι είναι αθώος μέχρι της απόδειξης της ενοχής του και ειδικότερη έκφραση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του οποίου είναι και αυτό της σιωπής και της μη αυτοενοχοποίησης του, αφορούν σε δικαιώματα, που γεννιούνται υπέρ του συλληφθέντος προσώπου μετά την εκτέλεση του εκδοθέντος σε βάρος του Ευρωπαϊκού Εντάλματος και την προσαγωγή του ενώπιον της αρμόδιας Δικαστικής Αρχής του κράτους που ζήτησε την παράδοσή του και αφού ασκηθεί σε βάρος του η ποινική δίωξη, όταν και θα ετοιμάσει την υπεράσπιση του κατά της εναντίον του κατηγορίας.
Έτσι τα ανωτέρω υπερασπιστικά δικαιώματα του συλληφθέντος και τελούντος υπό παράδοση σε άλλος κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκζητούμενου δεν μπορεί να ελέγχονται από το κράτος, που εκτελεί το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, αλλά εμπίπτει στον έλεγχο των Δικαστικών Αρχών του κράτους, που ζήτησε την έκδοσή του, δηλαδή η παροχή δυνατότητας άσκησης ή η παραβίαση αυτών των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του εκζητούμενου προσώπου, ως κατηγορούμενου, μετά την παράδοσή του στο κράτος, που εξέδωσε το Ε.Ε.Σ., εναπόκειται στο τελευταίο, και τα αντίθετα υποστηριζόμενα, με σχετικό λόγο έφεσης, από τον εκκαλούντα - εκζητούμενο είναι αβάσιμα. Το αίτημα του εκζητούμενου να ανασταλεί η εκτέλεση του ως άνω Ε.Ε.Σ. μέχρι την ενηλικίωσή του απορρίπτεται διότι δεν προβλέπεται στο ν. 3251/2004 λόγος αναστολής εκτέλεσης πριν από την τελεσιδικία του ανωτέρω εντάλματος ανεξαρτήτως ότι ήδη είναι αλυσιτελής, διότι κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο (21-11-2025) συμπληρώθηκε το 18ο έτος της ηλικίας του.
Υπό τα δεδομένα αυτά, εφόσον συντρέχουν όλες οι απαιτούμενες για την εκτέλεση του ανωτέρω Ε.Ε.Σ., ενώ δεν συντρέχει λόγος που να εμποδίζει, κατά τους ημεδαπούς νόμους ή του κράτους έκδοσης του ΕΕΣ την ποινική δίωξη του εκζητούμενου για την ανωτέρω πράξη ή που να αποκλείει ή να εξαλείφει το αξιόποινο αυτής, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του εκκαλούντος στις Δικαστικές Αρχές της Πολωνίας, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και να καταδικαστεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ.1 ΚΠοινΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 02-06-2025 έφεση του εκζητούμενου (επ.) G. (ον.) B. του P. και της K., που γεννήθηκε στην Βαρσοβία, στις ...-2007, κατοίκου ..., ... (οδός ...), και ήδη προσωρινά κρατούμενου στο ΕΑΣΚΝ ΚΑΣΣΑΒΕΤΕΙΑΣ κατά της με αριθμό 302/28-05-2025 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης,
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε τετρακόσια (400,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1974 - 2026 © Τετράβιβλος. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Όροι και Προϋποθέσεις