Συνθετη Αναζητηση Νομοθεσιας - Νομολογιας

Νομοθεσία

ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ. ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ. ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΛΑΒΙΚΟΥ ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑΤΟΣ. ΥΠΕΡΗΜΕΡΙΑ ΟΦΕΙΛΕΤΗ ΤΕΛΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ. ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ - Α.Π. 148 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Α.Π. 148 / 2020    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ. ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ. ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΛΑΒΙΚΟΥ ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑΤΟΣ. ΥΠΕΡΗΜΕΡΙΑ ΟΦΕΙΛΕΤΗ ΤΕΛΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ. ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ.  Στην προκείμενη δίκη ο αναιρεσείων πολιτικός μηχανικός και εργολάβος δημοσίων έργων επικαλέστηκε ότι η μετά τη βεβαίωση περαίωσης των εργασιών σύνταξη και υποβολή της μοναδικής επιμέτρησης και του πρώτου και μοναδικού λογαριασμού που εγκρίθηκε (πιστοποίηση προς πληρωμή) συνιστά ταυτόχρονα και εκκαθάριση του εργολαβικού ανταλλάγματος. Επιπλέον, υπέπεσε σε υπαγωγικό σφάλμα, διαγιγνώσκοντας διαφορετική λειτουργία της υπερημερίας του κυρίου δημοσίου έργου ως προς την εξόφληση νόμιμα εγκεκριμένου λογαριασμού σε σχέση προς την έναρξη παραγραφής των αξιώσεων του αναδόχου του έργου. Οι ισχυρισμοί αυτοί αφενός διαστρέφουν το πραγματικό των κανόνων δικαίου που διέπουν τα δημόσια έργα, αφετέρου επιχειρούν ανεπίτρεπτα να μεταθέσουν το χρόνο παραλαβής του επίμαχου έργου την 15-7-2002, όταν απλώς ο αναιρεσείων όχλησε το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο ζητώντας την αμοιβή του, χωρίς ταυτόχρονα να το καλέσει να παραλάβει τούτο, ώστε αναλόγως να επέλθει η επέλευση της παραλαβής (αυτούσιας ή πλασματικής), η εκκαθάριση της επίμαχης απαίτησης και εντεύθεν το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό αυτής, με παρεπόμενη συνέπεια σε περίπτωση μη καταβολής της την έναρξη παραγωγής τόκων υπερημερίας. Εξάλλου, δεν τίθεται θέμα αμφισβήτησης της κύριας οφειλής, παρά μόνον της παρεπόμενης αυτής απαίτησης, ως προς τους τόκους υπερημερίας, ο χρόνος έναρξης των οποίων δεν μπορεί να είναι προγενέστερος εκείνου που η εργολαβική αμοιβή εκκαθαρίστηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Απόρριψη. (Άρθ 251, 323, 340, 341, 345, 681, 694 ΑΚ)

ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΑΠΟΔΟΧΗ, ΟΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ. Εν προκειμένω, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ.16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ καθότι η οριστική παραλαβή δεν είχε ακόμη συντελεσθεί, ώστε η απαίτηση του αναιρεσείοντος εργολάβου δημοσίων έργων να μην έχει καταστεί βέβαιη και εκκαθαρισμένη και εντεύθεν απαιτητή και δικαστικά επιδιώξιμη από την 11-7-2002, όταν απλώς ο τελευταίος όχλησε το νομικό πρόσωπο για την καταβολή της. Απόρριψη. (άρθ. 340, 681 ΑΚ, άρθ. 321, 322, 324, 332,  559 αριθ. 16 ΚΠολΔ)


Αριθμός 148/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Παπαγεωργίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βαλαβάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2015 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2016 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη και παρέπεμψε προς εκδίκαση την ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, 79/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης και 131/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-6-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 131/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 27-7-2017 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 79/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης που είχε δεχθεί κατ'ουσίαν την από 30-6-2015 ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου ακυρώνοντας εν μέρει (ως προς τους τόκους υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 16-7-2002 ως 19-2-2015) κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, την 79/ΔΠ78/2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως του ήδη αναιρεσείοντος και υποχρέωσε το αναιρεσίβλητο να του καταβάλει νομιμοτόκως από 16-7-2002 το ποσό των 269.682,73 ευρώ. H αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 του Αστικού Κώδικα, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται, κατ' άρθρο 5 παρ.11 ν.1418/1984 στις συμβάσεις κατασκευής δημοσίων έργων, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο αυτόν ή στα εκτελεστικά του διατάγματα προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος που καλείται εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελεί το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος που καλείται εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου. Νοείται ως έργο κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρο 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ703/2019, ΑΠ1142/2019).

Έτσι, για την αποπληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος για εκτελεσθέν δημόσιο έργο, με την πληρωμή του τελικού λογαριασμού δημόσιου έργου απαιτειται να έχει προηγηθεί οριστική παραλαβή (είτε πραγματική είτε αυτοδίκαιη) του έργου, καθόσον μόνο από τον χρόνο της παραλαβής του έργου υφίσταται βεβαία και μη τελούσα υπό όρο εκκαθαρισμένη απαίτηση και γεννάται δικαστικά επιδιώξιμη αξίωση του εργολάβου για την αποπληρωμή του τιμήματος (AΠ1890/2006). Περαιτέρω από το συνδυασμό των παρ.7 και 8 του άρθρου 5 του ν.1418/1984 (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, τυγχάνει δε εφαρμογής και στα έργα που εκτελούνται από Δημοτικές επιχειρήσεις) προκύπτει μεταξύ άλλων ότι κατά την εκτέλεση κατασκευής δημόσιου έργου η πληρωμή στον ανάδοχο του εγολαβικού ανταλλάγματος γίνεται τμηματικά με βάση τις πιστοποιήσεις των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί μέσα στα όρια του χρονοδιαγράμματος εργασιών καθώς και ότι οι λογαριασμοί των κατά τη σύμβαση οφειλομένων ποσών συντάσσονται από τον ανάδοχο κατά μηνιαία χρονικά διαστήματα (εκτός αν η σύμβαση ορίζει άλλες προθεσμίες) και υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία, η οποία τους ελέγχει και τους διορθώνει όταν απαιτείται μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους. Οι εγκρινόμενοι ως άνω λογαριασμοί αποτελούν την πιστοποίηση για την πληρωμή των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί. Άν η πληρωμή καθυστερήσει πέρα από 1 μήνα από τη λήξη της προηγούμενης προθεσμίας χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου οφείλεται αν υποβληθεί έγγραφη όχληση και από το χρόνο υποβολής της τόκος υπερημερίας...

Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των §§ 1 και 2 του άρθρου 11 του ίδιου Ν.1418/1984: "1. Μετά τη βεβαίωση περάτωσης των εργασιών το έργο παραλαμβάνεται προσωρινά και οριστικά. Με την προσωρινή παραλαβή ελέγχονται οι εργασίες ποσοτικά και ποιοτικά. Η οριστική παραλαβή γίνεται μετά την προσωρινή και την πάροδο του χρόνου υποχρεωτικής από τον ανάδοχο συντήρησης. Κατά την οριστική παραλαβή ελέγχεται πάλι η καλή κατάσταση των εργασιών (...). 2. Οι παραλαβές, προσωρινή και οριστική, γίνονται υποχρεωτικά μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες. Σε περίπτωση που οι προθεσμίες αυτές, που προσδιοριζονται με προεδρικό διάταγμα, περάσουν άπρακτες, οι παραλαβές θεωρούνται ότι συντελέστηκαν αυτοδικαίως και ύστερα από σχετική έγγραφη όχληση του αναδόχου, και επιβάλλονται στα υπαίτια όργανα του φορέα κατασκευής του έργου οι προβλεπόμενες στην § 8 του άρθρου 6 του παρόντος νόμου πειθαρχικές ποινές. Οι προθεσμίες αυτές αρχίζουν από τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου και εφόσον υποβληθεί από τον ανάδοχο η τελική επιμέτρηση, όπως ειδικότερα ορίζεται με προεδρικό διάταγμα", κατά δε την παρ.4 του ίδιου ως άνω άρθρου η συντέλεση της οριστικής παραλαβής αποτελεί την αφετηρία της παραγραφής των απαιτήσεων του αναδόχου από την εργολαβική σύμβαση. Εξ άλλου σύμφωνα με το άρθρο 38 του π.δ/τος 609/1985 παρ.1: κατά τη διάρκεια της κατασκευής του έργου παίρνονται όλα τα αναγκαία στοιχεία για την επιμέτρηση των ποσοτήτων των εκτελούμενων εργασιών, παρ2: στο τέλος κάθε μήνα ο ανάδοχος συντάσσει επιμετρήσεις κατά διακριτά μέρη του έργου και τις εργασίες που εκτελέσθηκαν τον προηγούμενο μήνα, παρ.4: δύο μήνες το αργότερο μετά τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να υποβάλει στη διευθύνουσα υπηρεσία τυχόν επιμετρήσεις που λείπουν και την "τελική επιμέτρηση"... παρ.6: μαζί με την τελική επιμέτρηση ο ανάδοχος μπορεί να υποβάλει και κάθε άλλο αίτημα που σχετίζεται με την εκτέλεση της σύμβασης για το οποίο δεν έχει χάσει το σχετικό δικαίωμα από άλλη αιτία. Ακόμη από το άρθρο 40 του ίδιου ως άνω π.δ/τος προβλέπεται μεταξύ άλλων ότι (παρ1): η πραγματοποίηση των τμηματικών πληρωμών που προβλέπει η παρ.8 του άρθρου 5 του ν.1418/1984 ή της οριστικής πληρωμής του εργολαβικού ανταλλάγματος και η εκκαθάριση όλων των αμοιβαίων απαιτήσεων από την εκτέλεση της εργολαβικής σύμβασης γίνεται με βάση τους λογαριασμούς και τις πιστοποιήσεις που συντάσσονται σύμφωνα με τις επόμενες παραγράφους. (παρ2): μετά τη λήξη κάθε μήνα ή άλλης χρονικής περιόδου που τυχόν ορίζει η σύμβαση για τμηματικές πληρωμές, ο ανάδοχος συντάσσει λογαριασμό των οφειλομένων σ' αυτόν ποσών από εργασίες που εκτελέσθηκαν. Οι λογαριασμοί αυτοί στηρίζονται στις καταμετρήσεις των εργασιών. Κατ' αρχήν απαγορεύεται να περιλαμβάνονται στον λογαριασμό εργασίες που δεν έχουν καταμετρηθεί. παρ.3...4...5...6. Οι λογαριασμοί συντάσσονται πάντοτε ανακεφαλαιωτικοί και για την πληρωμή συνοδεύονται μόνο από ανακεφαλαιωτικό συνοπτικό πίνακα των εργασιών που εκτελέσθηκαν από την αρχή του έργου. Από κάθε νεώτερο λογαριασμό αφαιρούνται τα ποσά που πληρώθηκαν με τους προηγούμενους λογαριασμούς. (παρ.7): Οι λογαριασμοί υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία που τους ελέγχει και τους διορθώνει αν είναι ανάγκη μέσα στην προθεσμία που προβλέπει η παρ.8 του άρθρου 5 του ν.1418/1984. Αν ο λογαριασμός που έχει υποβληθεί έχει ασάφειες ή ανακρίβειες σε βαθμό που να είναι δυσχερής η διόρθωση, η Διευθύνουσα υπηρεσία με διαταγή της προς τον ανάδοχο επισημαίνει τις ανακρίβειες ή τις ασάφειες που διαπιστώθηκαν από τον έλεγχο και παραγγέλλει την ανασύνταξη και επανυποβολή του.

Στην περίπτωση αυτή η οριζόμενη μηνιαία προθεσμία για τον έλεγχο του λογαριασμού αρχίζει από την επανυποβολή... Ο επιβλέπων υπογράφει το λογαριασμό βεβαιώνοντας ότι οι ποσότητες είναι σύμφωνες με τις επιμετρήσεις και τα επιμετρητικά στοιχεία. Ο λογαριασμός μετά τον έλεγχο εγκρίνεται από τη διευθύνουσα υπηρεσία και έτσι εγκεκριμένος αποτελεί την πιστοποίηση για την πληρωμή του αναδόχου... (παρ8): όλες οι πληρωμές που γίνονται στον ανάδοχο κατά τη διάρκεια κατασκευής του έργου με βάση τις πιστοποιήσεις αποτελούν πάντοτε καταβολές έναντι του εργολαβικού ανταλλάγματος που εκκαθαρίζεται μετά την οριστική παραλαβή κατά δε την παρ.9: μετά τη διενέργεια της παραλαβής ο ανάδοχος συντάσσει και υποβάλλει "προτελικό λογαριασμό" με βάση τις ποσότητες που περιλαμβάνονται στο σχετικό πρωτόκολλο . Μετά τη διενέργεια της οριστικής παραλαβής και την έγκριση του πρωτοκόλλου ο ανάδοχος συντάσσει και υποβάλλει "τελικό λογαριασμό". Για τον προτελικό και τελικό λογαριασμό εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου αυτού. Με τον τελικό λογαριασμό γίνεται εκκαθάριση του εργολαβικού ανταλλάγματος και όλων των αμοιβαίων απαιτήσεων που έχουν σχέση με την εκτέλεση της σύμβασης. Επίσης στο άρθρο 52 του π.δ/τος 609/1985 ορίζεται: "1. Όταν λήξει η προθεσμία περάτωσης του συνόλου ή τμημάτων του έργου, ο επιβλέπων αναφέρει στη Διευθύνουσα υπηρεσία αν τα έργα έχουν περατωθεί και έχουν υποστεί ικανοποιητικά τις δοκιμασίες που προβλέπονται στη σύμβαση ή αν τα έργα δεν έχουν περατωθεί, οπότε αναφέρει συγκεκριμένα τις εργασίες που απομένουν για εκτέλεση. Αν οι εργασίες έχουν περατωθεί ο προϊστάμενος της Διευθύνουσας υπηρεσίας εκδίδει βεβαίωση για το χρόνο περάτωσης των εργασιών (βεβαίωση περάτωσης των εργασιών). Η βεβαίωση αυτή δεν αναπληρώνει την παραλαβή των έργων, η οποία διενεργείται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του διατάγματος αυτού. Την έκδοση της βεβαίωσης μπορεί να ζητήσει ο ανάδοχος και πριν από τη λήξη των προθεσμιών αν έχει περατώσει τα έργα. 2. Αν στις εργασίες που έχουν περατωθεί διαπιστωθούν επουσιώδεις μόνον ελλείψεις που δεν επηρεάζουν τη λειτουργικότητα του έργου, ο προϊστάμενος της Διευθύνουσας υπηρεσίας γνωστοποιεί με διαταγή του προς τον ανάδοχο τις ελλείψεις που έχουν επισημανθεί και τάσσει εύλογη προθεσμία για την αποκατάστασή τους. Στην περίπτωση αυτή η βεβαίωση περάτωσης εκδίδεται μετά την εμπρόθεσμη αποκατάσταση των ελλείψεων και αναφέρει το χρόνο που περατώθηκε το έργο χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος αποκατάστασης. 3. Αν οι εργασίες δεν έχουν περατωθεί ή οι ελλείψεις που διαπιστώθηκαν δεν είναι επουσιώδεις ή αν δεν περατώθηκαν από τον ανάδοχο εμπρόθεσμα οι εργασίες αποκατάστασης επουσιωδών ελλείψεων, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, εφαρμόζονται ανάλογα με την περίπτωση οι διατάξεις των άρθρων 46 και 47". Περαιτέρω, το προαναφερθέν π.δ/γμα 609/1985 ορίζει στο άρθρο 53 § 4 ότι "Η προσωρινή παραλαβή πρέπει να διενεργηθεί μέσα σε έξι μήνες από τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου, εφόσον υποβληθεί από τον ανάδοχο η τελική επιμέτρηση του έργου μέσα σε δύο μήνες από την περάτωση. Αν η τελική επιμέτρηση υποβληθεί από τον ανάδοχο μεταγενέστερα, η πιο πάνω προθεσμία για τη διενέργεια της παραλαβής αρχίζει από την υποβολή της τελικής επιμέτρησης. Αν δεν υποβληθεί τελική επιμέτρηση από τον ανάδοχο, η προθεσμία για τη διενέργεια της παραλαβής αρχίζει από την κοινοποίηση στον ανάδοχο της τελικής επιμέτρησης που συντάχθηκε από την υπηρεσία. Αν η παραλαβή δεν διενεργηθεί ή το πρωτόκολλο δεν εγκριθεί μέσα στις πιο πάνω προθεσμίες, η παραλαβή θεωρείται ότι έχει συντελεσθεί αυτοδίκαια τριάντα μέρες μετά την υποβολή από τον ανάδοχο σχετικής όχλησης για τη διενέργεια της". Στο επόμενο άρθρο 54 § 1 ορίζεται ότι "Ο χρόνος εγγύησης, κατά τον οποίο ο ανάδοχος φέρει τον κίνδυνο του έργου και υποχρεούται στη συντήρησή του ... και μετά την πάροδο του οποίου ενεργείται η οριστική παραλαβή, ορίζεται γενικά σε δεκαπέντε μήνες. ...Ο χρόνος εγγύησης αρχίζει από τη βεβαιωμένη περάτωση των εργασιών αν μέσα σε δύο μήνες απ' αυτή υποβληθεί από τον ανάδοχο η τελική επιμέτρηση, άλλως από την ημερομηνία που υποβλήθηκε ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο συντάχθηκε η τελική επιμέτρηση" και στο άρθρο 55 § 2 ότι "Η οριστική παραλαβή πρέπει να διενεργηθεί μέσα σε δύο μήνες από τότε που λήγει ο χρόνος εγγύησης σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο. Αν η οριστική παραλαβή δεν διενεργηθεί μέσα σ' αυτή την προθεσμία θεωρείται ότι έχει συντελεσθεί αυτοδίκαια τριάντα μέρες μετά την υποβολή από τον ανάδοχο σχετικής όχλησης για τη διενέργεια της. ..." Εξ άλλου, εν όψει της αδιαστίκτου διατυπώσεως των ανωτέρω συνδυαστικώς ερμηνευομένων διατάξεων, η αυτοδικαίως συντελουμένη προσωρινή και οριστική παραλαβή αφορά σε όλο το έργο αδιακρίτως, ήτοι σε όλες τις εργασίες που έχουν εκτελεστεί.

Περαιτέρω από το άρθρο 251 ΑΚ προκύπτει ότι η έναρξη της παραγραφής αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή δικαστικά η επιδίωξή της. Η αξίωση θεωρείται γεννημένη αφότου συμπληρώθηκαν τα συνιστώντα τους όρους της ύπαρξης του δικαιώματος γεγονότα. Επί αξιώσεων από ενοχικά δικαιώματα η αξίωση γεννιέται με τη σύσταση της ενοχικής απαίτησης (αφότου δηλαδή ο δικαιούχος- δανειστής μπορεί να αξιώσει την εκπλήρωση της παροχής από τον οφειλέτη) εφόσον η ενοχή συνίσταται σε θετική πράξη. Εάν το ενοχικό δικαίωμα τελεί υπό αναβλητική προθεσμία η γέννηση της αξίωσης συμπίπτει με την πάροδο της προθεσμίας. Εάν όμως το ενοχικό δικαίωμα τελεί υπό αναβλητική αίρεση η αξίωση γεννιέται με την πλήρωση της αίρεσης διότι από τότε γεννιέται το δικαίωμα και συγχρόνως η αξίωση , οπότε ο δικαιούχος δύναται να επικαλεσθεί τη δικαστική προστασία. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 341 και 345 παρ. 1 του ΑΚ προκύπτει, ότι, όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή, ο δανειστής, σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη, δικαιούται να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή, εκτός αν για την εκπλήρωση της παροχής έχει συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, οπότε ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής ή αν για την εκπλήρωση της παροχής έχει ταχθεί ορισμένη προθεσμία από την καταγγελία, οπότε ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος όταν αφού γίνει η καταγγελία, παρέλθει η προθεσμία. Ο οφειλέτης περιέρχεται σε υπερημερία όταν καθυστερεί υπαίτια την εκπλήρωση της υποχρέωσής του. Καθυστέρηση σημαίνει παρέλευση του ληξιπροθέσμου χωρίς εκπλήρωση. Ληξιπρόθεσμη καθίσταται η παροχή όταν συμπληρώνεται ο χρόνος κατά τον οποίον ο οφειλέτης οφείλει να καταβάλει την παροχή του είτε κατά τη συμφωνία είτε κατά το νόμο. Αν δεν συμφωνηθεί χρόνος εκπλήρωσης, καθυστέρηση υπάρχει αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την παροχή αμέσως κατά την ΑΚ 323.

Αν η εκπλήρωση προϋποθέτει πράξη ή σύμπραξη του δανειστή, καθυστέρηση δεν νοείται πριν από την πράξη αυτή. Σε παροχές υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ληξιπρόθεσμο δεν επέρχεται πριν από την πλήρωση της αιρέσεως ή τη συμπλήρωση της προθεσμίας. Κατά την ερμηνεία του όρου της ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται δεκτό ότι εκτός από το αντικειμενικό γεγονός της καθυστέρησης εκπλήρωσης η (καθυστερημένη) παροχή πρέπει να είναι και απαιτητή. Κατά κανόνα δηλαδή το ληξιπρόθεσμο της παροχής και το απαιτητό συμπίπτουν χρονικά το δε απαιτητό ταυτίζεται με το δικαστικά επιδιώξιμο. Αυτοτελή εκ του νόμου προϋπόθεση της υπερημερίας αποτελεί το διαπλαστικό δικαίωμα της όχλησης του δανειστή προς τον οφειλέτη δηλαδή η πρόσκλησή του να εκπληρώσει την παροχή του η άσκηση του οποίου συνιστά οιονεί δικαιοπραξία εφόσον τα αποτελέσματά της επέρχονται εκ του νόμου και η οποία αποβλέπει στη δημιουργία βεβαιότητας ως προς το χρόνο εκπλήρωσης. Γι' αυτό και είναι περιττή όταν η βεβαιότητα προκύπτει από άλλα γεγονότα. Από τη διατύπωση της εν λόγω διάταξης προκύπτει επίσης ότι η όχληση πρέπει να επακολουθεί ή να συμπίπτει με το ληξιπρόθεσμο, διαφορετικά είναι ανίσχυρη. Αν για την επέλευση του ληξιπροθέσμου απαιτείται προηγούμενη ενέργεια του δανειστή μπορεί μαζί με αυτή να ασκηθεί και η όχληση. Άν για την εκπλήρωση είναι αναγκαία η σύμπραξη του δανειστή η όχληση πριν τη σύμπραξη είναι ανίσχυρη.

Περαιτέρω κατά το αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005 7/2006 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ20/2005, ΑΠ1947/2006). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες νοούνται τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμα της, στο οποίο στήριξε το συμπέρασμα Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος έγιναν δεκτά τα ακόλουθα "... Δυνάμει του από 8-1-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού το ανακόπτον ΝΠΙΔ ("ΔΕΥΑ ..."), (ήδη αναιρεσίβλητο), εκπροσωπούμενο από τον τότε Πρόεδρο του Δ.Σ αυτού, συνήψε στην ... με τον καθ'ου, (ήδη αναιρεσείοντα) πολιτικό μηχανικό και εργολάβο δημοσίων έργων, σύμβαση έργου, με βάση την οποίαν ανέθεσε στον τελευταίο την κατασκευή του έργου "Ύδρευση-Αποχέτευση Β' Φάση, Δίκτυα Ομβρίων και Ακαθάρτων ... Κλάδος ..., ΒΑ Τομέας της Πόλης" σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.1418/1984, όπως τροποποιήθηκε και ίσχυε κατά το χρόνο της υπογραφής της σύμβασης, του π.δ609/1985, του π.δ23/1993, του π.δ171/1987, του ν.1832/1989, του π.δ323/1989 και των λοιπών εκτελεστικών διαταγμάτων και αποφάσεων του ν1418/1984, καθώς και των συμβατικών τευχών και σχεδίων που περιλαμβάνονται στην εγκεκριμένη μελέτη του ως άνω έργου, με έκπτωση 10% επί των τιμών του τιμολογίου της μελέτης, με αρχικό συμβατικό αντικείμενο 79.360.017 δρχ με ΦΠΑ.

Η μελέτη και ο τρόπος εκτελέσεως του έργου εγκρίθηκαν με την υπ' αρ.65α/22-12-1998 απόφαση του Δ.Σ του ανακόπτοντος με την οποία επίσης αποφασίστηκε, επειδή κρίθηκε ότι το έργο είναι απολύτως αναγκαίο και άκρως επείγον, ως τρόπος εκτελέσεως του έργου, αυτός της αναθέσεως με τη διαδικασία της διαπραγμάτευσης, χωρίς να προηγηθεί δημόσια προκήρυξη διαγωνισμού, ήτοι εγκρίθηκε η απευθείας ανάθεση του έργου στον καθού. Περαιτέρω, από την υπογραφείσα από 8-1-1999 σύμβαση καθώς και από τα συμβατικά τεύχη αυτής, προκύπτει ότι η προθεσμία περαίωσης του έργου συμφωνήθηκε σε 17 μήνες από την υπογραφή της συμβάσεως (βλ.από 8-1-1999 σύμβαση και το άρθρο 6 της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων), ότι η ημερομηνία έναρξης των εργασιών από την οποίαν αρχίζουν οι προθεσμίες του έργου συμπίπτει με την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης (βλ.άρθρο 6 της γενικής συγγραφής υποχρεώσεων), ότι ο χρόνος εγγύησης του έργου (κατά τον οποίον ο ανάδοχος φέρει τον κίνδυνο του έργου και υποχρεούται στη συντήρησή του σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.6 και άρθρο 11 παρ.1 του ν.1418/1984 και μετά την πάροδο του οποίου ενεργείται η οριστική παραλαβή) ορίστηκε σε 18 μήνες (βλ. άρθρο 31 της γενικής συγγραφής υποχρεώσεων), ότι οι πληρωμές του εργολάβου θα γίνονται κάθε μήνα με βάση ανακεφαλαιωτικούς λογαριασμούς, στους οποίους θα περιλαμβάνονται και οι εργασίες που έχουν τελειώσει, έπειτα από υποβολή από τον εργολάβο προσωρινών επιμετρήσεων και ελέγχου τους από την επιβλέπουσα υπηρεσία και ότι για τη σύνταξη , την υποβολή, το έλεγχο και την πληρωμή των λογαριασμών και την εκκαθάριση των αμοιβαίων απαιτήσεων της εργολαβικής σύμβασης εφαρμόζονται όσα λεπτομερειακά αναφέρονται στο άρθρο 40 του ΠΔ 609/85 (βλ. άρθρο 34 της γενικής συγγραφής υποχρεώσεων), ότι ο τελικός (εξοφλητικός) λογαριασμός εκδίδεται με βάση τα πρωτόκολλα προσωρινής και οριστικής παραλαβής του έργου και ότι τα στοιχεία αυτά αποτελούν τα δικαιολογητικά έκδοσης του εξοφλητικού λογαριασμού (βλ. άρθρο 40 της γενικής συγγραφής υποχρεώσεων). Η εκτέλεση του έργου άρχισε από τον καθού, μετά την υπογραφή της σύμβασης και ολοκληρώθηκε εμπρόθεσμα, ως τούτο προκύπτει από την από 30-5-2000 βεβαίωση περαίωσης των εργασιών του έργου του Προϊσταμένου της Τεχνικής Υπηρεσίας Κ. Π., μηχανολόγου-μηχανικού. Την 11-4-2000 το καθ'ού, μετά από εμπρόθεσμη υποβολή εκ μέρους του ανακόπτοντος της τελικής επιμέτρησης του έργου, συνέταξε την 1η πιστοποίηση προς πληρωμή εκτελεσθεισών εργασιών ποσού 77.876.604 δρχ. πλέον ΦΠΑ ποσού 14.017.789 δρχ. ήτοι συνολικού ποσού 91.894.393 δρχ. μετά δε τη σύνταξη Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα εργασιών, που εγκρίθηκε με την 32/23-23-5-2000 απόφαση του Δ.Σ του ανακόπτοντος και τη σύνταξη πρωτοκόλλου παραλαβής Αφανών Εργασιών συνοδευόμενου από αναλυτικές επιμετρήσεις των γενόμενων αφανω εργασιών, συνετάγη από την επιβλέπουσα το έργο μηχανικό του ανακόπτοντος και θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο της Τ.Υ αυτού, ο από 30-5-2000 1ος Λογαριασμός και Πιστοποίηση προς Πληρωμή Εκτελεσθεισών Εργασιών και Προμήθειας Υλικού συνολικού ποσού μετά ΦΠΑ 91.894.393 δρχ. εκ του οποίου ποσό 77.876.604 δρχ. αφορούσε στις εκτελεσθείσες εργασίες και ποσό 14.017.789 δρχ. αφορούσε σε ΦΠΑ, ο οποίος δεν εξοφλήθηκε αν και εγκρίθηκε από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία του ανακόπτοντος, κατά πιστοποίηση της πληρωμής του αναδόχου και ως εκ τούτου υφίσταται η απαίτηση εκ της αμοιβής του καθ'ου για το εκτελεσθέν από αυτόν έργο σε βάρος του ανακόπτοντος. Από την κατά την 30-5-2000 βεβαιωμένη περάτωση των εργασιών άρχισε να τρέχει ο χρόνος εγγύησης που κατά τα συμβατικώς ορισθέντα είχε συμφωνηθεί επιτρεπτώς κατά νόμο σε 18 μήνες , ήτοι κατά 3 επί πλέον μήνες από τον προβλεπόμενο από το νόμο γενικά χρόνο εγγύησης των 15 μηνών (άρθρο 54 παρ.1 εδ.α,β π.δ 609/1985). Μετά την κατά την 30-11-2001 παρέλευση του χρόνου εγγύησης και εντός 2 μηνών , ήτοι μέχρι 30-1-2002 δεν διενεργήθηκε πραγματικώς η οριστική παραλαβή του επιδίκου έργου, χωρίς να έχει προηγηθεί και η προσωρινή παραλαβή του, επιτρεπομένης κατά νόμο της ταυτόχρονης διενέργειας προσωρινής και οριστικής παραλαβής του έργου (άρθρο 55 παρ.2 εδ.β π.δ609/1985), αλλά ούτε συντελέσθηκε και αυτοδίκαιη παραλαβή του επίδικου έργου, δεδομένου ότι η από 11-7-2002 εξώδικη όχληση του καθ' ου προς το ανακόπτον ΝΠΙΔ, αν και επιδόθηκε στο τελευταίο από την 15-7-2002 δυνάμει της υπ' αριθ.1669/15-7-2002 έκθεσης επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ροδόπης Ε. Κ., ήτοι μετά την παρέλευση των προθεσμιών των τασσομένων για την αυτεπάγγελτη οριστική παραλαβή του έργου και ως εκ τούτου εγκύρως δυνάμενη να επιφέρει την αυτοδίκαιη (πλασματική) παραλαβή του έργου, δεν περιείχε ειδική για την παραλαβή του εκτελεσθέντος έργου όχληση, όπως απαιτείται κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, παρά μόνον όχληση προς πληρωμή της οφειλόμενης αμοιβής του. Η δε αναφορά διηγηματικώς στο κείμενο της εν λόγω εξωδίκου οχλήσεως ότι το έργο κατασκευάστηκε και έχει ολοκληρωθεί η παραλαβή του, ασφαλώς και δεν συνιστά κατά νόμο ειδική για την παραλαβή πρόσκληση, αλλά απλώς επισημαίνεται ότι το έργο ήδη χρησιμοποιείται από το καθ'ου ΝΠΙΔ. Ο ως άνω λοιπόν 1ος λογαριασμός, ο οποίος όπως συνομολογείται και από τους διαδίκους είναι ο μοναδικός που συντάχθηκε για το επίδικο έργο, περιλαμβάνει το σύνολο της εργολαβικής αμοιβής του ανακόπτοντος και επομένως αποτελεί και τον τελικό (εξοφλητικό) λογαριασμό του έργου, με τον οποίο έπρεπε να γίνει η εκκαθάριση του εργολαβικού ανταλλάγματος και των αμοιβαίων απαιτήσεων που έχουν σχέση με την εκτέλεση της σύμβασης ώστε να τυγχάνει εκκαθαριστέα (η εργολαβική αμοιβή), μετά την οριστική παραλαβή του επίδικου έργου, σύμφωνα με την δημοσίας τάξεως διάταξη του άρθρου 40 παρ.8 του π.δ 609/1985, η εφαρμογή της οποίας ως δημοσίας τάξεως, δεν μπορεί να αποκλειστεί με ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των συμβαλλομένων, σημειουμένου ότι και κατά τη συμφωνία των μερών ο εξοφλητικός ως εν προκειμένω λογαριασμός εκδίδεται με βάση τα πρωτόκολλα προσωρινής και οριστικής παραλαβής τα οποία αποτελούν τα δικαιολογητικά έκδοσης του εξοφλητικού λογαριασμού.

Τα παραπάνω έχουν κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με την 1/2015 αμετάκλητη ήδη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε επί της με αρ.24/13-4-2011 αγωγής του καθ' ου η ανακοπή κατά του ανακόπτοντος ΝΠΙΔ. Ειδικότερα ο καθ' ου η ανακοπή και ήδη εκκαλών με την ως άνω αγωγή του ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, την οποίαν άσκησε σε βάρος του ήδη ανακόπτοντος, επικαλούμενος την σ' αυτόν ανάθεση του επίδικου δημόσιου έργου ζητούσε να του επιδικασθεί η συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή ύψους 269.682,73 ευρώ, νομιμότοκα από 11-7-2002, ημερομηνία κοινοποίησης της εξώδικης όχλησης καταβολής της αμοιβής του. Επί της αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 129/2013 απόφαση του άνω δικαστηρίου η οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη (ως παραγεγραμμένη). Κατά της απόφασης αυτής ο τότε ενάγων και ήδη καθ' ου η ανακοπή εκκαλών άσκησε την από 2-7-2013 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 24/2013 αναίρεση επί της οποίας εκδόθηκε η 768/2014 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η παραπάνω απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές. Με την 531/26-8-2014 κλήση του τότε ενάγοντος και ήδη καθ'ου η ανακοπή επαναφέρθηκε η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση και εκδόθηκε η προαναφερόμενη 1/2015 ήδη αμετάκλητη απόφαση, η οποία ναι μεν έκρινε ότι υφίσταται η απαίτηση του καθ' ου η ανακοπή για την πληρωμή του ανταλλάγματος που ισούται με το πιστοποιούμενο με τον 1ο λογαριασμό προς πληρωμή των 269.682,73 ευρώ, πλην όμως στη συνέχεια έκρινε ότι αυτή (αμοιβή) δεν ήταν εκκαθαρισμένη για τους παραπάνω αναφερόμενους λόγους και τελούσε υπό τον όρο της προηγούμενης οριστικής παραλαβής του επιδίκου έργου, που δεν είχε ακόμη διενεργηθεί και για το λόγο αυτό απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης ο καθ' ου κοινοποίησε στο ανακόπτον την από 19-1-2015 εξώδικη όχληση, με την οποία ζητούσε την πραγματοποίηση προσωρινής και οριστικής παραλαβής του έργου, λόγω δε απράκτου της 30 ημερης προθεσμίας του άρθρου 53 παρ.4 του π.δ 609/1985 επήλθε σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη, την 19-2-2015 αυτοδίκαιη (πλασματική) παραλαβή του επίδικου έργου. Στη συνέχεια ο καθ'ου η ανακοπή αιτήθηκε και εκδόθηκε την 16-6-2015 η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση ανακοπή 79/ΔΠ78/16-6-2015 διαταγή πληρωμής με την οποία το ανακόπτον υποχρεώθηκε να καταβάλει στον καθ'ου το ποσό των 269.682,73 ευρώ νομιμότοκα από 16-7-2002, ήτοι από την επομένη της επίδοσης της προαναφερόμενης εξώδικης όχλησης του τελευταίου προς καταβολή της αμοιβής του. Μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής , δυνάμει του από 19-11-2015 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων πλευρών προς διευθέτηση της ένδικης διαφοράς, το ανακόπτον ΝΠΙΔ αναγνώρισε το κεφάλαιο που επιδικάσθηκε με την προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής , πλην όμως επιφυλάχθηκε ως προς τους τόκους υπερημερίας για τους οποίους άσκησε ταυτόχρονα την ένδικη ανακοπή. Με το μοναδικό λόγο της ανακοπής του το ανακόπτον ΝΠΙΔ ισχυρίζεται ότι η παραπάνω διαταγή πληρωμής είναι άκυρη, ακριβώς διότι επιδικάζει τόκους επί του κεφαλαίου από 16-7-2002, ενώ κατά τους ισχυρισμούς του κατά την παραπάνω ημερομηνία δεν ήταν απαιτητή η ένδικη αξίωση του καθ'ου, καθόσον αυτή κατέστη βέβαιη ως μη τελούσα πλέον υπό τον όρο της οριστικής παραλαβής και εκκαθαρισμένη, την 19-2-2015, οπότε κατά τα αμέσως παραπάνω συνετελέσθη αυτοδικαίως λόγω απράκτου της 30 ήμερης προθεσμίας του άρθρου 53 παρ.4 του π.δ 609/2015, πλασματική παραλαβή του επίδικου έργου και συνεπώς από τότε δικαιούται τόκους υπερημερίας. Ο παραπάνω λόγος ανακοπής είναι ουσιαστικά βάσιμος διότι η επίδικη απαίτηση, πράγματι κατέστη βέβαιη και εκκαθαρισμένη μετά την οριστική παραλαβή του επίδικου έργου που εν προκειμένω πραγματοποιήθηκε πλασματικά την 19-2-2015, γεγονός εξ άλλου που δέχεται και ο δικαστής της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αφού στο αιτιολογικό αυτής αναφέρεται ρητά επακριβώς ότι "η απαίτηση του αιτούντος έχει καταστεί βεβαία και εκκαθαρισμένη μετά την παρέλευση 30 ημέρου από την από 19-1-2015 εξώδικη όχληση προς παραλαβή που απηύθυνε προς το καθ' ου ΝΠΙΔ, προθεσμία κατά την οποία δεν συντάχθηκε ούτε κοινοποιήθηκε στον αιτούντα πρωτόκολλο παραλαβής ή ειδική διαταγή περί αποκατάστασης ελαττωμάτων, οπότε έχει συντελεστεί η αυτοδίκαιη παραλαβή του επιδίκου έργου, η οποία εξομοιώνεται πλήρως όσον αφορά τα έννομα αποτελέσματά της με την δια πρωτοκόλλου παραλαβή". Επομένως μόνο από την (πλασματικώς) οριστική παραλαβή του επίδικου έργου, ήτοι από 19-2-2015 και εφεξής ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της επίδικης απαίτησης, όπως εξ άλλου έκρινε με δύναμη δεδικασμένου και η 1/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης και συνακόλουθα μόνο από την παραπάνω ημερομηνία και εφεξής ο καθ' ου δικαιούται τόκων υπερημερίας. Επομένως η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής εσφαλμένα επιδίκασε τόκους υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 16-7-2002 μέχρι 19-2-2015, δεκτού δε γενομένου ως ουσιαστικά βασίμου του λόγου της υπό κρίση ανακοπής, πρέπει να ακυρωθεί αυτή εν μέρει και συγκεκριμένα κατά το μέρος που επιδικάζει νομίμους τόκους υπερημερίας του επιδικασθέντος κεφαλαίου για το ως άνω χρονικό διάστημα".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε την ανακοπή της αναιρεσίβλητης και ακύρωσε την 79/ΔΠ78/2015 διαταγή πληρωμής κατά το μέρος που επιδίκασε τόκους υπερημερίας σε βάρος της για το χρονικό διάστημα από 16-7-2002 ως 19-2-2015. Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι δεν εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις των άρθ. 5,11 του ν.1418/1984 και 38,40,53 του π.δ609/1985 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 681,694 ΑΚ και δή ότι α) υπέπεσε σε υπαγωγικό σφάλμα, διαγιγνώσκοντας διαφορετική λειτουργία της υπερημερίας του κυρίου δημοσίου έργου ως προς την εξόφληση νόμιμα εγκεκριμένου λογαριασμού σε σχέση προς την έναρξη παραγραφής των αξιώσεων του αναδόχου του έργου που απορρέουν από εγκεκριμένες πιστοποιήσεις του έργου, β) συγχέει το εκκαθαρισμένο της απαίτησης με την εκκαθάριση της εργολαβίας εν γένει, γ) εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις σε σχέση με την έγκριση της τελικής επιμέτρησης και των πιστοποιήσεων, δ) εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις σε σχέση με την παραγωγή τόκων υπερημερίας του εγκεκριμένου λογαριασμού πριν τη συντέλεση της παραλαβής παρά την προσήκουσα όχληση της αναιρεσίβλητης, ε) εσφαλμένα ερμήνευσε την από 19-11-2015 σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης του επίδικου χρέους και ρύθμισης καταβολής αυτού μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης. Το Εφετείο ωστόσο με τις προπαρατεθείσες παραδοχές δεν έσφαλε αλλά ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 1418/1984 και του π.δ/τος 609/1985, με το να δεχθεί, ότι: α) στην προκείμενη περίπτωση η αυτοδίκαιη (πλασματική) παραλαβή του επίδικου έργου επήλθε μετά την άπρακτη παρέλευση της 30ημερης προθεσμίας του άρθρου 53 παρ.4 π.δ 609/1985 από την από 19-1-2015 εξώδικη όχληση του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη, με την οποίαν ζητούσε την διενέργεια της προσωρινής και οριστικής παραλαβής του εν λόγω έργου, συμμορφούμενος προς την 1/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης που αμετακλήτως έκρινε ότι η επίμαχη εργολαβική αμοιβή του δεν ήταν βεβαία και εκκαθαρισμένη και εντεύθεν δεν ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή ώστε να δικαιούται τόκων υπερημερίας, γιατί τελούσε υπό τον όρο της προηγούμενης οριστικής παραλαβής του, που δεν είχε ακόμη διενεργηθεί ούτε είχε πλασματικά επέλθει από την από 11-7-2002 εξώδικη (προγενέστερη) όχλησή του, καθόσον η τελευταία δεν περιείχε ειδική για την παραλαβή του έργου όχληση παρά μόνον όχληση προς πληρωμή της αμοιβής του, β) ότι η αναιρεσίβλητη με το από 19-11-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό που κατάρτισε με τον αναιρεσείοντα μετά την επέλευση της άνω πλασματικής παραλαβής και την έκδοση εκ μέρους του τελευταίου της ως άνω δ?