Α.Π. 162/2021 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΒΛΑΒΗ – ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΚΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΑΙΦΝΙΔΙΑ ΕΠΙΘΕΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ. Στην έννοια της οικογένειας περιλαμβάνονται και οι γονείς, ενώ δεν είναι απαραίτητη η συνοίκηση δράστη και θύματος. Εξάλλου, δεν ασκεί επιρροή η δήλωση του θύματος ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου, καθόσον, η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως (1 παρ.2, 6 παρ.1α και Γ, 17 παρ.1 Ν. 3500/2006).
ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑΣ ΕΠΙΔΟΣΗΣ ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ ΘΕΣΠΙΣΜΑΤΟΣ – ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ (ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ). Η ακυρότητα της κλήσης του κατηγορουμένου στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησης αυτών στον κατηγορούμενο καλύπτεται αν αυτός που κλητεύθηκε στην πρωτοβάθμια δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της, οπότε καλύπτεται η ακυρότητα, η δε επίδοση θεωρείται έγκυρη και από αυτή αρχίζει η κύρια διαδικασία (173 παρ. 1, 174 παρ. 1 και 2, 175 παρ. 2 Κ.Π.Δ.).
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Ν. 4619/2019 – ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΕΠΙΕΙΚΕΣΤΕΡΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ. Στην προβλεπόμενη από το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3500/2006 ποινή φυλάκισης προστίθεται διαζευκτικά και η χρηματική ποινή και, έτσι, η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3500/2006 καθίσταται ηπιότερη ως προς την ποινή (2 παρ. 1, 463 παρ. 2 Π.Κ., 511, 522, 590 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΔΕΧΕΤΑΙ ΕΝ ΜΕΡΕΙ αίτηση αναίρεσης.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη και Αναστασία Μουζάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Χαλντούπη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Β... του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 272/2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην με αριθ. 2/16.1.2019 αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 265/2020.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και τον αυτοπροσώπως παραστάντα με την ιδιότητα του δικηγόρου, αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Η κρινόμενη με αριθ.2/16-1-2019 έκθεση αναίρεσης του κατηγορούμενου Δ. Β. του Α., κατοίκου ..., οδός ... αρ. .., ενώπιον του Γραμματέα του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, για αναίρεση της υπ' αριθμ.272/2018 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους για την πράξη της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης, ανασταλείσα επί τριετία, είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη, αφού ασκήθηκε πριν την καταχώρησή της, στις 5-3-2019, στο ειδικό βιβλίο και είναι παραδεκτή, ως περιέχουσα παραδεκτούς λόγους αναίρεσης την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (αρθ.510 παρ.1 στοιχ.Ε Α και Β ΚΠΔ). Είναι επομένως τυπικά δεκτή και πρέπει να εξεταστεί στην ουσία της.
II. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3500/2006, "Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις", θεωρείται ενδοοικογενειακή βία η τέλεση αξιόποινης πράξης σε βάρος μέλους της οικογένειας, σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του παρόντος και τα άρθρα 299 και 311 του ΠΚ, ενώ κατά την παρ. 2 εδ. α' του ίδιου άρθρου 1 του Ν.3500/2006, οικογένεια θεωρείται η κοινότητα που αποτελείται από συζύγους ή γονείς και συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους. Όπως δε ορίζεται στην παρ. 3, θύμα ενδοοικογενειακής βίας θεωρείται κάθε πρόσωπο της προηγουμένης παραγράφου, σε βάρος του οποίου τελείται αξιόποινη πράξη κατά τα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του παρόντος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ίδιου Νόμου, "το μέλος της οικογένειας, το οποίο προκαλεί σε άλλο μέλος αυτής σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, υπό την έννοια του εδαφίου β" της παρ. 1 του άρθρου 308 του Ποινικού Κώδικα, ή με συνεχή συμπεριφορά προξενεί εντελώς ελαφρά κάκωση ή βλάβη της υγείας του, με την έννοια του εδαφίου β' της παραπάνω διάταξης, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον, ενός έτους". Έτσι, ποινικοποιείται η ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη, με την έννοια της πρόκλησης από μέλος της οικογένειας σε άλλο μέλος αυτής σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας, ή εντελώς ελαφράς σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας μετά από συνεχή συμπεριφορά. Η ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη διακρίνεται από την απλή σωματική βλάβη του άρθρου 308 του ΠΚ, ως προς το ότι στοιχεία της πρώτης είναι η τέλεσή της εντός του οικογενειακού περιβάλλοντος και για το λόγο αυτό τιμωρείται αυστηρότερα (ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους). Με τη διάταξη αυτή αντιμετωπίζονται οι μορφές ενδοοικογενειακών σωματικών κακώσεων και προσλαμβάνουν τον χαρακτήρα ιδιώνυμου εγκλήματος, όταν δράστες και παθόντες είναι μέλη της ίδιας οικογένειας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 του ως άνω Νόμου.
Τέλος, στο άρθρο 17 παρ.1 του ίδιου Νόμου ορίζεται ότι η ποινική δίωξη για τα εγκλήματα των άρθρων 6, 7, 9 και 10 ασκείται αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης, συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξη. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 2/2011, ΑΠ 75/2016).
III. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης , με αριθμό 272/2018, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας , που δίκασε σε δεύτερο βαθμό (λόγω της δικηγορικής ιδιότητας του αναιρεσείοντος), μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σλ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Η παθούσα Μ. Β., γεννηθείσα το έτος 1938 είναι μητέρα του κατηγορουμένου Δ. Β., ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1962 και είναι Δικηγόρος .... Στις 30/10/2013 και περί ώρα 16.00' ο κατηγορούμενος πήγε στην οικία της παθούσας-μητέρας του, η οποία βρίσκεται στην Καρδίτσα επί της οδού ... αρ... και της ζήτησε να του σερβίρει φαγητό, προκειμένου αυτός (ο κατηγορούμενος) να γευματίσει. Ο κατηγορούμενος όταν δοκίμασε λίγο από το φαγητό ,της είπε ότι δεν ήταν καλό και χωρίς καμία αφορμή, επιτέθηκε στην μητέρα του-παθούσα, με γροθιές στο κεφάλι και σε άλλα μέρη του σώματος της και της προξένησε κάκωση κεφαλής (κεφαλαιμάτωμα δεξιάς μετωπιαίας περιοχής) καθώς και κακώσεις κοιλιάς και θώρακα. Η παθούσα μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο ... σε φορείο όπου της προσφέρθηκαν οι πρώτες βοήθειες, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη τις παραπάνω βλάβες της υγείας της (βλ. αριθμό πρωτ. 10796/25-8-2014 πιστοποιητικό ιατρικής εξέτασης του ανωτέρω νοσοκομείου).
Κατόπιν όλων των ανωτέρω ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης. Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε, τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο για την αξιόποινη πράξη της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης και του επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ με απόντα (ωσεί παρόντα) τον κατηγορούμενο Δ. Β. του Α., Δικηγόρο, κάτοικο ... (... 16). ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στην ..., στις 30-10- 2013 προξένησε με πρόθεση σε μέλος της οικογένειάς του σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του και συγκεκριμένα επιτέθηκε στην μητέρα του Μ. Β. και την χτύπησε με γροθιές στο κεφάλι και σε άλλα μέρη του σώματος της και της προξένησε κάκωση κεφαλής (κεφαλαιμάτωμα δεξιάς μετωπιαίας περιοχής) καθώς και κακώσεις κοιλιάς και θώρακα.
Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2,6 παρ. Γ και 17 παρ.1 Ν. 3500/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού εκθέτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.
Περαιτέρω, η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος περί του ότι το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα τον καταδίκασε για ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας απαιτείται, κατά τους ισχυρισμούς του, εκτός των άλλων, ο δράστης να είναι σύνοικος του παθόντος, είναι αβάσιμη, διότι κατά τη σαφή διατύπωση της παρ. 2 περ. α' του άρθρου 1 του Ν. 3500/2006, στην έννοια της οικογένειας περιλαμβάνονται και οι γονείς, όπως είναι η παθούσα μητέρα του αναιρεσείοντος, ενώ δεν ήταν απαραίτητη η συνοίκηση αυτού με την παθούσα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, όπως απαιτείται για άλλους συγγενείς, κατά τη διάταξη της παρ. 2 περ. β' του εν λόγω άρθρου.
Επίσης, απορριπτέα είναι και η αιτίαση του αναιρεσείοντος περί του ότι θα έπρεπε το Δικαστήριο να παύσει οριστικά την σε βάρος του ποινική δίωξη επειδή η παθούσα μητέρα του είχε δηλώσει, με την από 30-10- 2013 ένορκη κατάθεσή της στο AT. ..., ότι δεν επιθυμεί την ποινική του δίωξη, καθόσον, όπως εκτίθεται στη μείζονα σκέψη, η ποινική δίωξη, στο έγκλημα, μεταξύ άλλων, του άρθρου 6 παρ.1α του Ν.3500/2006 της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης, ασκείται αυτεπαγγέλτως. Κατά συνέπεια, ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης του αναιρεσείοντος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος.
IV. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Β ΚΠΔ, ως λόγος αναίρεσης της απόφασης μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα, που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε , καθώς και η κατά το άρθρο 172 παρ. 2 έλλειψη ακρόασης.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εισαγωγικού της δίκης εγγράφου [κλητηρίου θεσπίσματος]. Η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320-321, 339-340 και 343 του ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 παρ.1 και 174 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, οι οποίες δεν θίγουν τα από το άρθρο 6 παρ.3 εδ.α της ΕΣΔΑ προστατευόμενα δικαιώματα του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή της επίδοσής του , η οποία είναι σχετική και αφορά σε διαδικαστική πράξη που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, πρέπει να προταθεί πριν αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή από την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται, κατά το άρθρο 174 παρ.1 ΚΠΔ, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καλύπτεται αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και δεν προβάλλει εναντίωσή στην πρόοδο της, προτείνοντας την ακυρότητα. Έτσι, σύμφωνα και με τις προαναφερθείσες διατάξεις του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, που εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση [άρθρο 590 παρ.1 ΚΠΔ], κατά την άποψη που θεωρεί ορθή το παρόν Δικαστήριο, απώτατο χρονικό σημείο, που μπορούσε ο κατηγορούμενος να προβάλει ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος στην πρωτοβάθμια δίκη και τις αντιρρήσεις του στην πρόοδο της δίκης, για να μην καλυφθεί η υπάρχουσα σχετική ακυρότητα, είναι η έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας [ΑΠ 646/2015, ΑΠ 282/2006]. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από την ρητή πλέον πρόβλεψη με το άρθρο 175 παρ.2 του ήδη ισχύοντος ΚΠΔ, του απώτατου αυτού χρονικού σημείου.
Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα η ακυρότητα της κλήσης του κατηγορουμένου στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησης αυτών στον κατηγορούμενο καλύπτεται αν αυτός που κλητεύθηκε στην πρωτοβάθμια δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της, οπότε καλύπτεται η ακυρότητα, η επίδοση θεωρείται έγκυρη και από αυτή αρχίζει η κύρια διαδικασία. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναίρεσης , επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, εμφανίστηκε αυτοπροσώπως ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που δίκασε ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λόγω της ιδιάζουσας δωσιδικίας, εξαιτίας της δικηγορικής του ιδιότητας και με την υπ' αριθ. 1169/2016 απόφαση καταδικάστηκε για την πράξη της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης , χωρίς να προβάλλει λόγο ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος. Κατόπιν τούτων, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, καλύφθηκε η ακυρότητα και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος θεωρείται έγκυρη. Επομένως, ο προβαλλόμενος, όπως εκτιμάται, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ.Β ΚΠΔ, δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
V. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α ΚΠΔ, ως λόγος αναίρεσης της απόφασης μπορεί να προταθεί και η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (αρθ. 171). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 502 παρ.1 εδ.1 ΚΠοινΔ, "Αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή ο συνήγορος του στην περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση", κατά δε το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, "Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329-338, 340, 344, 347, 348, 349, 352, 357-363, 366-373". Από τις διατάξεις αυτές, η διάταξη του άρθρου 344 παρ.1 εδάφ. α' ορίζει ότι "η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης δεν κωλύει καθόλου την πρόοδο της διαδικασίας".
Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 501 ΚΠοινΔ, "Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή η αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανισθεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών".
Από τις τελευταίες πιο πάνω διατάξεις, ως ίσχυαν κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, προκύπτει ότι αν ο εκκαλών-κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του, εμφανίστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκη για να υποστηρίζει την έφεσή του και στη συνέχεια, μετά την έναρξη της συζήτησης, αποχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 ΚΠοινΔ, αλλά οφείλει να την ερευνήσει στην ουσία. Το ίδιο ισχύει, για την ομοιότητα της περίπτωσης, κατά μείζονα λόγο και όταν ο εκκαλών-κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, αλλά στη συνέχεια, μετά τη λήψη της ταυτότητάς του, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, η δίκη αναβλήθηκε και στη νέα, μετ' αναβολή, δικάσιμο ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο. Ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, όπως εκτιμάται, προβάλλει την αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω παραβίασης των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, επειδή, κατά τη δικάσιμο της 24-10-2018, κατά την οποία είχε προσδιοριστεί να εκδικαστεί η ένδικη υπόθεση ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, μετά από αναβολή με παρόντα τον ίδιο, απέστειλε προς την Πρόεδρο του Δικαστηρίου με FAX αίτηση, συνοδευόμενη με ιατρική γνωμάτευση, αιτούμενος την αναβολή της δίκης, λόγω της αδυναμίας του να παραστεί σ' αυτή, εξαιτίας τραυματισμού του, που είχε υποστεί από πτώση και ότι το Δικαστήριο από την άνω δικάσιμο διέκοψε τη συνεδρίαση για τις 5-12-2018 , οπότε προχώρησε στην εκδίκαση της έφεσής του και εσφαλμένα δεν αποφάνθηκε επί του αιτήματος αναβολής, αλλά δέχθηκε τυπικά την έφεσή του με "ωσεί παρόντα" τον ίδιο.
Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία ,εφόσον δεν προσβάλλονται για πλαστότητα, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά (αρθ. 141 παρ.3 ΚΠΔ) δεν προκύπτει ότι η ως άνω αίτηση αναβολής με την επισυναφθείσα σ' αυτήν ιατρική γνωμάτευση υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Επομένως, το Εφετείο, ορθά προχώρησε στην εκδίκαση της έφεσης, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες νομικές σκέψεις και με το να θεωρήσει τον αναιρεσείοντα "ωσεί παρόντα", δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός για απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, (ΚΠΔ 171 παρ. 1 στοιχ. δ') είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
VI. Κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον. Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους. Επίσης δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. δ' του ΚΠοινΔ, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο, που ισχύει μετά τη δημοσίευση της απόφασης.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν.3500/2006, "το μέλος της οικογένειας, το οποίο προκαλεί σε άλλο μέλος αυτής σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, υπό την έννοια του εδαφίου β' της παρ. 1 του άρθρου 308 του Ποινικού Κώδικα, ή με συνεχή συμπεριφορά προξενεί εντελώς ελαφρά κάκωση ή βλάβη της υγείας του, με την έννοια του εδαφίου βλ της παραπάνω διάταξης, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον, ενός έτους". Ήδη, όμως, με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 463 παρ. 2 του ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα, που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019, ορίζεται ότι "όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται ποινή φυλάκισης, προστίθεται διαζευκτικά και η χρηματική ποινή, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 57 του παρόντος Κώδικα".
Συνεπώς, στην προβλεπόμενη από το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3500/2006 ποινή φυλάκισης προστίθεται διαζευκτικά και η χρηματική ποινή και, έτσι, η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3500/2006 καθίσταται ηπιότερη ως προς την ποινή.
Σύμφωνα, επομένως, με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του ΠΚ και 511 εδ. δ' του ΚΠοινΔ, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου πρέπει αυτεπαγγέλτως να εφαρμόσει την ως άνω ηπιότερη για τον αναιρεσείοντα διάταξη.
Σύμφωνα με όλα αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει, κατά μερική παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις διατάξεις της περί ποινής και να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο μέρος, η υπόθεση για νέα κατά τούτο συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, εφόσον τούτο είναι δυνατό, από τους ίδιους Δικαστές, αφού η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς το σκέλος της ποινής (άρθρα 522, 590 παρ. 1 εδ. α του ΚΠοινΔ) και να απορριφθεί, κατά τα λοιπά, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την απόφαση με αριθμό 272/2018, του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, ως προς τις διατάξεις αυτής περί ποινής.
Παραπέμπει, κατά το αναιρούμενο μέρος, την υπόθεση για νέα κατά τούτο συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, εφόσον τούτο είναι δυνατό, από τους ίδιους Δικαστές.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την με αριθ. 2/16-1-2019 αίτηση, ασκηθείσα με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, του Δ. Β. του Α., κατοίκου ..., οδός ... αρ. .., για αναίρεση της απόφασης, με αριθμό 272/2018, του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2021.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1974 - 2026 © Τετράβιβλος. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Όροι και Προϋποθέσεις