Συνθετη Αναζητηση Νομοθεσιας - Νομολογιας

Επιλογές Αναζήτησης

Νομοθεσία

ΑΝΑΨΗΛΑΦΗΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ – ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΨΗΛΑΦΗΣΗΣ – ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΤΗΣ (ΠΤΩΣΗ ΣΕ ΟΛΙΣΘΗΡΟ ΔΑΠΕΔΟ) – ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΕΛΛΕΙΨΗ ΜΕΤΡΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΟΤΙ Ο ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΣΕ ΑΜΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΔΟΤΗ ΤΗΣ

Α.Π. 820/2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


ΑΝΑΨΗΛΑΦΗΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ – ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΨΗΛΑΦΗΣΗΣ – ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΤΗΣ (ΠΤΩΣΗ ΣΕ ΟΛΙΣΘΗΡΟ ΔΑΠΕΔΟ) – ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΕΛΛΕΙΨΗ ΜΕΤΡΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΟΤΙ Ο ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΣΕ ΑΜΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΔΟΤΗ ΤΗΣ – ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΜΕ ΕΚΔΟΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΠΟΥ ΚΡΙΝΕΙ ΟΤΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΥΓΕΙΑΣ ΠΡΟΥΠΗΡΧΕ ΚΑΙ ΔΕΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ – Εν προκειμένω το Εφετείο σαφώς αιτιολόγησε την κρίση του ότι η προβληθείσα με την αίτηση αναψηλάφησης απόφαση δεν είχε στηριχθεί κυρίως στην ανατραπείσα κατά τα ανωτέρω απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων, αφού δέχθηκε ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε συνεκτίμησε την τελευταία αυτή απόφαση με τα άλλα ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων, ειδικά αναφερόμενες ιατρικές γνωματεύσεις νοσοκομείων, πιστοποιητικά νοσηλείας, άδεια λειτουργίας, και έγγραφα αυτοψίας στην επιχείρηση του εναγομένου, και δεν στηρίχθηκε αποφασιστικά σ' αυτή, η οποία, είχε ήδη προσβληθεί με έφεση και δεν παρήγε δεδικασμένο, ούτε διαπλαστική ενέργεια στην ένδικη υπόθεση – Μη ύπαρξη λόγου αναψηλάφησης – Απόρριψη λόγου αναίρεσης (551, 544 ΚΠολΔ, 662, 914 ΑΚ)


Αριθμός 820/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Α. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ειρήνης Φωτιάδου (σύμφωνα με την 255/18-9-2017 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ε. Φ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν η 339/2006 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 318/2010 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, κατά της οποίας, άσκησε την από 22-11-2012 αίτηση αναψηλάφησης.
Εκδόθηκε η 34/2015 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-7-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Όπως προκύπτει από την ....18/27-2-2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Κρήτης Ε. Κ.-Π., αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση, προς συζήτηση για την 8-5-2018, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο χωρίς την παρουσία του αναιρεσιβλήτου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα σ'αυτόν. Εφ' όσον, επομένως, ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά την παρούσα δικάσιμο ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση παραστάσεώς του (άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να δικασθεί ερήμην, η διαδικασία όμως θα προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρ. 578 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

2. Αναίρεση επιτρέπεται και κατά της απόφασης που εκδόθηκε στη δίκη αναψηλάφησης, όπως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 551 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία κατά της απόφασης που εκδίδεται στη δίκη αναψηλάφησης επιτρέπονται ένδικα μέσα εφόσον η απόφαση που είχε εκδοθεί στην αρχική δίκη μπορούσε να προσβληθεί με ένδικα μέσα. Με τη διάταξη δηλαδή αυτή ορίζεται ότι το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως που εκδίδεται στη δίκη αναψηλάφησης εξαρτάται από την προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση απόφαση. Έτσι αν η απόφαση αυτή είναι απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η απόφαση επί της αναψηλάφησης προσβάλλεται με έφεση, ενώ αν πρόκειται για απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προσβάλλεται με αναίρεση (ΑΠ 635/2012).

3. Κατά το άρθρο 544 Κ.Πολ.Δ. αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο αυτό περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη του αριθμού 8 του άρθρου αυτού, κατά την οποία το πιο πάνω ένδικο μέσο παρέχεται και αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε απόφαση πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου η οποία ανατράπηκε αμετάκλητα ύστερα από την τελευταία συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται. Η προσβαλλόμενη απόφαση θεωρείται ότι στηρίχθηκε κυρίως στην ανατραπείσα όχι μόνο όταν δεσμεύθηκε από το δεδικασμένο της αλλά και όταν η τελευταία παρήγαγε στο δικονομικό πεδίο δυνατότητες και βάρη δεσμευτικά για τους διαδίκους ή όταν επέδρασε ουσιαστικά στην κρίση του δικαστή και όχι όταν απλώς συνεκτιμήθηκε με όλες τις λοιπές αποδείξεις που τέθηκαν υπόψη του. (ΑΠ 231/2016).

4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

5. Από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο

6. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτώς γενόμενη επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 34/2015 απόφασης (αρ. 561 § 1 ΚΠοΔ) το Δικαστήριο (Εφετείο Κρήτης) δικάζοντας επί της από 22-11-2012 αίτησης αναψηλάφησης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθμ. 318/2010 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα κάτωθι: "Ο εναγόμενος Ε. Φ.ς διατηρεί, από το έτος 1994 και μετά, επιχείρηση παιδικών κατασκηνώσεων στα χωραφάκια ..., με τον τίτλο "...". Με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που συνήφθη στις 25-6-2004 στα ..... μεταξύ αυτού (εναγομένου) και της ενάγουσας (Α. Α.), προσελήφθη η τελευταία στην ως άνω επιχείρηση του για να εργασθεί ως καθαρίστρια. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής η ενάγουσα προσέφερε πράγματι τις υπηρεσίες της μέχρι τις 25-7-2004, όταν και αποχώρησε οικειοθελώς, σύμφωνα με την από 25-7-2004 δήλωση της ίδιας και την από 27-7-2004 έγγραφη αναγγελία του εναγομένου προς τον ΟΑΕΔ, ενώ ήταν ασφαλισμένη στο ΙΚΑ και διέθετε βιβλιάριο υγείας, όπως άλλωστε και δεν αμφισβητείται. Στις 12-7-2004 και περί ώρα 8.00 πρωινή, η ενάγουσα, καθόν χρόνο απασχολούνταν με την καθαριότητα των ευρισκομένων στις ως άνω εγκαταστάσεις τουαλετών και λουτήρων, έπεσε στο δάπεδο αυτών από το ύψος της, με συνέπεια να τραυματισθεί στο οπίσθιο μέρος του σώματος της (κεφάλι, αυχένα κλπ).

Αμέσως μετά προσήλθε στο ιατρείο, πού διέθετε η επιχείρηση αυτή και ανέφερε στην ιατρό Ι. Χ. το περιστατικό αυτό της πτώσης της, όπως επιβεβαιώνει και η ίδια η ιατρός στην από 5-10-2004 έγγραφη δήλωσή της προς το ΙΚΑ ....., επειδή δεν παραπονέθηκε για ζάλη, της συστάθηκε από την τελευταία να αποχωρήσει από την εργασίας της και να αναπαυθεί στην οικία της. Επίσης για το γεγονός αυτό της πτώσης της ενάγουσας υπέβαλε και ο εναγόμενος την από 20-8-2004 έγγραφη δήλωση ατυχήματος προς το αυτό ως άνω ΙΚΑ, όπου αναφέρεται ότι η πρώτη έπεσε (γλίστρησε) σε βρεγμένο πάτωμα καθαρίζοντας τις τουαλέτες των κοριτσιών, χωρίς να την αντιληφθεί κανένας ούτε υπάλληλος ούτε από τα φιλοξενούμενα παιδιά, καθόσον ήταν πρωινή ώρα. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, η ενάγουσα προσήλθε στο Γ ενικό Νοσοκομείο ..... "...", όπου ανέφερε την ως άνω πτώση της και υποβλήθηκε αμέσως σε νευροχειρουργική εκτίμηση, διαπιστώθηκε δε ότι είχε υποστεί θλάση αυχένος, της συστήθηκε από τους ιατρούς κολάρο και να παραμείνει κατ' οίκον, ενώ της χορηγήθηκε και αναρρωτική άδεια τριών ημερών (βλ. προσκ/νες από 12 και 13-7-2004 ιατρικές γνωματεύσεις του άνω νοσοκομείου).

Παρά ταύτα, η ενάγουσα επανήλθε στην εργασία της, στις κατασκηνώσεις του εναγομένου και συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της μέχρι τις 25-7-2004 που αποχώρησε οικειοθελώς, όπως προαναφέρθηκε. Όμως, επισκέφθηκε κατ' επανάληψη το ποιο πάνω νοσοκομείο, αναφέροντας δε την ως άνω πτώση της επί του εδάφους και έντονη κεφαλαλγία με άλγος, της συστάθηκε αξονική τομογραφία εγκεφάλου και μαγνητική τομογραφία ΑΜΣΣ (βλ. τις προσ/νες από 22-7-2004 κα1-29-10-2004: ιατρικές γνωματεύσεις του νοσοκομείου), ενώ στις 2-9-2004 της έγινε πάλι εργαστηριακός και νευρολογικός έλεγχος, χωρίς όμως ιδιαίτερα ευρήματα, σύμφωνα με την από 2-9-2004 ιατρική γνωμάτευση του αυτού νοσοκομείου.

Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από 31-12-2004 Πιστοποιητικό Νοσηλείας του Αν. Δ/ντή Κ. Κ. του Νευροχειρουργικού Τμήματος του νοσοκομείου ..., η ενάγουσα νοσηλεύτηκε σ'αυτό μεταγενέστερα και δη το διάστημα από 25-12- 2004 μέχρι 31-12-2004, της διαγνώσθηκε προϋπάρχουσα αυχενική σπονδύλωση, που προφανώς επιδεινώθηκε μετά την αναφερόμενη από την ίδια πιο πάνω πτώση της επί του εδάφους, της έγινε ακολούθως έλεγχος με Μαγνητική Τομογραφία ΑΜΣΣ, όπου έδειξε εκφυλιστικές αλλοιώσεις με κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου Α3-Α4, Α4 Α5 και Α5-Α6 διαστημάτων, που προκαλούσε σημαντική στένωση νευρικών τρημάτων και νωτιαίου σωλήνα, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση (πρόσθια δισκεκτομή των άνω διαστημάτων και σπονδυλοδεσία με χρήση εμφυτευμάτων PEEK και οστικών μοσχευμάτων) και της συστάθηκε χρήση αυχενικού περιλαίμιου για ένα μήνα και αποφυγή βαριάς σωματικής κόπωσης, που θα μπορούσε να επιδεινώσει την χρόνια αυχενική της νόσο. Όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η κατά τα άνω πτώση της ενάγουσας στο δάπεδο των χώρων των λουτρών της επιχείρησης όπου εργαζόταν ως καθαρίστρια, οφείλεται σε υπαιτιότητα και μάλιστα σε ενδεχόμενο δόλο του τελευταίου (εναγομένου) ή σε ειδική αμέλεια λόγω του ότι δεν τήρησε αυτός τους ισχύοντες νόμους, διατάγματα ή κανονισμούς για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα. Δηλαδή καταρχάς δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος όφειλε να γνωρίζει και μπορούσε να προβλέψει ότι θα συμβεί το εν λόγω εργατικό ατύχημα, την επέλευση του οποίου είχε αποδεχθεί ως πιθανή και δεν φρόντισε να την αποτρέψει. Αποδείχθηκε αντίθετα ότι οι παιδικές αυτές κατασκηνώσεις λειτουργούσαν νόμιμα με πρώτη την υπ' αριθμ. Πρωτ. .....42/16-3-1994 άδεια ίδρυσης της Δ/νσης ΥΓΕΙΑΣ- ΠΡΟΝΟΙΑΣ της Νομαρχίας ....., καθόσον πληρούνταν οι προϋποθέσεις της αναφερόμενης και ισχύουσας τότε Υπουργικής απόφασης, καθώς και κατά τα επόμενα έτη, με συνεχείς ανανεώσεις αδειών λειτουργίας της επιχείρησης αυτής (ήτοι των παιδικών κατασκηνώσεων), όπως και για το έτος 2004, που συνέβη το πιο πάνω γεγονός της πτώσης της ενάγουσας, κατά το οποίο χορηγήθηκε η με αρ. πρωτ. ......86/1-7-2004 άδεια λειτουργία, μετά από προηγηθέντα έλεγχο που διενεργήθηκε συγκεκριμένα στις 30-6-2004 (δηλαδή δώδεκα ημέρες πριν την πτώση της), από την ορισθείσα από τον Νομάρχη ...... τριμελή επιτροπή, στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης αυτής και με διαπίστωση ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, όπως δε για τον ίδιο λόγο χορηγήθηκαν και οι με αρ. πρωτ. ....34, .....46 και ....13 σχετικές άδειες λειτουργίας για τα προηγούμενα έτη 2003, 2002 και 2001 αντίστοιχα, ενώ παράλληλα για τα έτη αυτά χορηγήθηκαν και οι με αρ. πρωτ. ....34, ....46 και 2513 σχετικές άδειες λειτουργίας για τα προηγούμενα έτη 2003, 2002 και 2001 αντίστοιχα, ενώ παράλληλα για τα έτη αυτά χορηγήθηκαν στον εναγόμενο για την επιχείρησή του αυτή και σχετικές άδειες λειτουργίας για παιδιά με ειδικές ανάγκες, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με αρ. πρωτ. ....84/2004, ....07/28-7-2003, ....86/17-7-2002 και ....33/3-7-2001 σχετικές άδειες λειτουργίας για παιδιά με ειδικές ανάγκες, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με αρ. πρωτ. .....84/2004, ....07/28-7- 2003, ....86/17-7-2002 και .....33/3-7-2001 σχετικές άδειες λειτουργίας.

Για το λόγο αυτό φιλοξενούνταν στις εγκαταστάσεις αυτές περί τα (800) παιδιά, υγιή και με ειδικές ανάγκες, σε τρεις περιόδους κατ1 έτος, χωρίς να αποδειχθεί ότι, καθόλα αυτά τα δέκα χρόνια λειτουργίας τους μέχρι την κατά τα άνω πτώση της ενάγουσας, συνέβη κάποιο ατύχημα στις εν λόγω κατασκηνώσεις, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από την ενάγουσα κρίνονται αβάσιμα και συνεπώς απορριπτέα. Εξάλλου το γεγονός ότι, μετά από συνεχείς ελέγχους στην άνω επιχείρηση του εναγομένου από τις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές, λόγω καταγγελιών, διαπιστώθηκε μεταγενέστερα σε γενόμενο έλεγχο, στις 21-7-2005, μία μόνο υγειονομική παράβαση στις εγκαταστάσεις αυτές, που αφορούσε το νερό μιας βρύσης των μαγειριών, που δεν πληρούσε τους όρους και δεν ήταν κατάλληλο προς κατανάλωση (καθόσον είχε παρουσιασθεί βλάβη του δικτύου ύδρευσης που εν συνεχεία αποκαταστάθηκε), χωρίς βέβαια να αποδεικνύεται ότι δημιουργήθηκε κάποιο πρόβλημα στην υγεία " των παιδιών και υπαλλήλων, δεν αναιρεί τα ανωτέρω, καθόσον δεν ασκεί καμία επιρροή στην κρινόμενη υπόθεση, ούτε και θεμελιώνει άνευ άλλου την επιδιωκόμενη από την ενάγουσα ειδική αμέλεια του εναγομένου, όπως πιο κάτω αναφέρεται. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος είχε λάβει ως όφειλε και όλα τα απαραίτητα- μέτρα ασφαλείας των εργαζομένων στην επιχείρηση του αυτή και ειδικότερα από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα με αρ. πρωτ. .....77/7-7- 2005 και ....84/31-8-2005 έγγραφα του Τμήματος Υγειονομικών Ελέγχων της Δ/νσης Δημόσιας Υγείας της Νομαρχίας ....., προκύπτει σαφώς ότι α) κατά την αυτοψία που διενήργησε η Επιτροπή Ελέγχου των Κατασκηνώσεως στην σχετική επιχείρηση του εναγομένου, τη 1-7-2005 , διαπίστωσε ότι "το δάπεδο των αποχωρητηρίων - λουτρών ήταν καλυμμένο από λείο και αδιαπότιστο υλικό πλακάκια" και ότι συμφωνά με τις προηγούμενες από 27-6-2003 και 30-6-2004 Εκθέσεις Αυτοψίας, που συντάχθηκαν από την Επιτροπή Ελέγχου Θερινών Κατασκηνώσεων, το δάπεδο των άνω αποχωρητηρίων λουτρών διατηρούσε την ίδια κάλυψη και τα προηγούμενα αυτά έτη, δηλαδή και κατά το έτος που συνέβη το γεγονός της πτώσης της ενάγουσας στο δάπεδο των χώρων αυτών (12-7-2004), β) σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 6 της ΓΙ γ/6800/22-6- 1966 ( ΦΕΚ 45&β/ί966) Υγειονομικής Διάταξης και την παρ. 5 του άρθρου 25 της ΑΙ β/8577/83 Υγειονομικής διάταξης επίσης, τα δάπεδα των αποχωρητηρίων έπρεπε να είναι από λείο, μη εύθρυπτο και αδιαπότιστο υλικό, απαγορεύονταν δε η επίστρωση αυτών των χώρων με υλικά, όπως φύλλα πλαστικής ύλης, μουσαμά κλπ. Και γ) μετά από ελέγχους των αρμοδίων φορέων διαπιστώθηκε ότι τα αποχωρητήρια όσο και οι υδραυλικές εγκαταστάσεις (λεκάνες, καζανάκια) της εν λόγω επιχείρησης του εναγομένου διατηρούνταν καθαρά και σε καλή κατάσταση, παράλληλα δε τα δάπεδα των αποχωρητηρίων παρουσίαζαν κλίση προς φρεάτια εφοδιασμένα με σιφώνια και καλυμμένα με μεταλλικές σχάρες, για την αποστράγγιση των νερών πλύσης.

Με βάση τα δεδομένα, αυτά, η κατά τα άνω πτώση της ενάγουσας καθόν χρόνο εκτελούσε την εργασία της στις εγκαταστάσεις του εναγομένου, δεν μπορεί να αποδοθεί σε ενδεχόμενο δόλο του τελευταίου ή ειδική αμέλεια (λόγω μη τήρησης των διατάξεων νόμων και διαταγμάτων) εφόσον αντίθετα αποδείχθηκε ότι αυτός είχε τηρήσει τις προαναφερόμενες σχετικές διατάξεις και είχε λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προστασίας των εργαζομένων και συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι τα δάπεδα των μπάνιων (αποχωρητηρίων - λουτρών) ήταν καλυμμένα με υλικό που απαιτούνταν από τις κείμενες αυτές υγειονομικές διατάξεις ενώ είχαν και την αναγκαία κλήση προς το φρεάτιο αποχέτευσης. Συνεπώς, ο αντίθετος ισχυρισμός της τελευταίας ότι το δάπεδο των χώρων αυτών ήταν εξαιρετικά ολισθηρό λόγω έλλειψης της απαιτούμενης κλήσης προς το φρεάτιο, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επίσης, απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος, καίτοι γνώριζε ότι έπρεπε να τοποθετήσει στα δάπεδα των ίδιων ως άνω χώρων αντιολισθητικό τάπητα, τον οποίο μάλιστα είχε προμηθευτεί και φύλαγε στην αποθήκη του, αμέλησε να τον τοποθετήσει, προκειμένου να αποφευχθούν τέτοια ατυχήματα, καθόσον κάτι τέτοιο πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε, απαγορευόταν ρητά από τις προμνησθείσες υγειονομικές διατάξεις και ειδικότερα, η επίστρωση των υλικών αυτών (μουσαμάς, φύλλα πλαστικής ύλης κλπ).

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για την κατάσταση της υγείας της ενάγουσας μετά την ως άνω πτώση της, αποφάνθηκαν και οι αρμόδιες επιτροπές του ΙΚΑ ......., μετά από εξέταση της ιδίας - ασφαλισμένης , αφού έλαβαν υπόψη και τις πιο πάνω ιατρικές γνωματεύσεις του νοσοκομείου ..... και ειδικότερα κρίθηκε: α) με την υπ1 αριθμ. .....80/2004 Γνωμάτευση της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Υπ/τος ΙΚΑ ....., ότι οι ανωτέρω παθήσεις της ενάγουσας, είναι "χρόνιες μη οφειλόμενες σε κάκωση κεφαλής, δηλαδή σε ατύχημα" και β), με την υπ' αριθμ. ....44/15-12- 2004 Απόφαση της Διευθύντριας του ιδίου ΙΚΑ, (κρίθηκε) ότι "οι αναφερόμενες παθήσεις της ασφαλισμένης (ενάγουσας) οφείλονται σε κοινή νόσο". Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης η ενάγουσα άσκησε ένσταση (θεραπείας), η οποία απορρίφθηκε ομόφωνα με την υπ' αριθμ 827/2004 απόφαση του αρμοδίου Τ.Δ.Ε Υπ/τος ΙΚΑ ....., κατά αυτής δε άσκησε προσφυγή ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου ..... επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 215/2006 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή κρίνοντας ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για χαρακτηρισμό των παθήσεων της προσφεύγουσας (ήτοι ενάγουσας) ως προερχόμενες από εργατικό ατύχημα, δηλαδή από την εν λόγω πτώση της. Εν συνεχεία η ενάγουσα άσκησε κατά της αμέσως προαναφερόμενης απόφασης έφεση ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Χανίων, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 204/2008 προδικαστική, με την οποία, αφού αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης, αναπέμφθηκε η υπόθεση στο Υποκ/μα ΙΚΑ ....., προκειμένου η αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή εξετάσει εκ νέου την ως άνω κατάσταση υγείας της ενάγουσας- ασφαλισμένης, αξιολογώντας και το μεταγενέστερα εκδοθέν πιο πάνω (από 31-12-2004) πιστοποιητικό νοσηλείας του νοσοκομείου ..., ακολούθως δε να αποφανθεί αν το επισυμβάν ατύχημα (πτώση σε ολισθηρό έδαφος, κάκωση κεφαλής, αυχένος, ράχης) προκάλεσε σ' αυτήν οξεία επιδείνωση της προϋπάρχουσας παθήσεώς της.

Ήδη, σε εκτέλεση της προδικαστικής αυτής απόφασης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...83/19-12-2008 Γνωμάτευση της Α' βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του αυτού ως άνω ΙΚΑ, με την οποία, αφού ελήφθησαν υπόψη όλα τα προαναφερόμενα ιατρικά πιστοποιητικά και γνωματεύσεις, κρίθηκε ότι τα άνω ευρήματα, δηλαδή οι παθήσεις που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά ως και στο πιστοποιητικό νοσηλείας του νοσοκομείου ..., δεν δύναται να αποδοθούν στον τραυματισμό της ενάγουσας όπως αναφέρει η ίδια στη δήλωση ατυχήματος, δηλαδή στην πτώση της. Κατόπιν αυτών, αποδεικνύεται ότι ο αναφερόμενος τραυματισμός της ενάγουσας δεν οφείλεται στην κατά τα άνω πτώση της επί του δαπέδου, αλλά σε προϋπάρχοντα αυτής (πτώσης) παθολογικά αίτια και δη σε προϋπάρχουσα αυχενική σπονδύλωση (χρόνια αυχενική νόσο), με συνέπεια ουδεμία ευθύνη να βαρύνει γι' αυτά τον εναγόμενο και μάλιστα ενδεχόμενος δόλος ή ειδική αμέλεια, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ίδια η ενάγουσα και συνακόλουθα δεν θεμελιώνεται υποχρέωση αυτού (εναγομένου) για καταβολή αποζημίωσης για οποιαδήποτε αναφερόμενη θετική και αποθετική της ζημία από την πτώση της και τον άνω τραυματισμό της. Σημειώνεται επίσης ότι όμοια έκρινε και η Αντεισαγγελέας Πλημ/κών Χανίων με την ΑΔ210/2005 Διάταξη της, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η ασκηθείσα από την ενάγουσα μήνυση (αίτηση) σε βάρος του εναγομένου για επικαλούμενες σωματικές της βλάβες συνεπεία της άνω πτώσης της".

Με βάση το προαναφερθέν περιεχόμενο της ως άνω απόφασης, καθίσταται σαφές ότι η απορριπτική κρίση του Δικαστηρίου στηρίχθηκε σε δύο αιτιολογίες. Ήτοι, με την πρώτη αιτιολογία, η οποία μόνη αυτή αρκούσε για την απορριπτική κρίση και τη στήριξη του διατακτικού , το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του αυτή στο γεγονός ότι η πτώση της ενάγουσας, καθ' όν χρόνο εκτελούσε την εργασία της στις εγκαταστάσεις του εναγομένου (την οποία πτώση χαρακτηρίζει ως εργατικό ατύχημα, βλ. 5° φύλλο, 2η σελίδα, στίχος 8), δεν μπορεί να αποδοθεί σε ενδεχόμενο δόλο του τελευταίου ή ειδική αμέλειά του, λόγω μη τήρησης των διατάξεων νόμων και διαταγμάτων, ήτοι δεν μπορεί να αποδοθεί σε υπαιτιότητά του και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για ευθύνη του σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας (μόνη η έλλειψη υπαιτιότητας για την επέλευση του ατυχήματος, αρκούσε για την απόρριψη της αγωγής, ασχέτως του εάν η βλάβη της ενάγουσας δεν οφειλόταν στην κατά τα άνω πτώση της επί του δαπέδου, αλλά σε προϋπάρχοντα αυτής παθολογικά αίτια). Με τη δεύτερη αιτιολογία του το Δικαστήριο στήριξε την απορριπτική του κρίση στο γεγονός ότι η αναφερόμενη βλάβη της ενάγουσας δεν οφείλεται στην κατά τα άνω πτώση της επί του δαπέδου, αλλά σε προϋπάρχοντα αυτής (πτώσης) παθολογικά αίτια και δη σε προϋπάρχουσα αυχενική σπονδύλωση, κρίση που εξήχθη βάση των γνωματεύσεων των αρμόδιων επιτροπών του ΙΚΑ ...., μετά από εξέταση της ασφαλισμένης ενάγουσας και ιδίως βάσει εκείνης, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 204/2008 προδικαστικής απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Χανίων (αριθμ. ....83/19-12-2008 Γνωμάτευση της Α' βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής), με την οποία, αφού ελήφθησαν υπόψη όλα τα προαναφερόμενα ιατρικά πιστοποιητικά και γνωματεύσεις, κρίθηκε ότι τα άνω ευρήματα, δηλαδή οι παθήσεις που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, ως και στο πιστοποιητικό νοσηλείας του νοσοκομείου ..., δεν δύναται να αποδοθούν στην πτώση της ενάγουσας.

Στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται μεν μνεία της υπ' αριθμ. 215/2006 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου, πλήν όμως, σαφώς προκύπτει ότι η άνω κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ουδόλως στηρίζεται αποφασιστικά στην εν λόγω απόφαση του διοικητικού Δικαστηρίου, αφού ρητά γίνεται μνεία ότι κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε έφεση. Μόνη δε η μνεία της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης, για να συνεκτιμηθεί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δεν αρκεί για να γίνει δεκτό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "στηρίζεται" στην προαναφερθείσα απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου. Σημειώνεται ακόμη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου δεν δεσμευόταν από το δεδικασμένο της απόφασης του παραπάνω Διοικητικού Δικαστηρίου, αφού η τελευταία απόφαση είχε προσβληθεί με έφεση και δεν παρήγε δεδικασμένο και επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επέλυσε τη διαφορά με βάση ουσιαστικό δεδικασμένο που να απέρρεε από εκείνη. Ακόμη, η απόφαση αυτή του Διοικητικού Πρωτοδικείου δεν ενήργησε διαπλαστικά στο δικονομικό πεδίο, ιδρύοντας δυνατότητες και βάρη δεσμευτικά για τους διαδίκους και το Δικαστήριο αυτό με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν στήριξε αυτήν στην διαπλαστική αυτή ενέργεια.

Συνακόλουθα, το γεγονός ότι, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, εκδόθηκε η υπ'αριθμ.75/2009 οριστική απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αιτούσας κατά της υπ' αριθ 215/2006 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων, στη συνέχεια, δε, εκδόθηκε, μετά από άσκηση προσφυγής της αιτούσας, η υπ' αριθμ 3117/2011 απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, με την οποία αναιρέθηκε η προαναφερθείσα απόφαση του Διοικητικού Εφετείου και στη συνέχεια η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ίδιο πάλι Δικαστήριο, το οποίο, εν τέλει, με την υπ' αριθμ. 340/2013 αμετάκλητη ήδη απόφασή του, δέχθηκε ότι το ατύχημα που υπέστη η ενάγουσα στις 12/7/2004 είναι εργατικό με παθήσεις της που οφείλονταν σε οξεία επιδείνωση προϋπάρχουσας νόσου, δεν θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναψηλάφησης, διότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν στηρίχθηκε στην προαναφερθείσα απόφαση του διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων με την έννοια που προαναφέρθηκε. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν προέκυψε ουσιαστική βασιμότητα νόμιμου λόγου αναψηλάφησης, που να δικαιολογεί ανατροπή τελεσίδικης ήδη απόφασης, που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, την αίτηση αναψηλάφησης της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 34/2015 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

6. Με τους δύο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείουσα, παραπονείται ότι η πιο πάνω απόφαση διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του αν η προσβληθείσα με την αίτηση αναψηλάφησης υπ'αριθμ. 318/2010 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, που απέρριψε αυτή, είχε στηριχθεί ή όχι αποφασιστικά στην αναφερόμενη μεταγενεστέρως ανατραπείσα απόφαση διοικητικού δικαστηρίου και συγκεκριμένα αιτιάται την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης απόφαση ότι έχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς την παραδοχή της ότι η υπό αναψηλάφηση απόφαση, δεν στηριζόταν αποφασιστικά στην 215/2006 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων, η οποία στη συνέχεια εξαφανίστηκε, ενώ σε άλλα σημεία (που δεν προσδιορίζει) καταλήγει σε αντίθετη αιτιολογία.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, εφόσον λόγοι αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ευθέως και εκ πλαγίου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύονται για αντίστοιχη παραβίαση της διάταξης του άρθρ. 544 του Κ.Πολ.Δ. με την οποία καθορίζονται οι λόγοι της αναψηλάφησης που είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 909/2011, 698/2009, 1297/1998), το ίδιο δε κατ' ακολουθία ισχύει και για τις λοιπές διατάξεις των άρθρων 546 έως 551 του Κ.Πολ.Δ. που καθορίζουν τη διαδικασία που ακολουθείται κατά την εκδίκαση της αίτησης αναψηλάφησης. Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι, κρίνοντας , όπως παραπάνω αναφέρθηκε, το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης απόφασή του νομίμου βάσεως, και συνεπώς, αβασίμως προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι ως άνω λόγοι από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα.

Ειδικότερα επαρκώς και σαφώς αιτιολόγησε την κρίση του ότι η προσβληθείσα με την αίτηση αναψηλάφησης απόφαση δεν είχε στηριχθεί κυρίως στην ανατραπείσα κατά τα ανωτέρω υπ' αριθμ. 215/2006 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων, αφού δέχθηκε ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε συνεκτίμησε την τελευταία αυτή απόφαση με τα άλλα ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων, ειδικά αναφερόμενες ιατρικές γνωματεύσεις νοσοκομείων, πιστοποιητικά νοσηλείας, άδεια λειτουργίας, και έγγραφα αυτοψίας στην επιχείρηση του εναγομένου, και δεν στηρίχθηκε αποφασιστικά σ' αυτή, η οποία, όπως αναφέρει το Εφετείο, είχε ήδη προσβληθεί με έφεση και δεν παρήγε δεδικασμένο, ούτε διαπλαστική ενέργεια στην ένδικη υπόθεση, ακόμη δε ότι μόνη η μνεία της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης, για να συνεκτιμηθεί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δεν αρκούσε για να γίνει δεκτό ότι η προσβαλλόμενη με την αίτηση αναψηλάφησης απόφαση "στηρίζεται" στην προαναφερθείσα απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου..

Κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι οι δ' αυτών προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην ουσιαστική εκτίμηση των πραγμάτων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Στη συνέχεια και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται, εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17/7/2017 αίτηση για αναίρεση της 34/2015 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ