Συνθετη Αναζητηση Νομοθεσιας - Νομολογιας

Επιλογές Αναζήτησης

Νομοθεσία

ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΑ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΒΛΑΒΗ - ΕΚΓΛΗΜΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΟΜΕΝΟ - ΑΜΕΛΕΙΑ – ΗΘΙΚΗ ΑΥΤΟΥΡΓΙΑ - ΔΕΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΩΣ ΗΘΙΚΟΣ ΑΥΤΟΥΡΓΟΣ ΑΥΤΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΕΠΕΔΕΙΞΕ ΚΑΙ Ο ΙΔΙΟΣ ΑΜΕΛΕΙΑ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ (ΕΚ ΤΟΥ ΔΟΛΟΥ) ΠΡΑΞΗ - ΑΝΑΙΡΕΙΤΑΙ Η ΑΠΟΦΑΣΗ

Α.Π. 350/2019 (Ε΄ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΑ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΒΛΑΒΗ - ΕΚΓΛΗΜΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΟΜΕΝΟ - ΑΜΕΛΕΙΑ – ΗΘΙΚΗ ΑΥΤΟΥΡΓΙΑ - ΔΕΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΩΣ ΗΘΙΚΟΣ ΑΥΤΟΥΡΓΟΣ ΑΥΤΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΕΠΕΔΕΙΞΕ ΚΑΙ Ο ΙΔΙΟΣ ΑΜΕΛΕΙΑ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ (ΕΚ ΤΟΥ ΔΟΛΟΥ) ΠΡΑΞΗ - ΑΝΑΙΡΕΙΤΑΙ Η ΑΠΟΦΑΣΗ-ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟΣ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΒΛΑΒΗ ΕΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΑΣΚΗΣΗ ΒΙΑΣ ΣΕ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΘΑΜΩΝΑ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ - ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΘΙΚΗ ΑΥΤΟΥΡΓΙΑ Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΜΟΝΟ ΟΤΙ ΕΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΦΟΡΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ, ΕΠΕΙΣΕ Ο ΕΝΑΣ ΚΑΤ/ΜΕΝΟΣ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ ΝΑ ΜΕΤΑΒΕΙ  ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ «ΣΥΝΕΤΙΣΕΙ» ΤΟΥΣ ΘΑΜΩΝΕΣ (26, 27, 28, 46, 308 § 1 εδ. α', 310 § 1, 2 και 311 εδ. β' του ΠΚ,) - Επί των εγκλημάτων "εκ του αποτελέσματος χαρακτηριζόμενων (διακρινομένων)", επί των οποίων ο αυτουργός τιμωρείται με βαρύτερη ποινή, αν το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του, ο ηθικός αυτουργός (στο βασικό έγκλημα) τιμωρείται με τη βαρύτερη ποινή (όπως και ο φυσικός αυτουργός), αν το (βαρύτερο) αποτέλεσμα μπορεί να αποδοθεί και σε δική του αμέλεια, δηλαδή μόνον εφόσον από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν το προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Χωρίς εκ τούτου και να χαρακτηρίζεται ως ηθικός αυτουργός σε εξ αμελείας έγκλημα, αφού σε αμέλεια και δη και δική του, αποδίδεται μόνο στο αποτέλεσμα και όχι η βασική (εκ δόλου) πράξη την οποία αφορά η ηθική αυτουργία [ΑΠ 2045/2010].


Αριθμός 350/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου - Εισηγήτρια, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχάλη Δημητρακόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 373, 374, 509, 530/2016 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Α. Ν. του Α., κάτοικο ..., ο οποίος παραστάθηκε με την δικηγόρο Αικατερίνη Κωστή, η οποία ορίστηκε με την υπ'αριθ.80/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, 2)Δ. Ν. Α., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε και 3)Γ. Δ. του Χ., κάτοικο ..., η οποία εμφανίστηκε χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο και θεωρείται απούσα.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ.3/30-1-2017 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 13-10-2017 πρόσθετους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 810/17.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη υπ' αριθμ. 3/2017 και από 30-1-2017 αίτηση του Γ. Κ. του Σ., κατατεθείσα στον Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών στις 30-1-2017, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 373, 374, 509 και 530/8-12-2016 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, καταχωριθείσας στο Ειδικό Βιβλίο (άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ στις 30-5-2017, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για ηθική αυτουργία σε θανατηφόρα σωματική βλάβη και καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί για τη βασιμότητα των λόγων της, μαζί με τους πρόσθετους λόγους αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν με το από 13-10-2017 δικόγραφο προσθέτων λόγων, το οποίο κατατέθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 16-10- 2017 (άρθρ. 509 παρ. 2 κπδ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308 § 1 εδ. α', 310 § 1, 2 και 311 εδ. β' του ΠΚ, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της θανατηφόρου σωματικής βλάβης, κατά την έννοια του εδ. β' του άρθρου 311 ΠΚ, το οποίο είναι έγκλημα εκ του αποτελέσματος, απαιτείται, εκτός από το δόλο του δράστη για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης του παθόντος και αμέλεια ως προς το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου, ο οποίος είχε ως αιτία την βαριά πάθηση του σώματος ή της διάνοιας του παθόντος. Κατά το άρθρο 28 πκ, για την θεμελίωση αμέλειας ως προς το τελευταίο αποτέλεσμα απαιτείται να διαπιστωθεί α) ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική, β) ότι αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες γνώσεις και ικανότητες, ως εκ της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του, μπορούσε να προβλέψει και αποφύγει το αποτέλεσμα, το οποίο είτε δεν προείδε, είτε το προέβλεψε μεν, πίστευε όμως ότι θα απεφεύγετο και γ) ότι υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενεργείας ή παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του θύματος [Α.Π 989/2009].

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 παρ. 1α' πκ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε (ηθικός αυτουργός). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 26 και 27 ΠΚ, προκύπτει ότι ο ηθικός αυτουργός εγκλήματος τιμωρείται με την ποινή του φυσικού αυτουργού, που τέλεσε το έγκλημα εκ δόλου. Επί των εγκλημάτων "εκ του αποτελέσματος χαρακτηριζόμενων (διακρινομένων)", επί των οποίων ο αυτουργός τιμωρείται με βαρύτερη ποινή, αν το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του, ο ηθικός αυτουργός (στο βασικό έγκλημα) τιμωρείται με τη βαρύτερη ποινή (όπως και ο φυσικός αυτουργός), αν το (βαρύτερο) αποτέλεσμα μπορεί να αποδοθεί και σε δική του αμέλεια, δηλαδή μόνον εφόσον από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν το προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Χωρίς εκ τούτου και να χαρακτηρίζεται ως ηθικός αυτουργός σε εξ αμελείας έγκλημα, αφού σε αμέλεια και δη και δική του, αποδίδεται μόνο στο αποτέλεσμα και όχι η βασική (εκ δόλου) πράξη την οποία αφορά η ηθική αυτουργία [ΑΠ 2045/2010]. Ακόμη, η συμπεριφορά που συνιστά το βασικό έγκλημα, από την οποία προκαλείται το βαρύτερο αποτέλεσμα, εμπεριέχει (και πρέπει να εμπεριέχει) εγγενώς από τη φύση της έναν ιδιαίτερα υψηλό κίνδυνο προκλήσεως του βαρύτερου αποτελέσματος, πράγμα που σημαίνει ότι ο δράστης αυτού το προβλέπει ή μπορεί να το προβλέψει αντικειμενικά και συνεπώς να καταλογιστεί σ' αυτόν το βαρύτερο αυτό αποτέλεσμα (ΑΠ 266/1996).

Από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεως του ή και της σχέσεως του με τον φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί τον φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος, εκτός αν για την αντικειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού [ΑΠ 287/2015]. Ειδικώς δε για το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της ηθικής αυτουργίας, όταν για την τέλεση του οικείου εγκλήματος αρκεί και ενδεχόμενος, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της βαριάς σωματικής βλάβης, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί ο δόλος αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τετελεσμένου ή σε απόπειρα, στο οποίο παρακινείται ο ηθικός αυτουργός από το φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών [ΑΠ 126/2014].

Εξάλλου κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά ρ' κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως [ΑΠ 123/2015].
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 373, 374, 509, 530/2016 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος κατά πλειοψηφία για ηθική αυτουργία σε θανατηφόρο [βαριά]σωματική βλάβη κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία σε ήρεμη ψυχική κατάσταση με ενδεχόμενο δόλο. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της πλειοψηφίας των μελών του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

"Ο δεύτερος κατηγορούμενος Γ. Κ., διατηρούσε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος και ειδικότερα καφενείο - εστιατόριο, με το διακριτικό τίτλο "..." στην οδό ..., με συνέταιρο τον αλλοδαπό S. C. του H.D. και D., Ινδικής υπηκοότητας, στο όνομα του οποίου λειτουργούσε η επιχείρηση. Στο κατάστημα αυτό απασχολήθηκε ως εργαζόμενη η Ε. - Α. Σ., κατά το χρονικά διάστημα από 16-9-2013 μέχρι 10-11-2013, με μηναίο μισθό 700 ευρώ. Όταν η τελευταία αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της, της είχε καταβληθεί το ποσό των 700 ευρώ, που αντιστοιχούσε στα δεδουλευμένα της για διάστημα εργασίας ενός μήνα και της οφείλονταν τα δεδουλευμένα για διάστημα εργασίας είκοσι περίπου ημερών. Υπήρξε μια αμφισβήτηση ως προς το ύψος των οφειλομένων, για το οποίο ο δεύτερος κατηγορούμενος την είχε παραπέμψει να μιλήσει με το λογιστή του, Α. Μ., όπως και έπραξε, αλλά και πάλι οι συζητήσεις δεν κατέληξαν στην καταβολή του οφειλόμενου ποσού. Στις 19-11-2013, η Α. Σ. αποφάσισε να μεταβεί στο κατάστημα του δεύτερου κατηγορούμενου και να ζητήσει τα χρήματα που της οφείλονταν. Περί ώρα 13,30 της ίδιας ημέρας επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον συνέταιρο του ως άνω κατηγορούμενου S. C., τον οποίον αποκαλούσαν "Ν." και τον ενημέρωσε ότι θα περνούσε το απόγευμα της ίδιας ημέρας από το κατάστημα για να πάρει τα χρήματα της. Μετά από αυτήν την επικοινωνία η Α. Σ. έλαβε τηλεφώνημα από τον Π. Κ. με τον οποίο ήσαν φίλοι, που την καλούσε να συναντηθούν να τα πούνε γιατί βρίσκεται στην …, σε ένα καφενείο στο …., όπου βρισκόταν, μαζί με κάποιον φίλο του. Πράγματι η Α. Σ. μετέβη στο συγκεκριμένο καφενείο και συνάντησε τον Π. Κ. και εκεί γνώρισε και τον φίλο του τον Α. Ν.. Και πριν την άφιξη της Σ. και μετά από αυτή οι δύο φίλοι κατανάλωσαν ποτά, ενώ κέρασαν και την τελευταία. Στη μεταξύ τους συζήτηση, η Α. Σ. τους είπε ότι σκοπεύει το απόγευμα να πάει στο κατάστημα που εργαζόταν μέχρι πρόσφατα, προκειμένου να εισπράξει δεδουλευμένα της που της οφείλονται. Τότε οι δύο άνδρες αποφάσισαν να την συνοδεύσουν στο κατάστημα και να μην την αφήσουν να πάει μόνη της. Πράγματι, επιβιβάστηκαν και οι τρεις στο αυτοκίνητο του Π. Κ.υ και αφού πέρασαν από κάποιο μαγαζί στο …. στο οποίο κατανάλωσαν και άλλα ποτά, περί ώρα 18.30 μετέβησαν στο προαναφερόμενο κατάστημα της οδού ... εκεί, κάθισαν σε ένα τραπέζι και αφού παρήγγειλαν μπύρες η Α. Σ. απευθυνόμενη με έντονο και απαιτητικό ύφος στον S. C., συνέταιρο του δεύτερου κατηγορούμενου τον ρώτησε πότε θα ερχόταν στο μαγαζί ο κ. Γ. (εννοούσε το δεύτερο κατηγορούμενο), για να της δώσει τα χρήματα της. Είναι μάλιστα χαρακτηριστική η αποτύπωση της εισόδου των τριών παραπάνω ατόμων στο κατάστημα από τον μάρτυρα S. C., ο οποίος περιγράφει ως ακολούθως:

"Περίπου 06:30'-07:00' η ώρα το απόγευμα ήρθε η Κ. με άλλους δύο, όχι δεν τους είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Της είπα "γεια σου" και απάντησε "δεν θέλω γεια σου", "Άσε το καλησπέρα δεν θέλω να μιλήσω". Ήταν με κόκκινα μάτια, μεθυσμένη, μου ζήτησε τον κ. Γ. και ζήτησαν δύο μπύρες μ' ένα ποτήρι παραπάνω και με διατάζανε πριν τελειώσουν οι μπύρες να είναι τα λεφτά πάνω στο τραπέζι. Η Κ. μου είπε να τηλεφωνήσω στον κ. Γ., ο οποίος μου είπε "θα έρθω, αλλά είμαι λίγο μακριά, θα αργήσω, και σε άλλο σημείο της κατάθεσής του λέει: "Τις μπύρες τις είχα πάει εγώ και πήρα τηλέφωνο μετά τον κ. Γ.. Εκείνη τη στιγμή φώναζε η κοπέλα και είχε ρίξει κάτω τα πράγματα...' και "...συνοδευόταν από δύο άνδρες η Κ. εκείνη την ημέρα, μάλιστα μου ζήτησε χρήματα και τα δύο άτομα που την συνόδευαν φορούσαν μαύρα και ο συχωρεμένος είχε μεθύσει και τα μάτια τους ήταν κόκκινα, μεθυσμένοι και οι τρεις. Μπαίνοντας μας έδωσαν τέτοια εικόνα που φοβόμαστε. Ναι μου ζήτησε χρήματα. Τους απάντησα να μιλήσω με τον κ. Γ. και θα τα βρούμε. Μιλήσαμε με τον κ. Γ., θα έρθω αλλά θα καθυστερήσω γιατί είμαι λίγο μακριά, μου είπε ο κ. Γ. γιατί βρισκόταν στην …...... Η απάντηση αυτή του κατηγορούμενου Κ. που μεταφέρθηκε από τον S. C., προκάλεσε μεγαλύτερο εκνευρισμό στη Σ., η οποία αντέδρασε με φωνές και ρίχνοντας στο δάπεδο τα ποτήρια που βρίσκονταν στο τραπέζι που κάθονταν. Τότε ο S. C. επιχείρησε να ηρεμήσει τη Σ. δίδοντάς της το ποσό των 195 ευρώ που είχε στο ταμείο του καταστήματος, ενέργεια που την εκνεύρισε ακόμη περισσότερο και άρχισε να φωνάζει απαιτώντας να έλθει ο Κ. στο κατάστημα και να της δώσει τα χρήματά της. Μέχρι εκείνη τη στιγμή οι δύο άνδρες που συνόδευαν την Σ. δεν αποδείχτηκε ότι είχαν κάποια συμμετοχή στη μεταξύ αυτής και του S. C. επικοινωνία. Μετά και τη νέα θορυβώδη αντίδραση της Σ. ο S. C. επικοινώνησε τηλεφωνικά για δεύτερη φορά με το δεύτερο κατηγορούμενο, χωρίς να αποδειχτεί το περιεχόμενο της συνομιλίας τους. Κατά τη διάρκεια του τηλεφωνήματος αυτού εισήλθε στο κατάστημα ο πρώτος κατηγορούμενος Δ. Τ., ο οποίος κατευθύνθηκε στο τραπέζι που καθόταν η Α. Σ. και οι συνοδοί της, Α. Ν. και Π. Κ.. Η παρουσία του Τ. στο κατάστημα και στο τραπέζι τους, εξόργισε ακόμη περισσότερο την Α. Σ., η οποία γνωρίζοντας από το διάστημα της επαγγελματικής της απασχόλησης στο κατάστημα τη σχέση Κ. - Τ., τον ρώτησε γιατί έστειλε εκείνον ο κ. Γ. και δεν ερχόταν ο ίδιος. Παρά το γεγονός ότι και ο Τ. και οι συνοδοί της προσπαθούσαν να την ηρεμήσουν, η Α. Σ. συνέχιζε να απαιτεί τα χρήματά της, φωνάζοντας. Τότε ο Π. Κ. ζήτησε τον αριθμό τηλεφώνου του δεύτερου κατηγορούμενου Γ. Κ., προκειμένου για να επικοινωνήσει ο ίδιος μαζί του και ακολούθως βγήκε από το κάταστημα για να μιλήσει μαζί του με ησυχία. Δεν αποδείχτηκε περαιτέρω τι διαμείφθηκε μεταξύ των τριών που συνέχισαν να κάθονται στο ίδιο τραπέζι, δηλαδή, των Τ., Σ. και Ν., μέχρι τη στιγμή που ο τελευταίος χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι και έσπασαν πέφτοντας στο δάπεδο τα ποτήρια και τα μπουκάλια που ευρίσκονταν σ' αυτό. Την επόμενη στιγμή και οι τρεις έχουν σηκωθεί όρθιοι και ο Α. Ν. έχει αρπάξει από το μπουφάν το δεύτερο κατηγορούμενο που αντιδρά καταφέροντάς του αρχικά δύο κτυπήματα με γροθιές στο κεφάλι, με αποτέλεσμα ο Α. Ν. να πέσει στο δάπεδο του καταστήματος με σφοδρότητα και να κτυπήσει στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, παραμένοντας ακίνητος. Παρά την εμφανή κατάσταση του Α. Ν. και την παντελή αδυναμία του να αντιδράσει ο πρώτος κατηγορούμενος συνέχισε να τον κτυπά με κλωτσιές στο κεφάλι, αν και η Α. Σ. προσπαθούσε να τον εμποδίσει. Λόγω της έντασης και του θορύβου που προκλήθηκαν στο κατάστημα έξω από το οποίο είχαν βγει οι περισσότεροι θαμώνες και του γεγονότος ότι μετά το όλο συμβάν μεταξύ θύματος και πρώτου κατηγορούμενου, ακούστηκαν φωνές να καλούν την Αστυνομία, επενέβησαν Αστυνομικοί της ομάδας ΔΙΑΣ, που περιπολούσαν μονίμως την συγκεκριμένη περιοχή. Κατά την είσοδο τους στο κατάστημα, όπως σαφώς αναφέρουν καταθέτοντας ενόρκως οι ειδικοί φρουροί Α. Σ. και Δ. Κ. αντίκρυσαν τον Α. Ν. πεσμένο στο έδαφος, με κτυπημένο το πρόσωπο τόσο που δεν θα μπορούσε να αναγνωριστεί από τα χαρακτηριστικά του και αιμόφυρτο, αλλά να αναπνέει ακόμη και την Α. Σ. να υποδεικνύει ως δράστη τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν ανήσυχος και παγωμένος, όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν στις καταθέσεις τους οι ως άνω ειδικοί φρουροί. Ειδοποιήθηκε αμέσως το ΕΚΑΒ, το οποίο ήλθε και παρέλαβε τον αιμόφυρτο Α. Ν. και τον μετέφερε στο Νοσοκομείο "...", όπου και απεβίωσε περί ώρα 20.25.

Σύμφωνα δε με την υπ' αριθμ. 2329/27-12-2013 ιατροδικαστική Έκθεση Νεκροψίας-Νεκροτομής της Ιατροδικαστή της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθην/ών Σ. Μ., η οποία διενήργησε στις 20-11-2013, ώρα 20.25 την νεκροψία και την νεκροτομή στο πτώμα του Α. Ν., σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 1045/2/4726-β/19-11-2013 παραγγελίας του Τμήματος Εγκλημάτων κατά ζωής και Προσωπικής Ελευθερίας, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται από την ίδια στην ένορκη κατάθεσή της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, τούτου και σ' εκείνη του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο θάνατος του Α. - Ν. οφείλεται σε βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση προκληθείσα δια θλώντος - αμβλέος οργάνου - Ανθρωποκτονία", όπως κατά λέξη αναγράφεται στην ως άνω ιατροδικαστική έκθεση, στην οποία καταγράφεται η ύπαρξη των εξής καταγμάτων στα οστά του κρανίου, του μετωπιαίου οστού, του δεξιού οφθαλμικού κόγχου, του αριστερού και του δεξιού κροταφικού οστού. Διευκρινίζει δε η ίδια στις αναφερθείσες παραπάνω καταθέσεις της: "δηλαδή, πολλαπλό κατάγματα της κεφαλής και του σπλαχνικού κρανίου..." και συνεχίζει: "Στο θύμα έχομε κακώσεις μικτού τύπου, δηλαδή και από πλήξη και από πρόσκρουση σε ανένδοτη επιφάνεια. Σε όλο το κεφάλι του θύματος υπήρχαν κατάγματα. Τα κατάγματα στο πρόσωπο προέρχονται από κτυπήματα. Τόσα κατάγματα δεν μπορούν να προκληθούν με δύο γροθιές, όλο το κρανίο πλην του πίσω μέρους του, είχε κατάγματα. Τα εξωτερικά κατάγματα που αναφέρω, είναι αυτά που προέρχονται από πλήξη... Τα σοβαρότερα ήταν τα κατάγματα του κρανίου και η θλάση του εγκεφάλου, τα οποία σε συνδυασμό οδήγησαν στο θάνατο".Τούτων συνάγεται ότι τα κατάγματα του κρανίου προκλήθηκαν από τα σφοδρά κτυπήματα που κατέφερε ο πρώτος κατηγορούμενος στο θύμα, ενώ με την πτώση του Α. Ν. στο δάπεδο του μαγαζιού, εξαιτίας των δύο αρχικών κτυπημάτων που του είχε καταφέρει στο πρόσωπο ο πρώτος κατηγορούμενος προκλήθηκε η θλάση του εγκεφάλου. Ο θάνατος συνεπώς του Α. Ν. ήταν το αποτέλεσμα των σφοδρότατων χτυπημάτων που του κατέφερε στο κεφάλι .ο πρώτος κατηγορούμενος Δ. Τ., ο οποίος είναι γυμνασμένος, έχει ασχοληθεί παλαιότερα με την πυγμαχία, έχοντας λάβει μάλιστα και ειδική σχετική εκπαίδευση, όπως ο ίδιος αναφέρει απολογούμενος και κατά την ώρα εκείνη φορούσε στα χέρια του γάντια μοτοσικλέτας, τα οποία ήσαν ιδιαίτερα βαρειά. Ως προς το ζήτημα αυτό αναφέρει χαρακτηριστικά ο μάρτυρας, ειδικός φρουρός, Α. Σ., στην ένορκη κατάθεσή του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου: "Το γάντι το συλλέξαμε αμέσως, ήταν δίπλα στο θύμα, ήταν γάντι μηχανής και είχαν τοποθετήσει άμμο στις άκρες" αν και στην ένορκη κατάθεσή του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου ανασκευάζει εν εν μέρει λέγοντας: "Επειδή το γάντι ήταν βαρύ, υποθέσαμε ότι μέσα στο εσωτερικό, είχε άμμο...".

Το βέβαιο είναι ότι επρόκειτο μεν για γάντι μηχανής, αλλά με ιδιαίτερο βάρος, ικανό να πλήξει βαρύτατα εκείνον που δέχεται χτυπήματα με αυτό από χέρι άνδρα γεροδεμένου πρώην πυγμάχου και μάλιστα στο κεφάλι, ενώ η χρήση αυτού από τον κατηγορούμενο έρχεται σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται ο ίδιος, αλλά και ο δεύτερος κατηγορούμενος περί φιλικής εξυπηρέτησης για τη διευθέτηση ενός ζητήματος, καθόσον αν αυτό ήταν αληθές, θα είχε αφήσει τα γάντια στη μηχανή έξω από το κατάστημα, όπως είχε πράξει και με το κράνος. Η ύπαρξη του δόλου του πρώτου κατηγορούμενου να προκαλέσει στον θανόντα βαρειά σωματική βλάβη αποδεικνύεται από το γεγονός ότι και μετά την πτώση του θύματος στο δάπεδο του καταστήματος, που είναι αυτονόητο, ενόψει των περιστάσεων, δηλαδή, της σφοδρότητας των κτυπημάτων του πρώτου κατηγορούμενου, αλλά και του γεγονότος ότι και ο Α. Ν. ήταν σωματώδης άνδρας και επίσης ότι ήταν εμφανές πως βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθμ. βιβλ. Εργαστηρίων 1007/2013 εργαστηριακή έκθεση τοξικολογικής εξέτασης, την οποία υπογράφει η χημικός τοξικολόγος Σ. Δ. σε συνδυασμό με υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/10/1603α/26-11-2013 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του Εργαστηρίου Προσδιορισμού Οινοπνεύματος της ΔΕΕ και η πρόσκρουση του κεφαλιού του στο δάπεδο του καταστήματος ήταν σφοδρή, ο κατηγορούμενος Τ.ς συνέχισε να τον κτυπά με την ίδια σφοδρότητα, με κλωτσιές στο κεφάλι, παρότι εκείνος ουδεμία αντίσταση προέβαλε και ήταν προφανής η αδυναμία του να αντιδράσει, ενώ η Σ. προσπαθούσε με κραυγές και σπρωξίματα να τον σταματήσει.

Εξάλλου, αποδείχτηκε από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ότι ο κατηγορούμενος Τ.ς γνώριζε και σε κάθε περίπτωση μπορούσε να προβλέψει ότι με την καταφορά πολλαπλών και σφοδρών χτυπημάτων σε ευπαθές και ευαίσθητο σημείο του σώματος (κεφαλή), ενώ το θύμα δεν μπορούσε να αντισταθεί και λόγω της μέθης του και στη συνέχεια της απώλειας των αισθήσεών του, όντας απολύτως ανυπεράσπιστο, μπορεί να επιφέρει βαρειά σωματική βλάβη και αυτό επεδίωκε, επιδεικνύοντας, όμως, αμέλεια ως προς το αποτέλεσμα του θανάτου που μπορούσε να προκληθεί στο θύμα από τα συγκεκριμένα χτυπήματα κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, λόγω της ιδιαίτερης σωματικής ρώμης του και των ειδικών ικανοτήτων του, ως πρώην πυγμάχου) Ο ισχυρισμός δε του πρώτου κατηγορούμενου ότι λόγω εμπλοκής του στο παρελθόν σε τροχαίο ατύχημα είχε προκληθεί βλάβη στο αριστερό του χέρι, αληθής θεωρούμενος δεν επιδρά στην παραπάνω κρίση, αφού δεν ισχυρίστηκε, ούτε αποδείχτηκε ότι είναι αριστερόχειρας, αλλά αντίθετα ο ίδιος αναφέρει απολογούμενος:

"Με το δεξί χέρι τον χτύπησα στο κεφάλι". Καθίσταται λοιπόν προφανές ότι ο κατηγορούμενος επιθυμούσε και σε κάθε περίπτωση αποδεχόταν την επέλευση βαρειάς σωματικής βλάβης στον θανόντα, ώστε "να λήξει το ζήτημα" που δημιουργήθηκε στο κατάστημα του δεύτερου κατηγορούμενου Γ. Κ., όπως ήταν το περιεχόμενο της εντολής που έλαβε από αυτόν, πλην όμως, από αμέλεια, δηλαδή, από έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο όφειλε και ηδύνατο να προβλέψει, λόγω κυρίως της αυξημένης μυϊκής δύναμής του, των ειδικών του γνώσεων και ικανοτήτων ως πρώην πυγμάχος και του ευαίσθητου σημείου του σώματος (κεφαλιού), στο οποίο επέλεξε να πλήξει το θύμα, δεν αντιλήφθηκε ότι ακριβώς λόγω της σφοδρότητας των χτυπημάτων και των λοιπών περιστάσεων που αναφέρθηκαν παραπάνω, η συγκεκριμένη σωματική βλάβη θα μπορούσε να επιφέρει το θάνατο του θύματος, όπως και συνέβη.

Στο σημείο τούτο είναι κρίσιμο να αναφερθεί ότι η μετάβαση του πρώτου κατηγορούμενου Δ. Τ. στο κατάστημα της …..έγινε μετά από προτροπή του δεύτερου κατηγορούμενου Γ. Κ., που του ζήτησε να μεταβεί στο κατάστημα, αμέσως μετά την πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον συνέταιρο του S. C., κατά την οποία ο τελευταίος τον ενημέρωσε για την παρουσία της Σ. και των συνοδών της στο κατάστημα και για την αιτία της παρουσίας τους εκεί και την κατάσταση στην οποία αυτοί ευρίσκονταν, δηλαδή μεθυσμένοι, θορυβώδεις και απαιτητικοί, αλλά και έχοντας ο ίδιος σχηματίσει εικόνα για την κατάσταση που επικρατούσε στο μαγαζί του, δεδομένου ότι, όπως και παραπάνω αναφέρθηκε το τηλεφώνημα του S. C. έγινε κατ' απαίτηση της Σ., η οποία ενώ συνομιλούσαν Κ. και S. C. φώναζε και έσπαζε ποτήρια.

Τι ακριβώς διαμείφθηκε μεταξύ των δύο κατηγορουμένων Τ. και Κ. στο συγκεκριμένο τηλεφώνημα που ακολούθησε την ενημέρωση από τον S. C., δεν προσδιορίστηκε ακριβώς, αλλά από το συνδυασμό των αναφερομένων σχετικά τόσο από τους ίδιους τους κατηγορούμενους στις απολογίες τους, όσο και από τους μάρτυρες S. C. και Π. Κ., συνάγεται ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Γ. Κ. έστειλε στο κατάστημά του τον πρώτο κατηγορούμενο Δ.. Τ., όχι ως φίλο που θα του προσέφερε μια εξυπηρέτηση, ή για να ηρεμήσει την Κ. ή για να δει τι συμβαίνει στο μαγαζί, επειδή ο S. C. δεν καταλάβαινε τι του έλεγε και δεν μπορούσε να ειδοποιήσει την Αστυνομία, όπως ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίζεται, ούτε για να πάει να δει τι γίνεται μέχρι να πάει ο ίδιος εκεί, ή για να πει στην Κ. την οποία γνώριζε και είχε καλή σχέση μαζί της να ηρεμήσει και να περιμένει μέχρι να φθάσει ο ίδιος στο μαγαζί από την ….., όπου βρισκόταν, όπως ισχυρίζεται ο δεύτερος κατηγορούμενος, αλλά με τη ρητή εντολή να "λύσει" το πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί στο μαγαζί, για το οποίο δεν ήθελε την εμπλοκή της Αστυνομίας, αφού σε αντίθετη περίπτωση έχοντας, όπως προαναφέρθηκε εικόνα της κατάστασης που επικρατούσε στο μαγαζί του θα μπορούσε απλά να τηλεφωνήσει ο ίδιος στην Αστυνομία, απ' όπου και αν βρισκόταν και δεν χρειαζόταν ούτε να επικοινωνήσει με το συνέταιρο του, ούτε να ζητήσει από τον Τ. να σπεύσει στο κατάστημα.

Η παραπάνω κρίση ενισχύεται και από τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Όπως ήδη έχει προαναφερθεί ο δεύτερος κατηγορούμενος Γ. Κ. τηλεφώνησε στον Δ. Τ., αμέσως μετά το πρώτο τηλεφώνημα που του έκανε ο S. C., δηλαδή, αμέσως μόλις έμαθε ότι στο κατάστημά του βρίσκεται η Σ., απαιτώντας τα χρήματά της, με τρόπο θορυβώδη και με τη συνοδεία δύο άγνωστων ανδρών και μάλιστα μεθυσμένων, όπως από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε, τα οποία λόγω της κατάστασης υπήρχε κίνδυνος να προκαλέσουν ζημιά στο κατάστημά του και συνεπώς λόγω του ορατού αυτού κινδύνου της πρόκλησης ζημιάς ήταν επιβεβλημένη η κλήση της Αστυνομίας. Από αυτά καταφαίνεται ότι ο Γ. Κ. ζητώντας την παρέμβαση του Τ. δεν ενήργησε ως φίλος που ζητά από το φίλο του και γνωστό της Σ. να την ηρεμήσει, αλλά ως αφεντικό που ζητά από κάποιον που ήταν υποχρεωμένος απέναντι του, στα πλαίσια άλλης σχέσης "να λύσει το πρόβλημα" ή αλλιώς να "καθαρίσει", ακριβώς προς αποφυγή εμπλοκής της Αστυνομίας. Άλλωστε, αυτή ήταν και η έννοια της φράσης που ο κατηγορούμενος Κ. είπε στον Π. Κ., συνομιλώντας εκείνο το βράδυ τηλεφωνικά μαζί του, την οποία ο ως άνω μάρτυρας (Π. Κ.) στην από 20-11-2013 έκθεση προανακριτικής του κατάθεσης,περικοπές της οποίας του αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 357§4 του ΚΠΔ, αναφερόμενος στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο ίδιος με τον Κ., σημειώνει:"......Μόλις τελείωσε τη φράση του, πριν προλάβω να πω κάτι, μου είπε επί λέει: 'φύγετε από το μαγαζί γιατί έρχονται άτομα δικά μου'. Εγώ με το που άκουσα αυτό, το μυαλό μου πήγε ότι θα στείλει μπράβους να μας χτυπήσουν. Όταν έβγαινα από το μαγαζί, ακούστηκαν σπασίματα και τα άκουσε ο Κ.". Πρέπει να σημειωθεί ότι ο παραπάνω μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εξεταζόμενος, δήλωσε ότι δεν θυμάται να του είπε ο Κ. τη συγκεκριμένη φράση, πλην όμως τούτο είναι εύλογο λόγω και του διαδραμόντος έκτοτε ικανού χρόνου.

Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι η σχέση Κ. και Τ. δεν ήταν σχέση φιλίας, αλλά σχέση αφεντικού και μισθωτού και από το γεγονός ότι ο τελευταίος σχεδόν καθημερινά βρισκόταν στο μαγαζί, όπως και ο ίδιος ο κατηγορούμενος Δ. Τ. στην ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου απολογία του αναφέρει: "...Πήγαινα συχνά εκεί, μέρα παρά μέρα. Το μεσημέρι πήγαινα με το μηχανάκι μου . Εγώ δούλευα στη …. Ακόμα κι ο Κ. να μην ήταν, εγώ πήγαινα. Γνώριζα τους υπαλλήλους..." και όπως καταθέτει η Α. Σ. αλλά και ο συνέταιρος του Κ., ο S. C. που στην ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου λέει: "ο κ. Δ. ερχόταν στο μαγαζί δύο με τρεις φορές την εβδομάδα για φαγητό και ποτό", ενώ στην από 20-11-2013 έκθεση προανακριτικής του κατάθεσης, περικοπές της οποίας του αναγνώστηκαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 357§4 ΚΠΔ, λέει: "........Ο Δ. έρχεται κάθε μέρα στο μαγαζί, πίνει καφέ και είναι φίλος του Γ. και μάλλον χθες τον πήρε τηλέφωνο ο Γ. να έρθει γιατί γινόταν φασαρία....." ενώ ο λογιστής του δεύτερου κατηγορούμενου Α. Μ., καταθέτει: "ο πρώτος κατηγορούμενος έτρωγε στο μαγαζί, αν πλήρωνε εγώ δεν το γνωρίζω" και συνεχίζει "εγώ στο μαγαζί πήγαινα τρεις φορές το μήνα, δηλαδή, σε δέκα μήνες είχα πάει τριάντα φορές. Από τις τριάντα φορές τον Τ. τον είχα δει εκεί τις είκοσι πέντε φορές". Ακόμη, ο μάρτυρας K. W., ο οποίος δηλώνει ότι ήταν καθημερινός πελάτης του μαγαζιού, καταθέτει: "Ο κ. Δημήτρης ερχόταν στο μαγαζί το μεσημέρι και έπινε καφέ ή κάτι άλλο δεν παρακολουθούσα τι έπαιρνε.." και σε άλλο σημείο αναφέρει: "Μόλις η Κ. είδε τον κ. Δ., νευρίασε και του είπε " ποιος σε έστειλε ο κ. Γ.?.." και ακόμη: "Ο Δ. της είπε ήρεμα το ξέρουμε ότι σου χρωστάμε θα σε πληρώσουμε...".

Πέραν των λοιπών συμπερασμάτων που συνάγονται από την εκτίμηση των παραπάνω, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα K. W., είναι αξιοσημείωτο και το πρόσθετο στοιχείο που προκύπτει από αυτή, χαρακτηριστικό της σχέσης Κ. - Τ. ότι ο κατηγορούμενος Τ.ς αναφερόμενος στην απαίτηση της Σ. από τον Κ., χρησιμοποίησε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, όχι δηλαδή σαν να πρόκειται για υποχρέωση του φίλου του, αλλά σαν να βαρυνόταν και ο ίδιος με αυτή, ενώ εάν η παρέμβασή του είχε γίνει προκειμένου να ηρεμήσει η κατάσταση μέχρι την άφιξη εκεί του κατηγορούμενου Κ., δεν υπήρχε λόγος ο πρώτος (Τ.ς) να συζητήσει με την Σ. για το ζήτημα της χρηματικής οφειλής του δεύτερου (Κ.) προς αυτήν.
Περαιτέρω υπέρ της ύπαρξης της συγκεκριμένης σχέσης μεταξύ των δύο κατηγορουμένων συνηγορεί και το γεγονός ότι ο Τ.ς, που εκείνη την ημέρα είχε μόλις επιστρέψει στο σπίτι του από την εργασία του, αν και επρόκειτο για μια ιδιαίτερη ημέρα, διότι ήταν τα γενέθλια της συζύγου του και ήθελε να τα εορτάσει με την οικογένειά του, δεν προέβαλε καμία αντίρρηση στην κλήση του Κ., η οποία θα ήταν απολύτως δικαιολογημένη στα πλαίσια φιλικής σχέσης, αλλά αντίθετα έσπευσε ταχύτατα στο κατάστημα με τη μοτοσικλέτα του και αμέσως κατευθύνθηκε στο τραπέζι που κάθονταν η Σ. και οι συνοδοί της και επιπλέον ενημέρωσε αμέσως τηλεφωνικά τον Κ. ότι βρίσκεται στο κατάστημα, όπως βεβαιώνει απολογούμενος ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο τελευταίος, λέγοντας: "Πράγματι, ο Δ. πάει στο μαγαζί και μου τηλεφωνεί. Μετά ήλθε μια κλήση στο κινητό μου και το σηκώνω και μιλώ με τον Τ. (Κ.)". Ακόμη περισσότερο δε καταφαίνεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν υποχρεωμένος να τρέξει στο κατάστημα έχοντας συγκεκριμένη εντολή από το δεύτερο κατηγορούμενο Κ. από την φράση που ο ίδιος ο κατηγορούμενος Τ.ς λέει στην ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απολογία του και συγκεκριμένα: "Εγώ με όλο αυτό πάγωσα, δεν σκεφτόμουν τίποτα. Μπορούσα να φύγω. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν όταν έλθει ο Γ. και πως θα του εξηγήσω την κατάσταση...".

Από την φράση αυτή του πρώτου κατηγορούμενου εκτός άλλων συνάγεται ότι αν ο Τ.ς είχε παρέμβει ως φίλος, με μοναδικό σκοπό να ηρεμήσει τα πράγματα μέχρι την άφιξη του Κ., η εξέλιξη της κατάστασης σ' αυτή που είχαν περιέλθει τα πράγματα μετά την παρέμβασή του, με βάση την κοινή λογική του μέσου συνετού ανθρώπου, του παρείχε το δικαίωμα να απαιτήσει εκείνος εξηγήσεις από το φίλο του, που τον ενέπλεξε σ' αυτή και όχι να οφείλει ο ίδιος εξηγήσεις, καθόσον αυτές οφείλονται μόνον από εκείνον που ενήργησε στα πλαίσια εντολής την οποία δεν εκτέλεσε όπως του είχε ανατεθεί, δηλαδή, εκείνος που ανέλαβε να τακτοποιήσει ένα πρόβλημα και η παρέμβασή του προκάλεσε πολύ μεγαλύτερο και μάλιστα οδήγησε στην παρέμβαση της Αστυνομίας, την οποία όπως προαναφέρθηκε δεν επιθυμούσε ο Κ.. Ως προς το ζήτημα αυτό, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος Κ. είχε λόγο να μην επιθυμεί την εμπλοκή της Αστυνομικής Αρχής στο κατάστημα του, την οποία, σε αντίθετη περίπτωση, όπως και σε άλλο σημείο της παρούσας απόφασης αναγράφεται, θα μπορούσε να καλέσει ο ίδιος με το κινητό του τηλέφωνο από οπουδήποτε βρισκόταν, αποδεικνύεται από τα έγγραφα που βρέθηκαν σ' αυτό και κατασχέθηκαν από την Αστυνομία

Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την από 19- 11-2013 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως του υπαστυνόμου Β' Τ. Χ., που περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα, κατά τον αστυνομικό έλεγχο που διενεργήθηκε στο κατάστημα του δεύτερου κατηγορούμενου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν: εννέα διαβατήρια, (πρωτότυπα τα επτά και σε φωτοαντίγραφο τα δύο), ανήκοντα σε πολίτες διάφορων ξένων χωρών, όπως Αλβανίας, Γεωργίας, Ινδίας και Ρωσίας, δύο (2) ληξιαρχικές πράξεις γάμου με ονοματεπώνυμα συζύγων J. R. και Ν. Ε. και Β. Κ. και D.- S. N., αντίστοιχα, βεβαιώσεις κατάθεσης αιτήσεων για έκδοση άδειών διαμονής σε αλλοδαπούς, βεβαιώσεις υποβολής αιτήματος για χορήγηση πιστοποιητικού οικογενειακής κατάστασης του J. R., Δελτία Αστυνομικής Ταυτότητας, φωτοαντίγραφο πιστοποιητικού οικογενειακής κατάστασης υπό στοιχεία Ζ. G., φωτοαντίγραφα Αδειών Διαμονής των αλλοδαπών B. H. - L., S. A. και Ζ. G., απόφαση για ανανέωση άδειας διαμονής στην Z. A., βεβαιώσεις απόδοσης Α.Φ.Μ. στους αλλοδαπούς S. A., S. M. και Z. A., βεβαιώσεις απόδοσης A.M.Κ Α στους αλλοδαπούς B. H. και S. A.. Επίσης βρέθηκαν και κατασχέθηκαν δέκα εννέα (19) σελίδες οι οποίες περιέχουν σε φωτοαντίγραφα τις σελίδες του Διαβατηρίου Αρχών Ινδίας του S. S., δέκα εφτά (17) σελίδες οι οποίες περιέχουν σε φωτοαντίγραφα τις σελίδες του Διαβατηρίου Αρχών Γεωργίας της Ζ. G. και δέκα (10) σελίδες του Διαβατηρίου Αρχών Ρωσίας της J. N. και τέλος ένα μισθωτήριο συμφωνητικό κατοικίας, με συμβαλλόμενους τον Π. Ν. ως εκμισθωτή και τους B. H.0- L. και β) S. A. ως μισθωτές. Σημειώνεται δε ότι κανένα από τα προαναφερόμενα πρόσωπα των οποίων τα ταξιδιωτικά και λοιπά προσωπικά έγγραφα βρέθηκαν στο κατάστημα του κατηγορούμενου Γ. Κ. δεν σχετίζονται με οποιοδήποτε εμφανή και νόμιμο τρόπο με το συγκεκριμένο κατάστημα, ώστε να αιτιολογείται η ύπαρξη των συγκεκριμένων προσωπικών τους εγγράφων στο κατάστημα του κατηγορούμενου Γ. Κ., ενώ ο ίδιος δεν αναφέρθηκε στους λόγους ύπαρξης αυτών στο κατάστημά του, ο δε έτερος συνιδιοκτήτης αυτού και συνεταίρος του, ο S. C., αναφέρθηκε στα έγγραφα αυτά λέγοντας ότι το ένα διαβατήριο ανήκει σε κάποιον H., ο οποίος είναι κουνιάδος κάποιου "... εργάτη του κ. Γ. στην …., στις ελιές" και το άλλο ενός M., χωρίς βέβαια να αναφερθεί στα λοιπά έγγραφα που αναφέρθηκαν παραπάνω και χωρίς να αιτιολογήσει την ύπαρξή τους στο κατάστημα, περιοριζόμενος να πει ότι τα φύλασσαν στο μαγαζί για να μην τους τα κλέψουν. Ακόμη πρέπει να σημειωθεί ότι η Α. Σ., σχετικά με το ζήτημα αυτό αναφέρει στην από 19-11- 2013 ένορκη προανακριτική της κατάθεση, περικοπές της οποίας της αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 357§4 ΚΠΔ:"...Απ' ότι κατάλαβα το μαγαζί είναι καμουφλάζ για τις δουλειές που κάνει ο Γ. με πλαστά χαρτιά που βγάζει για αλλοδαπούς...", ενώ στην ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένορκη κατάθεσή της, αναφέρει: "Έβλεπα κάποια πράγματα στο μαγαζί, δεν γνωρίζω αν ήταν παράνομα ή όχι.......Τίποτα άλλο δεν είδα περίεργο. Έβλεπα πολύ κόσμο στο μαγαζί. Έχω δει και χρήση ναρκωτικών να κάνουν στο μαγαζί...".

Από όλα τα προαναφερόμενα το Δικαστήριο κρίνει ότι στην κρινόμενη περίπτωση το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου του Α. Ν., οφείλεται σε αμέλεια αμφοτέρων των κατηγορουμένων (φυσικού και ηθικού αυτουργού) οι οποίοι, από έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν ττροέβλεψαν το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο όφειλαν και είχαν τη δυνατότητα να ττροβλέψουν. Συγκεκριμένα, ο μεν φυσικός α