Απόφαση 897 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΕΜΠΡΗΣΜΟΣ ΣΕ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΦΟΡΤΗΓΟ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ ΠΟΥ ΜΕΤΕΦΕΡΕ ΠΟΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΨΥΚΤΙΚΑ - ΑΥΤΟΠΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ (ΛΟΓΙΣΤΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ) ΟΤΙ ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΜΠΡΗΣΜΟ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΕΣ (ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΙ) - ΑΓΩΓΗ ΓΙΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΕΞ ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑΣ - ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΩΞΗ ΓΙΑ ΦΘΟΡΑ ΞΕΝΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ - ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΟΤΙ Ο ΕΝΑΣ ΕΚ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΜΩΝ ΑΘΩΩΘΗΚΕ ΣΤΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΕΝ ΕΠΗΡΕΑΖΕΙ ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΤΕΛΕΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑΣ - Ορθώς κρίθηκε ότι οι εναγόμενοι από κοινού με άλλα άτομα, αγνώστων στοιχείων, με πρόθεση προκάλεσαν πυρκαγιά στο αυτοκίνητο της ενάγουσας και είναι υπόχρεοι εις ολόκληρον για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη αυτή από την ως άνω υπαίτια και παράνομη πράξη τους, συνεπεία της οποίας καταστράφηκε ολοσχερώς το φορτηγό αυτοκίνητο, καθώς και τα εμπορεύματα που ήταν φορτωμένα σ’ αυτό - Η κρίση του πολιτικού δικαστηρίου, ότι έχει τελεσθεί αδικοπραξία κατά το αστικό δίκαιο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου - Αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης (297, 298, 914, 926 ΑΚ, 381 ΠΚ)
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Α. του Γ. και 2) Ι. Γ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ιγνατιάδη.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Αναγνώστου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 883/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 982/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-5-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 11-2-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Ο πρώτος εναγόμενος (και ήδη πρώτος αναιρεσείων) Κ. Α., στις 11.6.2001, ήταν πρόεδρος και ο δεύτερος εναγόμενος (και ήδη δεύτερος αναιρεσείων), Ι. Γ., μέλος του ΔΣ της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "... ΕΛΛΑΔΟΣ". Το εν λόγω σωματείο είχε εργασιακές διαφορές με την ενάγουσα ανώνυμη εταιρία (και ήδη αναιρεσίβλητη), η οποία έχει ως αντικείμενο της δραστηριότητας της την εμπορία ποτών και αναψυκτικών. Ειδικότερα, η όξυνση στις σχέσεις των εναγομένων με τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής Ι. Κ., ο οποίος, πρέπει να σημειωθεί, ότι ήταν μέλος του ως άνω σωματείου από το έτος 1977 έως το έτος 1994, οπότε αποχώρησε και συνέστησε την ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, υπερέβαινε τα όρια μιας ελεγχόμενης αντιπαράθεσης συνδεόμενης με την εκ μέρους τους προώθηση των αντιτιθέμενων επαγγελματικών συμφερόντων τους. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 11-6-2001 και περί ώρα 03:50’ , και ενώ στο προαύλιο της έδρας της ενάγουσας εταιρίας, στο ..., ήταν σταθμευμένο, μεταξύ άλλων, το με αριθ. κυκλ. ... IX φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας αυτής, φορτωμένο ήδη από την προηγουμένη μέρα με προϊόντα της εμπορίας της, προκειμένου να παραδοθούν αυτά σε πελάτες της ενάγουσας, τις πρωινές εργάσιμες ώρες της αυτής ημέρας, εκδηλώθηκε φωτιά στο ως άνω φορτηγό όχημα, από την οποία κάηκε ολοσχερώς αυτό, καθώς και μερικώς τα εμπορεύματα, με τα οποία ήταν φορτωμένο.
Η αρχική εστία της, σύμφωνα με την αυτοψία που διενεργήθηκε από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, ήταν στην καμπίνα του αυτοκινήτου και προκλήθηκε με πρόθεση από ρίψη εύφλεκτου υγρού στο εσωτερικό της καμπίνας του αυτοκινήτου και στην συνέχεια ανάφλεξη αυτού με γυμνή φλόγα, ενώ, επίσης, διαπιστώθηκε, ότι το συρματόπλεγμα της περίφραξης του χώρου στην δυτική πλευρά ήταν κομμένο με κοπτικό εργαλείο. Την ώρα εκείνη βρίσκονταν στα γραφεία της ενάγουσας εταιρίας ο λογιστής της τελευταίας, Μ. Κ., εκτελώντας χρέη φύλακα κατόπιν συνεννοήσεως με τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της ενάγουσας εταιρίας, ελλείψει φύλακα, το ως άνω χρονικό διάστημα και λόγω του φόβου που υπήρχε για δολιοφθορές, ενόψει και επεισοδίων που είχαν προηγηθεί με άτομα του σωματείου. Αυτός, ακούγοντας έντονα γαυγίσματα από τα τρία σκυλιά που βρίσκονταν στον χώρο της εταιρίας, βγήκε έξω στον προαύλιο χώρο και πλησιάζοντας στην δυτική πλευρά αυτού είδε φωτιά στην καμπίνα του ως άνω αναφερόμενου φορτηγού και έξι άτομα να απομακρύνονται τρέχοντας με κατεύθυνση προς τον παράδρομο που οδηγεί προς την εθνική οδό ..., όπου βρίσκονταν σταθμευμένα δύο ΙΧΕ αυτοκίνητα. Από τα έξι αυτά άτομα, βρισκόμενος σε απόσταση 15 μέτρων περίπου και ενώ ο χώρος φωτιζόταν από δυνατούς προβολείς, αυτός αναγνώρισε με βεβαιότητα τους δύο εναγόμενους, όπως κατέθεσε κατηγορηματικά και με σαφήνεια, χωρίς καμία αμφιβολία, τόσο προανακριτικά όσο και στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της κατηγορίας της διακεκριμένης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας δια πυρός από δύο ή περισσότερους, σε βάρος των εναγομένων σε πρώτο βαθμό, αλλά κατά του δεύτερου εναγόμενου και σε δεύτερο βαθμό. Η πειστικότητα της κατάθεσης αυτής του ως άνω αυτόπτη μάρτυρα δεν αναιρείται από τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία και, ιδίως, από τις καταθέσεις των μαρτύρων, συζύγων και συγγενών των εναγομένων που αναφέρονται στην παρουσία των τελευταίων στις οικίες τους κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, αφού αυτές δεν κρίνονται αξιόπιστες, ενόψει και της απουσίας των εναγομένων τις επόμενες 48 ώρες που τους αναζητούσε η πυροσβεστική υπηρεσία που διενεργούσε προανάκριση.
Εξάλλου, κατά των εναγομένων, για την ως άνω πράξη, ασκήθηκε ποινική δίωξη για διακεκριμένη φθορά ξένης ιδιοκτησίας δια πυρός από δύο ή περισσότερους, και παραπέμφθηκαν να δικαστούν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, με την υπ’ αριθμ. 15508/2006 απόφαση του, για τον μεν πρώτο εναγόμενο κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη λόγω δεδικασμένου, χωρίς να εισέλθει στην κατ’ ουσίαν εκδίκαση της σε βάρος του κατηγορίας, διότι με το υπ’ αριθ. 1648/2006 βούλευμα του Αρείου Πάγου, είχε παύσει οριστικά η δίωξη που είχε ασκηθεί εναντίον του για ηθική αυτουργία στην αυτή πράξη, λόγω παραγραφής, τον δεύτερο εναγόμενο, όμως, τον έκρινε ένοχο της ως άνω πράξης, στηρίζοντας την κρίση του για την ενοχή αυτού, μεταξύ άλλων και στην κατάθεση του ως άνω αυτόπτη μάρτυρα, και καταδίκασε αυτόν σε φυλάκιση 18 μηνών. Κατά της απόφασης αυτής ο δεύτερος εναγόμενος άσκησε έφεση, που εκδικάσθηκε από το Α’ Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο λαμβάνοντας υπόψη τα αυτά αποδεικτικά στοιχεία με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έκρινε επίσης ένοχο αυτόν και τον καταδίκασε σε φυλάκιση 10 μηνών, ενώ η αίτηση αναίρεσης που άσκησε ο δεύτερος εναγόμενος κατά της ως άνω καταδικαστικής απόφασης, απορρίφθηκε με την αριθ. 1794/2008 απόφαση του Ε’ ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Άλλωστε, τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που κατατέθηκαν από τον ως άνω αυτόπτη μάρτυρα Μ. Κ., κρίθηκαν αληθινά και με την 19018/2008 αθωωτική απόφαση του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώπιον του οποίου παραπέμφθηκαν να δικαστούν κατόπιν εγκλήσεων των εναγομένων, ο ως άνω αυτόπτης μάρτυρας και ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ενάγουσας Ι. Κ., για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα, της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της ηθικής αυτουργίας στις ως άνω πράξεις.
Συνεπώς, σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι από κοινού με άλλα άτομα, αγνώστων στοιχείων, με πρόθεση προκάλεσαν πυρκαγιά στο με αριθ. κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο της ενάγουσας και είναι υπόχρεοι εις ολόκληρον για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη αυτή από την ως άνω υπαίτια και παράνομη πράξη τους, συνεπεία της οποίας καταστράφηκε ολοσχερώς το φορτηγό αυτοκίνητο, καθώς και τα εμπορεύματα που ήταν φορτωμένα σ’ αυτό, αφού σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ενόψει του είδους αυτών (ποτά και αναψυκτικά), παρά το ότι αυτά δεν κάηκαν στο σύνολό τους, ωστόσο, λόγω των υψηλών θερμοκρασιών που αναπτύχθηκαν εξαιτίας της πυρκαγιάς, κατέστησαν ακατάλληλα για διάθεση και κατά συνέπεια μη εμπορεύσιμα. Περαιτέρω, αποδείχτηκε, ότι το φορτηγό αυτοκίνητο της ενάγουσας, που καταστράφηκε ολοσχερώς, ήταν εργοστασίου κατασκευής MAN, τύπου κατασκευής ..., μικτού βάρους 12.000 κιλών (...) με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας την 14-4-1995. Αυτό το χρησιμοποιούσε η ενάγουσα για τις ανάγκες της διανομής των προϊόντων της στους πελάτες της (...). Η αξία του άνω αυτοκινήτου ανερχόταν κατά το χρόνο της καταστροφής του σε 4.000 ευρώ. Επίσης αποδείχθηκε, ότι η αξία των προϊόντων, με τα οποία αυτό ήταν φορτωμένο (νερά, ποτά, αναψυκτικά), και τα οποία επρόκειτο να διανεμηθούν σε πελάτες της ενάγουσας στη Χαλκιδική, εφόσον το εν λόγω φορτηγό θα εκτελούσε δρομολόγιο προς το ..., όπως αυτά αναλυτικά αναγράφονται κατ’ είδος, ποσότητα, τιμή μονάδος και συνολική αξία, στα σχετικά με αριθ. ...11.6.2001, ...11.6.2001,...11.6.2001,.../11.6.2001,.../11.6.2001,.../11.6.2001,.../11.6.2001,.../11.6.2001,.../11.6.200,.../11.6.2001, ...11.6.2001 και ...11.6.2001 τιμολόγια-δελτία αποστολής που είχαν εκδοθεί, ανέρχονταν σε 4.917.707 δραχμές, ήτοι 14.432 ευρώ.
Το ανωτέρω γεγονός αποδεικνύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από τη συνεκτίμηση των ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων και δεν αναιρείται, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, από το γεγονός, ότι τα προαναφερθέντα τιμολόγια εκδόθηκαν μετά τον εμπρησμό, το πρωί της 11-6-2001, λίγες ώρες δηλαδή μετά τον εμπρησμό, ούτε από την υπ’ αριθμ. 3657/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο δεύτερος εναγόμενος κηρύχθηκε αθώος για την αποδιδόμενη σ’ αυτόν πράξη της φθοράς των επίδικων εμπορευμάτων, καθόσον η παραπάνω κρίση του ποινικού δικαστηρίου δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο. Με βάση λοιπόν ανωτέρω, η συνολική θετική ζημία που υπέστη η ενάγουσα, ανέρχεται στο ποσό των 18.432 ευρώ".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως, γιατί εκτίθενται σ’ αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα περιστατικά περί της τελέσεως εκ μέρους των αναιρεσειόντων της προαναφερθείσης αδικοπραξίας, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των σχετικών ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες (το Εφετείο) δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενες αιτιάσεις με τον πέμπτο λόγο είναι αβάσιμες. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, απαράδεκτος.
Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο, επικαλούμενοι την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, κατέληξε στην κρίση ότι είναι άμεσοι συνεργοί στις αξιόποινες πράξεις της διακεκριμένης φθοράς του επίδικου οχήματος και της διακεκριμένης φθοράς των εμπορευμάτων που ήταν φορτωμένα σ’ αυτό, ενώ είχαν αθωωθεί αμετακλήτως, ο πρώτος από αυτούς και για τις δύο πράξεις με την 653/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και ο δεύτερος για τη δεύτερη πράξη με την 3657/2007 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, φέρονταν δε οι πράξεις αυτές ότι τελέσθηκαν με τα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που δέχθηκε το Εφετείο (με την προσβαλλόμενη απόφαση του), και ότι η αντίθετη αυτή παραδοχή του Εφετείου, παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητάς τους που προβλέπεται από τα άρθρα 6 § 2 της ΕΣΔΑ και 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο διότι το τεκμήριο αθωότητας, που πράγματι προβλέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφορά την εξέλιξη και πορεία της υποθέσεως στην ποινική δίκη και μέχρι πέρατος αυτής και, συνεπώς, η κρίση του πολιτικού δικαστηρίου, ότι έχει τελεσθεί αδικοπραξία κατά το αστικό δίκαιο (άρθρο 914 ΑΚ), ήτοι ότι υπήρξε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά (τα περιστατικά της οποίας ταυτίζονται ολικώς ή μερικώς με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία εγκλήματος της διακεκριμένης φθοράς), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου και συνακόλουθα δεν ιδρύεται η παραπάνω αναιρετική πλημμέλεια (ΑΠ 1124/2015, ΑΠ 1804/2014).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ. αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ’ αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο, από τον αριθ. 11 περ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη του για την απόδειξη της (εκ της αδικοπραξίας) προκληθείσης ζημίας τα υπ’ αριθμ. ...11.6.2001,...11.6.2001,...11.6.2001,.../11.6.2001, .../11.6.2001,.../11.6.2001,.../11.6.2001,.../11.6.2001, .../11.6.2001, .../11.6.2001, ...11.6.2001 και ...11.6.2001 τιμολόγια-δελτία αποστολής, των οποίων η χρήση δεν επιτρεπόταν στη συγκεκριμένη υπόθεση, αφενός διότι εκδόθηκαν επίτηδες για τη δίκη μετά τον εμπρησμό του οχήματος και την καταστροφή των αναφερομένων σ’ αυτά (τιμολόγια-δελτία αποστολής) εμπορευμάτων κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Π.Δ. 186/1992 "Περί Κώδικος Βιβλίων και Στοιχείων", οι οποίες ρύθμιζαν την έκδοση τιμολογίων και δελτίων αποστολής σε περίπτωση πωλήσεως και διακινήσεως αγαθών και αφετέρου διότι δεν φέρουν την υπογραφή της εκδότριας αντιδίκου εταιρείας και δεν αναγράφεται σ’ αυτά ο αριθμός του φορτηγού αυτοκινήτου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι οι επικαλούμενες διατάξεις (των άρθρων 1, 12 και 18 του Π.Δ. 186/1992) που τότε ίσχυαν, δεν απαγόρευαν τη χρήση του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου στην ένδικη υπόθεση, ενώ τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, παρότι δεν φέρουν την υπογραφή του εκδότη και δεν αναγράφεται (σ’ αυτά) ο αριθμός του αυτοκινήτου με το οποίο τα εμπορεύματα θα μεταφέρονταν, έχουν τα τυπικά χαρακτηριστικά του εγγράφου και είναι υποστατά ως έγγραφα, αποτελούν δε αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 270 § 2 εδάφ. β’ ΚΠολΔ. και συνακόλουθα, λαμβάνονται υπόψη στην τακτική διαδικασία (ΟλΑΠ 15/2003, ΑΠ 277/2010).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 § 1 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη τούτων λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 ΚΠολΔ., έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνο ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεως του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον διάδικο-αναιρεσείοντα πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η παραμόρφωση δε του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικώς με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικώς με την παράλειψη αναγνώσεως κρισίμων φράσεων αυτού.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο (με επικουρική διατύπωση) λόγο προβάλλουν ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προαναφερθέντων υπ’ αριθμ. ...11.6.2001, ...11.6.2001, ...11.6.2001, .../11.6.2001,.../11.6.2001,.../11.6.2001,.../11.6.2001, .../11.6.2001,.../11.6.2001,.../11.6.2001, ...11.6.2001 και ...11.6.2001 τιμολογίων-δελτίων αποστολής και ειδικότερα, ενώ στα ως άνω έγγραφα αναγράφεται ότι τα περιγραφόμενα σε καθένα από αυτά αντίστοιχα εμπορεύματα παρελήφθησαν από τους αγοραστές στο όνομα των οποίων εκδόθηκαν τα τιμολόγια, καθώς υπάρχει υπογραφή κάτω από την ένδειξη "παραλαβή", η αναιρεσιβαλλομένη κατά παράλειψη αναγνώσεως της λέξεως "παραλαβή" παραμόρφωσε το περιεχόμενο αυτών και δέχθηκε (στο αποδεικτικό πόρισμά της) ότι τα περιγραφόμενα σε καθένα από τα ως άνω τιμολόγια-δελτία αποστολής εμπορεύματα είναι αυτά που κατ’ είδος, ποσότητα και αξία καταστράφηκαν, συνεπεία του επιδίκου συμβάντος. Περαιτέρω, η αναιρεσιβαλλομένη κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι το επίδικο φορτηγό της αντιδίκου ήταν φορτωμένο με εμπορεύματα (νερά, ποτά, αναψυκτικά) και ότι αυτά επρόκειτο να διανεμηθούν σε πελάτες της ενάγουσας στη Χαλκιδική, διότι το επίδικο φορτηγό εκτελούσε δρομολόγιο προς το ..., ενώ σε κανένα από τα τιμολόγια δεν αναγράφεται ο αριθμός κυκλοφορίας του επιδίκου αυτοκινήτου, καθώς παραπλεύρως της ένδειξης "ΑΡΙΘ. ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ" υπάρχει κενό και από τα ανωτέρω έγγραφα προκύπτει διαφορετικός τόπος προορισμού των εμπορευμάτων.
Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, διότι δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο προέβη στην επικαλούμενη παραμόρφωση των επίδικων τιμολογίων, τα οποία (όπως από αυτή προκύπτει) λήφθηκαν υπόψη για τον προσδιορισμό, κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδος, των εμπορευμάτων που ήταν φορτωμένα στο αυτοκίνητο της αναιρεσίβλητης (που καταστράφηκε από τον εμπρησμό) και όχι για άλλα στοιχεία, κατέληξε δε το Εφετείο στο προαναφερθέν αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της ζημίας της τελευταίας (αναιρεσίβλητης), εξαιτίας της καταστροφής των επίδικων εμπορευμάτων, διότι δέχθηκε ότι αποδείχθηκε, από το σύνολο των μνημονευομένων (στην αρχή) αποδεικτικών μέσων (τα οποία και στον αμέσως πιο κάτω λόγο αναφέρονται), ότι τα πράγματα αυτά, παρά το ότι δεν κάηκαν στο σύνολο τους, ωστόσο, λόγω των υψηλών θερμοκρασιών που αναπτύχθηκαν από την πυρκαγιά, κατέστησαν ακατάλληλα για διάθεση και κατά συνέπεια μη εμπορεύσιμα.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ’ αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά, μεταξύ των οποίων και εκείνα που αφορούν στο ύψος της ζημίας που η αναιρεσίβλητη υπέστη από την αδικοπραξία των αναιρεσειόντων. Επομένως, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Μαΐου 2015 αίτηση των Κ. Α. και Ι. Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 982/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1974 - 2026 © Τετράβιβλος. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Όροι και Προϋποθέσεις