Α.Π. 901/2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΠΟΙΝΙΚΗ ΡΗΤΡΑ – ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΜΕΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΗΜΕΝΗΣ ΠΟΙΝΗΣ ΑΝ ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΣΥΜΦΩΝΗΘΗΚΕ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕΓΑΛΗ – ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΠΟΥ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΥΠΟΨΗ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ – ΠΡΟΒΟΛΗ ΤΗΣ ΜΕΙΩΣΗΣ ΚΑΤ’ ΕΝΣΤΑΣΗ ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΠΡΟΒΛΗΘΕΙ ΣΧΕΤΙΚΟΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ – Εν προκειμένω η ως άνω ένσταση, όπως και τα πραγματικά περιστατικά, που την θεμελιώνουν δεν μπορούν να προβληθούν σε κάθε στάση της δίκης, αφού αυτά δεν προβλήθηκαν ως υπεράσπιση κατά έφεσης της ενάγουσας (αναιρεσιβλήτου), δεν συνέτρεξε περίπτωση μη έγκαιρης προβολής τους από δικαιολογημένη αιτία, ούτε και αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία της αντιδίκου της ή από έγγραφα – Απόρριψη ένστασης (409 ΑΚ, 527 ΚΠολΔ)
ΕΠΑΝΥΠΟΒΟΛΗ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ – ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΕΚΤΗ ΠΡΟΒΟΛΗ ΤΟΥΣ (240 ΚΠΟΛΔ)
ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΩΝ – ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥΣ – ΠΟΤΕ ΙΔΡΥΕΤΑΙ ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΚΑΙ ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΠΙΚΑΛΕΙΤΑΙ Ο ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΟΡΙΣΜΕΝΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ (173, 200 ΑΚ)
Αριθμός 901/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Ο.Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Μήλιο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ..." και το διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κοσμά Γιακουμάτο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/4/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 28/2/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 181/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 206/2016 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/10/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 409 του ΑΚ, αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται από το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, στο μέτρο που αρμόζει. Το δικαστήριο της ουσίας, για την διαμόρφωση της κρίσης του, ως προς το χαρακτήρα της ποινής ως δυσανάλογα μεγάλης και στη συνέχεια ως προς το μέτρο που πρέπει να μειωθεί, λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά που συντρέχουν κατά περίπτωση και ιδίως το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την έκταση της συμβατικής παράβασης και το βαθμό του πταίσματος του οφειλέτη σε συνδυασμό με την τυχόν ωφέλεια, που ο ίδιος ή ο δανειστής πορίσθηκαν από την αθέτηση της σύμβασης, τα συμφέροντα του δανειστή που ενδεχομένως πλήγηκαν και επίσης την οικονομική κατάσταση των μερών (ΑΠ 201/2007, 605/ 2010, 224/2012). Για τη μείωση της ποινικής ρήτρας, απαιτείται σχετικό αίτημα του οφειλέτη, που μπορεί να υποβληθεί και με ένσταση κατά της αγωγής του δανειστή με αντικείμενο την καταβολή της, πρέπει δε, για να είναι ορισμένο το σχετικό αίτημα, να γίνεται επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η δυσαναλογία της ποινής σε σχέση με την όλη ενοχική σχέση και τα ποιοτικά στοιχειά της (ΑΠ 1090/2011). Εξ άλλου, η εν λόγω ένσταση για μείωση της υπερμέτρου ποινής στο μέτρο που αρμόζει, αποτελεί ειδική εκδήλωση της απαγορεύσεως από το άρθρο 281 ΑΚ και δεν είναι προνομιακή, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ. Αυτό, διότι δεν υπάρχει διάταξη νόμου που να ορίζει ειδικά, ότι ο σχετικός ισχυρισμός για την θεμελίωσή της μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης. Περαιτέρω, ο χαρακτηρισμός διατάξεως ως δημοσίας τάξεως, μόνη συνέπεια έχει, ότι η εφαρμογή της δεν μπορεί να αποκλειστεί από την ιδιωτική βούληση (άρθρο 3 ΑΚ) και όχι ότι ο ισχυρισμός που στηρίζεται σ' αυτή μπορεί, χωρίς τους περιορισμούς των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, να προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης. Παρέπεται απ' αυτά, ότι η ένσταση μειώσεως της συμφωνηθείσης δυσαναλόγως μεγάλης ποινής και τα θεμελιωτικά αυτής (συγκεκριμένα) πραγματικά περιστατικά μπορεί, όπως και οι λοιποί πραγματικοί ισχυρισμοί, να προταθεί για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη: α) από τον εφεσίβλητο - εναγόμενο, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, β) από τον εκκαλούντα - εναγόμενο με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων, αν δεν προβλήθηκε έγκαιρα με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία και γ) αν αποδεικνύεται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου ή εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να είχε πληροφορηθεί έγκαιρα την ύπαρξη των εγγράφων (ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 773/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο ορθώς με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη, την το πρώτον, με τον έβδομο λόγο εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, επίκληση νέων, μη προταθέντων με τις πρωτόδικες προτάσεις της, πραγματικών περιστατικών προς θεμελίωση της ενστάσεώς της για μείωση της ζητηθείσας με την από 19-04-2012 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 135/ΤΟ/135/12) αγωγή της εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου ποινικής ρήτρας ποσού 266.802,69 ευρώ, ως συμβατικώς συμφωνηθείσας μεταξύ τους και καταπεσούσης από υπαιτιότητά της (αναιρεσείουσας) και συγκεκριμένα τα περιστατικά, ότι αυτή είχε τηρήσει απαρέγκλιτα το συμφωνητικό μέχρι το Μάιο του 2008, δηλαδή για διάστημα που αντιστοιχεί στο ήμισυ της προβλεπόμενης από το αυτό (συμφωνητικό) προθεσμίας και ότι η αντίδικός της είχε προετοιμασθεί για την επόμενη ημέρα της διακοπής της συνεργασίας τους, με την παραδοχή, ότι η ως άνω ένσταση, όπως και τα πραγματικά περιστατικά, που την θεμελιώνουν δεν μπορούν να προβληθούν σε κάθε στάση της δίκης, αφού αυτά δεν προβλήθηκαν ως υπεράσπιση κατά έφεσης της ενάγουσας (αναιρεσιβλήτου), δεν συνέτρεξε περίπτωση μη έγκαιρης προβολής τους από δικαιολογημένη αιτία, ούτε και αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία της αντιδίκου της ή από έγγραφα και, συνακολούθως, ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ. Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1413/2010, ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 695/2008, ΑΠ 2136/2007). Για την πληρότητα, όμως, του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτού κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 960/2017, ΑΠ 1409/2015, 1185/2010, 333/2009, 324/2009, 1248/2008, 255/2006).
Εξάλλου, κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Μέσω του παρόντος λόγου διασφαλίζεται και η τήρηση των αρχών της εκατέρωθεν ακροάσεως (ΑΠ 217/2005). Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι ή ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος όχι μόνο γενικώς, ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης , αλλά και ειδικώς, ως προς κάθε ένα λόγο αναίρεσης. Θεμελιώνεται δε το έννομο συμφέρον στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 1197/2008). Ενώ, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών, που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν και που προσκομίζονται, απαραιτήτως, σε επικυρωμένο αντίγραφο. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η επίκληση με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη. Δεν πρόκειται όμως για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζητήσεως, καλυπτόμενες από την υπογραφή, στο τέλος του, ενιαίου πλέον κειμένου, του πληρεξουσίου δικηγόρου, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (δηλαδή ενώπιον του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες και παραδεκτώς επαναφέρονται στο Εφετείο οι διαλαμβανόμενοι σ' αυτές (πρωτόδικες), ισχυρισμοί και γίνεται επίκληση των αναφερομένων σ' αυτές, αποδεικτικών, εγγράφων (1658/2017, 923/2017, 98/2017, ΑΠ 224/2016, 1420/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο από τους αριθμούς 11γ' και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα καταλογίζει στο Εφετείο ότι, εσφαλμένα έκρινε απαράδεκτη την επίκληση των αποδεικτικών εγγράφων, που περιείχοντο στις πρωτόδικες προτάσεις της, οι οποίες είχαν περιληφθεί, αυτούσιες, στο κείμενο των δευτεροβαθμίων (προτάσεών της) και αποτελούσαν με αυτές ενιαίο κείμενο, καλυπτόμενο από την υπογραφή του πληρεξουσίου της δικηγόρου, ως μη πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 240 ΚΠολΔ και, συνακόλουθα, δεν τα έλαβε υπόψη του.
Αυτός, όμως, ο αναιρετικός λόγος, κατ' αμφότερες τις αιτιάσεις του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης τα εξής αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο του λόγου από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή: α) ποια ήταν τα συγκεκριμένα αποδεικτικά έγγραφα, προσδιοριζομένης της ταυτότητάς τους, τα οποία επικαλέσθηκε με τις ενσωματωθείσες στις δευτεροβάθμιες προτάσεις της και φέρεται ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, αρκούμενη, μόνο, στην γενική και αόριστη αναφορά ότι μεταξύ αυτών περιλαμβάνοντο φωτογραφίες και απόφαση ποινικού δικαστηρίου και, β) το περιεχόμενο αυτών, ώστε από αυτό να κριθεί αν ήταν ή όχι κρίσιμα για την απόδειξη ισχυρισμών της αναιρεσείουσας και, συνακόλουθα, το έννομο συμφέρον της να επικαλεσθεί και την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559
ΚΠολΔ δικονομική ακυρότητα.
ΙΙΙ. Kατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρηση τους (ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 159/2004). Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανέλεγκτα, το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ. ΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988). Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός, ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, και, μάλιστα, ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου, ουσιαστικού νόμου, που παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1983, ΑΠ 1148/1989, ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1676/1998, ΑΠ 1399/2011), καθώς και το περιεχόμενο της, 2) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έννοια της διάταξης αυτής και 3) το ερμηνευτικό υπαγωγικό της σφάλμα (ΟλΑΠ 32/1996), επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη, με την αναίρεση, απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, είναι αναγκαίο να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για την θεμελίωση της κρίσης του για την βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/2001). Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 24/1992). Τέλος, επί αιτιάσεως για εσφαλμένη εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200ΑΚ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τί συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή τους σε σχέση με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1125/2008, A.Π. 863/2007, Α.Π. 2026/2007).
Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον τρίτο και τελευταίο αναιρετικό λόγο, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβάσεως των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173, 200 ΑΚ, ως προς την ερμηνεία του όρου 11 του αναφερομένου στο λόγο αυτό ιδιωτικού συμφωνητικού, μεταξύ των διαδίκων εταιρειών, σύμφωνα με τον οποίον ο υπεύθυνος της αναιρεσείουσας "...μπορεί να ζητήσει στοιχεία ή να ζητήσει συγκεκριμένη πληροφορία.". Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, κατά νοηματική απόδοση του περιεχομένου του παρόντος λόγου, ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του: α) παραβίασε τους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, δια της εσφαλμένης εφαρμογής τους, αφού κρίνοντας ότι ο προαναφερθείς όρος είναι γενικός απεφάνθη, σε πλήρη αντίθεση με τη ρητή και έγγραφη βούληση των μερών, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ότι η αντίδικός της δεν υποχρεούνταν να παραδώσει οποιαδήποτε πληροφορία, στηρίζοντας την κρίση του αυτή στο γεγονός ότι, όταν ζητήθηκαν οι πληροφορίες, είχε ήδη καταγγελθεί η ένδικη σύμβαση, παραβλέποντας, όμως, ότι κατά τον 10ο όρο του ίδιου συμφωνητικού, η λύση της θα επέλθει ένα έτος μετά την κοινοποίηση της καταγγελίας χωρίς να γίνεται εξαίρεση κανενός όρου της. Και, β) διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες με το να κρίνει, αφενός, ότι ορθώς η ήδη αναιρεσίβλητη αρνήθηκε να της παραδώσει, μεταξύ άλλων, τις καταστάσεις πελατών, ώστε να διακριβωθεί αν τηρούσε την ένδικη σύμβαση χωρίς να προβαίνει σε ανταγωνιστική δραστηριότητα και, αφετέρου ότι "δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εταιρεία παρήγαγε νέα προϊόντα υπό την παραπάνω εκτιθέμενη έννοια του μεταξύ των διαδίκων συμφωνητικού, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται η παραγωγή και κυκλοφορία στην αγορά τέτοιων νέων προϊόντων".
Και αυτός ο αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο, πέραν του ότι δεν εκτίθεται σε τι, ακριβώς, συνίσταται η παραβίαση των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων σε σχέση με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, εκτίθενται μόνο, περιορισμένες, αποσπασματικές και κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας παραδοχές του Εφετείου, χωρίς να παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι ουσιαστικές παραδοχές του, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του, που σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, είναι αναγκαίες για την διαπίστωση της επικαλούμενης παράβασης των εν λόγω διατάξεων και, περαιτέρω, της έλλειψης ή μη νόμιμης βάσης της πρoσβαλλόμενης απόφασης. Και, κατά τα λοιπά, διότι, υπό την επίκληση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβάσεως των εν λόγω διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
IV. Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε η τελευταία, με τις προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183 και 191§2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-10-2016 αίτηση αναίρεσης της 206/2016 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1974 - 2026 © Τετράβιβλος. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Όροι και Προϋποθέσεις