Α.Π.483 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΙΚΑΙΟΧΡΗΣΗΣ (FRANCHISING), ΣΥΝΑΨΗ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΩΝ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ. ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ. ΑΘΕΜΙΤΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ. ΑΠΟΣΠΑΣΗ ΠΕΛΑΤΕΙΑΣ. ΜΙΣΘΩΣΗ ΠΡΟΣΟΔΟΦΟΡΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ.-Τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τους λόγους καταγγελίας δεν αποδίδονται, σε υπαιτιότητα αποκλειστικά των αναιρεσίβλητων που κατάγγειλαν τις συμβάσεις, ώστε να πάσχει η καταγγελία από ακυρότητα, ως μη επιτρεπόμενη επειδή στηρίζεται σε αντίθετη με τα χρηστά ήθη υπαίτια συμπεριφορά των ίδιων των καταγγελλόντων. Επίσης αποκλειστική υπαιτιότητα δεν διαπιστώνεται ούτε για την τρίτη των αναιρεσίβλητων, η οποία κατάρτισε τη σύμβαση δικαιόχρησης στις 28-1-2011, χρόνος κατά τον οποίο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, είχε ήδη αρχίσει κατάρρευση της ελληνικής κτηματαγοράς, ήταν γνωστές σ' αυτήν οι δυσβάστακτες χρεώσεις της αναιρεσείουσας, ήταν αισθητή η μείωση των συνεργαζόμενων γραφείων του δικτύου, είχε ενημερωθεί για το κόστος αναβάθμισης του εγκατεστημένου λογισμικού προγράμματος και είχε κρίνει τούτο ασύμφορο, ήτοι γεγονότα προγενέστερα του χρόνου κατάρτισης της σύμβασής της. Μετά την κατάρτιση της σύμβασης και με την τρίτη αναιρεσίβλητη, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις και οι όροι υπό τους οποίους καταρτίστηκε η σύμβαση αυτή, σε βάρος της δικαιοδόχου, έτσι, ώστε, η γνώση των προγενέστερων περιστατικών να μη καθιστά αυτήν υπαίτια των λόγων της καταγγελίας. Άλλωστε, η, κατά τον πρώτο λόγο της καταγγελίας, άρνηση της αναιρεσείουσας να αποδεχθεί το αίτημα των αναιρεσίβλητων και να αναπροσαρμόσει τα συμβατικά οικονομικά δικαιώματά της, εκφράστηκε οριστικά στις 28-8-2012, ήτοι μετά την κατάρτιση όλων των συμβάσεων, ήτοι και της τρίτης αναιρεσίβλητης, οπότε και, αυτοτελώς, αυτός ο λόγος, σπουδαίος κατά την προσβαλλόμενη, αρκεί για το έγκυρο της καταγγελίας της σύμβασης. Απόρριψη.-(αρθ. 200, 281, 288, 361, 382, 383, 638, 648, 713, 914, 919, 932 ΑΚ, άρθ. 1 ν. 146/1914)
Απόφαση 483 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 483/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "REFRAN ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΔΙΚΤΥΟ ΚΤΗΜΑΤΟΜΕΣΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" ("RE/ΜΑΧ ΕΛΛΑΣ"), που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Αντωνόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Τ. του Σ., κατοίκου …., 3) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Κ. - Κ. Τ. Ο.Ε." (πρώην "Κ. Κ. - Κ. Τ. Ο.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζέρβα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20577/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 552/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/5/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 17-5-2017 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 552/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της 20577/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώ έγινε δεκτή η έφεση που είχαν ασκήσει κατά της ίδιας απόφασης οι αναιρεσίβλητοι. Με την ως άνω οριστική απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 20-12-2012 αγωγή της αναιρεσείουσας και υποχρεώθηκαν οι αναιρεσίβλητοι να της καταβάλουν για τις προσδιοριζόμενες σ' αυτήν αιτίες, τα ποσά που αναφέρονται στο διατακτικό της, με το νόμιμο τόκο. Μετά την εξαφάνιση της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, το Εφετείο, δικάζοντας την ένδικη αγωγή, απέρριψε αυτήν ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, δέχθηκε, δε, αυτήν ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη ως προς τις πρώτη και τρίτη των αναιρεσίβλητων και τις υποχρέωσε στην καταβολή των εν αυτή χρηματικών ποσών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016). Εξάλλου, σύμβαση δικαιόχρησης (γνωστή ευρύτερα ως franchising), νοείται η σύμβαση διαρκούς συνεργασίας μεταξύ δύο ανεξάρτητων επιχειρήσεων, που, από άποψη οικονομικής λειτουργίας, συνιστά μία μέθοδο προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών (marketing), βάσει της οποίας η μία επιχείρηση (δικαιοπάροχος ή δότρια-franchisor) παραχωρεί στην άλλη (δικαιοδόχο ή λήπτρια-franchisee), για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα, έναντι άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ανταλλάγματος, το δικαίωμα εκμετάλλευσης του λεγομένου "συνόλου" ή "πακέτου" δικαιόχρησης, με σκοπό την πώληση συγκεκριμένου τύπου προϊόντων ή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες. Με τη σύμβαση δικαιόχρησης εντάσσεται ο λήπτης αυτής σε ένα ενιαίο σύστημα διανομής, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό ομοιομορφίας προς τα έξω των επιχειρήσεων (καταστημάτων), οι οποίες είναι ενταγμένες στο ίδιο σύστημα δικαιόχρησης.
Η σύμβαση δικαιόχρησης περιλαμβάνει για τον δικαιοπάροχο ή δότη τις παρακάτω υποχρεώσεις: α) την παραχώρηση στο λήπτη του δικαιώματος χρήσης και εκμετάλλευσης του "πακέτου", του οποίου το περιεχόμενο προσδιορίζεται επαρκώς στο κύριο μέρος της σύμβασης-πλαίσιο, β) την ένταξη του λήπτη στο σύστημα, με την παροχή σε αυτόν της απαιτούμενης τεχνικής και οργανωτικής υποδομής και της ανάλογης εκπαίδευσής του, που μπορεί να επαναλαμβάνεται περιοδικά, γ) τον εφοδιασμό αυτού με πρώτες ύλες, έτοιμα ή ημιέτοιμα προϊόντα, ιδίως όταν αυτά παράγονται από τον δότη, δ) τη συνεχή υποστήριξη του λήπτη, καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, σε οργανωτικά, τεχνικά, χρηματοδοτικά ή άλλα θέματα, την ανάληψη της υποχρέωσης διαφήμισης των προϊόντων του συστήματος και της συντήρησης των μηχανημάτων και του εξοπλισμού του καταστήματος του λήπτη. Όλες αυτές οι υποχρεώσεις, παρά την αυτοτέλεια τους, αποτελούν επί μέρους εκδηλώσεις της γενικής υποχρέωσης του δικαιοπαρόχου ή δότη να μεριμνά για την οργανωτική και τεχνολογική ένταξη του λήπτη στο σύστημα, έτσι ώστε, η λειτουργία του καταστήματος του τελευταίου, να ανταποκρίνεται διαρκώς στα νέα δεδομένα της αγοράς και να έχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα κατά τη λειτουργία της επιχείρησης του.
Εξάλλου, στο πλαίσιο της παραπάνω σύμβασης, ο δικαιοδόχος ή λήπτης, ο οποίος πωλεί τα προϊόντα του συστήματος στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με ίδιο επιχειρηματικό κίνδυνο, έχει συνήθως τις παρακάτω υποχρεώσεις: α) την καταβολή εφάπαξ ποσού (entry fee) για την εκ μέρους του δότη παραχώρηση της χρήσης και εκμετάλλευσης της τεχνογνωσίας και των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, β) την περιοδική καταβολή στον δότη ορισμένου ποσοστού από τις εισπράξεις των πωλήσεων καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης (royalties), όπου δεν αποκλείεται να ορισθεί και ένα ελάχιστο όριο, ανεξαρτήτως εισπράξεων, γ) την ενεργό προώθηση των πωλήσεων με την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση της προσωπικής εργασίας και των άλλων μέσων που έχει στη διάθεσή του ο λήπτης, δ) τη συνεισφορά του στην κοινή διαφήμιση του συστήματος και των προϊόντων που αφορά, ε) τη συμμόρφωσή του στις οργανωτικές αρχές του συστήματος και ιδίως το σεβασμό του στην αρχή της ομοιομορφίας, σύμφωνα με την οποία η σύνθεση, παρασκευή, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και γενικά η εικόνα (image) τόσο του καταστήματος όσο και των προϊόντων του συστήματος είναι ενιαία, ανεξάρτητα από τον τόπο ή την αγορά, στην οποία γίνεται η διάθεσή τους, στ) την υποχρέωση του λήπτη να τηρεί το απόρρητο, ως προς το εγχειρίδιο λειτουργίας του συστήματος που του παραχωρήθηκε από τον δότη και ζ) την υποχρέωση του λήπτη να μην διαθέτει ανταγωνιστικά προϊόντα καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης και να προμηθεύεται από τον δότη, ή από πρόσωπο που θα υποδείξει ο ίδιος, τα συμβατικά προϊόντα. Όπως συνάγεται από την φύση της σύμβασης δικαιόχρησης, ως σχέσης διαρκούς συνεργασίας, η σύμβαση αυτή αποτελεί σύμβαση-πλαίσιο, μικτού χαρακτήρα, με την οποία ρυθμίζονται οι κύριες υποχρεώσεις των μερών στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 του ΑΚ) και η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο στο επίπεδο του εσωτερικού δικαίου, περιέχει δε στοιχεία περισσότερων συμβάσεων, όπως μίσθωσης προσοδοφόρου αντικειμένου (άρθρα 638 επ. ΑΚ), παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (άρθρα 648 επ. ΑΚ) και εντολής (άρθρα 713 επ. ΑΚ) (ΑΠ 123/2017). Η εκπλήρωση των διαφόρων εκατέρωθεν υποχρεώσεων, που προβλέπονται στη σύμβαση δικαιόχρησης, προϋποθέτει, πολλές φορές, τη σύναψη ειδικότερων εκτελεστικών συμβάσεων, όπως πώλησης του αναγκαιούντος εξοπλισμού για τη λειτουργία του συγκεκριμένου καταστήματος, πώλησης και προμήθειας των συμβατικών εμπορευμάτων και των πρώτων υλών κ.λπ. Η μη ομαλή εξέλιξη της σύμβασης αυτής ως διαρκούς ενοχής, δημιουργεί πεδίο εφαρμογής των γενικών διατάξεων για την αδυναμία ή την υπερημερία της παροχής του οφειλέτη (άρθρα 382, 383 επ. ΑΚ), αν υπάρχει αθέτηση κύριας συμβατικής υποχρέωσης (ΑΠ 123/2017). Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 288 ΑΚ, υπέρ του οφειλέτη, αλλά και του δανειστή, κανόνας αναγκαστικού δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", αφορά την εκπλήρωση κάθε υποχρέωσης του οφειλέτη ή του δανειστή, που απορρέει από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, εφόσον δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων της, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή προβλέπεται μεν, αλλά δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες ειδικές προϋποθέσεις (ΑΠ 1801/2011). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 200. 281, 288, 588, 572, 766 και 767 ΑΚ, συνάγεται γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία μια διαρκής ενοχική σχέση, ανεξάρτητα αν πρόκειται για σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου, επιτρέπεται να καταγγελθεί για σπουδαίο λόγο σε κάθε περίπτωση, έστω και αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν παρέχεται αμέσως από το νόμο δικαίωμα καταγγελίας (ΑΠ 1836/2007). Προκειμένου για σύμβαση δικαιόχρησης ορισμένου χρόνου, η λύση της επέρχεται είτε με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου, είτε με την έκτακτη καταγγελία της από το συμβαλλόμενο, στο πρόσωπο του οποίου θεμελιώνεται δικαίωμα καταγγελίας για σπουδαίο λόγο. Σ' αυτή τη σύμβαση, ο σπουδαίος λόγος είναι αναγκαία, κατ' αρχήν, προϋπόθεση για να επέλθουν οι συνέπειες της καταγγελίες, οι οποίες διαφορετικά δεν επέρχονται (ΑΠ 1042/2009). Σπουδαίο λόγο, που δικαιολογεί σε κάθε περίπτωση την έκτακτη καταγγελία σύμβασης δικαιόχρησης ορισμένου χρόνου, αποτελεί, κατ' αρχήν, η υπαίτια παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων από το ένα συμβαλλόμενο μέρος, αλλά και η παράβαση της, ως άνω, γενικότερης, απορρέουσας από την αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη και τη φύση της εν λόγω σύμβασης, υποχρέωσης του δικαιοπαρόχου για ένταξη και διαρκή υποστήριξη του δικαιοδόχου. Επίσης, σπουδαίος λόγος, υπάρχει, και όταν, από τις περιστάσεις που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε συσχέτιση με τη φύση, τους σκοπούς και τις λειτουργίες της σύμβασης, καθίσταται, κατά την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, επαχθής και μη ανεκτή, είτε για αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη είτε για το ένα μόνο από αυτά, η συνέχιση της συμβατικής δέσμευσης από αυτή τη διαρκή ενοχική σχέση. Τούτο συμβαίνει, μεταξύ άλλων, όταν οφείλεται σε ουσιώδη μεταβολή των προσωπικών ή περιουσιακών σχέσεων αμφοτέρων των μερών ή του ενός μέρους, ανεξαρτήτως της συνδρομής ή μη οποιασδήποτε υπαιτιότητας στην επέλευση της μεταβολής αυτής (ΑΠ 639/2007, ΑΠ 441/2000), ή όταν έχει εκλείψει η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών, που καθιστά αδύνατη την περαιτέρω συνέχιση της εμπορικής τους συνεργασίας (ΑΠ 1180/2019, ΑΠ 1043/2015). Τα περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο για την καταγγελία, αφορούν, συνήθως, στον αποδέκτη αυτής.
Δεν αποκλείεται, όμως, να ευρίσκονται στη σφαίρα επιρροής του ίδιου του καταγγέλλοντος. Κατά την ανωτέρω έννοια, η συνδρομή ή μη σπουδαίου λόγου αξιολογείται με κριτήρια αντικειμενικά, δηλαδή δεν απαιτείται κατ' αρχήν πταίσμα εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία. Αν, όμως, εκείνος που καταγγέλλει είναι ο ίδιος υπαίτιος, δεν επιτρέπεται να προβεί σε καταγγελία, διότι είναι, επίσης, γενική αρχή του δικαίου, συναγόμενη από τα αυτά άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, ότι κανείς δεν μπορεί να αντλήσει ωφελήματα από δική του παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά, που οφείλεται σε υπαιτιότητά του (ΑΠ 1836/2007). Γενικότερα, είναι αδιάφορη η προέλευση των περιστατικών που συγκροτούν το σπουδαίο λόγο καταγγελίας, τα οποία μπορεί, έτσι, να ανήκουν στη σφαίρα εξουσίας οποιουδήποτε των μερών, ενώ μπορεί να είναι ακόμη και μεμονωμένα ή τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία (ΑΠ 688/2007). Για την αξιολόγηση του λόγου καταγγελίας ως σπουδαίου, συνεκτιμώνται όλες οι κρίσιμες συνθήκες και περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (ΑΠ 29/2010). Στο πλαίσιο αυτό, σπουδαίο λόγο καταγγελίας ενδέχεται να αποτελεί και ο κλονισμός της εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών (ΑΠ 359/2010) ή και η μερική μόνον εκπλήρωση από τον έναν των συμβαλλομένων της παροχής που τον βαρύνει, όταν το γεγονός αυτό δημιουργεί στον άλλο συμβαλλόμενο εύλογο φόβο ότι αυτό θα συνεχισθεί και για το υπόλοιπο μέρος της παροχής και θα προκληθεί έτσι σημαντική ζημία στα συμφέροντά του (ΑΠ 168/2007). Καταγγελία της σύμβασης δικαιόχρησης ορισμένου χρόνου, που έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο ή με επίκληση τέτοιου λόγου, που αποδείχθηκε μεταγενέστερα είτε μη σπουδαίος είτε αναληθής, είναι άκυρη (ΑΠ 112/2004, ΑΠ 1701/1998) και γι' αυτό δεν επιφέρει τη λήξη της διαρκούς σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή, εκείνος που προέβη στην καταγγελία καθίσταται υπερήμερος δανειστής ως προς την προσφερόμενη παροχή του άλλου και οφείλει τη δική του παροχή.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι σπουδαίοι λόγοι που μπορούν να θεμελιώσουν δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας, μπορούν να αποδίδονται σε υπαιτιότητα ενός των συμβαλλόμενων, αλλά μπορούν να είναι και ανυπαίτιοι. Στην τελευταία περίπτωση, παρέχεται δικαίωμα καταγγελίας, όταν, συνεπεία αυτών των ανυπαίτιων λόγων, η συνέχιση της σύμβασης αντίκειται προφανώς στα εύλογα και δικαιολογημένα συμφέροντα του καταγγέλλοντος και καθίσταται μη ανεκτή. Έτσι, η μεταβολή των όρων και προϋποθέσεων που διέπουν τη σύμβαση, και η διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων, σε βάρος κάποιου από αυτούς, χωρίς να ανάγονται υποχρεωτικά στη σφαίρα επιρροής του καθ' ου η καταγγελία, λαμβάνεται υπόψη κατά το μέτρο που οι όροι αυτοί δεν μπορούν να εκπληρωθούν ή να αξιωθεί η εκπλήρωσή τους, από ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη, βάσει των αρχών της καλής πίστης. Για τη συγκεκριμενοποίηση της αόριστης νομικής έννοιας του σπουδαίου λόγου, θα σταθμιστεί το συμφέρον του καταγγέλλοντος για πρόωρη λύση της σύμβασης με το συμφέρον του αντισυμβαλλόμενου για διατήρηση αυτής μέχρι την κανονική λύση της (ΑΠ 1326/2013, ΑΠ 1639/2005). Οι έννομες συνέπειες, που απορρέουν από τη λύση της σύμβασης δικαιόχρησης, διαφοροποιούνται ανάλογα με τους λόγους που θεμελιώνουν το δικαίωμα καταγγελίας. Αν πρόκειται για περίπτωση έκτακτης καταγγελίας για ανυπαίτιο σπουδαίο λόγο, τότε, το αντικείμενο των εκατέρωθεν υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μετά τη λύση της ενοχικής σχέσης, συνίσταται, κυρίως, στην απόδοση των πραγμάτων, στην παύση της χρήσης των δικαιωμάτων και των άλλων ωφελειών, που κατά τη διάρκεια της σύμβασης είχαν παραχωρηθεί από τον ένα αντισυμβαλλόμενο στον άλλο για χρήση και εκμετάλλευση. Αντίθετα, η προβολή αξίωσης αποζημίωσης δεν είναι δυνατή. Στην περίπτωση της έκτακτης καταγγελίας, οφειλόμενης στην αντισυμβατική συμπεριφορά του καταγγελλόμενου μέρους, μπορεί από τη σύμβαση δικαιόχρησης να απορρέουν αξιώσεις αποζημίωσης υπέρ του καταγγείλαντος. Οι αξιώσεις αυτές, κατά το άρθρο 298 ΑΚ, αναφέρονται στην αποκατάσταση του θετικού διαφέροντος, αλλά και του διαφυγόντος κέρδους, αυτού που με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε ο αντισυμβαλλόμενος από τη συνεργασία μέχρι τη συμπλήρωση του συμβατικά καθορισμένου χρόνου της σύμβασης (ΑΠ 1180/2019, ΑΠ 1043/2015) Σε όλες τις περιπτώσεις, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστά εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του σπουδαίου λόγου και συνεπώς, η ορθή ή μη υπαγωγή σ' αυτήν των συγκεκριμένων περιστατικών, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1030/2015, ΑΠ 1665/2014).
Από την παραδεκτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), επισκοπούμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο, ύστερα από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την, ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Η ενάγουσα εταιρία κατέχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί και να παραχωρεί σε άλλους την άδεια να χρησιμοποιούν το σύστημα, το οποίο ανέπτυξε και χρησιμοποιεί η RE/MAX International για την ανάπτυξη και λειτουργία κτηματομεσιτικών γραφείων, καθώς και για την παροχή κτηματομεσιτικών υπηρεσιών, που περιλαμβάνει, ενδεικτικά, τη μέθοδο με την οποία οι ανεξάρτητοι κάτοχοι άδειας πωλητές ακινήτων αμείβονται για τις υπηρεσίες τους σχετικά με τη διαχείριση, διακίνηση, καταγραφή, πώληση, ανταλλαγή, χρηματοδοτική μίσθωση, ενοικίαση, σύσταση, υποθήκευση, δημοπράτηση και πλειστηριασμό ακίνητης περιουσίας, χρησιμοποιώντας τα σήματα της ανωτέρω εταιρίας "προϊόν". Τα ουσιώδη μέρη του προϊόντος περιλαμβάνουν τις προτεινόμενες διαδικασίες για τη λειτουργία και οργάνωση ανεξάρτητων γραφείων, και, ειδικότερα, κανόνες λειτουργίας, συμπεριλαμβανόμενου του προτεινόμενου υλικού πώλησης και των συστηνόμενων εγχειριδίων λειτουργίας για να επιτευχθεί η οικονομικά αποδοτική λειτουργία των γραφείων, τεχνικές για την στρατολόγηση ικανών υπερπαραγωγικών πρακτόρων που επιθυμούν την ανοδική πορεία της σταδιοδρομίας τους και τη μεγιστοποίηση των οικονομικών απολαβών. Το "προϊόν" περιλαμβάνει κανόνες λειτουργίες, πολιτική οδηγιών, πρότυπα και κατευθυντήριες γραμμές που μπορεί να εκδίδονται ή να αναθεωρούνται από τη RE/MAX International, RE/MAX Europe, RE/MAX HELLAS, RE/MAX, ενώ μπορεί να τροποποιείται, και τεχνογνωσία, που είναι εμπιστευτική, ουσιώδης και προσδιορισμένη στα σχετικά εγχειρίδια και το σχετικό υλικό της RE/MAX. H κυριότητα και κατοχή τους ως άνω συστήματος για την ανάπτυξη και λειτουργία κτηματομεσιτικών γραφείων ανήκει στην εταιρία "RE/MAX LLC" (πρώην RE/MAX International), η οποία παραχώρησε στην εταιρία "RE/MAX Europe" το δικαίωμα να χρησιμοποιεί και να παραχωρεί σε άλλους την άδεια του δικαιώματος να χρησιμοποιούν την άδεια εκμετάλλευσης του συστήματος (προϊόντος) στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανόμενης της Ελλάδος και της Κύπρου. Η ως άνω εταιρία "RE/MAX Europe" προέβη σε παραχώρηση, προς την ενάγουσα, του δικαιώματος να χρησιμοποιεί αυτό το σύστημα και να παραχωρεί το δικαίωμα χρήσης του σε άλλους μέσα στα γεωγραφικά όρια της Ελλάδας και της Κύπρου και, δη, μέσα σε ειδικά προσδιοριζόμενες γεωγραφικές περιοχές που καλούνται ''προστατευόμενες περιοχές''. Στα πλαίσια της καταστατικής της δραστηριότητας, ήτοι της αναγνώρισης κτηματομεσιτικών γραφείων που να χρησιμοποιούν το ''προϊόν'' στην "περιφέρεια" μέσω ορισμένων εμπορικών επωνυμιών, σημάτων υπηρεσίας, εμπορικών σημάτων, η ενάγουσα προέβη σε διαφήμιση της δραστηριότητας της, για την προσέλκυση επαγγελματιών μεσιτών στο δίκτυο της, υποσχόμενη, στο προσυμβατικό στάδιο, ότι ο δικαιοδόχος θα απολάμβανε, μεταξύ άλλων, διαφήμιση του προϊόντος σε όλες τις έγκριτες εφημερίδες, συστηματική παρουσία σε όλα τα ένθετα σχετικά με τον χώρο των ακινήτων, χορηγίες σε εκδηλώσεις, προβολή τηλεοπτικού σποτ στους μεγαλύτερους τηλεοπτικούς σταθμούς, πρόσβαση σε πελάτες και ακίνητα όλου του δικτύου και δυνατότητα συνεργασίας με όλους τους συνεργάτες σε πανελλήνιο ή παγκόσμιο επίπεδο με δυνατότητα πραγματοποίησης, εξαιτίας του λόγου αυτού ή περισσοτέρων συναλλαγών από ό,τι οποιαδήποτε παραδοσιακή κτηματομεσιτική επιχείρηση, προγράμματα και εκπαιδευτικούς κύκλους, στα πρότυπα του εξωτερικού, στα οποία θα διδάσκονταν τεχνικές ανεύρεσης, πωλήσεων, προώθησης ακινήτων και προσωπικής προβολής, παροχή ολοκληρωμένου προγράμματος διαχείρισης πελατών και ακινήτων, ενώ χρησιμοποίησε ως δέλεαρ τη φράση <<ο σύμβουλος ακινήτων RE/MAX απολαμβάνει τα οφέλη της δικής του επιχείρησης χωρίς τον φόβο των μειονεκτημάτων της, μακριά από τις σκοτούρες, το καθημερινό άγχος και την πίεση των πληρωμών>>. Έχοντας εντάξει, με σύναψη σχετικών συμβάσεων δικαιόχρησης [franchising], μεγάλο αριθμό γραφείων, με την από 02.05.2008 σύμβαση δικαιόχρησης ορισμένου χρόνου, με λήξη την 02.05.2013, η ενάγουσα, δικαιοπάροχος, παραχώρησε στον δεύτερο εναγόμενο, Κ. Τ., δικαιοδόχο, το αποκλειστικό δικαίωμα να εγκαθιστά στην προστατευόμενη περιοχή ένα γραφείο RE/MAX και, ειδικότερα, στη … επί της οδού ... αρχικά και, από 02.12.2012, μετά από συμβατική αλλαγή της έδρας, επί της οδού ..., με δικαιόχρηση και το δικαίωμα να χρησιμοποιεί αποκλειστικά και σε σχέση με την ανάπτυξη και λειτουργία κτηματομεσιτικού γραφείου RE/MAX με δικαιόχρηση τα σήματα και το ''προϊόν'', κατά την έννοια που εκτέθηκε ανωτέρω. Με τους ειδικότερους όρους της ως άνω σύμβασης, από τη δικαιοπάροχο ενάγουσα εκχωρήθηκε στην δικαιοδόχο πρώτη εναγόμενη μία προστατευόμενη περιοχή στα πλαίσια της οποίας μπορούσε να εγκαταστήσει το δικό της γραφείο δικαιόχρησης RE/MAX, η δικαιοδόχος και οι συνεργάτες πωλητές αυτής δεν περιορίζονταν στο να αναλαμβάνει ή να πωλεί ή να αντιπροσωπεύει πελάτες μόνο μέσα στα πλαίσια της προστατευόμενης περιοχής, αλλά ήταν ελεύθερη να διαπραγματεύεται ιδιοκτησία και να αντιπροσωπεύει πελάτες και πέραν της τοποθεσίας της, όπως το ίδιο μπορούσαν να πράξουν και άλλοι δικαιοδόχοι της RΕ/ΜΑΧ στη δική τους προστατευόμενη περιοχή, με την προϋπόθεση, όμως, ενημέρωσης του αντίστοιχου κτηματομεσιτικού γραφείου της RE/MAX, και της μη ύπαρξης από τον πελάτη εντολής αποκλειστικής ανάθεσης. Ακόμη, με την ανωτέρω σύμβαση προβλέπονταν τόσο οι υποχρεώσεις της δικαιοπαρόχου, όσο και αυτές της δικαιοδόχου. Κατά το άρθρο 5 των συμβάσεων δικαιόχρησης ορίστηκε ως κύρια παροχή έναντι των δικαιωμάτων, που με την σύμβαση παραχωρούνταν, συμπεριλαμβανόμενου του δικαιώματος να χρησιμοποιεί τα σήματα και το "προϊόν", ότι ο δικαιοδόχος θα καταβάλλει στην RE/MAX μηνιαίο διαρκές τέλος εκτός του διαρκούς τέλους και του τέλους της ανανέωσης της σύμβασης, όπως αυτά καθορίζονται στην παράγραφο 4, καθώς και όσων ενδεχομένως προβλέπονται στην σύμβαση, ότι ο δικαιοδόχος θα καταβάλλει στη RΕ/ΜΑΧ μηνιαία διαρκές τέλος που ορίστηκε στο ποσό των 700,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ για τον πρώτο χρόνο, 750,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ για τον δεύτερο χρόνο, 800,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ για τον τρίτο χρόνο, 850,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ για τον τέταρτο χρόνο, 900,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ για τον πέμπτο χρόνο, και ποσοστό 6% επί των ακαθάριστων εσόδων αυτού (πλέον ΦΠΑ), όπως αυτά καθορίζονται κατωτέρω, καταβλητέο στον Διευθυντή Περιφέρειας τον μήνα που ο δικαιοδόχος ανοίγει το γραφείο του και έως και κατά την 5η ημέρα κάθε μήνα που έπεται του μήνα για τον οποίο υπολογίστηκε το μηνιαίο διαρκές, ενώ ορίστηκε ότι ο όρος "Ακαθάριστα Έσοδα" θα συμπεριλαμβάνει όλα τα έσοδα που προέρχονται, αποκτώνται ή λαμβάνονται από οποιαδήποτε πηγή εκ μέρους του δικαιούχου και των συνεργατών πωλητών αυτού, από έμμεση ή άμεση χρήση του προϊόντος ή/και των σημάτων, συμπεριλαμβανόμενων χωρίς εξαίρεση, όλων των πληρωτέων ποσών προς τον δικαιούχο από μέρους των συνεργατών πωλητών και όλων των εσόδων που προέρχονται, αποκτώνται ή λαμβάνονται από όλες τις συναλλαγές ήτοι αγορά, πώληση, χρηματοδοτική μίσθωση, ενοικίαση, υποθήκευση, ανταλλαγή ή οποιαδήποτε άλλη μεταβίβαση ή ενέργεια που αφορά ακίνητη περιουσία, γη, συγκρότημα κατοικιών, λυόμενες κατοικίες μονάδες χρονομεριδίων, ή κατοικίες, ή έσοδα που προέρχονται, αποκτώνται ή λαμβάνονται από την εκτίμηση ή απόδοση των ανωτέρω. Η δηλωθείσα αξία των ακαθάριστων εσόδων, με εξαίρεση ως προς τον 10 χρόνο λειτουργίας, δεν θα μπορεί να είναι μικρότερη των συνολικών μηνιαίων εξόδων. Κατά το άρθρο 6 της σύμβασης δικαιόχρησης, ο δικαιοδόχος ήταν υπόχρεος κατάθεσης στο Ταμείο Διαφημιστικού Υλικού Περιφέρειας (ΤΔΥΠ) ποσού, σε ποσοστό 3% των ακαθάριστων εσόδων αυτού πλέον Φ.Π.Α., καταβλητέο από το μήνα που ανοίγει το γραφείο και έως την 5η ημέρα κάθε μήνα που έπεται του μήνα για τον οποίο υπολογίστηκε η συγκεκριμένη καταβολή, μέρος των οποίων η δικαιοπάροχος θα χρησιμοποιούσε για προώθηση του προϊόντος και των σημάτων στην περιφέρεια, κατά το άρθρο 7 της σύμβασης ο δικαιοδόχος ήταν υπόχρεος καταβολής ετήσιου ποσού για κάθε συνεργάτη και για τον ίδιο ποσού 220,00 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, που μπορούσε να αναμορφώσει ο δικαιοπάροχος. Πέραν των ως άνω, ο δικαιοδόχος επιβαρυνόταν με: α. το κόστος της εγκατάστασης προγραμμάτων, συστημάτων και διαδικασιών πάσης φύσης και είδους, που ήσαν αναγκαία για την λειτουργία ης σύμβασης και την παροχή και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της δικαιοπαρόχου και των δικαιοδόχων και των δικαιοδόχων μεταξύ τους, συμπεριλαμβανόμενου του κόστους για αγορά και χρηματοδοτική μίσθωση συμβατικού υλικού και λογισμικού υπολογιστή, όπως και με το κόστος της εκπαίδευσης των συνεργατών του στην χρήση των εν λόγω προγραμμάτων (άρθρο 15 παρ. ιδ), β. "οποιοδήποτε άλλο ποσόν που ζητείται από τον δικαιοδόχο να καταβληθεί σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης ή σε σχέση με την λειτουργία των επιχειρήσεων που προκύπτουν από αυτήν την σύμβαση" [άρθρο 15°, παρ. ιη), γ. τα έξοδα και τις δαπάνες που προκύπτουν σε σχέση με την προμήθεια υλικού (άρθρο 15° παρ. κ), ε. την αποκλειστική και ολοκληρωτική ευθύνη για κάθε απώλεια, ζημία, κόστος ή δαπάνη, που τυχόν προκύψει από αξίωση ή αγωγή τρίτου με αφορμή την λειτουργία της επιχείρησης του δικαιοδόχου (άρθρο 15°, παρ. κβ). Η δικαιοπάροχος ενάγουσα ανέλαβε, σύμφωνα με το άρθρο 14 των συμβάσεων, και τις εξής υποχρεώσεις: την παροχή προς αυτούς συμβουλευτικών και υποστηρικτικών εν γένει υπηρεσιών, την παροχή διαφημιστικού και ενημερωτικού υλικού, την παροχή υλικών και οδηγιών τεχνογνωσίας, την οργάνωση περιοδικών συναντήσεων όλων των δικαιοδόχων με πληροφοριακό χαρακτήρα και για συζήτηση θεμάτων που τους απασχολούν, την οργάνωση περιστασιακών επιμορφωτικών και συνεχών εκπαιδευτικών προγραμμάτων ή σεμιναρίων, την καθοδήγηση σχετικά με τις δαπάνες του δικαιοδόχου για διαφήμιση, μάρκετινγκ και τα κεφάλαια προώθησης, την εγκατάσταση συστημάτων και προγραμμάτων διαχείρισης δεδομένων, που σχεδιάστηκαν για να διευκολύνουν τη ροή των πληροφοριών που σχετίζονται με το προϊόν ή τις επιχειρήσεις άλλων δικαιοδόχων, την εκπόνηση κανόνων λειτουργίας ης επιχείρησης του δικαιοδόχου, την οργάνωση Συμβουλίου δικαιοδόχων με συμβουλευτικό ρόλο ως προς την διαχείριση του Ταμείου Διαφημιστικού υλικού (άρθρο 14° της σύμβασης, στο οποίο κυρίως προβλέπονται και αναλύονται οι ανωτέρω υποχρεώσεις).
Στο τέλος του έτους 2008, τα ενταγμένα στο δίκτυο της ενάγουσας γραφεία ανέρχονταν σε εξήντα ένα (61). Το έτος 2009 ενέσκυψε στο χώρο των κτηματομεσιτικών συναλλαγών οικονομική κρίση με αποτέλεσμα τα γραφεία του δικτύου της ενάγουσας να μειώνονται, καθώς δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στα έξοδα τους και αδυνατούσαν να δραστηριοποιηθούν επικερδώς. Η ενάγουσα και η RΕ/ΜΑΧ Europe κατανοώντας τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, στις 19.1.2009, αποφάσισε τη, για όλο το έτος, μείωση της τιμής της βασικής εκπαίδευσης (quick start) από τα 750,00 ευρώ στα 450,00 ευρώ ενώ καταργήθηκε και το ύψους 100,00 ευρώ κόστος εγχειριδίου succeed. Ευελπιστώντας στην ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, με την από 12.05.2009 σύμβαση δικαιόχρησης ορισμένου χρόνου, με λήξη την 23η.09.2013, καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και του Κ. Κ., τον οποίο διαδέχθηκε η πρώτη εναγόμενη, λόγω μεταβολής της ατομικής επιχείρησης σε ομόρρυθμη εταιρία, μεταβολή η οποία εγκρίθηκε από την ενάγουσα με την από 14.10.2010 σύμβαση παροχής δικαιωμάτων, με την οποία η ενάγουσα δικαιοπάροχος παραχώρησε στην πρώτη εναγόμενη δικαιοδόχο το αποκλειστικό δικαίωμα να εγκαθιστά στην προστατευόμενη περιοχή ένα γραφείο και, ειδικότερα, στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού ..., με δικαιόχρηση και το δικαίωμα να χρησιμοποιεί αποκλειστικά και σε σχέση με την ανάπτυξη και λειτουργία κτηματομεσιτικού γραφείου RΕ/ΜΑΧ με δικαιόχρηση τα σήματα και το ''προϊόν'', κατά την έννοια που εκτέθηκε ανωτέρω, ορίζοντας το ανωτέρω μηνιαίο διαρκές τέλος στο ποσό των 700,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ μέχρι και τον Αύγουστο του 2009, 750,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ για το διάστημα από Σεπτέμβριο 2009 έως Αύγουστο του 2010, 800,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ για το διάστημα από Σεπτέμβριο το 2010 έως Αύγουστο του 2011, 850,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ για το διάστημα από Σεπτέμβριο του 2011 έως Αύγουστο του 2012, 900,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ για το διάστημα από Σεπτέμβριο/του 2012 έως Σεπτέμβριο του 2013, και ποσοστό 6% επί των καθοριζόμενων ανωτέρω ακαθάριστων εσόδων αυτού (πλέον ΦΠΑ), καταβλητέο στον Διευθυντή Περιφέρειας και με τους αυτούς λοιπούς παραπάνω ειδικότερους όρους, δικαιώματα και υποχρεώσεις της δικαιοπαρόχου και της δικαιοδόχου. Όμως, μετά το καλοκαίρι του 2009, άρχισε να σημειώνεται κατάρρευση της ελληνικής κτηματαγοράς και των αγοραπωλησιών και άλλων συναλλαγών σε ακίνητα. Κατανοώντας τη δυσμενή αυτή οικονομική συγκυρία, η ενάγουσα παρέσχε από 1.9.2009 έως 31.12.2009 δωρεάν συμμετοχή στη βασική εκπαίδευση (quick start), από 1.1.2010 όρισε τη χρέωση της βασικής εκπαίδευσης σε 400,00 ευρώ, ενώ για το δεύτερο εξάμηνο του 2010 η βασική αυτή εκπαίδευση παρασχέθηκε δωρεάν, και διατήρησε τη μηδενική χρέωση για• την παροχή των εγχειριδίων succeed για το ίδιο χρονικό διάστημα. Ταυτόχρονα, η ενάγουσα μείωσε το ετήσιο ποσό των συνεργατών από 220,00 ευρώ στο ποσό των 130,00 ευρώ. Αναγνωρίζοντας η ενάγουσα την περαιτέρω ύφεση στον τομέα της κτηματαγοράς το εξάμηνο Ιουλίου - Δεκεμβρίου 2010 μείωσε τα ποσοστά των μηνιαίων διαρκών τελών και το ποσοστό συμμετοχής για το Τ.Δ.Υ.Π. από 6% και 3%, αντίστοιχα, σε 4% και 2%, αντίστοιχα, επί των ακαθάριστων εσόδων τους, ενώ στο σταθερό ποσό του μηναίου διαρκούς τέλους (flat fee) μειώθηκε κατά 1/3. Εν μέσω της οικονομικής κρίσης, αρκετά γραφεία εξήλθαν από το δίκτυο της ενάγουσας, καθώς αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσχέρειες να κρατήσουν αυτά επικερδή και συγχρόνως να είναι συνεπή στις συμβατικές οικονομικές υποχρεώσεις τους προς την ενάγουσα. Έτσι, αποχώρησε από το δίκτυο της ενάγουσας και το γραφείο …. Για την κάλυψη του δημιουργηθέντος κενού, η ενάγουσα πρότεινε την κατάρτιση σύμβασης δικαιόχρησης στην τρίτη εναγόμενη. Στα πλαίσια αυτά, και ευελπιστώντας οι συμβαλλόμενοι ότι η χώρα θα ξεπεράσει την κρίση χρέους, με την από 28.01.2011 σύμβαση δικαιόχρησης ορισμένου χρόνου, με λήξη την 28η.01.2016, η ενάγουσα δικαιοπάροχος παραχώρησε στην τρίτη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Κ. Κ. Κ. Τ. O.E.", δικαιοδόχο, το αποκλειστικό δικαίωμα να εγκαθιστά στην προστατευόμενη περιοχή ένα γραφείο RΕ/ΜΑΧ και, ειδικότερα, στη … επί της οδού ... με δικαιόχρηση και το δικαίωμα να χρησιμοποιεί αποκλειστικά και σε σχέση με την ανάπτυξη και λειτουργία κτηματομεσιτικού γραφείου RΕ/ΜΑΧ με δικαιόχρηση τα σήματα και το "προϊόν", κατά την έννοια που εκτέθηκε ανωτέρω, και χωρίς την καταβολή αρχικού τέλους δικαιόχρησης, με καταβολή από τη δικαιοδόχο στη RΕ/ΜΑΧ μηνιαίου διαρκούς τέλους που ορίστηκε στο ποσό των 400,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ για τον πρώτο χρόνο, 500,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ για το δεύτερο χρόνο, 600,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ για τον τρίτο χρόνο, 700,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ για τον τέταρτο χρόνο, 800,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ για τον πέμπτο χρόνο και ποσοστό 6% επί των ακαθάριστων εσόδων αυτού (πλέον ΦΠΑ), όπως αυτά καθορίζονται παραπάνω, και με τους αυτούς λοιπούς ανωτέρω όρους, δικαιώματα και υποχρεώσεις της δικαιοπαρόχου και της δικαιοδόχου. Όμως, η οικονομική κρίση έπληξε ανεπανόρθωτα την κτηματαγορά. Η ενάγουσα αναγνωρίζοντας τη δυσχερή θέση των γραφείων του δικτύου και των συνεργατών μείωσε το κόστος βασικής εκπαίδευσης για όλο το 2011 στο ποσό των 300,00 ευρώ από το ποσό των 400,00 ευρώ, διατήρησε και για το πρώτο 3μηνο του 2011 τα παραπάνω μειωμένα ποσοστά των εισφορών 4% και 2% και το παραπάνω μειωμένο σταθερό ποσό του μηνιαίου διαρκούς τέλους. Από 01.05.2011 αναδιαμορφώθηκε το ετήσιο καταβλητέο ποσό για τους νέους συνεργάτες στο ποσό των 100,00 ευρώ και για τους παλαιούς στο ποσό των 150,00 ευρώ, από 130,00 ευρώ και 220,00 ευρώ, αντίστοιχα. Από 01.06.2011 έως και 30.09.2011 σταμάτησαν οι χρεώσεις των ετήσιων ποσών συνεργατών για τους νέους συνεργάτες και για όσους από τους παλαιούς είχαν γενέθλια, δηλαδή συμπλήρωναν ένα έτος από την ημερομηνία ένταξης τους στο δίκτυο, σ' αυτό το διάστημα, ενώ το σταθερό ποσό του μηνιαίου διαρκούς τέλους διατηρήθηκε μειωμένο κατά 1/3, μέχρι το τέλος 2011. Η ενάγουσα, τον Δεκέμβριο 2011, αποφάσισε τη διατήρηση για το πρώτο εξάμηνο του 2012 των μειωμένων μηνιαίων διαρκών τελών και του μηδενικού ετήσιου καταβλητέου ποσού τόσο για τους νέους όσο και για τους παλαιούς δικαιοδόχους και συνεργάτες, ενώ για το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2012, η ενάγουσα διατήρησε το μειωμένο σταθερό ποσό του μηνιαίου διαρκούς τέλους και απήλλαξε τους νέους δικαιοδόχους και συνεργάτες από το ετήσιο καταβλητέο ποσό.
Ακόμη, η ενάγουσα, τον εμπεριεχόμενο, στο άρθρο 16 της αντίστοιχης σύμβασης, όρο που προβλέπει αναπτυξιακό πρόγραμμα και απαιτούσε ελάχιστο συνεργατών κατ' έτος της διάρκειας της σύμβασης και επίτευξη υψηλών στόχων ακαθάριστων εσόδων, επί των οποίων υπολογίζονταν τα εισπραττόμενα τέλη, ακόμη και της από 12.05.2009 σύμβασης που καταρτίστηκε στην αρχή της κρίσης και της από 28.01.2011 σύμβασης, που καταρτίστηκε στην αιχμή της κρίσης, δεν ανταποκρίνονταν στις συνθήκες κτηματαγοράς, κατέστησε καθοδηγητική συμβατική ρήτρα για τους δικαιοδόχους, με σκοπό την κατά το δυνατόν μεγαλύτερη επίτευξη στόχων, αφού ενδεχόμενη εμμονή της ενάγουσας στο πρόγραμμα αυτό θα οδηγούσε σε αθρόα έξοδο γραφείων από το δίκτυο της και σε εκμηδένιση της δραστηριότητας της. Παρά τις ανωτέρω περιορισμένες ελαφρύνσεις της ενάγουσας τα ενταχθέντα στο δίκτυο της γραφεία μειώνονταν, επειδή ήταν ζημιογόνα. Δηλαδή, παρά τις προσδοκίες της ενάγουσας και των ενταγμένων κτηματομεσιτικών γραφείων στο δίκτυο της, η οικονομική κρίση στον κτηματομεσιτικό κλάδο της οικονομίας ήταν μη αναστρέψιμη και επιζήμια για τα οικονομικά αποτελέσματα αυτών. Μεταξύ των ετών 2010 και 2012, μετά την προσφυγή της Ελλάδας στο μηχανισμό στήριξης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης χρέους, είναι πασίδηλο ότι λήφθηκαν μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας, που οδήγησαν στη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας και στην ύφεση της ελληνικής οικονομίας, μεταβάλλοντας προς το χειρότερο όλους του δείκτες της. Μέσα στο έτος 2010, λήφθηκαν τρία πακέτα οικονομικών μέτρων και μέσα στο έτος 2011 λήφθηκε ένα πακέτο οικονομικών μέτρων, ενώ, λόγω της μη επίτευξης των στόχων των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής, ανακοινώθηκε η λήψη νέον μέτρων τον Οκτώβριο 2011. Στη συνέχεια, μέσα στο έτος 2012, εγκρίθηκε από τη Βουλή των Ελλήνων το Μνημόνιο II και τα μέτρα που το συνοδεύουν, με το ν. 4046/14.2.2012 (ΦΕΚ Α' 28/14.02.2012). Σημειώθηκε συνεχής αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης της ακίνητης περιουσίας, υψηλό κόστος συναλλαγών με τις υποχρεωτικές επιβαρύνσεις, κατά τη μεταβίβαση των ακινήτων, αλλά και συνεχιζόμενη αστάθεια του φορολογικού πλαισίου, που αποτέλεσαν τα σημαντικότερα εμπόδια, στην ανάκαμψη της ελληνικής κτηματαγοράς. Στην εντεινόμενη ύφεση της αγοράς ακινήτων και τη δυσκολία ανάκαμψης της ελληνικής κτηματαγοράς συνέβαλε, εκτός των άλλων, το δυσμενές οικονομικό περιβάλλον, η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών και η ανησυχία τους για τις προοπτικές των εισοδημάτων και της απασχόλησης, καθώς και το γεγονός ότι έγιναν αυστηρότεροι οι όροι της τραπεζικής χρηματοδότησης. Από την αρχή της τρέχουσας κρίσης χρέους καταγράφηκε επιδείνωση τόσο στον τομέα των εμπορικών αξιών όσο και στα επίπεδα ζήτησης και συναλλαγών κατοικιών και επαγγελματικών ακινήτων. Η αποκλιμάκωση των τιμών στην αγορά των κατοικιών συνεχίστηκε με εντονότερο ρυθμό το 2012, καθώς τα πρώτα έτη της τρέχουσας κρίσης είχε καταγραφεί σχετική ανθεκτικότητα στο ρυθμό μείωσης των τιμών των κατοικιών. Ειδικότερα, με βάση τα στοιχεία που συγκεντρώνονται από τα πιστωτικά ιδρύματα οι τιμές των διαμερισμάτων υποχώρησαν κατά 11,7% το 2012 (10.2%. 10.8%, και 12,6% το α!. β', και γ' τρίμηνο του 2012, αντίστοιχα), έναντι 5,5% το 2011, 4,7% το 2010 και 3,7% το 2009. Η μείωση αυτή ήταν μεγαλύτερη στην περιοχή Θεσσαλονίκης έναντι της Αθήνας και γενικά ο κλάδος των κατοικιών και επαγγελματικών ακινήτων, γραφείων, καταστημάτων βιομηχανικών κτιρίων, αποθηκευτικών χώρων, εμφάνισε δραματική συρρίκνωση, ενώ σημειώθηκε μεγάλη μείωση των συμβολαίων μεταβίβασης κυριότητας. Έτσι, τα έτη 2010, 2011 και 2012 καταρτίστηκαν 117.948, 83.665 και 57.650, αντίστοιχα, συμβόλαια αγοραπωλησίας ακινήτων.
Η κρίση στον κλάδο της κτηματαγοράς, η οποία εντάθηκε μέσα στο έτος 2012, και ο τρόπος επίλυσης αυτής αποτελούσε σχεδόν αποκλειστικό αντικείμενο συζήτησης όλων των ενασχολούμενων με τα ακίνητα, και ειδικότερα, και μεταξύ της ενάγουσας, δικαιοπάροχου, και των δικαιοδόχων αυτής, μεταξύ των οποίων και οι εναγόμενοι, σ' όλες τις συζητήσεις, τηλεφωνικές, ηλεκτρονικές, και συναντήσεις σε εκθέσεις, προγράμματα, διαλέξεις, εκπαιδεύσεις. Οι παραπάνω ελαφρύνσεις της ενάγουσας ήταν περιορισμένης, προσωρινές, ευκαιριακές και δεν αντιστοιχούσαν στην ανωτέρω δραματική συρρίκνωση της κτηματαγοράς, στα πραγματικά οικονομικά προβλήματα των γραφείων του δικτύου της, υπό το βάρος των οποίων πολλά απεχώρησαν απ' αυτό, ενώ οι δυσμενείς οικονομικές εξελίξεις επήλθαν και σε βάρος και των γραφείων των εναγομένων - δικαιοδόχων, τα οποία από το έτος 2011 ήταν ζημιογόνα ενώ το έτος 2010 για την πρώτη και τον δεύτερο των εναγόμενων η κερδοφορία περιορίστηκε στο ποσό των 1.500,00 ευρώ, περίπου. Τη δυσμενή αυτή θέση οι εναγόμενοι, προφορικώς, ανέπτυξαν και επεσήμαναν στις συναντήσεις τους με την ενάγουσα, η οποία αρνήθηκε την συμβατική προσαρμογή όλων των οικονομικών επιβαρύνσεων τους, ως δικαιοδόχων, και των συνεργατών αυτών. Ειδικότερα, τόσο οι εναγόμενοι - δικαιοδόχοι όσο και άλλα μέλη του δικτύου, προκειμένου να πετύχουν τη δημιουργία υγιούς επαγγελματικού περιβάλλοντος και συνεργασίας, επανειλημμένα, κατά τις ως άνω συζητήσεις και συναντήσεις, ζητούσαν, προφορικά, από την ενάγουσα τη συναινετική προσαρμογή των όρων, ώστε να είναι αντισταθμιστική της κρίσης της κτηματαγοράς, αφού, και με τις ως άνω αναγνωριστικές μειώσεις, οι οικονομικές συμβατικές υποχρεώσεις των δικαιοδόχων ήταν υπερβολικές και εξωπραγματικές για τις συνθήκες της οικονομικής κρίσης που διένυαν και της γενικότερης δραματικής διολίσθησης της κτηματαγοράς, με αποτέλεσμα τη βέβαιη κατάρρευση τον επιχειρήσεων τους. Το εξωπραγματικό των χρεώσεων εμφαίνεται από το συμβατικό κείμενο και από το αγωγικό δικόγραφο από το οποίο προκύπτει ενδεικτικά: Α. η πτώση των ακαθάριστων εσόδων: α. για την πρώτη εναγόμενη τον Φεβρουάριο 2012, Μάρτιο 2012, Απρίλιο 2012, Μάϊο 2012, Ιούνιο 2012, Ιούλιο 2012, Αύγουστο 2012, τα ακαθάριστα έσοδα ανήλθαν στο ποσό των 1.300,00 ευρώ, 440,00 ευρώ, 569,17 ευρώ, 0, 1018,94 ευρώ, 300,00 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ τον Δεκέμβριο 2011 και τον Ιανουάριο 2012 ανέρχονταν στο ποσό των 5.765,00 ευρώ και 5.100,00 ευρώ, αντίστοιχα, και β. για τον δεύτερο εναγόμενο τον Δεκέμβριο 2011, Ιανουάριο 2012, Φεβρουάριο 2012, Μάρτιο 2012, Απρίλιο 2012, Μάϊο 2012, Ιούνιο 2012, Ιούλιο 2012, Αύγουστο 2012, τα ακαθάριστα έσοδα ανήλθαν στο ποσό των 907,64 ευρώ, 5.088,21 ευρώ, 560,97 ευρώ, 4.752,06 ευρώ, 7692,76 ευρώ, 7.400,28 ευρώ, 2.880,00 ευρώ, 3981,91 ευρώ και 2.741,88 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ τους μήνες Αύγουστο 2011, Σεπτέμβριο 2011, Οκτώβριο 2011 κα Νοέμβριο 2011 ανέρχονταν στο ποσό των 2.617,86 ευρώ, 4.753,66 ευρώ, 3.449,18 ευρώ και 5.763,25 ευρώ, αντίστοιχα, και γ. για την τρίτη εναγόμενη το μήνα από το μήνα Σεπτέμβριο 2011, Οκτώβριο 2011, Νοέμβριο 2011, Δεκέμβριο 2011, Ιανουάριο 2012, Φεβρουάριο 2012, Μάρτιο 2012, Απρίλιο 2012, Μαϊο 2012, Ιούνιο 2012, Ιούλιο 2012, Αύγουστο 2012, τα ακαθάριστα έσοδα ανήλθαν στο ποσό των ] .340,00 ευρώ, 1.000,00 ευρώ, 1.704,60 ευρώ, 9.680,00 ευρώ, 932,00 ευρώ, 498,90ευρώ, 6.936,48 ευρώ, 9.086,34 ευρώ, 487,80 ευρώ, 328,35 ευρώ, 1.641,45 ευρώ και 1.000,00 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ τον Αύγουστο 2011 ανέρχονταν στο ποσό των 5.118,10 ευρώ, Β. ότι οι οικονομικές υποχρεώσεις του γραφείου της πρώτης εναγόμενης μόνο: για το μηνιαίο τέλος Φεβρουαρίου 2012, με ακαθάριστα έσοδα 1.300,00 ευρώ, ανήλθαν στο ποσό των 793,35 ευρώ, αποτελούμενο από το μειωμένο διαρκές πάγιο τέλος τον 567,00 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, πλέον 6% επί των άνω ακαθάριστων εσόδων 78,00 ευρώ (1.300,00 ευρώ Χ6%), για το μηναίο τέλος Μαρτίου 2012, με ακαθάριστα έσοδα 440,78 ευρώ, ανήλθαν στο ποσό των 729,93 ευρώ αποτελούμενο από το μειωμένο διαρκές πάγιο τέλος των 567,00 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, πλέον 6% επί των άνω ακαθάριστων εσόδων 26,44 ευρώ (440,78 ευρώ Χ6%) πλέον ΦΠΑ, για το μηνιαίο τέλος Αυγούστου 2012, με ακαθάριστα έσοδα 300,00 ευρώ, ανήλθαν το ποσό των 719,55 ευρώ, αποτελούμενο από το μειωμένο διαρκές πάγιο τέλος των 567,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. πλέον 6% επί των άνω ακαθάριστων εσόδων 18,00 ευρώ (300 ευρώ Χ 6%) πλέον Φ.Π.Α., 2. ότι οι οικονομικές υποχρεώσεις του γραφείου του δεύτερου εναγόμενου μόνο: για το μηνιαίο τέλος Φεβρουαρίου 2012, με ακαθάριστα έσοδα 560,97 ευρώ, ανήλθαν στο ποσό των 738,79 ευρώ, αποτελούμενο από το μειωμένο διαρκές πάγιο τέλος των 600,00 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, πλέον 6% επί τον άνω ακαθάριστων εσόδων 33,65 ευρώ (560,97 ευρώ Χ 6%), για το μηναίο τέλος Μαρτίου 2012, με ακαθάριστα έσοδα 4.752,06 ευρώ, ανήλθαν στο ποσό των 1.048,10 ευρώ, αποτελούμενο από το μειωμένο διαρκές πάγιο τέλος των 567,00 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, πλέον 6% επί των άνω ακαθάριστων εσόδων 285,12 ευρώ (4.752,06 ευρώ Χ 6%) πλέον ΦΠΑ, για το μηνιαίο τέλος Ιουνίου 2012, με ακαθάριστα έσοδα 2.880,00 ευρώ, ανήλθαν το ποσό των 950,64 ευρώ, αποτελούμενο από το μειωμένο διαρκές πάγιο τέλος των 600,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. πλέον 6% επί των άνω ακαθάριστων εσόδων 172,80 ευρώ (2.880,00 ευρώ χ 6%) πλέον Φ.Π.Α., για το μηνιαίο τέλος Αυγούστου 2012, με ακαθάριστα έσοδα 2.741,88 ευρώ, ανήλθαν στο ποσό των 940,34 ευρώ, αποτελούμενο από το μειωμένο διαρκές πάγιο τέλος των 600,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. πλέον 6% επί των άνω ακαθάριστων εσόδων 164,51 ευρώ (2.741,88 ευρώ Χ 6%) πλέον Φ.Π.Α., 3. ότι οι οικονομικές υποχρεώσεις του γραφείου της τρίτης εναγόμενης μόνο: για το μηνιαίο τέλος Φεβρουαρίου 2012, με ακαθάριστα έσοδα 498,60 ευρώ, ανήλθαν στο ποσό των 446,37 ευρώ, αποτελούμενο από το μειωμένο διαρκές πάγιο τέλος των 333,00 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, πλέον 6% επί των άνω ακαθάριστων εσόδων 29,91 ευρώ (498,60 ευρώ Χ 6%), για το μηναίο τέλος Μαρτίου 2012, με ακαθάριστα έσοδα 6.936,48 ευρώ, ανήλθαν στο ποσό των 921,50 ευρώ αποτελούμενο από το μειωμένο διαρκές πάγιο τέλος των 333,00 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, πλέον 6% επί των άνω ακαθάριστων εσόδων 416,19 ευρώ (6.936,48 ευρώ Χ 6%) πλέον ΦΠΑ, για το μηνιαίο τέλος Ιουνίου 2012, με ακαθάριστα έσοδα 328,35 ευρώ, ανήλθαν στο ποσό των 433,82 ευρώ, αποτελούμενο από το μειωμένο διαρκές πάγιο τέλος των 333,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. πλέον 6% επί των άνω ακαθάριστων εσόδων 19,70 ευρώ {328,35 ευρώ Χ 6%) πλέον Φ.Π.Α., για το μηνιαίο τέλος Αυγούστου 2012, με ακαθάριστα έσοδα 1.000,00 ευρώ, ανήλθαν στο ποσό των 483,39 ευρώ, αποτελούμενο από το μειωμένο διαρκές πάγιο τέλος των 333,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. πλέον 6% επί των άνω ακαθάριστων εσόδων 60,00 ευρώ (2.741,88 ευρώ χ 6%) πλέον Φ.Π.Α.. Ακόμη, παρόλο, που η διαφήμιση περιορίστηκε, το έτος 2011 στο ποσό των 62.000,00 ευρώ και το διάστημα από 1.1.2012 έως και Αύγουστο 2012 στο ποσό των 14.000,00 ευρώ, ομοίως όπως παρακάτω τα σεμινάρια μειώθηκαν, όπως παρακάτω, η ενάγουσα δεν προέβη σε μείωση του συντελεστή είσπραξης για το Τ.Δ.Υ.Π., μέρος του οποίου διοχετεύονταν στη διαφήμιση και τα εκπαιδευτικά σεμινάρια και προγράμματα. Ενδεικτικά, η ενάγουσα, με το φερόμενο απ' αυτήν ως δήθεν ακαθάριστα έσοδα δικαιοδόχου για μήνα του έτους 2013 ύψους 2.335,11 ευρώ, με βάση τις συμβατικές χρεώσεις, δικαιούνταν, ως δικαιοπάροχος, να εισπράξει : α. ποσόν 140,11 ευρώ, ως πάγιο ποσοστό της, 6%, επί των ακαθαρίστων εσόδων του γραφείου του δικαιοδόχου από τις κάθε φύσης συναλλαγές του, β. ποσόν 70,05 ευρώ, ως πάγιο ποσοστό, 3% επί των ιδίων ακαθαρίστων εσόδων, κατευθυνόμενο προς το Ταμείο Διαφημιστικού Υλικού, γ. ποσό 900,00 ευρώ ως μηνιαίο πάγιο διαρκές τέλος, πλέον πάγιας μηνιαίας συμμετοχής του δικαιοδόχου στις δαπάνες υποστήριξης της ιστοσελίδας της ενάγουσας, επιπλέον έξοδα συμμετοχής σε συνέδρια του Salew Rally και πλέον του προβλεπόμενου στο άρθρο 7 της σύμβασης ετήσιου καταβλητέου από το δικαιοδόχο με την έναρξη του νέου συμβατικού έτους. Αλλά και οι προβλέψεις για το περαιτέρω διάστημα δεν ήταν ευνοϊκές, με αναμενόμενη μελλοντική επιδείνωση και του τομέα της κτηματαγοράς. Η ενάγουσα αρνήθηκε τη συμβατική προσαρμογή των δικαιωμάτων της, ισχυριζόμενη, αν και χωρίς να έχει σχετική πεποίθηση, ότι επίκειτο αύξηση της κινητικότητας στον κλάδο των κτηματομεσιτικών συναλλαγών σε σχέση με τον Αύγουστο 2011 - Αύγουστο 2012, με φερόμενη από την ενάγουσα διοχέτευση ρευστότητας στο συγκεκριμένο κλάδο από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, από την ενίσχυση των τελευταίων από τη λήψη της αναμενόμενης δόσης από Δ.Ν.Τ., ενώ για τις ανωτέρω μειώσεις ισχυρίστηκε ότι προέβη μονομερώς με διάθεση περιουσιακών της αξιώσεων, ότι οι μειώσεις θα ισχύσουν μέχρι την 31.12.2012 και ότι παρέμενε στην διακριτική της ευχέρεια αν θα διατηρούσε και αυτές και για πόσο χρονικό διάστημα, για όλους ή μερικούς δικαιοδόχους ή αν επέλεγε άλλο τρόπο ενίσχυσης της δραστηριότητας των δικαιοδόχων, ήτοι ακόμη και με άνιση μεταχείριση όλων των δικαιοδόχων, επιτρέποντας τη δοκιμαστική λειτουργία των παρακάτω γραφείων, για κάποιο διάστημα, χωρίς την υπογραφή σύμβασης δικαιόχρησης, όπως αναλύεται παρακάτω, και με ενδεχόμενη μελλοντική άνιση μεταχείριση των γραφείων των εναγόμενων αφού τα γραφεία αυτά η ενάγουσα θεωρούσε ως επιτυχημένα, ακόμη και αν είχαν και ακαθάριστα μηνιαία έσοδα περί των 1.000,00 ευρώ, όπως εκτίθεται παραπάνω. Και οι μειώσεις αυτές αν και ανεπαρκείς και ευκαιριακές έγιναν από την ενάγουσα μετά από σχετική πίεση των δικαιοδόχων. Λόγω της ανωτέρω κρίσης, και σταδιακά, τα συνεργαζόμενα με την ενάγουσα γραφεία μειώθηκαν σε εικοσιεπτά (27). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των εργασιών όλων των εναπομεινάντων γραφείων του δικτύου της ενάγουσας, μεταξύ των οποίων και οι εναγόμενοι. Ειδικότερα, το τέλος του 2008, τα γραφεία του δικτύου της ενάγουσας ανέρχονταν στα εξήντα ένα (61). Όταν ενέσκυψε εντονότατα στο χώρο των κτηματομεσιτικών συναλλαγών η οικονομική κρίση και διογκούμενη αυτή, οι δικαιοδόχοι δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν ακόμη και στα έξοδα της λειτουργίας των γραφείων τους, ούτε με τις ανεπαρκείς και περιστασιακές μειώσεις της ενάγουσας, αναγνωριστικές της ύφεσης, με αποτέλεσμα την παύση της λειτουργίας τους. Έτσι, εξήλθαν από το δίκτυο της δικαιοπαρόχου, αφού κατέστη, σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, η συνέχιση της συμβατικής τους δέσμευσης επαχθής και μη ανεκτή. Τον Αύγουστο του 2012 τα γραφεία του δικτύου της ενάγουσας ανέρχονταν σε είκοσι επτά (27), από τα οποία τα τρία ήταν των εναγόμενων, ενώ και πασίγνωστα δίκτυα όπως η ERA, η Century 21, δραστηριοποιούμενες παγκοσμίως, και η Homentaility σήμερα δεν υπάρχουν, καθώς απώλεσαν σταδιακά το σύνολο των γραφείων τους. Πολλά από τα γραφεία εξήλθαν από το δίκτυο της ενάγουσας με τη συναίνεση αυτής, ενώ πολλά απ' αυτά, που είτε δεν χρεοκόπησαν είτε δεν συνταξιοδοτήθηκαν τα φυσικά πρόσωπα, ανεξαρτοποιήθηκαν και άσκησαν, στον ίδιο χώρο, το επάγγελμα του κτηματομεσιτικού γραφείου το οποίο ασκούσαν και πριν εισέλθουν στο δίκτυο της ενάγουσας και μεταγενέστερα, μερικά, εντάχθηκαν σε άλλο δίκτυο με χαμηλότερες χρεώσεις απ' αυτές της ενάγουσας δικαιοπαρόχου. Σύμφωνα με τη σύμβαση δικαιόχρησης κάθε γραφείο του δικτύου της ενάγουσας αποτελεί αυτοτελή επιχείρηση, η κερδοφορία της οποίας εξαρτάται από την καταβολή ίδιων προσπαθειών και ενεργειών, ενώ δεν υπήρχε συμβατική δέσμευση της ενάγουσας για τη διατήρηση ελάχιστου αριθμού γραφείου ούτε εγγύηση απόδοσης των γραφείων των δικαιοδόχων. Όμως, η πτώση του αριθμού των συνεργαζόμενων γραφείων σημαίνει μείωση του αριθμού των εισερχομένων υπό διαπραγμάτευση ακινήτων, για τα οποία, στην περίπτωση που δεν υπήρχε εντολή αποκλειστικότητας από τον πελάτη, καθένας δικαιοδόχος μπορούσε να προτείνει σε εντολέα την αγορά του ακινήτου το οποίο διαχειρίζονταν, για λογαριασμό εντολέα του, ιδιοκτήτη του εν λόγω ακινήτου άλλος δικαιοδόχος, και ο καθένας εισέπραττε, μετά τη συναλλαγή, την αμοιβή του από τον δικό του εντολέα.
Επιπλέον, η αποχώρηση των συνεργαζόμενων γραφείων είχε ως συνέπεια να υπάρχουν περιοχές που δεν καλύπτονταν από το δίκτυο της ενάγουσας, με αποτέλεσμα να καθίσταται δύσκολη η προσέλκυση πελατείας και η εισαγωγή στην ηλεκτρονική πλατφόρμα της ενάγουσας ακινήτων της περιοχής αποχώρησης. Έτσι, αυτή καθ' εαυτή η αποχώρηση από το δίκτυο της ενάγουσας ήταν κρίσιμη για το μειωμένο εύρος της δραστηριότητας και των εναγόμενων δικαιοδόχων. Περαιτέρω, από τη συνδυαστική ερμηνεία των άρθρων 14 παρ. η και 15 παρ. ιδ της αντίστοιχης σύμβασης δικαιόχρησης προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση εγκατάστασης υπέρ των δικαιοδόχων συγκεκριμένου προγράμματος διαχείρισης ακινήτων. Πιο συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια των συμβάσεων η ενάγουσα είχε την υποχρέωση να εγκαθιστά στην περιφέρεια συστήματα, προγράμματα και διαδικασίες που σχεδιάστηκαν για να διευκολύνουν τη ροή των πληροφοριών που σχετίζονται με οποιονδήποτε τρόπο με το "προϊόν" ή τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που απορρέουν από τις συμβάσεις ή τις επιχειρήσεις άλλων δικαιούχων της RΕ/ΜΑΧ στην περιφέρεια. Τέτοια συστήματα, προγράμματα και διαδικασίες μπορούν να συμπεριλαμβάνουν, αλλά όχι κατ' αποκλειστικότητα, επικοινωνιακά συστήματα, λογιστικά προγράμματα, προγράμματα διαχείρισης δεδομένων και προγράμματα καταγραφής ακινήτων ή υπηρεσίες ανταλλαγής ακινήτων, ενώ εάν το επιθυμούσε ο δικαιοδόχος θα μπορούσε να εγκαταστήσει όλα τα συστήματα, προγράμματα και διαδικασίες (σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ή όχι) που έθεσε σε εφαρμογή η RΕ/ΜΑΧ ή RΕ/ΜΑΧ HELLAS για χρήση από τον δικαιοδόχο ή τους συνεργάτες πωλητές αυτού. Ακόμη, μπορεί να συμπεριλαμβάνουν ενδεικτικά το δορυφορικό τηλεοπτικό σταθμό της RΕ/ΜΑΧ, επικοινωνιακά συστήματα, λογιστικά προγράμματα, συστήματα διαχείρισης αρχείων, καταλόγους καταγραφής ακινήτων ή υπηρεσίες ανταλλαγής ακινήτων, και άλλα συστήματα, προγράμματα ή διαδικασίες που σχεδιάστηκαν για να διευκολύνουν την ροή των πληροφοριών που σχετίζονται με οποιονδήποτε τρόπο με το ''προϊόν'' ή την επιχείρηση που υπόκειται στη σύμβαση ή την επιχείρηση των συνεργατών πωλητών του δικαιοδόχου.
Ο δικαιοδόχος θα μπορεί να ζητάει και να εξασφαλίζει ότι οι συνεργάτες πωλητές αυτού θα εγκαταστήσουν όλα τα προγράμματα, συστήματα και διαδικασίες. Ορίστηκε ότι το κόστος της εγκατάστασης των συστημάτων, προγραμμάτων και διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένου του κόστους για την αγορά ή χρηματοδοτική μίσθωση συμβατικού υλικού και λογισμικού υπολογιστή που απαιτείται από την RΕ/ΜΑΧ ή RΕ/ΜΑΧ HELLAS θα βαρύνει τον δικαιοδόχο και τους συνεργάτες πωλητές και ότι σε καμία περίπτωση η RΕ/ΜΑΧ ή RΕ/ΜΑΧ HELLAS δεν θα είναι υπόλογη ή υπεύθυνη για οποιαδήποτε απώλεια, ζημία, κόστος ή δαπάνη επιβαρύνει τον δικαιοδόχο ή τους συνεργάτες πωλητές αυτού και συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με την εγκατάσταση τέτοιου συστήματος, προγράμματος ή διαδικασίας από τον δικαιοδόχο ή κάποιον από του συνεργάτες πωλητές του. Έτσι, η ενάγουσα είχε υποχρέωση εγκατάστασης των αναφερόμενων παραπάνω συστημάτων της δικής της επιλογής και ο δικαιοδόχος δεν ήταν υποχρεωμένος στη χρήση του προγράμματος, που έθεσε σε εφαρμογή η RΕ/ΜΑΧ ή RΕ/ΜΑΧ HELLAS αλλά μπορούσε με δικές του δαπάνες να εγκαταστήσει πρόγραμμα της επιλογής του. Η ενάγουσα εγκατέστησε το μεσιτικό πρόγραμμα e-list, το έτος 2007, από την παρέχουσα εταιρία "GRYPHTECH TECHNOLOGY CONSULTANTS", με τιμή χρέωσης το ποσό των 29.500 ευρώ, περίπου, ετησίως, το οποία βάρυνε το σύνολο των γραφείων. Το ανωτέρω πρόγραμμα παρείχε ταχεία ανάρτηση πληροφοριών για τα ακίνητα τους από τους δικαιοδόχους και γρήγορη άντληση πληροφοριών αυτών από τους υποψήφιους πελάτες, με απλή διαδικασία αναζήτησης, και άμεση, απευθείας επικοινωνία σε κτηματομεσιτικές ιστοσελίδες ενημέρωσης, μεταξύ των οποίων και στις αλλοδαπές μητρικές. Στις αρχές του 2011, η ανωτέρω εταιρία, υπεύθυνη της ιστοσελίδας και της διαχείρισης του προγράμματος, ενημέρωσε την ενάγουσα ότι θα προέβαινε σε υψηλές αναβαθμίσεις και το ετήσιο κόστος διαχείρισης θα ξεπερνούσε το ποσό των 80.000 ευρώ ετησίως. Κατόπιν σχετικής ενημέρωσης τους, οι δικαιοδόχοι, εν μέσω κρίσης, αρνήθηκαν να επωμιστούν την προκύπτουσα μηνιαία δαπάνη, ως εξαιρετικά επαχθή. Έτσι, η ενάγουσα, τον Φεβρουάριο του 2011, δημιούργησε νέα ιστοσελίδα, με νέο διαφορετικό πρόγραμμα, που υποστηρίχθηκε από τη διαφημιστική εταιρία με την επωνυμία "Γ. Κ. - Γ. Χ. ΕΠΕ" και τον διακριτικό τίτλο "TRIA ΕΠΕ". Δεν αποκόπηκε η δυνατότητα διαχείρισης του "RΕ/ΜΑΧ International", το οποίο αποτελεί μία ιντερνετική πλατφόρμα, ανεξάρτητη του i-list, δυνάμενη να συνδεθεί με κάθε πρόγραμμα διαχείρισης, ενώ και η επικοινωνία με τα γραφεία RΕ/ΜΑΧ ανά την Ευρώπη ήταν δυνατή μέσω της επιλογής "GLOBAL POWERTOOLS", η οποία έχει ως υπο - επιλογές τις εφαρμογές "GLOBAL TRAINING" (Διεθνής Εκπαίδευση) και λοιπά προγράμματα. Όμως, το νέο πρόγραμμα δεν εξασφάλιζε την προηγούμενη ταχεία ανάρτηση και πρόσβαση στις πληροφορίες της κτηματαγοράς από τους δικαιοδόχους και τους αγοραστές, ούτε άμεση και απευθείας επικοινωνία με κτηματομεσιτικές ιστοσελίδες ενημέρωσης.
Μερικά συνδεόμενα γραφεία εγκατέστησαν δικό τους ευχερώς χρηστικότερο πρόγραμμα. Το διαδίκτυο αναγνωρίζεται ως το κυριότερο εργαλείο προώθησης πωλήσεων για το σύγχρονο μεσίτη και η ενάγουσα δεν ήταν πρόθυμη να διερευνήσει την αναβάθμιση του εγκατασταθέντος, ισχυριζόμενη ότι θα συνηθίσουν αυτό όλοι οι χρήστες του. Όπως και μερικοί άλλοι, οι εναγόμενοι και οι συνεργάτες τους, εν γνώσει της ενάγουσας, αναζήτησαν και δημιούργησαν ένα νέο ευχερέστερο πρόγραμμα, το οποίο θα υποδείκνυαν και σ' αυτήν στην περίπτωση που η τελευταία αποδέχονταν τη συμβατική προσαρμογή χρεώσεων των συμβάσεων δικαιόχρησης στην κρατούσα οικονομική συγκυρία, γεγονός που ματαιώθηκε, λόγω σχετικής άρνησης της ενάγουσας. Έτσι, η τελευταία δεν αντικατέστησε το υπάρχον υψηλών προδιαγραφών μεσιτικό πρόγραμμα (i-list) μονομερώς αλλά μετά από άρνηση των δικαιοδόχων, μεταξύ των οποίων και οι εναγόμενοι, να δεχθούν την εν μέσω οικονομικής κρίσης επιβάρυνση τους με την εξακολούθηση της συνεργασίας με την GRYPHTECH TAECHNOLOGY CONSULTANS, αφού η μηνιαία χρέωση κάθε συνεργαζόμενου γραφείου με τα ήδη μειωμένα γραφεία ήταν απαγορευτική, ούτε μπορούσε να επιβάλλει μονομερώς το ποσό αυτό στους λοιπούς δικαιοδόχους. Όμως, οι κρατούσες συνθήκες επέβαλαν να μην εμείνει στην άποψη ότι οι χρήστες του συστήματος θα συνηθίσουν το νέο μη ευχερώς χρηστικό λογισμικό και να αναβαθμίσει, άμεσα, αυτό, όπως και αναβάθμισε αυτό μετά την παρακάτω λύση της συνεργασίας της με τους εναγόμενους. Έτσι: 1. η απόρριψη από την ενάγουσα του αιτήματος των εναγόμενων για συμβατική προσαρμογή των δικαιωμάτων της από τη σύμβαση δικαιόχρησης, 2. η, λόγω περιορισμού του αριθμού των γραφείων της ενάγουσας, μείωση των εισερχόμενων στο δίκτυο προς διαπραγμάτευση ακινήτων και 3. η άρνηση από την ενάγουσα να αναβαθμίσει το εγκατασταθέν λογισμικό του μεσιτικού γραφείο, εν μέρει περιλαμβανόμενος στο παρακάτω με στοιχείο 1 λόγο καταγγελίας, αποτελούν ο καθένας αυτοτελή ή αθροιστικό σπουδαίο λόγο καταγγελίας από καθένα από τους εναγόμενους, καθώς τα αντίστοιχα προαναφερθέντα περιστατικά σε σχέση με την αντίστοιχη ορισμένου χρόνου σύμβαση, τους σκοπούς και τη λειτουργία της αντίστοιχης σύμβασης, που περιγράφεται παραπάνω, σε συνθήκες 8ραματικής διολίσθησης της αγοράς ακινήτων, καθιστούν κατά τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, επαχθή και μη ανεκτή τη συνέχιση της συμβατικής δέσμευσης καθενός από τους εναγόμενους. Συγκεκριμένα, κατέστη εξαιρετικά επαχθής και μη ανεκτή η συνέχιση παραμονής καθενός από τους εναγόμενους στο δίκτυο της ενάγουσας, η οποία απαιτούσε, σε συνθήκες κατάρρευσης της κτηματαγοράς, λόγω της οικονομικής κρίσης, να επιβαρύνεται καθένας από τους εναγόμενους με υπερβολικές χρεώσεις πάγιων τελών, όπως αναλύονται, ενδεικτικά, παραπάνω, και για δυσανάλογες με τις εν καιρώ" κρίσης παροχές της ενάγουσας, περιορισμένης διαφήμισης και σεμιναρίων, λόγω και του περιορισμένου ενδιαφέροντος να εισέλθουν στη σχετική αγορά νέοι συνεργάτες, αφού και η επιρροή ακόμη και του διακριτικού γνωρίσματος φήμης της ενάγουσας, όπως και άλλων παγκοσμίως γνωστών στην αγορά διακριτικών γνωρισμάτων, δεν παρείχε αντισταθμιστικά οφέλη. Η ενάγουσα αδιαφορούσε για την αδυναμία των εναγόμενων, εξαιτίας του υπέρογκου κόστους των εναγόμενων για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους από τη σύμβαση δικαιόχρησης, της μειωμένης εισαγωγής ακινήτων προς διαπραγμάτευση, της ζημίας καθενός από τους εναγόμενους, αντιδρώντας με την άνω ανεπαρκή, ευκαιριακή και κατά βούληση ασταθή τιμολογιακή πολιτική της. Έτσι, κατέστη κατά τα συναλλακτικά χρηστά ήθη και την καλή πίστη, επαχθής και μη ανεκτή η συνέχιση της συμβατικής δέσμευσης τον εναγόμενων. Στις 28.08.2012, ο δεύτερος εναγόμενος, Κ. Τ., ενεργώντας ατομικά, και ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης και τρίτης εναγόμενης, και ο Κ. Κ. ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης και της τρίτης εναγόμενης, μετέβησαν στα γραφεία της ενάγουσας, όπου συνάντησαν τον Χ. Σ., νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, και τον υιό αυτού Σ. Σ., και επανέλαβαν το αίτημα της συμβατικής προσαρμογής των άνω χρεώσεων για τους προαναφερθέντες λόγους, και την αναβάθμιση του λογισμικού του μεσιτικού γραφείου. Η ενάγουσα αρνήθηκε, και η πρώτη, ο δεύτερος και η τρίτη των εναγόμενων δήλωσαν ότι θα καταγγείλουν την αντίστοιχη σύμβαση δικαιόχρησης, για τους προαναφερθέντες βάσιμους λόγους. Η ενάγουσα απέκρουσε τα ανωτέρω αιτήματα ως αβάσιμα, εμμένοντας, δια του Χ. και Σ. Σ., με φωνασκίες και απειλές κατάπτωσης συμβατικών ρητρών, στη τήρηση των αντίστοιχων συμβατικών δεσμεύσεων από τους εναγόμενους. Η ενάγουσα προβλέποντας την λήξη της συνεργασίας τους, λόγω καταγγελίας, είτε από τη δικαιοπάροχο είτε από τους άνω δικαιοδόχους, κάλεσε, τηλεφωνικώς, μερικούς συνεργάτες των εναγόμενων να συνεργαστούν μ' αυτήν (ενάγουσα) είτε με τη δημιουργία αυτοτελών γραφείων είτε ως συνεργάτες άλλων συνδεδεμένων γραφείων. Την ίδια ημέρα, 28.08.2012, οι προαναφερθέντες, Τ. και Κ., σε προγραμματισμένη συνάντηση ενημέρωσης πενήντα (50), περίπου, συνεργατών των γραφείων τους, στο ξενοδοχείο "ΤΗΕ ΜΕΤ", ενημέρωσαν αυτούς για την άρνηση της ενάγουσας για συμβατική προσαρμογή των συμβάσεων δικαιόχρησης και παροχής των υπηρεσιών της στις κρατούσες συνθήκες, για την απόφαση τους να καταγγείλουν τις συμβάσεις δικαιόχρησης, για σπουδαίο λόγο και να δραστηριοποιηθούν πλέον με την επωνυμία "BEE REAL ESTATE", με κανόνες που επιβλήθηκαν από την οικονομική συγκυρία κρίσης, δηλώνοντας ετοιμότητα για τη δημιουργία νέου δικτύου ανταποκρινόμενου στις συνθήκες κρίσης, με παρουσίαση διακριτικού γνωρίσματος, σήματος για τα γραφεία τους, μόνο για την περίπτωση, όμως, που οι συνεργάτες - πωλητές τους αποδέχονταν να τους ακολουθήσουν.
Οι περισσότεροι απ' αυτούς δήλωσαν άμεσα ότι θα τους ακολουθήσουν ενώ λοιποί δήλωσαν αυτό τις αμέσως επόμενες ημέρες. Στις 31.08.2012 oι εναγόμενοι κοινοποίησαν στην ενάγουσα την από 30.08.2012 εξώδικη δήλωση τους, με την οποία επεσήμαναν σ' αυτήν τους ανωτέρω σπουδαίους λόγους λύσης της συνεργασίας τους, αλλά και άλλους λόγους καταγγελίας ως σπουδαίους, που καθιστούσαν, κατά τα συναλλακτικά χρηστά ήθη και την καλή πίστη, μη ανεκτή τη συνέχιση της σύμβασης, επικαλούμενοι και αντιδεολογική και αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας, και ισχυριζόμενοι, ρητά, ότι με τη συμπεριφορά της η ενάγουσα παραβιάζει τους στοιχειώδης κανόνες της καλόπιστης συνεργασίας και ότι η συνέχιση της μεταξύ τους συνεργασίας είναι κατά αντικειμενική κρίση προδήλως, επαχθής, κάλεσαν την ενάγουσα να παύσει να προσελκύει τους συνεργάτες/της και να αποδεχθεί τη συναινετική λύση των μεταξύ τους συμβάσεων. Ειδικότερα, καθένας από τους εναγόμενους επικαλέστηκε ως σπουδαίους λόγους λύσης της σύμβασης: 1. αντικατάσταση του υπάρχοντος υψηλών προδιαγραφών μεσιτικού προγράμματος (i-list) με δεύτερης κλάσης δύσχρηστο και ελλιπές site, 2. μείωση των συνεργαζόμενων γραφείων από περίπου 60 σε 25, 3. λειτουργία ανταγωνιστικών προς τα γραφεία των εναγομένων, γραφείων (χωρίς ανάλογες εισφορές - τέλη) με μορφή υποκαταστημάτων άλλων γραφείων, 4. έλλειψη υποστηρικτικών στελεχών, 5. παντελή έλλειψη αναλυτικού οικονομικού απολογισμού σε σχέση με το Ταμείο Διαφημιστικού Υλικού και απειροελάχιστη διαφήμιση, η οποία δεν απέδιδε οφέλη ανάλογα με τις εισφορές των γραφείων, 6. συνέχιση των υπερβολικών και εξωπραγματικών χρεώσεων για τις συνθήκες της οικονομικής κρίσης και της γενικότερης δραματικής διολίσθησης της κτηματαγοράς, παρά τις πολλαπλές διαμαρτυρίες, δικές τους και των λοιπών μελών του δικτύου και τα επανειλημμένα αιτήματα για συναινετική προσαρμογή των χρεώσεων αυτών στα πραγματικά δεδομένα της οικονομικής συγκυρίας, 7. επιμονή στους στόχους που τέθηκαν κατά την υπογραφή των συμβάσεων χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι δυσμενείς οικονομικές συνθήκες (ύφεση ΔΝΤ - Τρόικα) καθιστώντας άκρως δυσχερή τη λειτουργία των γραφείων τους, 8. παράτυπη λήψη εντολών ανάθεσης σε άλλα γραφεία και συνεργάτες τους ενώ οι εντολές είχαν ήδη δοθεί στα δικά τους γραφεία, 9. κωλυσιεργία στη διενέργεια εκπαιδευτικών προγραμμάτων προαπαιτούμενων για την έναρξη της επαγγελματικής δραστηριότητας των νέων συνεργατών τους με αποτέλεσμα την υπαναχώρηση και απομάκρυνση τους, 10. μη σταθερή τιμολογιακή πολιτική με κατά βούληση αλλαγή και άνιση μεταχείριση προς τα γραφεία τους και τους συνεργάτες τους και 11. δημιουργία και λειτουργία ανταγωνιστικού γραφείου RE/MAX Today από τον κ. Χ. Σ., νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας της ενάγουσας, το οποίο συστεγάζεται με τη RE/MAX Hellas, με αποτέλεσμα το σύνολο των εισερχόμενων πελατών να το διαχειρίζεται το ιδιόκτητο γραφείο του υιού του νομίμου εκπροσώπου (της ενάγουσας). Στις 05.09.2012 η ενάγουσα κοινοποίησε σε καθένα από τους εναγόμενους την από 04.09.2012 εξώδικη δήλωση - απάντηση, με την οποία αρνούνταν τις αιτιάσεις των εναγόμενων, και καλούσαν τους τελευταίους να τηρήσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Περαιτέρω, καθένας από τους εναγόμενους, με την από 06.09.2012 εξώδικη δήλωση του, η οποία κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα στις 07.09.2012, προέβη σε καταγγελία της αντίστοιχης, από 12.09.2009, 02.05.2008 και 28.01.2011, σύμβασης δικαιόχρησης, αντίστοιχα, με την επίκληση ως σπουδαίων λόγων καταγγελίας αυτών που αναφέρονται στην από 30.08.2012 εξώδικη δήλωση τους, ορίζοντας παράλληλα ότι από την κοινοποίηση α. διακόπτουν τη χρήση όλων ανεξαιρέτως των ενδείξεων, σημάτων, επωνυμιών της RE/MAX, RE/MAX Europe και της RE/MAX LLC, β. παύουν να εμφανίζονται δημοσίως ή ?διωτικώς ως μέλη του συστήματος RE/MAX, με οποιονδήποτε τρόπο και γ. απέχουν από οποιαδήποτε πράξη που υποδηλώνει άμεση ή έμμεση σύνδεση με το σύστημα της ενάγουσας, καλώντας, συγχρόνως, την ενάγουσα να παραλάβει το υλικό που της ανήκε και βρισκόταν στην κατοχή τους, διαβεβαιώνοντας την παράλληλα ότι θα ανταποκρίνονταν στις οικονομικές υποχρεώσεις της, που απέρρεαν από τη σύμβαση μέχρι και τη λήψη από την ενάγουσα της καταγγελίας. Ακολούθως, η ενάγουσα με την από 18.09.2012 εξώδικη δήλωση της, η οποία κοινοποιήθηκε σε καθένα από τους εναγόμενους την 20.09.2014, αρνούμενη την βασιμότητα των επικαλούμενων λόγων καταγγελίας, χαρακτηρίζοντας την (καταγγελία} άκυρη, αβάσιμη, μεθοδευμένη και προσχηματική και επικαλούμενη, περαιτέρω, ότι με την ενέργεια αυτή των εναγόμενων επήλθε οριστική ρήξη της επαγγελματικής τους σχέσης, που καθιστούσε αδύνατη τη συνέχιση της μεταξύ τους συνεργασίας, κατήγγειλε τις ένδικες συμβάσεις δικαιόχρησης για σπουδαίο λόγο αναγόμενο σε αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγόμενων, και κάλεσε καθένα απ' αυτούς, μεταξύ άλλων, να της επιστρέψουν όλες τις εμπιστευτικές πληροφορίες για το προϊόν, τα εγχειρίδια της κ.λ.π., να διακόψει τη χρήση των σημάτων, εμβλημάτων κ.λ.π. του προϊόντος, να παύσουν να εμφανίζονται ως μέλος της ενάγουσας, να αλλάξουν το χρώμα των σημάτων ή άλλων χαρακτηριστικών υλικών που χρησιμοποιούν, να υιοθετήσουν σήμα, έμβλημα, λογότυπο ή εμπορικές επωνυμίες που δεν περιλαμβάνει σήμα, έμβλημα κ.λ.π. του προϊόντος. Όμως, η λύση καθεμίας από τις ανωτέρω σύμβασης δικαιόχρησης επήλθε στις 07.09.2012, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο του συμβατικού χρόνου, με έγκυρη, βάσιμη και αληθή καταγγελία καθενός από τους εναγόμενους, για σπουδαίο λόγο. Ήδη από τα τέλη 2011 αρχές 2012, η κατάρρευση της κτηματαγοράς, η κατακόρυφη πτώση των τιμών των ακινήτων έπληξε καίρια και καθένα από τους εναγόμενους, όπως ανωτέρω αναλύεται, με συνέπεια να καθίσταται, αντικειμενικά κρινόμενη δυσχερής και αυτή μόνη η επιβίωση των μεσιτικών γραφείων τους. Έτσι, η παραμονή καθενός εναγόμενου στο δίκτυο της ενάγουσας αποτελούσε μία δυσβάστακτη πολυτέλεια, λόγω του υψηλού κόστους παραμονής, της εισαγωγής μειωμένου αριθμού ακινήτων προς διαπραγμάτευση, μη αναβαθμισμένης παροχής λογισμικού, επεξέτεινε, καίρια και αντικειμενικά, το πρόβλημα επιβίωσης της αντίστοιχης επιχείρησης. Η παραμονή καθενός εναγόμενου στο δίκτυο της ήταν ασύμφορη, μη δικαιολογημένη από τις αντικειμενικές συνθήκες, που επέβαλαν την προετοιμασία για την άμεση αντιμετώπιση του επιχειρηματικού μέλλοντος τους, και την άμεση αποκοπή από το δίκτυο της ενάγουσας. Ουσιαστικά πλέον η παραμονή καθενός από τους εναγόμενους στο δίκτυο της ενάγουσας αποτελούσε μόνο βάρος στην προσπάθεια επιβίωσης τους, ενόψει και του ότι πολλά μεσιτικά γραφεία έκλειναν, ενώ από μόνη της η παραμονή τους στο δίκτυο της εμφανίζονταν ως "λεόντειος".
Την καταγγελία της αντίστοιχης σύμβασης είχε προβλέψει και η ενάγουσα, από τις αρχές του καλοκαιριού, και παρόλο αυτό δεν δέχθηκε την προφορική πρόταση των δικαιοδόχων, μεταξύ των οποίων και οι εναγόμενοι, για συναινετική προσαρμογή των οικονομικών επιβαρύνσεων τους, την οποία όφειλε να εκπληρώσει η ενάγουσα - δικαιοπάροχος, ακόμη, και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος, διότι η εκπλήρωση της παροχής επιβάλλεται να γίνεται σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης (αρθρ. 288 ΑΚ), που επέβαλε τη σταθερή και αντισταθμιστική της κρίσης μείωση των επιβαρύνσεων των δικαιοδόχων, και των φερόμενων από την ενάγουσα ως "καλών" γραφείων των εναγόμενων - δικαιοδόχων, για τη δημιουργία υγιούς περιβάλλοντος συνεργασίας, και όχι με τις ανεπαρκείς, μεμονωμένες, περιστασιακές και ευκαιριακές ενέργειες αυτής, που παραπάνω αναλύονται. Άλλωστε και η πρόβλεψη δραματικής συρρίκνωσης του τομέα της κτηματαγοράς επαληθεύθηκε με περαιτέρω το έτος 2013 μέσο ετήσιο ρυθμό -16,3% στην Αθήνα και -16,9% στη Θεσσαλονίκη της μισθωτικής και αγοραίας αξίας των ακινήτων, ενώ και τα συμβόλαια μεταβίβασης το έτος 2003, ανήλθαν σε 49.774, -10,6% σε σχέση με το 2012, και το 2014 ανήλθαν σε 43.443, - 9,8% σε σχέση με το έτος 2013. Ούτε η προετοιμασία καθενός από τους εναγόμενους για την επιχειρηματική επιβίωση των γραφείων τους, μετά τη λύση της αντίστοιχης σύμβασης, με νέα σήματα και διακριτικά γνωρίσματα των γραφείων τους, παντελώς διάφορα της ενάγουσας ούτε η ανακοίνωση αυτών πριν την από 07.09.2012 λύση των συμβάσεων, αυτοτελώς ή σε νέο δίκτυο με τη μορφή της επαγγελματικής συνεργασίας, με κοινό λογότυπο, προσαρμοσμένοι στις κρατούσες συνθήκες της κτηματαγοράς, ενέχει αθέμιτο ανταγωνισμό από μέρους των εναγόμενων, αφού απαιτούνταν αντικειμενικά ενόψει της διαφαινόμενης αρνητικής στάσης της ενάγουσας και εμμονής της στις συμβάσεις δικαιόχρησης, για την άντληση συμβατικών αξιώσεων, από τα τέλη, πάγια και κυμαινόμενα, που θα συνέχιζε να εισπράττει αν παρέμενε ακόμη και με συνθήκες ασφυκτικού περιβάλλοντος για τις επιχειρήσεις των εναγόμενων. Αλλά και όταν εξήλθαν από το δίκτυο της ενάγουσας, οι εναγόμενοι έπαυσαν να εμφανίζονται ως μέλη της και να χρησιμοποιούν την εμπορική επωνυμία της, της επέστρεψαν το όποιο υλικό τους είχε διαθέσει, έπαυσαν να χρησιμοποιούν το λογισμικό της, και υιοθέτησαν όπως είχαν δικαίωμα ένα εντελώς διαφορετικό σήμα (αρθρ. 19 πρ. ε της σύμβασης). Η ανωτέρω καταγγελία δεν είναι επαχθής για την ενάγουσα, αφού με βεβαιότητα τα ακαθάριστα έσοδα τους θα εκμηδενίζονταν και τα κέρδη της ενάγουσας θα ήταν μόνο λογιστικά και, τελικώς, η τελευταία θα προέβαινε σε καταγγελία λόγω μη ανταπόκρισης των εναγόμενων στις ανωτέρω υπέρμετρες επιβαρύνσεις. Αντίθετα η παραμονή των εναγόμενων ήταν επαχθής, επιβαρυνόμενοι με ζημίες, αφού δεν θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις συμβατικές αξιώσεις της ενάγουσας, το μέγεθος των οποίων ήταν δυσανάλογο με τα εισοδήματα τους.
Έτσι, δεν ήταν υπόχρεοι να αναμείνουν το χρόνο μεταβολής από την ενάγουσα της στρατηγικής πολιτικής της, με προσαρμογή των συμβάσεων δικαιόχρησης, για την προσέλκυση και νέων γραφείων στο δίκτυο της, με αναβάθμιση και του λογισμικού της. Η καταγγελία της συμβατικής σχέσης από καθένα από τους εναγόμενους δεν είναι καταχρηστική, αφού εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από την ενάγουσα συναλλακτικές δυνατότητες καθενός εναγόμενου, και δεν είναι άσχετο προς το καλό εννοούμενο συμφέρον της αντίστοιχης επιχείρησης. Επομένως, η λύση της αντίστοιχης σύμβασης δικαιόχρησης καθενός από τους εναγόμενους επήλθε, στις 07.09.2012, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο του συμβατικά ορισθέντος, με καταγγελία από καθένα από τους εναγόμενους, για σπουδαίους λόγους, που είναι νόμιμη, έγκυρη και βάσιμη, αφού τα ανωτέρω περιστατικά που συγκροτούν αυτούς σε συσχέτιση με τη φύση, τους σκοπούς και τις λειτουργίες της σύμβασης καθιστούν κατά τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη επαχθή και μη ανεκτή για καθένα απ' αυτούς τη συνέχιση της σύμβασης δικαιόχρησης.
Συνεπώς, η από 18.09.2012 εξώδικη δήλωση της ενάγουσας, η οποία κοινοποιήθηκε σε καθένα από τους εναγόμενους την 20.09.2014, με την οποία κατήγγειλε την αντίστοιχη σύμβαση, για σπουδαίο λόγο, και συγκεκριμένα για φερόμενη από την ενάγουσα με αβάσιμη καταγγελία των εναγόμενων οριστική ρήξη της επαγγελματικής τους σχέσης, που καθιστούσε αδύνατη τη συνέχιση της μεταξύ τους συνεργασίας, δεν επέφερε αποτελέσματα, αφού η σύμβαση δικαιόχρησης της ενάγουσας με καθένα λύθηκε προώρως, στις 07.09.2012, ήτοι σε προγενέστερο χρόνο, με την παραπάνω έγκυρη και βάσιμη καταγγελία καθενός από τους εναγόμενους. Επομένως, η αγωγή για τα αιτήματα αυτής με τα οποία επιδιώκει την καταψήφιση, με το νόμιμο τόκο από την αναφερόμενη δήλη ημέρα για κάθε κονδύλιο:1. για την πρώτη εναγόμενη: α. ποσού 15.155,31 ευρώ, ως διαφυγόντα κέρδη, ήτοι ως κέρδη που απώλεσε και θα εισέπραττε με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων μέχρι και τη λήξη της σύμβασης, εάν εξέλιπε η καταγγελία της πρώτης εναγόμενης, ένεκα της οποίας η ενάγουσα κατήγγειλε τη σύμβαση, και β. ποσού 885,60 ευρώ, ως συμβατικά έξοδα λύσης της σύμβασης υπέρ της ενάγουσας, 2. για τον δεύτερο εναγόμενο ποσού α. 7.941,84 ευρώ, ως διαφυγόντα κέρδη, ήτοι ως κέρδη που απώλεσε και θα εισέπραττε με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων μέχρι και τη λήξη της σύμβασης, εάν εξέλιπε η καταγγελία του δεύτερου εναγόμενου, ένεκα της οποίας η ενάγουσα κατήγγειλε τη σύμβαση, και β. 5.822,64 ευρώ ως συμβατικών εξόδων λύσης της σύμβασης υπέρ της ενάγουσας, και 3. για την τρίτη εναγόμενη ποσού 42.871,26 ευρώ, ως διαφυγόντα κέρδη, ήτοι ως κέρδη που απώλεσε και θα εισέπραττε με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων μέχρι και τη λήξη της σύμβασης, εάν εξέλιπε η καταγγελία της τρίτης εναγόμενης, ένεκα της οποίας η ενάγουσα κατήγγειλε τη σύμβαση, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη>>.
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288, 638 επ., 648 επ., 672, 673 και 713 επ. ΑΚ, ιδιαίτερα ως προς την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του σπουδαίου λόγου καταγγελίας των επίδικων συμβάσεων, ορθά, δε, υπήγαγε στην έννοια αυτού, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις. Ειδικότερα, το αποδεικτικό πόρισμά του, ότι η καταγγελία από τους αναιρεσίβλητους, των επίδικων, ορισμένου χρόνου, συμβάσεων δικαιόχρησης που τις συνέδεε με την αναιρεσείουσα, ήταν έγκυρη και επέφερε τη λύση αυτών, το Εφετείο στήριξε στη συνδρομή των προσδιοριζόμενων τριών σπουδαίων λόγων καταγγελίας, και συγκεκριμένα: 1) στην απόρριψη από την αναιρεσείουσα του αιτήματος των αναιρεσίβλητων για συμβατική προσαρμογή των συμβατικών οικονομικών δικαιωμάτων της, 2) στην άρνηση της αναιρεσείουσας να αναβαθμίσει το εγκατασταθέν λογισμικό του μεσιτικού γραφείου και 3) στον περιορισμό του αριθμού των γραφείων της αναιρεσείουσας, συνεπαγόμενου μείωση των εισερχόμενων στο δίκτυο προς διαπραγμάτευση ακινήτων, με την περαιτέρω παραδοχή ότι, τα γεγονότα αυτά, σε σχέση με την αντίστοιχη ορισμένου χρόνου σύμβαση, τους σκοπούς και τη λειτουργία αυτής, καθιστούν, κατά τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, επαχθή και μη ανεκτή τη συνέχιση της συμβατικής δέσμευσης καθενός των αναιρεσίβλητων. Την κρίση αυτή του Εφετείου, δικαιολογούσαν οι ακόλουθες παραδοχές του: 1) Ότι είχαν μεταβληθεί ουσιωδώς οι επαγγελματικές και περιουσιακές σχέσεις, με βάση τις οποίες είχαν καταρτισθεί οι επίδικες συμβάσεις με τους συγκεκριμένους όρους, μέχρι το χρόνο καταγγελίας αυτών, 2) ότι μετά το καλοκαίρι του έτους 2009, επλήγη σε μεγάλο βαθμό η κτηματαγορά, η επιδείνωση αυτής της κατάστασης συνεχίστηκε και από τα τέλη του έτους 2011 επήλθε κατάρρευση αυτής, 3) ότι αυτό οφείλεται στις παρατιθέμενες αιτίες, κυρίως της μη αναστρέψιμης για την χώρα οικονομικής κρίσης, της προσφυγής στο μηχανισμό στήριξης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους, των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής που λήφθηκαν, τα οποία οδήγησαν σε συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας και ύφεση της οικονομίας, των πακέτων οικονομικών μέτρων που λήφθηκαν και την έγκριση των μνημονίων, λόγω μη επίτευξης των στόχων των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής, 4) ότι στην εντεινόμενη ύφεση και στη δυσκολία ανάκαμψης της κτηματαγοράς συνέβαλαν η συνεχής αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης κατά τη μεταβίβαση των ακινήτων, η συνεχιζόμενη αστάθεια του φορολογικού πλαισίου, το δυσμενές οικονομικό περιβάλλον, η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών και η ανησυχία τους για τις προοπτικές των εισοδημάτων και της απασχόλησης, καθώς και η αυστηροποίηση των όρων της τραπεζικής χρηματοδότησης, 5) ότι συνεπεία των αιτιών αυτών, είχε μειωθεί σε σημαντικό βαθμό η εισαγωγή στα γραφεία των αναιρεσίβλητων ακινήτων προς διαπραγμάτευση και είχε υπάρξει κατακόρυφη πτώση των τιμών των ακινήτων, κατοικιών και επαγγελματικών, όπως επίσης, είχε μειωθεί δραματικά ο αριθμός των συμβολαίων μεταβίβασης ακινήτων, όπως, σχετικά με τα ανωτέρω, οι αντίστοιχοι αριθμοί εξειδικεύονται στο σκεπτικό της απόφασης, 6) ότι συνέπεια όλων των ανωτέρω, ήταν η εμφανής και σε μεγάλο βαθμό μείωση των εσόδων των γραφείων των αναιρεσίβλητων, με αποτέλεσμα τη ζημία αυτών, προκύπτουσας σαφώς από τα παρατιθέμενα οικονομικά στοιχεία κατά τη διάρκεια λειτουργίας των συμβάσεων, 7) ότι παρά τις προσδοκίες, όχι μόνο των αναιρεσίβλητων, αλλά και της αναιρεσείουσας, δεν υπήρχε αναστροφή της κατάστασης αυτής, αλλά επιδείνωση, η οποία συνεχίστηκε με εντονότερο ρυθμό το έτος 2012, αλλά και το επόμενο της καταγγελίας έτος (2013), 8) ότι ο αριθμός των ενταγμένων στο δίκτυο γραφείων, μειώθηκε από 61 που ήταν το έτος 2008 σταδιακά σε 27 τον Αύγουστο του έτους 2012, με συνέπεια τη μείωση των εισερχόμενων, στα απομένοντα στο δίκτυο γραφεία, προς διαπραγμάτευση ακινήτων, μειώνονταν το εύρος της δραστηριότητας των γραφείων αυτών, μεταξύ των οποίων και εκείνων των αναιρεσίβλητων, επιπλέον διότι παρέμεναν πλέον περιοχές χωρίς κάλυψη από γραφείο του δικτύου, μετά την αποχώρηση, και έτσι καθίστατο δύσκολη η προσέλκυση πελατών από τις περιοχές αυτές, 9) ότι πολλά γραφεία του δικτύου λόγω της εκτεθείσας οικονομικής κρίσης, ήταν ζημιογόνα και εξήλθαν από το δίκτυο, άλλα με τη συναίνεση της αναιρεσείουσας, και άλλα επειδή χρεοκόπησαν, ενώ άλλα ανεξαρτητοποιήθηκαν και άσκησαν μόνα το επάγγελμα ή εντάχθηκαν σε άλλο δίκτυο με μικρότερες χρεώσεις, 10) ότι από το έτος 2011 τα γραφεία των αναιρεσίβλητων ήταν ζημιογόνα, σύμφωνα με τα οικονομικά στοιχεία εσόδων και υποχρεώσεων που παρατίθενται, 11) ότι παρά τα ανωτέρω, και ενόψει των μη ευνοϊκών προβλέψεων για τη μελλοντική εξέλιξη, η αναιρεσείουσα, αρνήθηκε πρόταση των αναιρεσίβλητων για συμβατική αναπροσαρμογή των συμβατικών οικονομικών δικαιωμάτων της και επέμενε να απαιτεί τη χρέωσή τους με τις υπερβολικές συμβατικές χρεώσεις πάγιων τελών και δυσανάλογες, σε σχέση με τα εισοδήματά τους, παροχές προς αυτήν, όπως αυτές καταχωρούνται στην απόφαση, αδιαφορώντας για τις προκληθείσες συνέπειες στα γραφεία των αναιρεσίβλητων και την αδυναμία αυτών να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, μολονότι είχε καταστεί δυσχερής ακόμη και η επιβίωση των γραφείων τους, 12) ότι οι μειώσεις στις οποίες είχε προβεί, από το έτος 2009, η αναιρεσείουσα, σε κάποιες συμβατικές παροχές, ύστερα από πίεση των δικαιοδόχων της, όπως αναπτύσσονται στην απόφαση, ήταν περιορισμένες, προσωρινές, ευκαιριακές και δεν ανταποκρίνονταν στα πραγματικά προβλήματα που είχαν εμφανιστεί στα γραφεία του δικτύου εξαιτίας της δραματικής συρρίκνωσης της κτηματαγοράς, 13) ότι η αναιρεσείουσα είχε εγκαταστήσει το έτος 2007, το υψηλών προδιαγραφών μεσιτικό πρόγραμμα i-list της εταιρείας "GRYPHTECH TECHNOLOGY CONSULTANTS", το οποίο χρησιμοποιούσαν και τα γραφεία του δικτύου, συνεπώς και οι αναιρεσίβλητοι. 14) ότι στις αρχές του έτους 2011 η παρέχουσα το πρόγραμμα ως άνω εταιρεία, ενημέρωσε ότι θα προέβαινε σε υψηλές αναβαθμίσεις του προγράμματος και επειδή οι δικαιοδόχοι της αναιρεσείουσας δεν δέχθηκαν, λόγω της κρίσης που είχε επέλθει στη δραστηριότητά τους, να αναλάβουν το κόστος της αναβάθμισης του προγράμματος, που ξεπερνούσε το ποσό των 80.000 ευρώ ετησίως, και ήταν εξαιρετικά επαχθές γι' αυτούς, η αναιρεσείουσα δεν προχώρησε στην αναβάθμιση αυτού, αλλά δημιούργησε νέα ιστοσελίδα με άλλο πρόγραμμα, 15) ότι το νέο πρόγραμμα δεν εξασφάλιζε τις δυνατότητες που παρείχε το προηγούμενο και συγκεκριμένα δε παρείχε ταχεία ανάρτηση και πρόσβαση στις πληροφορίες της κτηματαγοράς από τους δικαιοδόχους και τους αγοραστές, ούτε άμεση και απευθείας επικοινωνία σε κτηματομεσιτικές ιστοσελίδες ενημέρωσης, μεταξύ των οποίων και στις αλλοδαπές μητρικές, 16) ότι η αναιρεσείουσα, δεν είχε, μεν, συμβατική υποχρέωση για την αναβάθμιση του προγράμματος, όμως, οι κρατούσες συνθήκες, ενόψει και των διάφορων δυνατοτήτων και αποδόσεων των δύο προγραμμάτων, επέβαλαν αυτή την αναβάθμιση, όπως έπραξε μετά την καταγγελία των συμβάσεων από τους αναιρεσίβλητους, και να μην εμμείνει στην άποψη ότι οι χρήστες θα συνηθίσουν το νέο μη ευχερώς χρηστικό λογισμικό και 17) ότι από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, όπως αναλυτικά αναπτύσσονται στο σκεπτικό της απόφασης, σε σχέση με τη φύση, τους σκοπούς και τη λειτουργία καθεμίας των επίδικων συμβάσεων δικαιόχρησης, οι λόγοι αυτοί κρίνονται σπουδαίοι, καθόσον καθιστούν, κατά τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη επαχθή και μη ανεκτή τη συνέχιση της συμβατικής δέσμευσης καθενός των αναιρεσίβλητων. Σαφώς το Εφετείο, για να χαρακτηρίσει τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά, ως άνω πραγματικά περιστατικά, ως σπουδαίους λόγους που δικαιολογούν την καταγγελία από τους αναιρεσίβλητους των επίδικων συμβάσεων δικαιόχρησης που τους συνέδεαν με την αναιρεσείουσα, έλαβε υπόψη τις παρατιθέμενες συνθήκες και περιστάσεις των συγκεκριμένων περιπτώσεων, αξιολόγησε με αντικειμενικά κριτήρια τη συνδρομή των λόγων αυτών και δέχθηκε τη συνδρομή πραγματικών περιστατικών που βρίσκονται στη σφαίρα επιρροής της αναιρεσείουσας, ανεξάρτητα από το ότι αυτή δεν είχε συμβατική υποχρέωση ενέργειας των αντίστοιχων πράξεων, εντάσσεται, όμως, η συμπεριφορά της στα πλαίσια της, κατά το νόμο, καλόπιστης εκτέλεσης της ενοχής. Δεν ήταν αναγκαίο να δεχθεί υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας στην αποδιδόμενη συμπεριφορά, για να μπορούν οι λόγοι αυτοί να έχουν την έννοια του σπουδαίου λόγου καταγγελίας των συμβάσεων δικαιόχρησης. Ούτε έπρεπε, για το χαρακτηρισμό των λόγων ως σπουδαίων, η μεταβολή των περιουσιακών και επαγγελματικών σχέσεων, η οποία επήλθε, από την κατάρτιση των συμβάσεων μέχρι την καταγγελία τους, να αφορά, όχι μόνο τους αναιρεσίβλητους που δέχθηκε η απόφαση, αλλά και την αναιρεσείουσα. Εξάλλου, το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του, ερεύνησε, όχι μόνο αυτοτελώς το συμφέρον των αναιρεσίβλητων να καταγγείλουν τις επίδικες συμβάσεις, αλλά στάθμισε τούτο σε συνάρτηση και με τις συνέπειες που θα έχει η αναιρεσείουσα από τη μη συνέχιση αυτών μέχρι την κανονική λήξη τους, αναφερόμενο, αντίστοιχα, στις συνέπειες που προκαλούνται, αλλά και στις επιπτώσεις που θα έχει η διακοπή αυτών, δεχόμενο ότι η καταγγελία δεν είναι επαχθής για την αναιρεσείουσα, αφού με βεβαιότητα, υπό τις συνθήκες αυτές, αν συνεχίζονταν η λειτουργία των συμβάσεων, τα ακαθάριστα έσοδα των αναιρεσίβλητων, θα εκμηδενίζονταν και τα κέρδη της θα ήταν μόνο λογιστικά, οι ίδιοι δε, δεν θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις υπέρμετρες επιβαρύνσεις τους, ώστε να καταβάλουν τις υποχρεώσεις τους προς αυτήν. Όμως, για την κατάφαση του σπουδαίου των λόγων, δεν απαιτούνταν να δεχθεί ότι η συνέχιση της λειτουργίας των συμβάσεων θα ήταν επαχθής για αμφότερα τα μέρη, καθόσον αρκούσε το ότι είχε αυτή τη συνέπεια μόνο για τους αναιρεσίβλητους.
Με τις παραδοχές του το Εφετείου δεν αποδίδει τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τους λόγους καταγγελίας, σε υπαιτιότητα αποκλειστικά των αναιρεσίβλητων που κατάγγειλαν τις συμβάσεις, ώστε να πάσχει η καταγγελία από ακυρότητα, ως μη επιτρεπόμενη επειδή στηρίζεται σε αντίθετη με τα χρηστά ήθη υπαίτια συμπεριφορά των ίδιων των καταγγελλόντων. Τέτοια υπαιτιότητα δεν διαπιστώνεται ούτε για την τρίτη των αναιρεσίβλητων, η οποία κατάρτισε τη σύμβαση δικαιόχρησης στις 28-1-2011, χρόνος κατά τον οποίο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, είχε ήδη αρχίσει κατάρρευση της ελληνικής κτηματαγοράς, ήταν γνωστές σ' αυτήν οι δυσβάστακτες χρεώσεις της αναιρεσείουσας, ήταν αισθητή η μείωση των συνεργαζόμενων γραφείων του δικτύου, είχε ενημερωθεί για το κόστος αναβάθμισης του εγκατεστημένου λογισμικού προγράμματος και είχε κρίνει τούτο ασύμφορο, ήτοι γεγονότα προγενέστερα του χρόνου κατάρτισης της σύμβασής της, καθόσον, όπως δέχεται η απόφαση, την πρόταση για κατάρτιση της συγκεκριμένης σύμβασης έκανε η αναιρεσείουσα, ότι και οι δύο συμβαλλόμενοι ευελπιστούσαν ότι η χώρα θα ξεπεράσει την κρίση χρέους, αλλά και ότι, η δραματική συρρίκνωση της κτηματαγοράς συνέβη από το τέλος του έτους 2011 και στο εξής, ήτοι μετά το χρόνο σύναψης αυτής, σύμφωνα και με τα παρατιθέμενα στοιχεία πτώσης των τιμών των ακινήτων, αριθμού συμβολαίων που καταρτίστηκαν για μεταβιβάσεις ακινήτων, του ποσού στο οποίο ανήλθαν πλέον τα ακαθάριστα έσοδα του γραφείου και του ζημιογόνου αποτελέσματος της λειτουργίας τους, και ότι από τα τέλη του 2011, αρχές του έτους 2012, κατέρρευσε εντελώς η κτηματαγορά και επλήγησαν καίρια τα γραφεία των αναιρεσίβλητων, και περιέπεσαν σε κατάσταση που να καθίσταται αντικειμενικά δυσχερής ακόμη και η επιβίωσή τους,. Ήτοι, δέχεται η προσβαλλόμενη ότι μετά την κατάρτιση της σύμβασης και με την τρίτη αναιρεσίβλητη, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις και οι όροι υπό τους οποίους καταρτίστηκε η σύμβαση αυτή, σε βάρος της δικαιοδόχου, έτσι, ώστε, η γνώση των προγενέστερων περιστατικών να μη καθιστά αυτήν υπαίτια των λόγων της καταγγελίας. Άλλωστε, η, κατά τον πρώτο λόγο της καταγγελίας, άρνηση της αναιρεσείουσας να αποδεχθεί το αίτημα των αναιρεσίβλητων και να αναπροσαρμόσει τα συμβατικά οικονομικά δικαιώματά της, εκφράστηκε οριστικά στις 28-8-2012, ήτοι μετά την κατάρτιση όλων των συμβάσεων, ήτοι και της τρίτης αναιρεσίβλητης, οπότε και, αυτοτελώς, αυτός ο λόγος, σπουδαίος κατά την προσβαλλόμενη, αρκεί για το έγκυρο της καταγγελίας της σύμβασης.
Επομένως, υπό τις ως άνω παραδοχές, οι οποίες δικαιολογούν πλήρως την εξενεχθείσα τελική κρίση της πληττόμενης απόφασης, καθόσον, υπό τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, πράγματι οι λόγοι της καταγγελίας των επίδικων συμβάσεων δικαιόχρησης, εμπίπτουν στην έννοια του "σπουδαίου λόγου" που απαιτείται να συντρέχει για το έγκυρο καθεμιάς και για να επέλθει, ως συνέπεια αυτών, η λύση των συμβάσεων, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 1 του νόμου 146/1914 περί αθέμιτου ανταγωνισμού, απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές, εργολαβικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε προς τον σκοπό ανταγωνισμού γενομένη πράξη, αντικείμενη στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί για παράλειψη και για ανόρθωση της ζημίας. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που αποτελεί γενική ρήτρα κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού, ουσιώδεις προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της αξίωσης για αποζημίωση επί αθέμιτου ανταγωνισμού, που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, είναι: α) να εκτελείται η πράξη, που φέρεται ως συνιστώσα τον αθέμιτο ανταγωνισμό, με πρόθεση ανταγωνισμού προς την από άλλο ασκούμενη εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση και β) να αντίκειται η ανταγωνιστική ενέργεια στα χρηστά ήθη. Σκοπός ανταγωνισμού υπάρχει όταν η πράξη γίνεται με πρόθεση ενίσχυσης του ίδιου ή ξένου ανταγωνισμού και είναι αντικειμενικά πρόσφορη να εξυπηρετήσει τον ανταγωνισμό, δηλαδή απαιτείται σχέση ανταγωνισμού μεταξύ του υποκείμενου της πράξης και τρίτων, οι οποίοι προστατεύονται από κάθε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά η οποία επιδρά αρνητικά στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες ή απειλεί την ανταγωνιστική συμπεριφορά τους. Κριτήριο εξειδίκευσης των χρηστών ηθών, αποτελούν, κατ' αρχήν, οι ιδέες του εκάστοτε, κατά τη γενική αντίληψη, και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και εμπειρίας, με χρηστότητα και σωφροσύνη σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, με βάση τις οποίες, η κρίση για την ύπαρξη ή όχι αντίθεσης της συγκεκριμένης συμπεριφοράς προς τα χρηστά ήθη, αξιολογούμενης μέσα στο συναλλακτικό κύκλο που αυτή εκδηλώνεται, δεν πρέπει να περιορίζεται στην εκτίμηση μεμονωμένων στοιχείων, όπως τα αίτια ή ο σκοπός του δράστη, αλλά πρέπει να εκτείνεται και να καλύπτει το σύνολο των περιστάσεων που συνοδεύουν την προσβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά (ΑΠ 571/2011, ΑΠ 55/2003, ΑΠ 1346/2000). Στο δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού, η έννοια των χρηστών ηθών, δεν μπορεί να απηχεί αντιλήψεις κοινωνικής μόνον ηθικής, αλλά οφείλει να διαμορφώνεται με βάση, κυρίως, τις οικονομικές και λοιπές συνθήκες της συγκεκριμένης αγοράς στο πλαίσιο των αντίθετων συμφερόντων που καλείται ο νόμος να προστατεύσει από αθέμιτες ανταγωνιστικές συμπεριφορές, διασφαλίζοντας αποτελεσματικά και την εγγυημένη, από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, οικονομική ελευθερία (ΑΠ 533/2016, ΑΠ 1664/2014). Αντίθετη στα χρηστά ήθη, είναι η συνιστώσα τον ανταγωνισμό πράξη, και όταν χρησιμοποιούνται τρόποι και μέσα αντίθετα προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών (ΑΠ 1042/2009). Η παράβαση συμβατικών δεσμεύσεων ενόψει ανταγωνιστικών σκοπών, δεν είναι χωρίς άλλο αθέμιτη. Για να χαρακτηρισθεί αθέμιτη, πρέπει να συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις, που να στοιχειοθετούν τον αθέμιτο χαρακτήρα της συμβατικής παράβασης, η οποία, πάντως, δεν μπορεί να συμβαίνει μετά τη λύση της συμβατικής σχέσης (ΑΠ 167/2015). Τέτοιο χαρακτήρα έχει η παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, όταν, με τη συνδρομή και ειδικών συνθηκών, γίνεται με μεθοδεύσεις και με σκοπό την απόσπαση πελατείας, που αποτελεί πολύτιμο αγαθό της επιχείρησης ή και την εκμετάλλευση της ξένης φήμης ή οργάνωσης (ΑΠ 704/2007).
Η αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη μπορεί παράλληλα να είναι και αδικοπραξία, εφόσον όμως συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, ήτοι αυτός που προσβάλλει, να ενεργεί με υπαιτιότητα και ιδίως με πρόθεση, οπότε, δεν αποκλείεται και επιπλέον αξίωση για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης (άρθρο 932 ΑΚ) εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η προσβολή (ΑΠ 339/2010, ΑΠ 683/2010). Πρόθεση με αποκλειστικό σκοπό τη βλάβη του ανταγωνιστή, δεν απαιτείται να συντρέχει στο πρόσωπο που ενήργησε τη ζημιογόνα πράξη ή παράλειψη, αλλά αρκεί το ότι τελούσε σε γνώση ότι η εκδηλωθείσα συμπεριφορά του είναι δυνατόν να προκαλέσει ζημία και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή παράλειψη από την οποία επήλθε (ΑΠ 55/2003) και ούτε είναι αναγκαίο ο σκοπός ανταγωνισμού να αποτελεί το μόνο σκοπό της πράξης. Η ύπαρξη σκοπού ανταγωνισμού είναι ζήτημα πραγματικό που δεν ελέγχεται αναιρετικά, ενώ αόριστη νομική έννοια, δηλαδή έννοια που ο νομοθέτης απέφυγε να ρυθμίσει ως προς το αναγκαίο πλάτος και βάθος της, αποτελούν τα χρηστά ήθη, ως προς τα οποία, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία αυτά εξειδικεύονται, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 533/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 146/1914 και των άρθρων 914, 919 και 932 ΑΚ, άλλως ότι εσφαλμένα υπήγαγε τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις αυτές.
Ειδικότερα, αποδίδει στην απόφαση, ότι, ενώ τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά των τριών λόγων της καταγγελίας, που κρίθηκαν από το Εφετείο ότι συνιστούν σπουδαίους λόγους αυτής, εάν υπαχθούν ορθά στην αόριστη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου, δεν είναι ικανά να στοιχειοθετήσουν σπουδαίο λόγο καταγγελίας των συμβάσεων, και ενώ, κανένας από τους λοιπούς λόγους της καταγγελίας των αναιρεσίβλητων, δεν μπορεί να θεωρηθεί βάσιμος σπουδαίος λόγος καταγγελίας, και παρά τις παραδοχές της ότι οι αναιρεσίβλητοι, ενώ ήταν ακόμη ενταγμένοι στο δίκτυο αυτής και εκμεταλλεύονταν το σύνολο των παροχών που χορηγούσε τούτο, μεθόδευσαν παράλληλα την αποχώρησή τους από το δίκτυο, προετοιμάζοντας τη δημιουργία νέου γραφείου, τη λειτουργία του οποίου ανακοίνωσαν πριν από τη λύση της σύμβασης δικαιόχρησης, μολονότι γνώριζαν ή προέβλεπαν ότι θα προκαλέσουν ζημία στην αναιρεσείουσα, δεν αναγνώρισε το δικαστήριο της ουσίας τη συμπεριφορά αυτή ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη. Ισχυρίζεται, δε, ότι, λόγω του σφάλματος αυτού, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 του ν. 146/1914, 914, 919 και 932 ΑΚ, ενώ, εάν είχε υπαγάγει ορθά τα πραγματικά περιστατικά, θα είχε καταλήξει στο ορθό συμπέρασμα, ότι οι ενέργειες των αναιρεσίβλητων, προσκρούουν στο αίσθημα του δίκαια και ορθά σκεπτόμενου ανθρώπου, μέσα στον οικείο συναδελφικό κύκλο και είναι αντίθετες προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση. Τούτο διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, με βάση τις οποίες ελέγχεται αναιρετικά η παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων, συνέτρεχαν οι κριθέντες, κατά τα αναφερόμενα στον πρώτο αναιρετικό λόγο, σπουδαίοι λόγοι καταγγελίας από τους αναιρεσίβλητους των μεταξύ αυτών και της αναιρεσείουσας επίδικων συμβάσεων δικαιόχρησης.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχεται την καταβολή από τους αναιρεσίβλητους στις 28-8-2012, προσπάθειας να πείσουν, σε συνάντηση που οι ίδιοι επιδίωξαν, την αναιρεσείουσα να δεχθεί τα αιτήματά τους για αναπροσαρμογή των χρεώσεων και αναβάθμιση του λογισμικού του μεσιτικού γραφείου, και μόνο μετά την επίμονη άρνηση αυτής, δήλωσαν ότι θα καταγγείλουν τις συμβάσεις δικαιόχρησης για τους συγκεκριμένους λόγους και ακολούθως, ότι συναντήθηκαν την ίδια ημέρα με συνεργάτες των δικών τους γραφείων, τους οποίους ενημέρωσαν για τα ανωτέρω και την πρόθεσή τους να καταγγείλουν τις συμβάσεις, εξαρτώντας τη δραστηριοποίησή τους σε νέο δίκτυο, στην περίπτωση που και εκείνοι τους ακολουθήσουν. Αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα στο αναιρετήριο, δεν υπάρχει παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι αναιρεσίβλητοι μεθόδευσαν την αποχώρησή τους από το δίκτυο της αναιρεσείουσας. Αντίθετα, σαφώς από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, εάν οι συζητήσεις κατέληγαν σε λύση σχετικά με τα αιτήματά τους, θα εξακολουθούσε η λειτουργία των επίδικων συμβάσεων. Αναφέρεται, στην απόφαση ότι, οι αναιρεσίβλητοι, είχαν προετοιμαστεί για τη λειτουργία των επιχειρήσεών τους, αυτοτελώς ή σε νέο δίκτυο, για το χρόνο μετά τη λύση των συμβάσεων δικαιόχρησης, προσαρμοσμένο στις κρατούσες συνθήκες της κτηματαγοράς, με νέα σήματα και διακριτικά γνωρίσματα, όμως, ότι στις ενέργειες αυτές κατέφυγαν, όχι γιατί είχαν πρόθεση να ελευθερωθούν από τη συμβατική δέσμευση, αλλά, επειδή διαφαίνονταν η αρνητική στάση της αναιρεσείουσας στα βάσιμα αιτήματά τους και η εμμονή της στους συμβατικούς όρους, ώστε να αντλεί συμβατικές αξιώσεις από πάγια και κυμαινόμενα τέλη, εισπράττοντας αυτά παρά τις συνθήκες ασφυκτικού περιβάλλοντος για τις επιχειρήσεις των αναιρεσίβλητων, και συνεπώς, η αποτυχία των διαπραγματεύσεων, και έπρεπε να είναι προετοιμασμένοι σ' αυτή την περίπτωση για την επιχειρηματική επιβίωση των επιχειρήσεών τους. Το Εφετείο, δεν δέχεται ότι οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια, πριν από την κοινοποίηση στην αναιρεσείουσα των καταγγελιών των συμβάσεων στις 7-9-2012, η οποία να ενέχει ανταγωνισμό της αναιρεσείουσας.
Ειδικότερα, δεν δέχεται η προσβαλλόμενη ότι οι αναιρεσίβλητοι ανακοίνωσαν τη λειτουργία των γραφείων τους πριν την καταγγελία των συμβάσεων, ούτε ότι άρχισε πριν από τη λύση αυτών η λειτουργία τους, ούτε ότι γνώριζαν ή προέβλεπαν ζημία της αναιρεσείουσας συνεπεία της λύσης των συμβάσεων, και αποδοχή της επέλευσής της, αντίθετα, μάλιστα, είχε δεχθεί ότι η καταγγελία δεν είναι επαχθής για την αναιρεσείουσα. Εξάλλου, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι η καταγγελία των συμβάσεων από τις αναιρεσίβλητες έγινε επί σκοπώ ανταγωνισμού της αναιρεσείουσας, ούτε από τα εκτεθέντα, γενόμενα δεκτά, πραγματικά περιστατικά θα μπορούσε να θεμελιωθεί τέτοια κρίση. Με την κρίση αυτή συνάδουν και οι παραδοχές της απόφασης ότι, καθένας από τους εναγόμενους, με την από 06.09.2012 εξώδικη δήλωση του, η οποία κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα στις 07.09.2012, προέβη σε καταγγελία γνωστοποιώντας παράλληλα ότι από την κοινοποίηση α. διακόπτουν τη χρήση όλων ανεξαιρέτως των ενδείξεων, σημάτων, επωνυμιών της RE/MAX, RE/MAX Europe και της RE/MAX LLC, β. παύουν να εμφανίζονται δημοσίως ή ιδιωτικώς ως μέλη του συστήματος RE/MAX, με οποιονδήποτε τρόπο και γ. απέχουν από οποιαδήποτε πράξη που υποδηλώνει άμεση ή έμμεση σύνδεση με το σύστημα της ενάγουσας, καλώντας, συγχρόνως, την ενάγουσα να παραλάβει το υλικό που της ανήκε και βρισκόταν στην κατοχή τους, διαβεβαιώνοντας αυτήν παράλληλα ότι θα ανταποκρίνονταν στις οικονομικές υποχρεώσεις τους, που απέρρεαν από τη σύμβαση μέχρι και τη λήψη από την αναιρεσείουσα της καταγγελίας, καθώς και ότι, όταν εξήλθαν από το δίκτυο της αναιρεσείουσας, έπαυσαν να εμφανίζονται ως μέλη της και να χρησιμοποιούν την εμπορική επωνυμία της, της επέστρεψαν το όποιο υλικό τους είχε διαθέσει, έπαυσαν να χρησιμοποιούν το λογισμικό της, και υιοθέτησαν όπως είχαν δικαίωμα ένα εντελώς διαφορετικό σήμα. Επομένως, υπό τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία δικαιολογούν την κρίση του ότι οι ενέργειες των αναιρεσίβλητων δεν αποτελούν αθέμιτο ανταγωνισμό της αναιρεσείουσας, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη υπαγωγή τους επικαλούμενους, στο δεύτερο αναιρετικό λόγο, κανόνες ουσιαστικού δικαίου, και ο λόγος αυτός, με τον οποίο επικαλείται πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 17-5-2017 αίτηση για αναίρεση της 552/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-5-2017 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "REFRAN Ανώνυμη Εταιρεία Ανάπτυξης Δίκτυο Κτηματομεσιτικών Επιχειρήσεων" για αναίρεση της 552/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1974 - 2026 © Τετράβιβλος. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Όροι και Προϋποθέσεις