Συνθετη Αναζητηση Νομοθεσιας - Νομολογιας

Επιλογές Αναζήτησης

Νομοθεσία

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΣΤΕΛΕΧΟΥΣ – ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΙΔΙΟΤΗΤΑΣ

Α.Π. 182/2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΣΤΕΛΕΧΟΥΣ – ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΙΔΙΟΤΗΤΑΣ – ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ – ΩΣΤΟΣΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΩΣ ΟΥΤΕ ΑΚΥΡΗ ΑΝ Ο ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ ΔΕΝ ΕΚΤΕΛΕΙ Ή ΕΚΤΕΛΕΙ ΠΛΗΜΜΕΛΩΣ ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ Ή ΔΙΑΠΡΑΤΤΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΔΟΤΗ ΤΟΥ Ή ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ – ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ – Εν προκειμένω ορθώς κρίθηκε ότι η προβλεπόμενη διαφύλαξη και η προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων δεν εξικνείται μέχρι σημείου παραβάσεως θεμελιωδών υποχρεώσεων του προστατευόμενου συνδικαλιστή, ιδιαίτερα αν αρνείται επίμονα και αδικαιολόγητα να εκτελέσει την εργασία για την οποία είχε προσληφθεί και όταν με πράξεις ή παραλείψεις του εκ κακοβουλίας του έχει καταστήσει αδύνατη ή έχει θέσει σε κίνδυνο τη λειτουργία της επιχειρήσεως ή του τμήματος στο οποίο εργάζεται, ενώ ο ενάγων επιδεικνύοντας την προαναφερόμενη συμπεριφορά που συνιστά παράβαση θεμελιωδών υποχρεώσεων του ενάγοντα έναντι της εργοδότιδός του εταιρίας υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών – Απόρριψη λόγων αναίρεσης (281, 648, 652 ΑΚ, άρθρ. 14 και 15 ν.1264/1982)


Αριθμός 182/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Δ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δημαρέλλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΕ", η οποία εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/9/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9300/2014 εν μέρει οριστική, 12983/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1995/2017 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/1/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η από 25-1-2018 (με αριθμό κατάθεσης 23/2018) αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, και κατά της 1995/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί της ασκηθείσης εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά των 9300/2014 και 12983/2015 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδοθεισών κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 22-9-2011 αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα(άρθρα 552,553,556,558,564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ). Συνεπώς είναι παραδεκτή(άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

2. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο ενάγων ήδη αναιρεσείων με αγωγή, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε και το αίτημα της τράπηκε σε εν μέρει αναγνωριστικό, εξέθετε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 22-6-2009 δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αρχικά μεν ορισμένου και στη συνέχεια αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει την εργασία του ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου της για την εμπορία των προϊόντων της (υλών τροφίμων), εργαζόμενος κατά το νόμιμο ωράριο και κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και αμειβόμενος σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές ρυθμίσεις για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων όλης της χώρας, έναντι συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού ύψους 1.200 ευρώ και, ακολούθως, 1.271,66 ευρώ, και ότι προσέφερε έκτοτε τις υπηρεσίες του αυτές μέχρι τις 20-7-2011, που η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του.

Ότι η καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης είναι άκυρη α)ως καταχρηστική ως υπαγορευθείσα από λόγους εμπάθειας, εχθρότητας, κακότητας και μίσους, εξαιτίας της διεκδίκησης από μέρους του των νομίμων δικαιωμάτων του, β)επειδή αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του νόμου 1264/1982 και έγινε καταχρηστικά, από εμπάθεια και για λόγους εκδίκησης συνεπεία της προηγούμενης, μη αρεστής στην εναγομένη, νόμιμης συνδικαλιστικής του δράσης, καθώς ο ίδιος ήταν συνδικαλιστής, εκλεγμένο μέλος διοίκησης των αναφερομένων (πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας) συνδικαλιστικών οργανώσεων, ιδιότητα που είχε νομίμως γνωστοποιήσει σ'αυτή, και γ) διότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τα άρθρα 14 παρ. 10 και 15 του ν. 1264/1982 διαδικασία. Ότι, λόγω της ως άνω ακυρότητας, η εναγομένη, η οποία αρνήθηκε έκτοτε να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, περιήλθε σε υπερημερία περί την αποδοχή της εργασίας του και του οφείλει μισθούς υπερημερίας, όπως και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τη συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της, που έγινε υπό συνθήκες προσβλητικές της προσωπικότητάς του. Ζήτησε δε α)να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις πραγματικά και με τον προσήκοντα τρόπο προσφερόμενες υπηρεσίες του, β) να υποχρεωθεί αυτή, κυρίως μεν με βάση τη σύμβαση εργασίας του, άλλως δε και για την περίπτωση ακυρότητας της, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να του καταβάλει, ως μισθούς υπερημερίας το ποσό των 18.312,03 ευρώ, από την καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης και μέχρι τις 31-7-2012, καθώς και το ποσό των 3.740,09 ευρώ για την υπερεργασία και την κατ' εξαίρεση υπερωριακή του απασχόληση και επί πλέον γ)να αναγνωριστεί δικαστικά η υποχρέωση της σε καταβολή ποσού ύψους 15.000 ευρώ για τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης.

Επί της αγωγής, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, αρχικά μεν η με αριθ. 9300/2014 εν μέρει οριστική απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμο το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης και ως ουσία αβάσιμα τα κονδύλια της αμοιβής για την υπερωριακή απασχόληση, την πρόσθετη εργασία και τις δαπάνες μετακίνησης, ενώ, κατά τα λοιπά, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να προσκομιστούν τα σ' αυτή αναφερόμενα έγγραφα. Ακολούθως, εκδόθηκε η 12983/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε και κατά το υπόλοιπο μέρος της, ήτοι της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας και της καταβολής μισθών υπερημερίας, ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης (και της συνεκκληθείσας με αριθ. 9300/2014 απόφασης) άσκησε την από 9-12-2015 έφεσή του ο ενάγων, επί της εφέσεως δε εκδόθηκε η προσβαλλομένη 1995/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την έφεση επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση(12983/2015), που είχε απορρίψει την αγωγή ως προς το αίτημα περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος λόγω καταχρηστικότητας. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ο ενάγων.

3. Κατά το άρθρο 14 παρ. 5 του Νόμου 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων" είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας: α) των μελών της Διοικήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 92 του ΑΚ, της Συνδικαλιστικής Οργανώσεως, β) των μελών της προσωρινής, σύμφωνα με το άρθρο 79 του ΑΚ, Συνδικαλιστικής Διοικήσεως που διορίζει το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 69 το ΑΚ και γ) των μελών της Διοικήσεως που εκλέγονται προσωρινά κατά την ίδρυση Συνδικαλιστικής Οργανώσεως. Η απαγόρευση ισχύει κατά τη διάρκεια της θητείας και ένα χρόνο μετά την λήξη της, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους της παρ. 10 και διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 15. Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες θεσπίσθηκε αυξημένη ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών απέναντι στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, προκύπτει ότι κατ' αρχήν απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους που, περιοριστικώς, αναφέρονται στην παρ. 10 του εν λόγω άρθρου 14 και διαπιστωθεί αυτός κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 15 του ιδίου νόμου. Εάν δεν συντρέχει ο λόγος αυτός και δεν διαπιστωθεί, κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, η καταγγελία από τον εργοδότη της συνδέουσας με το συνδικαλιστικό στέλεχος συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρο 180 του Α.Κ.) και ο εργοδότης, αρνούμενος μετά την άκυρη αυτή καταγγελία να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού (συνδικαλιστικού στελέχους) περιέρχεται σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει μισθούς υπερημερίας. Για την προστασία αυτή απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις, οι οποίες αποτελούν και ουσιώδη στοιχεία της αγωγής, που πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της : α) Έγκυρη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. β) Ο μισθωτός να είναι νόμιμα εκλεγμένο μέλος της διοικήσεως νομίμως συσταθέντος συνδικαλιστικού σωματείου, ή νόμιμα διορισμένο μέλος της προσωρινής διοικήσεώς του ή μέλος της προσωρινώς εκλεγείσας διοικήσεως υπό ίδρυση σωματείου. γ) Ο εργοδότης να τελεί σε γνώση της ιδιότητας αυτής του μισθωτού του και δ) Δυνατότητα απασχολήσεως του συνδικαλιστικού στελέχους στην επιχείρηση του εργοδότη. Η πιο πάνω γνώση του εργοδότη ως προς την συνδικαλιστική ιδιότητα του απολυομένου εργαζομένου, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με οποιονδήποτε τρόπο, πρέπει, προκειμένου περί νομικού προσώπου, να υπάρχει στο νόμιμο εκπρόσωπό του, δηλαδή από εκείνον που έχει ορισθεί από το νόμο ή το καταστατικό να το εκπροσωπεί, καθώς και από εκείνον ο οποίος έχει ορισθεί κατά τους κανόνες της προστήσεως για να το εκπροσωπεί στον τομέα εργασίας ή τις διοικητικές υπηρεσίες του, με δικαίωμα προσλήψεως και απολύσεως του προσωπικού, ενεργώντας εξ ονόματος και για λογαριασμό του (Α.Π. 84/2010).

Πάντως, ο μισθωτός - συνδικαλιστικό στέλεχος - δεν παύει, ως εκ της ιδιότητάς του αυτής, να υπόκειται σε όλες τις υποχρεώσεις του μισθωτού (άρθρα 648 και 652 του Α.Κ.). Οι σχετικές διατάξεις δε προστατευτικές του μισθωτού - συνδικαλιστικού στελέχους - έχουν τεθεί προς διαφύλαξή του, όταν, εξαιτίας της συνδικαλιστικής του δράσεως, έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του εργοδότη και οξύνονται οι σχέσεις τους. Έτσι, η επίκληση προστασίας του λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως ως συνδικαλιστικού στελέχους, για απόληψη μισθών υπερημερίας και πραγματική απασχόλησή του, μπορεί να αποκρουσθεί από τον εργοδότη ως καταχρηστική (άρθρο 281 του Α.Κ.), εάν η συμπεριφορά του εξέρχεται από τα όρια της παραπάνω (γνήσιας) συνδικαλιστικής δράσεως και εξικνείται μέχρι διαπράξεως ποινικού αδικήματος σε βάρος του εργοδότη ή μέχρι σημείου παραβάσεως θεμελιωδών υποχρεώσεών του, ώστε να δημιουργείται αναταραχή στον εργασιακό χώρο και κλίμα κλονισμού της εμπιστοσύνης του εργοδότη, χωρίς υπαιτιότητα του τελευταίου (εργοδότη), προς το πρόσωπό του. Η διαπίστωση της συνδρομής ή μη τέτοιας καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος είναι έργο των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία επιλαμβάνονται αγωγής για καταβολή μισθών υπερημερίας και για πραγματική απασχόληση του ακύρως απολυθέντος μισθωτού - συνδικαλιστικού στελέχους (ΑΠ 424/2016, ΑΠ 443/2016, Α.Π. 84/2010, ΑΠ 364/2007, Α.Π. 1102/2001).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιαφόρως αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα, έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006, Ολ. Α.Π. 36/1988, Α.Π. 1632/2013). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών γεγονότων, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 625/2008, Α.Π. 38/2008).

4. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης και κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων, κρίση του, δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα εξής: "Ότι ο ενάγων ήταν εκλεγμένο μέλος της επταμελούς διοίκησης του πρωτοβαθμίου Σωματείου με την επωνυμία "...", που έχει καταχωριστεί στα μητρώα Σωματείων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και έχει περισσότερα από 700 μέλη, και δη αναπληρωτής Γραμματέας αυτού, γεγονός που περιήλθε σε γνώση της εναγομένης με το με αριθ. πρωτ. 100-Α-10/3-2-2010 έγγραφο του Σωματείου αυτού, που της απεστάλη μέσω FΑΧ, αλλά και κατόπιν προφορικής ενημέρωσης του ιδίου του ενάγοντος και συνεπώς ότι περιλαμβανόταν μεταξύ των προστατευομένων από τη διάταξη του άρθρου 14 Ν. 1264/1982 προσώπων. Στις 25-5-2011 το Δ.Σ. του Σωματείου ενημέρωσε την εναγομένη, δυνάμει του υπό την αυτή ημερομηνία και με αριθ. πρωτ. 115-Α-11 εγγράφου του, που υπογράφεται από τον Πρόεδρο και τον Αναπληρωτή Γραμματέα, ότι ο προαναφερόμενος είχε διαγραφεί από μέλος του Δ.Σ. και παρέμενε απλό μέλος του Σωματείου, έπειτα από τη συνεδρίαση της 3ης-6-2010. Με το ίδιο έγγραφο βεβαιωνόταν επίσης ότι ο ενάγων δεν εκπροσωπούσε το Σωματείο στην Ομοσπονδία .... και στο Εργατικό Κέντρο. Ο τελευταίος επικαλείται ακυρότητα της περί διαγραφής του απόφασης, πλην όμως, ανεξαρτήτως της βασιμότητας ή μη του ισχυρισμού του αυτού, γεγονός είναι ότι η εναγομένη, έχουσα πληροφόρηση από το πλέον αρμόδιο προς τούτο Όργανο, και δη το ίδιο του Δ. Σ. του Σωματείου, όταν, στις 20-7-2011, προέβη στην καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης, είχε την πεποίθηση ότι ο ενάγων προ έτους και πλέον είχε απωλέσει τη συνδικαλιστική του ιδιότητα και, επομένως, δεν περιλαμβανόταν μεταξύ των προστατευομένων από την προαναφερθείσα διάταξη προσώπων. Άρα η απόλυση του δεν πάσχει ακυρότητας εκ του λόγου τούτου. Ο ενάγων όμως κατά τις αρχαιρεσίες της Ομοσπονδίας (δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης εργαζομένων) με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που έχει την έδρα της στην …. και οι οποίες έλαβαν χώρα στις 26 Ιουνίου 2010, εξελέγη Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας του Διοικητικού της Συμβουλίου.

Επομένως, και με δεδομένο ότι η Ομοσπονδία είχε χίλια (1.000) και πλέον εγγεγραμμένα μέλη, ο ενάγων συμπεριλαμβανόταν στα έντεκα μέλη της διοίκησης που καλύπτονταν από τις προστατευτικές για τα συνδικαλιστικά στελέχη διατάξεις του ν. 1264/1982, εφόσον στο καταστατικό της δεν προβλεπόταν διαφορετική σειρά για τα προστατευόμενα μέλη της. Η εκλογή του, εξάλλου, αυτή γνωστοποιήθηκε στην εναγομένη με το με αριθ. πρωτ. ….52/30-6-2010 έγγραφο της Ομοσπονδίας, που της κοινοποιήθηκε την 1-7-2010 και ώρα 10.24', στο FΑΧ με αριθ. ...325... Εξάλλου και ο ίδιος ο ενάγων είχε ενημερώσει προφορικά την εναγομένη για την ιδιότητα του αυτή....Μετά από αυτά ο ισχυρισμός της εναγομένης περί του ότι κατά τον χρόνο της καταγγελίας δεν είχε (αυτή) γνώση της συνδικαλιστικής του ιδιότητας κρίνεται αβάσιμος.

Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ο ενάγων, ενώ κατά τους πρώτους μήνες της απασχόλησης του ήταν καθ' όλα συνεπής στα εργασιακά του καθήκοντα, από τα μέσα του 2010 περίπου μετέστρεψε συμπεριφορά, γινόμενος εριστικός απέναντι στον προϊστάμενο του Α. Β. και αρνούμενος, χωρίς βάσιμο λόγο, να εκτελέσει ορισμένα από τα δρομολόγια που του ανατίθεντο. Συγκεκριμένα τον Αύγουστο μήνα του 2010 ο ενάγων, ενώ είχε προγραμματισμένη θερινή άδεια για το διάστημα από τις 9 μέχρι τις 22 Αυγούστου, αυθαίρετα και χωρίς την άδεια του προϊσταμένου του Α. Β., εγκατέλειψε την εργασία του στις 5 και 6 Αυγούστου, προκειμένου να παραστεί σε γάμο συγγενικού του προσώπου, δημιουργώντας αναστάτωση στην εταιρία, ενόψει του ότι απουσίαζαν και άλλοι οδηγοί με άδεια αναψυχής και δεν μπόρεσε η τελευταία να ανταποκριθεί στις προγραμματισμένες παραγγελίες των πελατών της. Στις 17-5-2011 αρνήθηκε να οδηγήσει το με αριθ. κυκλοφορίας ...61 Ι.Χ. Φ. αυτοκίνητο της εταιρίας, όπως του είχε ανατεθεί αρμοδίως, προς διανομή προϊόντων, επικαλούμενος ότι το εν λόγω αυτοκίνητο "είχε τζόγο στο τιμόνι", ότι δηλαδή το τιμόνι δεν ανταποκρινόταν πλήρως στις ενέργειες του οδηγού και, ως εκ τούτου, η οδήγηση του ήταν επισφαλής. Ακολούθως, στο με την ίδια ημερομηνία ημερήσιο δελτίο δρομολογίου του ως άνω φορτηγού ανέγραψε ιδιοχείρως ότι δεν του ανατέθηκε δρομολόγιο και ότι εργάσθηκε στην αποθήκη, γεγονός που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα (αφού δρομολόγιο του είχε ανατεθεί). Την επομένη, 18-5-2011, αρνήθηκε να οδηγήσει το με αριθ. κυκλοφορίας ...04 Φ.Ι.Χ. αυτοκίνητο της εταιρίας, όπως του είχε ανατεθεί αρμοδίως, προς διανομή προϊόντων, επικαλούμενος ότι και το αυτοκίνητο αυτό "είχε τζόγο στο τιμόνι", ενώ επίσης στο με την ίδια ημερομηνία ημερήσιο δελτίο δρομολογίου του φορτηγού ανέγραψε και πάλι, ψευδώς, ότι δεν του είχε ανατεθεί δρομολόγιο και ότι εργάσθηκε στην αποθήκη. Η μη πραγματοποίηση των δρομολογίων από μέρους του είχε ως αποτέλεσμα τη μη πραγματοποίηση των προγραμματισμένων παραδόσεων προϊόντων στους πελάτες της εναγομένης και αποτέλεσε πλήγμα της αξιοπιστίας της έναντι αυτών. Στις 19-5-2011 του ανατέθηκε η οδήγηση τρίτου φορτηγού, του με αριθ. κυκλοφορίας ...03 Φ.Ι.Χ. αυτοκινήτου, το οποίο οδήγησε πραγματοποιώντας διανομή προϊόντων εντός των ορίων του νομού ……, πλην όμως κατά την επιστροφή ανακοίνωσε στον Α. Β. ότι και το φορτηγό αυτό "είχε τζόγο στο τιμόνι" και ότι επί πλέον "το τιμόνι έτρεμε κατά το φρενάρισμα και τραβούσε δεξιά", δηλώνοντας ρητά ότι δεν θα εκτελούσε άλλο δρομολόγιο στο μέλλον μ' αυτό το αυτοκίνητο.

Τα περιστατικά αυτά είχαν υποπέσει στην αντίληψη των συναδέλφων του οδηγών και δημιούργησαν αναστάτωση στο τμήμα, καθώς δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ο ενάγων έχει επιλεκτική μεταχείριση, παρόλο που δεν εκτελεί την εργασία του, παραβαίνει τις οδηγίες των προϊσταμένων του, οδηγεί όποτε θέλει και όποιο φορτηγό αυτοκίνητο επιθυμεί, με αποτέλεσμα να διακινδυνεύει η εργασιακή ειρήνη της επιχείρησης. Δημιουργεί δε εντύπωση το γεγονός οτι τα εν λόγω μεταφορικά μέσα οδηγούνταν και από τους λοιπούς οδηγούς της επιχείρησης, πλην όμως ουδείς εξ αυτών είχε διαπιστώσει την παραμικρή βλάβη και ούτε είχε προβεί σε οποιαδήποτε σχετική επισήμανση. Με αφορμή τα περιστατικά αυτά, η εναγομένη την ίδια κιόλας ημέρα (19-5-2011) ανέθεσε στον Π. Χ., ιδιοκτήτη συνεργείου αυτοκινήτων στην περιοχή ..., ο οποίος από τριετίας είχε αναλάβει τη συντήρηση και επισκευή όλων των φορτηγών της, τον έλεγχο των άνω, με αριθ. κυκλοφορίας ...61, ...04 και ...03 Φ,Ι.Χ., αυτοκινήτων. Μετά από έλεγχο που διενήργησε ο προαναφερόμενος, διαπίστωσε ότι τα ως άνω αυτοκίνητα δεν παρουσίαζαν κανένα μηχανολογικό πρόβλημα από αυτά που είχε αναφέρει ο ενάγων και ότι από άποψη οδικής συμπεριφοράς ήσαν απολύτως ασφαλή...Κατόπιν τούτων, η εναγομένη απέστειλε στον ενάγοντα την από 23-5-2011 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε σ' αυτόν στις 25-5-2011 και με την οποία διαμαρτυρόταν για την προπεριγραφείσα συμπεριφορά του και τον καλούσε να συμμορφωθεί προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις, παρέχοντας την εργασία για την οποία είχε προσληφθεί. Σε απάντηση, ο ενάγων απέστειλε μέσω FΑΧ στην εναγομένη το από 6-6-2011 εξώδικό του, με το οποίο επέμενε στην ύπαρξη των ως άνω μηχανικών προβλημάτων των συγκεκριμένων φορτηγών, αλλά και άλλων, τα οποία κατά δήλωση του παρά ταύτα είχε οδηγήσει, ζητώντας αντίγραφο της σχετικής βεβαίωσης του μηχανικού. Την ίδια μάλιστα ημέρα απέστειλε με τον ίδιο τρόπο και δεύτερη εξώδικη δήλωση, με την οποία διαμαρτυρόταν για την πρόσθετη εργασία φορτοεκφόρτωσης και για εργασία στην αποθήκη με σκοπό την ετοιμασία των εκάστοτε παραγγελιών, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, ήταν εκτός των συμβατικών του υποχρεώσεων, ζητώντας συμπληρωματική αμοιβή.

Απαντώντας του, η εναγομένη με την από 8-6- 2011 εξώδικη δήλωση της του επισήμανε ότι η φορτοεκφόρτωση των μεταφερομένων προϊόντων αποτελούσε μέρος της συμφωνηθείσας παρεχόμενης εργασίας, η οποία αμειβόταν με μισθό υπέρτερο του νομίμου και για την οποία επομένως δεν δικαιούτο πρόσθετης αμοιβής, τον καλούσε, δε, και πάλι να παράσχει την εργασία του με τους ίδιους όρους και συνθήκες που είχαν συμφωνηθεί. Η "ανταλλαγή" εξώδικων δηλώσεων μεταξύ των ανωτέρω είχε αρχίσει από τον Απρίλιο ήδη μήνα του αυτού έτους, καθώς ο ενάγων με την από 14-4-2011 εξώδικη δήλωσή του διαμαρτυρόταν -πλην όμως και πάλι αβασίμως, όπως προαναφέρεται- για τη διακοπή παροχής εκ μέρους της εναγομένης μεταφορικού μέσου για τη μετάβαση του από και προς την εργασία του, επιφυλασσόμενος για τη διεκδίκηση των οφειλομένων και των δικαιωμάτων του, ενέργεια που οδήγησε την εναγομένη στην αποστολή προς αυτόν της από 18-4-2011 εξωδίκου δηλώσεώς της, με την οποία αρνείτο τα από αυτόν υποστηριζόμενα. Την ίδια συμπεριφορά επέδειξε ο ενάγων και περί τα μέσα Ιουλίου 2011, οπότε και αρνήθηκε τη διανομή προϊόντων σε πελάτες της περιοχής …., όπως του είχε αρμοδίως ανατεθεί, ισχυριζόμενος ότι θα καθυστερούσε, καθώς είχε προγραμματισμένη κοινωνική εκδήλωση με τη μνηστή του... Στις 20-7-2011 η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, χωρίς να τηρήσει προηγουμένως την προβλεπόμενη στα άρθρα 14 παρ. 10 και 15 ειδική διαδικασία, για τη βεβαίωση του λόγου καταγγελίας, παρόλο που γνώριζε ότι ο εν λόγω εργαζόμενος ήταν συνδικαλιστικό στέλεχος, προστατευόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού. Επομένως η καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης είναι άκυρη, πλην όμως η επίκληση από τον ενάγοντα της ακυρότητας αυτής για την απόληψη μισθών υπερημερίας και την πραγματική απασχόληση του στην εναγομένη υπερβαίνει τα όρια του 281 ΑΚ και είναι καταχρηστική, ενόψει της προαναφερθείσας κακόβουλης και εριστικής συμπεριφοράς του, η οποία εξέρχεται από τα όρια της νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης ως μέλους του προαναφερθέντος σωματείου και συνιστά παραβίαση θεμελιωδών υποχρεώσεών του. Η συμπεριφορά του αυτή, που διήρκεσε επί σημαντικό χρονικό διάστημα, κλόνισε, κατ' αντικειμενική κρίση, σε τέτοιο βαθμό το αναγκαίο κλίμα εμπιστοσύνης και συνεργασίας που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των μερών, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η ομαλή λειτουργία της σχέσης εργασίας στο μέλλον. Η επίδειξη τέτοιας συμπεριφοράς ξεπερνά τα αξιολογικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και δεν μπορεί να υποχρεώσει την εναγομένη εργοδότρια του να έχει στην εργασία της έναν εργαζόμενο με τον οποίο έχει διαταραχθεί το μεταξύ τους κλίμα εμπιστοσύνης. Έτσι η καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης κατέστη αναγκαία.

Επομένως, κατά παραδοχή ως και ουσιαστικά βάσιμης της παραδεκτά προβληθείσας πρωτοδίκως ένστασης της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος (άρθρα 281, 648, 652 ΑΚ, 14, 15 ν. 1264/1982), που δεν αναιρεί μεν το δικαίωμα και τις απορρέουσες από αυτό αξιώσεις, αποκλείει όμως την ικανοποίηση τους, ο ενάγων δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του έναντι της εναγομένης, για απόληψη μισθών υπερημερίας και για πραγματική απασχόληση. Εξάλλου, η καταγγελία αυτή δεν έγινε λόγω της επικαλούμενης συνδικαλιστικής του δράσης, αφού ουδόλως αποδείχθηκε η ανάπτυξη αισθημάτων εχθρότητας εναντίον του από πλευράς της εναγομένης, όπως αβασίμως και πάλι αυτός υποστηρίζει. Κανένα περιστατικό δηλωτικό μιας τέτοιας συμπεριφοράς της απέναντί του δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα... Αυτονόητο είναι, εξάλλου, κατόπιν των όσωω ανωτέρω αναφέρονται ότι η εναγομένη δεν προέβη στην απόλυση του κινούμενη από ταπεινά ελατήρια, από κακότητα, εμπάθεια, μίσος και εκδίκηση, λόγω της διεκδίκησης από μέρους του των νομίμων δικαιωμάτων του, όπως αβασίμως και πάλι διατείνεται ο ίδιος με την αγωγή, επικαλούμενος προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ώστε η αγωγή και κατά το σκέλος της αυτό είναι αβάσιμη στην ουσία της και απορριπτέα. Βάσει τούτων, τα αγωγικά αιτήματα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας και υποχρέωσης της εναγομένης σε αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος, καθώς και περί της καταβολής μισθών υπερημερίας...είναι αβάσιμα..".

Μετά απ'αυτά το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος, και ήδη αναιρεσειόντος επικύρωσε ως προς το κεφάλαιο αυτό την εκεί εκκαλουμένη 12983/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε κάνει επίσης δεκτή την ένσταση του 281 ΑΚ της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και είχε απορρίψει την αγωγή ως προς το αίτημα του ενάγοντος να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του. Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 648, και 652 ΑΚ, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 14 και 15 ν.1264/1982. Ειδικότερα όσον αφορά το άρθρο 14 του ν. 1264/1982, ορθά δεν προέβη στην εφαρμογή του, διότι σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη προσβαλλομένη, η προβλεπόμενη από το άρθρο τούτο διαφύλαξη και η προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων δεν εξικνείται μέχρι σημείου παραβάσεως θεμελιωδών υποχρεώσεων του προστατευόμενου συνδικαλιστή, ιδιαίτερα αν αρνείται επίμονα και αδικαιολόγητα να εκτελέσει την εργασία για την οποία είχε προσληφθεί και όταν με πράξεις ή παραλείψεις του εκ κακοβουλίας του έχει καταστήσει αδύνατη ή έχει θέσει σε κίνδυνο τη λειτουργία της επιχειρήσεως ή του τμήματος στο οποίο εργάζεται (Α.Π. 860/2015). Σύμφωνα δε με όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά, εφόσον με πλήρη αιτιολογία δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο ενάγων επέδειξε την προαναφερόμενη συμπεριφορά που συνιστά παράβαση θεμελιωδών υποχρεώσεων του ενάγοντα έναντι της εργοδότιδός του εταιρίας, ο εξαναγκασμός του εργοδότη να έχει στη εργασία του τέτοιο κακόβουλο μισθωτό υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών.

Περαιτέρω, κατά τα άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, κρίθηκε ότι αυτά συνιστούν, κατ` αντικειμενικήν κρίση, σπουδαίο λόγο για την αναιρεσίβλητη προς καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως που την συνδέει με τον αναιρεσείοντα, λόγω της περιγραφείσας και ανελέγκτως δεκτής γενομένης συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος κατά την εκπλήρωση των από την εργασιακή σύμβαση απορρεουσών υποχρεώσεών του. Ειδικότερα με την κρίση του το Εφετείο, ότι στοιχειοθετείται καταχρηστική άσκηση του επιδίκου δικαιώματος του ενάγοντος υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε και τη διάταξη αυτή και με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με την ορθή εφαρμογή της, χωρίς να παραβιάζει εκ πλαγίου τη διάταξη αυτή, έκρινε, ότι δεν εχώρησε η καταγγελία της σύμβασης εκ λόγων εκδικήσεως προς το πρόσωπο του ενάγοντος -αναιρεσείοντος λόγω της συνδικαλιστικής του κυρίως ιδιότητος, αλλά ότι αυτή εχώρησε για την εύρυθμη λειτουργία της αναιρεσίβλητης εταιρίας, καθώς λόγω της συμπεριφοράς του, που αναλυτικώς αναφέρθηκε στην προσβαλλομένη, η οποία διήρκεσε επί σημαντικό χρονικό διάστημα και κλόνισε σε τέτοιο βαθμό το αναγκαίο κλίμα εμπιστοσύνης, δεν απέμενε άλλο μέσο στην τελευταία από την απόλυσή του (ενάγοντος), προκειμένου να αποκατατασταθεί η ομαλότητα στον εργασιακό χώρο, που επλήττετο από την αντισυμβατική συμπεριφορά του και αφού προηγουμένως είχε αυτή εξαντλήσει όλα τα μέσα προκειμένου να εξομαλύνει την κατάσταση, χωρίς αποτέλεσμα όμως. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζει ο αναιρεσείων τα αντίθετα και με τον οποίο προσάπτονται κατ'εκτίμηση στην προσβαλλομένη, οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 295/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα εξής έγγραφα, τα οποία αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του, ήτοι: α) τα αντίγραφα των ημερησίων δελτίων δρομολογίων και των ταχογράφων των ημερομηνιών 5 και 6 Αυγούστου 2010 από τα οποία προέκυπτε ότι εργάστηκε τις άνω ημερομηνίες και μάλιστα υπερωριακά, β)την κωδικοποίηση των ΣΣΕ/ΔΑ των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων, από τα οποία προκύπτουν οι υποχρεώσεις των επαγγελματιών οδηγών φορτηγών, και γ) το δελτίο δρομολογίου και ταχογράφου της Παρασκευής 15-7-2011, από το οποίο προέκυπτε ότι κατά τον χρόνο ανάθεσης σ'αυτόν, του επιπλέον δρομολογίου υπό της εναγομένης προς τα …. είχε ήδη εργαστεί 8,30 ώρες. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από τη γενική μνεία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το εφετείο σχημάτισε την κρίση του και από "τα έγγραφα που οι διάδικοι μετ` επικλήσεως προσκομίζουν" σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της, αλλά και την σαφή αναφορά της στις ΣΣΕ και ΔΑ σχετικά με τους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων(βλ. σελ. 12,13 και 14 προσβαλλομένης), καθώς και την αναφορά της στη 16η σελίδα της απόφασης ότι " ο ενάγων εργάστηκε κατά τις ακόλουθες ημέρες και ώρες, όπως συνάγεται από την προσεκτική μελέτη των ταχογράφων των φορτηγών οχημάτων που οδηγούσε, σε συνδυασμό και με τις καταγραφές επί των ημερησίων δελτίων δρομολογίων, που προσκομίζονται με επίκληση", δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ως προς το ότι το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων σαφώς ήσαν και τα άνω αυτά έγγραφα.

6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-1-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 1995/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. -Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23 Ιανουαρίου 2019. Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12 Φεβρουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ