Συνθετη Αναζητηση Νομοθεσιας - Νομολογιας

Νομοθεσία

ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΡΙΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ. ΔΗΛΩΣΗ ΤΡΙΤΟΥ. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΔΙΑΛΛΑΓΗΣ.

 

Α.Π. 827/2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΡΙΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ. ΔΗΛΩΣΗ ΤΡΙΤΟΥ. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΔΙΑΛΛΑΓΗΣ. - Η ένδικη δήλωση τρίτου της αναιρεσίβλητης ήταν αληθής και ανταποκρίνονταν στα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά ίσχυαν κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο της επίδοσης του κατασχετηρίου στην αναιρεσίβλητη (4-6-2013). Κατά τον εν λόγω χρόνο η τελευταία είχε καταθέσει αίτηση εξυγίανσης και αίτησης λήψης προληπτικών μέτρων (άρθρα 99 επ. Πτωχευτικού Κώδικα, όπως ίσχυε μετά τους ν. 4013/2011 και 4072/2012), οι οποίες είχαν συζητηθεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την 25-1-2012, ενώ της είχε χορηγηθεί προσωρινή διαταγή, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας διατάχθηκε η αναστολή των ατομικών διώξεων εις βάρος της, η απαγόρευση λήψης μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης (ατομικής ή συλλογικής), η κήρυξη αυτής σε κατάσταση πτώχευσης κλπ έως τη συζήτηση της αίτησης (25-1-2012), κατά την οποία, μετά από αίτημά της, διατηρήθηκε η ως άνω προσωρινή διαταγή μέχρι την έκδοση απόφασης για τις ως άνω αιτήσεις. Απόρριψη. - (αρθ. 30, 32, 33, 34, 85, 89 ΚΕΔΕ, αρθ. 25, 99, 100, 101, 103 ΠτΚ, αρθ. 982 επ., 985, 990 ΚΠολΔ)



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΤΕΡ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΛΤΕΡ ΑΤΕ", που εδρεύει στην Αργυρούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Διονυσία - Διώνη Καραβοκύρη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/7/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4748/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1346/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/6/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 12-6-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 1346/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 4748/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 30-7-2013 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά τα άρθρα 30 επ. του ΚΕΔΕ και 985, 986 ΚΠολΔ, έκανε δεκτή αυτήν (έφεση), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που έκανε δεκτή την ανακοπή και ακολούθως, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την ανακοπή κατά το μέρος που αυτή έγινε δεκτή, απέρριψε κατά τούτο, ήτοι καθ' ολοκληρίαν, την ανακοπή. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τις διατάξεις του άρθρου 30 Κ.Ε.Δ.Ε. (Ν.Δ. 356/1974) συνάγεται ότι σε περίπτωση κατάσχεσης στα χέρια τρίτου από το Δημόσιο, που είναι αναγκαστική, το κατασχετήριο που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του Ταμείου και ήδη από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (άρθρα 85 παρ.1 Κ.Ε.Δ.Ε. και 1 αριθ. 4 π.δ. 16/1989), πρέπει να περιέχει προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την ποσότητα της απαίτησης του Δημοσίου, για την οποία γίνεται η κατάσχεση, το αντικείμενο της κατάσχεσης και την περιγραφή αυτών με τρόπο που να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, την οφειλόμενη από τον τρίτο προς τον οφειλέτη του Δημοσίου ποσότητα και την έννομη σχέση από την οποία αυτή προέρχεται, που πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά, αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο του οφειλέτη και να επιδίδεται εγκύρως προς τον τρίτο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση.

Τα πιο πάνω είναι ουσιώδη στοιχεία κάθε κατασχετηρίου, αφού ο τρίτος ο οποίος καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου με βάση το τεκμήριο που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 33 ΚΕΔΕ (αμάχητο παλαιότερα και ήδη μαχητό μετά την τροποποίηση του άρθρου 33 δυνάμει του άρθρου 67 παρ. 1 του Ν. 3842/2010, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα), όχι μόνο θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί σε διάθεση αυτών, αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισμένη κατά το άρθρο 32 ΚΕΔΕ (ΑΠ 287/2020, ΑΠ 821/2018, ΑΠ 139/2018). Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου, ο τρίτος στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στο διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα.

Η ως άνω δήλωση, η οποία ανάλογα με τη θέση που λαμβάνει ο τρίτος απέναντι στο περιεχόμενο του κατασχετηρίου, μπορεί να χαρακτηριστεί θετική ή αρνητική, χωρίς να αποκλείεται η κατάφαση ή η άρνηση να μην είναι ολική αλλά μερική, συνιστά υποχρέωση του τρίτου, η οποία δεν εκτείνεται μόνο στην απλή δήλωση περί του αν υφίσταται η απαίτηση, αλλά επεκτείνεται και στην υποχρέωση παροχής πληροφοριών στον κατασχόντα και επιβάλλει σαφή και ειλικρινή πληροφόρηση του τρίτου για τις σχέσεις του με τον καθ' ου η εκτέλεση. Έτσι, η δήλωση πρέπει να είναι ειλικρινής, σαφής και ορισμένη, ώστε να προκύπτει η τυχόν υποχρέωση του τρίτου, ενώ, επί διαρκών σχέσεων, ο τρίτος πρέπει, αφενός μεν να προσδιορίζει το χρόνο παύσης του δεσμού του με τον καθ' ου η εκτέλεση (οφειλέτη), αφετέρου δε οφείλει να εκτιμήσει και να εκθέσει όλα εκείνα τα ουσιώδη περιστατικά, που είναι ικανά να βοηθήσουν και προσανατολίσουν τον κατασχόντα στην ικανοποίηση της απαίτησής του. Αντικείμενο, εξάλλου, της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μπορεί να είναι και απαίτηση μέλλουσα. Απαιτείται, ωστόσο, στο χρόνο επιβολής της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, να υπάρχει η έννομη σχέση (π.χ. εντολή, εταιρεία κλπ), από την οποία, ως αιτία δικαιογόνο, θα προκύψει η μελλοντική χρηματική απαίτηση, η οποία, όμως, μπορεί κατά τον παραπάνω χρόνο να προσδιορισθεί κατά το είδος της και κατά το πρόσωπο του οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως και κατά το ποσό της.

Επομένως, στην περίπτωση αυτή της κατάσχεσης δηλαδή μέλλουσας απαίτησης, οπότε ο τρίτος συνήθως βρίσκεται σε αδυναμία να παράσχει σαφή πληροφόρηση, και πάλι δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής δήλωσης, αφού, στην περίπτωση αυτή, η δήλωσή του είναι δυνατόν να είναι αρνητική, ως προς την ενεστώσα οφειλή και θετική, ως προς τη μελλοντική, παρέχοντας τη διαβεβαίωση, ότι θα παρακρατήσει οτιδήποτε προκύψει στο μέλλον υπέρ του καθ' ου η κατάσχεση από την δικαιογόνο αιτία της οφειλής, άλλως κινδυνεύει η δήλωσή του να θεωρηθεί ως ανακριβής και να υποχρεωθεί σε αποζημίωση (ΑΠ 919/2019, ΑΠ 825/2018, ΑΠ 1081/2015). Επίσης, κατά τη διάταξη του επομένου άρθρου 33 του ΚΕΔΕ, όπως ήδη κατά τα άνω ισχύει, "εάν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί εκπρόθεσμα ή χωρίς την τήρηση του τύπου που προβλέπεται από το άρθρο 32 του παρόντος, λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου για το σύνολο της απαίτησης, για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, εκτός αν αυτός αποδείξει ότι δεν οφείλει στον καθ' ου ή ότι η οφειλή του είναι μικρότερη από την απαίτηση του Δημοσίου, οπότε απαλλάσσεται ή ευθύνεται μέχρι του ύψους της οφειλής του, κατά περίπτωση".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατά τον ΚΕΔΕ η παράλειψη του τρίτου να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση ή αν έχει στα χέρια του το πράγμα που κατασχέθηκε, ή η εκπρόθεσμη ή παράτυπη δήλωση, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι ο τρίτος είναι οφειλέτης της ποσότητας που κατασχέθηκε στα χέρια του, κατά αντίθεση με τον ΚΠολΔ (άρθρο 985 παρ.3), κατά τον οποίο η ως άνω παράλειψη του τρίτου εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση. Το τεκμήριο αυτό δημιουργείται μόνο στις ως άνω αναφερόμενες τρεις περιπτώσεις του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ. Άρα δεν δημιουργείται τούτο, όταν η δήλωση του τρίτου δεν περιέχει κάποιο από τα στοιχεία, την αναφορά των οποίων αξιώνει όχι η διάταξη του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ, αλλά η διάταξη του άρθρου 985 ΚΠολΔ, η οποία, κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται και στη διοικητική εκτέλεση κατά τον ΚΕΔΕ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 89 του ΚΕΔΕ. Επομένως, η ανακριβής δήλωση του τρίτου και εν γένει η ουσιαστικά αναληθής δήλωση αυτού, πέραν από την προς αποζημίωση ευθύνη αυτού έναντι του κατασχόντος (985 παρ.3 εδ. β` ΚΠολΔ), χορηγεί στον κατασχόντα, όπως και η αρνητική δήλωση, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της δήλωσης αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34 του ΚΕΔΕ και (στο οποίο αυτό παραπέμπει) 986 ΚΠολΔ και να ζητήσει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού ή στην παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος (άρθρο 990 ΚΠολΔ), μη αποκλειομένης και της σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο της ανακοπής και της από το άρθρο 985 παρ. 3 αγωγής περί αποζημίωσης κατ' άρθρο 986 εδ. β' ΚΠολΔ. Ανακριβής είναι η δήλωση του τρίτου είτε πρόκειται για την απόκρυψη της ύπαρξης της οφειλής είτε πρόκειται για την αναληθή ή μη πλήρη έκθεση επιμέρους πραγματικών περιστατικών που περιγράφουν τη σχέση του καθ' ου η εκτέλεση με τον τρίτο.

Εξάλλου, και η μη σαφής αναφορά στη δήλωση του τρίτου περί της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της κατασχεθείσας απαίτησης, θεωρείται ως σιωπηρά αρνητική, για την ύπαρξη της απαίτησης, δήλωση, οπότε και υπόκειται στην κατά το άρθρο 34 ΚΕΔΕ ανακοπή. Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρ. 990 ΚΠολΔ η κατ' αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών (ΑΠ 259/2020, ΑΠ 1386/2019, ΑΠ 1261/2019, ΑΠ 825/2018, ΑΠ 96/2016). Περαιτέρω, με το ν. 3588/2007 τέθηκε σε ισχύ από 16-9-2007 ο Πτωχευτικός Κώδικας, που προέβλεπε ως προπτωχευτική διαδικασία τη διαδικασία της συνδιαλλαγής (άρθρ. 99 επ.). Ακολούθως, με το ν. 4013/2011 οι σχετικές διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα αντικαταστάθηκαν από τα νέα (τότε) άρθρα 99-106 για την προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης, η οποία "αποτελεί συλλογική προπτωχευτική διαδικασία που αποσκοπεί στη διατήρηση, αξιοποίηση, αναδιάρθρωση και ανόρθωση της επιχείρησης με τη συμφωνία που προβλέπεται στο παρόν κεφάλαιο, χωρίς να παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών" (άρθρο 99 παρ. 2). Επομένως, στόχος της διαδικασίας εξυγίανσης είναι η διάσωση της επιχείρησης, χωρίς όμως να παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών.

Επίσης, από τις σχετικές διατάξεις συνάγεται ότι η διαδικασία εξυγίανσης είναι μια διαδικασία προπτωχευτική, συλλογική, εξυγιαντική και συναινετική, εφόσον ως μέσον για την επίτευξη των σκοπών της προβλέπεται η επίτευξη συμφωνίας. Επιπλέον, δυνατότητα υπαγωγής σ' αυτήν έχει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα, το οποίο έχει το κέντρο των κύριων συμφερόντων του στην Ελλάδα, εφόσον βρίσκεται σε παρούσα ή επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών του κατά γενικό τρόπο, επιπλέον δε επιτρέπεται η υπαγωγή στη διαδικασία εξυγίανσης οφειλετών που έχουν περιέλθει σε παύση πληρωμών.

Ειδικότερα, κατά τις σχετικές διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα, όπως ίσχυαν μετά τις τροποποιήσεις που επήλθαν με τους ν. 4013/2011 και 4072/2012 και εφαρμόζονται στην παρούσα περίπτωση ως εκ του χρόνου επιβολής της κατάσχεσης και της δήλωσης της τρίτης (2013), η διαδικασία ξεκινά με την αίτηση ανοίγματος της διαδικασίας (άρθρ. 100) και συνεχίζεται με την απόφαση του δικαστηρίου για το άνοιγμα της διαδικασίας (άρθρ. 101). Μαζί με την αίτηση ή μετά απ' αυτήν δύναται να υποβληθεί αίτηση λήψης προληπτικών μέτρων, η οποία μπορεί να γίνει δεκτή με την απόφαση του δικαστηρίου για το άνοιγμα ή με απόφαση του προέδρου του αντίστοιχα (άρθ. 103). Τα προληπτικά μέτρα έχουν το χαρακτήρα ασφαλιστικών μέτρων, καθόσον με αυτά επιδιώκεται η διασφάλιση της περιουσίας της επιχείρησης, ενόψει της επικείμενης συμφωνίας των πιστωτών και της, δια της συμφωνίας αυτής, ικανοποίησης (έστω μέρους) των απαιτήσεων. Με τα προληπτικά μέτρα μπορεί να διαταχθεί η αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών (απαγόρευση μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης), η οποία ταυτίζεται με την προβλεπόμενη στο άρθρο 25 του ν. 3588/2007 αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων κατά του πτωχού.

Επίσης, έως τη συζήτηση της αίτησης μπορεί να χορηγηθεί προσωρινή διαταγή με περιεχόμενο αντίστοιχο των προληπτικών μέτρων, η ισχύς της οποίας μπορεί να παραταθεί. Ειδικότερα, σκοπός των ως άνω προληπτικών μέτρων είναι να μην κωλύεται η διαπραγμάτευση μεταξύ των μερών για την επίτευξη συμφωνίας περί εξυγίανσης και να μην ακυρώνονται οι προοπτικές ευόδωσης ενός σχεδίου εξυγίανσης από ατομικές διώξεις μεμονωμένων πιστωτών.

Περαιτέρω, από την τελολογική ερμηνεία των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι η πιο πάνω προβλεπόμενη αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών (απαγόρευση μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης) στο πλαίσιο των προληπτικών μέτρων, ενόψει εκκρεμούς αίτησης εξυγίανσης, ισχύει και για την κατάσχεση εις χείρας του επιδιώκοντος την εξυγίανση της επιχείρησής του ως τρίτου κατά τις διατάξεις των άρθρ. 982 επ. ΚΠολΔ προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης. Τούτο δε διότι, ενόψει των κατά το νόμο δυσμενών συνεπειών που επέρχονται ή μπορούν να επέλθουν σ' αυτόν (τρίτο) και την επιχείρησή του από την εν λόγω κατάσχεση, είναι δυνατό να παρακωλύεται απ' αυτήν η διαπραγμάτευση μεταξύ των μερών και να ακυρώνονται οι προοπτικές ευόδωσης ενός σχεδίου εξυγίανσης. Επιπλέον, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το ν. 4335/2015, συνάγεται ότι η προσωρινή διαταγή που εκδίδεται από το δικαστή στο πλαίσιο της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων (και για την ταυτότητα του νομικού λόγου και η προσωρινή διαταγή στο πλαίσιο της αίτησης λήψης προληπτικών μέτρων) και καθορίζει τα μέτρα, που είναι ληπτέα αμέσως προς εξασφάλιση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης, μέχρι την έκδοση της απόφασης, δεν είναι δικαστική απόφαση αλλά εκτελεστή πράξη της δικαστικής αρχής και ως εκ τούτου δεσμευτική, με την έννοια ότι στερούνται νομιμότητας οι πράξεις που είναι αντίθετες προς το περιεχόμενό της (Ολ ΑΠ 20/2015, Ολ ΑΠ 4/2004, ΑΠ 294/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 4/2018, ΑΠ 650/2020, ΑΠ 403/2020). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο Χ. Λ. του Χ. τυγχάνει οφειλέτης του ανακόπτοντος και εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου. Η οφειλή, συνολικού ύψους 148.745,71 ευρώ, προέρχεται από πρόστιμο Κ.Β.Σ., οριστική βεβαίωση Φ.Π.Α., εισόδημα φυσικού προσώπου, εισφορές και τέλος επιτηδεύματος.

Η καθ' ης η ανακοπή και εκκαλούσα εταιρία τυγχάνει οφειλέτρια του ανωτέρω οφειλέτη του εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου. Ειδικότερα η καθ' ης η ανακοπή και εκκαλούσα δραστηριοποιείται στον κατασκευαστικό τομέα, ο δε οφειλέτης του εφεσίβλητου διατηρεί ατομική επιχείρηση με αντικείμενο τις κατασκευές σιδήρου, αλουμινίου και γυψοσανίδων. Δυνάμει του από 19-5-2009 Ιδιωτικού Συμφωνητικού Υπεργολαβίας και στα πλαίσια εκτέλεσης του έργου "Νέα εργολαβία για την ολοκλήρωση κατασκευής οικοδομικών και ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών του Γενικού Νοσοκομείου Κέρκυρας", το οποίο εκτελούσε η καθ' ης η ανακοπή και εκκαλούσα σε συνεργασία με την "ΙΝΤΡΑΚΑΤ Α.Ε.", η εκκαλούσα ανέθεσε στο Χ. Λ. και αυτός ανέλαβε ως υπεργολάβος την κατασκευή διαχωριστικών τοίχων με θωράκιση μολυβδόφυλλων μεταβλητού πάχους σύμφωνα με τη μελέτη Ακτινοπροστασίας, με το σύστημα της Ξηράς Δόμησης (γυψοσανίδες).

Σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης, ο οφειλέτης του εφεσίβλητου Χ. Λ. εκτέλεσε και παρέδωσε στην εκκαλούσα τις ακόλουθες εργασίες, όπως αυτές αναλυτικά περιγράφονται στα κατωτέρω αναφερόμενα δελτία αποστολής - τιμολόγια (με τον αναλογούντα ΦΠΑ 19% που προσαυξάνει κατά τα συμφωνηθέντα την αμοιβή), σύμφωνα με τις σχετικές πιστοποιήσεις, και έχουν αναλυτικά ως ακολούθως: .... Το έργο που εκτελέστηκε και παραδόθηκε, συνεπώς, ήταν συνολικής αξίας 293.974,03 ευρώ, το οποίο παρέλαβε η εκκαλούσα χωρίς επιφύλαξη, εξόφλησε δε το ποσό των 267.569,53 ευρώ (με Φ.Π.Α.), οπότε απομένει υπόλοιπο οφειλής (293.974,03 ευρώ μείον 267.569,53 ευρώ) 26.404,50 ευρώ. Κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 422 ΑΚ το καταβληθέν έναντι ποσό καταλογίζεται στα παλαιότερα (χρονικά) τιμολόγια και επομένως ανεξόφλητο παραμένει το ποσό του τελευταίου χρονικά τιμολογίου (του …/…-3-2010) ύψους 14.221,60 ευρώ και εν μέρει του αμέσως προγενέστερου χρονικά τιμολογίου (του …/…-11-2009) ύψους 23.110,03 ευρώ κατά το ποσό των 12.181,90 ευρώ [26.404,50 ευρώ μείον 14.221,60 ευρώ]. Το ποσό των 26.404,50 ευρώ έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και δεν έχει εξοφληθεί παρά τις οχλήσεις του Χ. Λ., ο οποίος άσκησε κατά της εκκαλούσας την από 15-3-2013 με αριθμό κατάθεσης 103197/12721/2013 αγωγή. Με την αγωγή ζητεί την καταβολή σε αυτόν του ως άνω ποσού των 26.404,50 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Η καθ' ης η ανακοπή και εκκαλούσα εταιρία κατέθεσε στις 21-12-2011 την από 21-12-2011 με αριθμό κατάθεσης 2420/2011 αίτηση εξυγίανσης και την από 21-12-2011 με αριθμό κατάθεσης 228072/2421/2011 αίτηση λήψης προληπτικών μέτρων (εκούσια δικαιοδοσία), οι οποίες συζητήθηκαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 25-1-2012.

Επί της αίτησης λήψης προληπτικών μέτρων χορηγήθηκε στην καθ' ης η ανακοπή και εκκαλούσα στις 28-12-2011 προσωρινή διαταγή με την οποία διατάχθηκε η αναστολή ατομικών διώξεων και η απαγόρευση λήψης μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης (ατομικής ή ομαδικής) των πιστωτών της εκκαλούσας (τότε αιτούσας), η κήρυξη αυτής σε κατάσταση πτώχευσης, η λήψη ασφαλιστικών μέτρων, η εγγραφή προσημείωσης (πλην συναινετικών προς πιστωτικά ιδρύματα), ο αντιλογισμός των τραπεζών σε λογαριασμούς της εκκαλούσας (τότε αιτούσας) έως τη συζήτηση της αίτησης. Κατά τη συζήτηση της αίτησης (στις 25-1-2012) διατηρήθηκε η ισχύς της προσωρινής διαταγής. Το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο προς ικανοποίηση των απαιτήσεων του σε βάρος του οφειλέτη του Χ. Λ. επέβαλε κατά τις διατάξεις του Κ.ΕΔ.Ε. (ν.δ. 356/1974), δυνάμει του με αριθ. πρωτ. Ε.Μ.ΕΙΣ. …/…-5-2013 κατασχετηρίου του Προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων & Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της εκκαλούσας ως τρίτης μέχρι του ποσού των 148.748,71 ευρώ, ήτοι μέχρι του ποσού που ο Χ. Λ. οφείλει ή μέλλει να οφείλει στο εφεσίβλητο.

Το κατασχετήριο επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 4-6-2013 (βλ. την 8765/4-6-2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ. Μ.). Η εκκαλούσα προέβη ως τρίτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 32 Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974), στην από 5-6-2013 δήλωση ενώπιον του Υπουργείου Οικονομικών και δη του Προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης. Στην δήλωση αυτή η εκκαλούσα αναφέρει ότι: "...Όλες οι απαιτήσεις τρίτων κατά της εταιρείας μας (καθ' ης η ανακοπή και εκκαλούσας) βρίσκονται υπό αναβλητική αίρεση ως προς το τελικό ποσό της οφειλής δεδομένου ότι: Την 22-12-2011 καταθέσαμε την από 21-12-2011 (και με αριθ. κατάθεσης δικογράφου 2420/2011, πιν. Ρ1/42) αίτηση εξυγίανσης και την από 21-12-2011 (και με αριθ. κατάθεσης δικογράφου 2421/2011, πιν. Ρ1/43) αίτηση λήψης προληπτικών μέτρων (Εκούσια Δικαιοδοσία), οι οποίες προσδιορίστηκαν όπως εισαχθούν για συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την 25-01-2012, οπότε και συζητήθηκαν πράγματι. Επί της αιτήσεως προληπτικών μέτρων είχε ήδη χορηγηθεί στην εταιρεία μας προσωρινή διαταγή, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας "διατάχθηκε η αναστολή των ατομικών διώξεων εις βάρος της εταιρίας μας και η απαγόρευση λήψης μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης (ατομικής ή συλλογικής) των πιστωτών της εταιρίας κατά αυτής, η κήρυξη αυτής σε κατάσταση πτώχευσης, η λήψη Ασφαλιστικών Μέτρων κατ' αυτής, η εγγραφή προσημειώσεων σε ακίνητα της εταιρείας μας (πλην των συναινετικών προς πιστωτικά ιδρύματα), του αντιλογισμού των τραπεζών σε λογαριασμούς της εταιρείας έως τη συζήτηση της αίτησης (την 25-01-2012)".

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως προληπτικών μέτρων, ζητήθηκε από την εταιρεία μας και έγινε δεκτό το αίτημα για διατήρηση της προαναφερόμενης προσωρινής διαταγής μέχρι να εκδοθεί απόφαση για τις άνω κρινόμενες αιτήσεις. Μέχρι σήμερα επί των προαναφερομένων αιτήσεων δεν έχει ακόμη εκδοθεί οριστική απόφαση. Κατ' ακολουθία των παραπάνω μετά την έκδοση οριστικής απόφασης επί των αιτήσεων μας από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών θα προσδιορισθεί επακριβώς το ύψος των υποχρεώσεών μας προς τρίτους μεταξύ των οποίων και η υποχρέωσή μας προς τον Γ. Π., η οποία και θα οριστικοποιηθεί ως προς το ύψος της μετά την τελεσιδικία της εκδοθησομένης απόφασης είτε στα σημερινά επίπεδα σε περίπτωση τελεσίδικης απόρριψης των αιτήσεων μας είτε στα επίπεδα που το Δικαστήριο θα διατάξει εφόσον γίνει τελεσιδίκως δεκτή η αίτηση μας". Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα...η δήλωση της εκκαλούσας με το ανωτέρω περιεχόμενο έχει το χαρακτήρα αρνητικής δήλωσης. Η εκκαλούσα τρίτη εις χείρας της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση δεν αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής της, αλλά προβάλλει λόγο αδυναμίας εξόφλησής της. Περαιτέρω η δήλωση της εκκαλούσας τρίτης είναι ακριβής και αληθής.

Συγκεκριμένα η εκκαλούσα στη δήλωσή της, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτιμάται, αιτιολογεί την αδυναμία εξόφλησης, προβάλλοντας τον ισχυρισμό, που αποδεικνύεται κατά τα προεκτεθέντα ουσιαστικά βάσιμος, ότι η αδυναμία αυτή οφείλεται στην κατάθεση εκ μέρους της στις 22-12-2011 της από 21-12-2011 με αριθμό κατάθεσης 2421/2011 αίτησης λήψης προληπτικών μέτρων στο πλαίσιο της από 21-12-2011 με αριθμό κατάθεσης 2420/2011 αίτησης εξυγίανσης που κατέθεσε αυθημερόν, επί της οποίας - αίτησης λήψης προληπτικών μέτρων - χορηγήθηκε προσωρινή διαταγή που απαγορεύει την σε βάρος της λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης (ατομικής ή συλλογικής) με ισχύ έως τη συζήτηση της αίτησης εξυγίανσης που είχε προσδιοριστεί για 25-1-2012 και παρατάθηκε κατά τη συζήτηση που χώρησε κατά την ημερομηνία αυτή. Κατά το διάστημα ισχύος της προσωρινής διαταγής (δεν προκύπτει η παύση της ισχύος της προσωρινής διαταγής κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης του κατασχετηρίου στην εκκαλούσα [4-6-2013]) δεν ήταν επιτρεπτή η κάθε μορφής αναγκαστική εκτέλεση που στρεφόταν κατά της εκκαλούσας και επομένως, επίσης κατά τα προεκτεθέντα..., ούτε και η κατάσχεση εις χείρας της ως τρίτης.

Συνεπώς έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη έκρινε ως βάσιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής του εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, δεχθέν ότι με τη δήλωση της καθ' ης η ανακοπή και εκκαλούσας δεν υπήρξε σαφής και ειλικρινής πληροφόρηση, αφού δεν δηλώθηκε το ύψος της απαίτησης του οφειλέτη του ανακόπτοντος και εφεσίβλητου Χ. Λ., καθώς και ότι η απαγόρευση λήψης διωκτικών μέτρων σε βάρος της καθ' ης η ανακοπή και εκκαλούσας δεν περιλαμβάνει την απαγόρευση κατάσχεσης εις χείρας της ως τρίτης. Πρέπει επομένως, εφόσον βάσιμα παραπονείται η καθ' ης η ανακοπή και εκκαλούσα για το ζήτημα αυτό με το σχετικό (μοναδικό) λόγο της έφεσης, να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο πρώτος λόγος της ανακοπής (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).... Μετά την απόρριψη και του δεύτερου λόγου της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί η ανακοπή στο σύνολο της, ήτοι και κατά το μέρος που έγινε δεκτή με την εκκαλούμενη πρωτοβάθμια απόφαση". Ήδη με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30, 32, 33 του ΚΕΔΕ, 982, 985 και 986 του ΚΠολΔ, 103 του Πτωχευτικού Κώδικα, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (2013) και 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν το ν. 4335/2015.

Ειδικότερα, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η απαγόρευση λήψης διωκτικών μέτρων κατά της αναιρεσίβλητης δεν περιλαμβάνει την απαγόρευση κατάσχεσης εις χείρας της, ως τρίτης και επιπλέον ότι η τελευταία με τη δήλωσή της, που είναι ανειλικρινής, αναληθής και αόριστη, δεν παρείχε σαφή και ειλικρινή πληροφόρηση προς αυτό σχετικά με την κατασχεθείσα απαίτηση, αφού δεν προσδιόρισε την αιτία και το ύψος της οφειλής της και επιπλέον ότι δεν δεσμεύτηκε για την απόδοση οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού, η δε παράλειψη αυτή συνδέεται με τη μη παροχή δυνατότητας σ' αυτό (αναιρεσείον) να ελέγξει την ύπαρξη της απαίτησής του.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Η ως άνω δήλωση της αναιρεσίβλητης ήταν αληθής και ανταποκρίνονταν στα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά ίσχυαν κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο της επίδοσης του κατασχετηρίου στην αναιρεσίβλητη (4-6-2013). Κατά τον εν λόγω χρόνο η τελευταία είχε καταθέσει αίτηση εξυγίανσης και αίτησης λήψης προληπτικών μέτρων (άρθρα 99 επ. Πτωχευτικού Κώδικα, όπως ίσχυε μετά τους ν. 4013/2011 και 4072/2012), οι οποίες είχαν συζητηθεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την 25-1-2012, ενώ της είχε χορηγηθεί προσωρινή διαταγή, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας διατάχθηκε η αναστολή των ατομικών διώξεων εις βάρος της, η απαγόρευση λήψης μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης (ατομικής ή συλλογικής), η κήρυξη αυτής σε κατάσταση πτώχευσης κλπ έως τη συζήτηση της αίτησης (25-1-2012), κατά την οποία, μετά από αίτημά της, διατηρήθηκε η ως άνω προσωρινή διαταγή μέχρι την έκδοση απόφασης για τις ως άνω αιτήσεις.

Με τα δεδομένα αυτά κατά τον ως άνω χρόνο, εφόσον υπήρχε σε ισχύ η ως άνω απαγόρευση λήψης μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της αναιρεσίβλητης και ως εκ τούτου και κατάσχεσης στα χέρια της ως τρίτης, δεν τίθεται ζήτημα ειλικρίνειας, ακρίβειας και ορισμένου της ως άνω δήλωσης αυτής προς το επιβάλλον την προαναφερόμενη κατάσχεση αναιρεσείον για οφειλή προς αυτό του αναφερόμενου οφειλέτη της πρώτης Χ. Λ. από τη μη δήλωση του ύψους και της αιτίας της σχετικής απαίτησης. Ανεξαρτήτως δε τούτων κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο η ως άνω απαίτηση της αναιρεσίβλητης κατά του Χ. Λ. δεν ήταν εκκαθαρισμένη και τελούσε υπό αναβλητική αίρεση ως προς το ύψος της, λόγω της εκκρεμούς ως άνω αίτησης περί εξυγίανσης, ενώ είχε ανασταλεί κάθε μέτρο αναγκαστικής εκτέλεσης κατ' αυτής (αναιρεσίβλητης). Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι με την υπ' αριθ. 505/20-5-2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επικυρώθηκαν οι αναφερόμενες συμφωνίες εξυγίανσης της αναιρεσίβλητης με τους μνημονευόμενους πιστωτές, ενώ για τις λοιπές οφειλές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτή προς το Χ. Λ., προβλέφθηκε με την απόφαση αυτή ότι απομειώνονται κατά ποσοστό 90%.

Περαιτέρω, ενόψει των ως άνω ειδικών συνθηκών και περιστάσεων της παρούσας περίπτωσης, η μη παροχή από την αναιρεσίβλητη ρητής διαβεβαίωσης ότι θα παρακρατήσει και θα αποδώσει οτιδήποτε προκύψει στο μέλλον υπέρ του καθ' ου η κατάσχεση από την δικαιογόνο αιτία της οφειλής και ειδικότερα την απαίτηση στο ύψος που θα διαμορφωθεί σε περίπτωση παραδοχής της αίτησης εξυγίανσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καθιστά τη σχετική δήλωση ανειλικρινή, ανακριβή και αόριστη, καθόσον από τα παραπάνω συνάγεται αυτονοήτως ότι περιέχεται τέτοια δέσμευση και ως εκ τούτου ως προς την εν λόγω απαίτηση, όπως έχει ήδη διαμορφωθεί, υφίσταται δυνατότητα του αναιρεσείοντος να επισπεύσει τη σχετική διαδικασία.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης. Επίσης, αποτελούν πράγματα και τα επικαλούμενα προς θεμελίωση της αγωγής και των αιτημάτων της περιστατικά, καθώς και των ανακοπών και των λόγων τους. Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε οι ισχυρισμοί αυτού που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά, είτε "εκ του πράγματος", με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 14/2004, Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1262/2018, ΑΠ 217/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ανακοπής του, τον οποίο είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με λόγο έφεσης, και ειδικότερα ότι η αναιρεσίβλητη με τη δήλωσή της δεν παρείχε σαφή και ειλικρινή πληροφόρηση σχετικά με την κατασχεθείσα απαίτηση, αφού δεν προσδιόρισε την αιτία και το ύψος της οφειλής και επιπλέον δεν δεσμεύθηκε για την για την απόδοση οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο κατά τα ως άνω εκτιθέμενα έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και το σχετικό λόγο έφεσης αυτού και τον απέρριψε ρητά ως αβάσιμο. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττώμενο, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, στα όρια όμως του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-6-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 1346/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών .

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ          Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτης αποχωρήσασας από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης)