ΜΠρΤρικ 113/2022 (Εφαρμ. Αστ. Δικαίου 2022, σελ. 904)
ΑΝΑΚΟΠΗ ΓΙΑ ΑΚΥΡΩΣΗ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ – ΕΠΙΤΑΓΗ ΠΡΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΟΡΙΣΜΕΝΟ ΑΥΤΗΣ – ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΛΟΓΩΝ ΠΟΥ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΠΡΟΒΛΗΘΕΙ ΣΕ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΑΝΑΚΟΠΗ - ΤΙΤΛΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΣΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΒΙΒΛΙΑ – ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΜΗ ΕΞΥΠΗΡΕΤΟΥΜΕΝΩΝ ΔΙΑΝΕΙΩΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ – ΩΣ ΕΙΔΙΚΟΙ ΔΙΑΔΟΧΟΙ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΟΥΝ ΝΕΑ ΕΠΙΤΑΓΗ ΠΡΟΣ ΕΠΙΣΠΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΜΕ ΣΥΓΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ – ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΜΕΝΟ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ- ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΜΕΤΑΚΥΛΙΣΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ ΤΟΥ Ν. 128/1975- ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΟΤΗΤΑ – ΥΠΟΛΙΓΙΣΜΟΣ ΕΠΙΤΟΚΙΟΥ ΒΑΣΕΙ 360 ΚΑΙ ΟΧΙ365 ΗΜΕΡΩΝ – ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ – ΑΟΡΙΣΤΙΑ ΕΚΘΕΣΗΣ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΑΙΤΟΥΜΕΝΑ ΚΟΝΔΥΛΙΑ. - Στο κείμενο αυτής (της κατασχετήριας έκθεσης) υπήρχε μνεία ότι το υπόλοιπο ποσό της απαίτησης παραμένει απαιτητό, χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίζεται σε τι αφορά ο περιορισμός, ώστε να καθίσταται σαφές για ποιά ακριβώς κονδύλια διενεργείται έκτοτε η εκτέλεση, ούτε μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για τα παραπάνω από το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ότι επιβάλλεται κατάσχεση για μέρος της συνολικής απαίτησης της καθ’ ης προς περιορισμό και μόνο των εξόδων εκτέλεσης -Δεκτός ο λόγος. - (933, 935, 924, 925, 919 ΚΠολΔ, άρθρ. 1, 3 του ν.4354/2015, άρθρ. 10 ν.3156/2003, αρθρ. 6 ν. 2251/1994)
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΡΙΚΑΛΩΝ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Αικατερίνη Σοφιανού, Πρωτόδικη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο Πρωτοδικών Τρικάλων και από το Γραμματέα Χρήστο Παπαναστασίου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, την 11η Μαΐου 2022, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΩΝ: 1) ... του ... (Α.Φ.Μ. ...) και 2) ... του ... (Α.Φ.Μ. ...), κατοίκων Τρικάλων, επί της οδού ... αρ….., οι οποίοι παραστάθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, Νικολέτας Μπρουζούκη (Δ.Σ.Τρικάλων με Α.Μ.144), που κατέθεσε νομότυπες και εμπρόθεσμες προτάσεις.
ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: 1) Εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «...», που εδρεύει στο ... Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Εταιρίας ειδικής διαχείρισης με την επωνυμία «...», που εδρεύει στο ... Αττικής, επί της οδού ... αρ…. και ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες παραστάθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, Κωνσταντίνου Κωλέττη (Δ.Σ.Τρικάλων με Α.Μ.156), που κατέθεσε νομότυπες και εμπρόθεσμες προτάσεις.
Οι ανακόπτοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 8-3-2022 ανακοπή τους κατά των καθ’ ων η ανακοπή, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …./11-3-2022 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 11-5-2022, κατά την οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου.
Κατά τη συζήτηση της ανακοπής, οι διάδικοι παραστάθηκαν ως ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, αφού ανέπτυξαν συνοπτικά τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι ανακόπτοντες αιτούνται, μέσω των, εκτιμώμενων, υπό κρίση ανακοπής, λόγων, να ακυρωθεί η από ... επιταγή προς πληρωμή, η ... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του διορισμένου στο Πρωτοδικείο Τρικάλων δικαστικού επιμελητή ... και το ... απόσπασμα κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή, όπως επίσης να καταδικαστούν οι καθ’ ων η ανακοπή στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης για την παρούσα δίκη.
Ενόψει των προεκτεθέντων, η υπό κρίση ανακοπή, στο δικόγραφο της οποίας σωρεύονται λόγοι ανακοπής κατά της προδιαληφθείσας επιταγής προς πληρωμή ως εξώδικης διαδικαστικής πράξης της προδικασίας της επισπευδόμενης επί τη βάσει της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής αναγκαστικής εκτέλεσης και της προεκτεθείσας έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιου Δικαστηρίου τούτου (ά. 7, 9, 12-14 παρ.2, 584 και 933 παρ.1 εδ.α’ ΚΠολΔ), προκειμένου να εκδικασθεί με την αρμόζουσα ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (ά. 937 παρ.3, 591 και 614 επ. του ίδιου κώδικα, όπως έχουν κατόπιν του ν.4335/2015), παθητικώς νομιμοποιούμενη μόνο κατά της δεύτερης καθ’ ης η ανακοπή, απορριπτομένης της κρινόμενης ανακοπής ως προς την πρώτη καθ’ ης, καθώς η δεύτερη καθ’ ης η ανακοπή αποτελεί διαχειρίστρια των απαιτήσεων-μεταξύ των οποίων της ένδικης-της εταιρίας ειδικού σκοπού «...», πρώτης καθ’ ης, ειδικής διαδόχου της «...», για δε τη συνέχιση της εκτελεστικής διαδικασίας από την ως άνω ειδική διάδοχο, αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού, για λογαριασμό και επ’ ονόματι της οποίας ενεργεί ως μη δικαιούχος διάδικος η δεύτερη καθ’ ης, επιδόθηκε στον ανακόπτοντα την ... η από ... νέα επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της 32/2013 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, συγκοινοποιούμενων των νομιμοποιητικών εγγράφων που αποδεικνύουν τη διαδοχή (άρθρο 925 παρ.1 ΚΠολΔ).
Επί της ανακοπτόμενης από ... επιταγής προς πληρωμή ασκήθηκε η γνωστή, κατ’ άρθρο 336 παρ.2 ΚΠολΔ, στο Δικαστήριο υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. ... ανακοπή των ανακοπτόντων κατά των κατ’ ων η ανακοπή με τους αυτούς με την κρινόμενη (ανακοπή) λόγους με τους οποίους ζητείται η ακύρωση της συγκεκριμένης προσβαλλόμενης πράξης εκτέλεσης (επιταγής προς εκτέλεση). Επί της χρονικά προγενέστερης ασκηθείσας ανακοπής, εκδόθηκε η 104/2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία απέρριψε την ανακοπή.
Καθώς όμως κατ’ άρθρο 935 ΚΠολΔ «Λόγοι ανακοπής που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι απαράδεκτοι όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της αυτής ή άλλης πράξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης», κρίνεται ότι οι λόγοι ανακοπής με τους οποίους ζητείται η ακύρωση της άνω επιταγής προς εκτέλεση που κατά περιεχόμενο ταυτίζονται με αυτούς της προρρηθείσας ανακοπής, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου, απαραδέκτως προβάλλονται με την υπό κρίση ανακοπή και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν.
Περαιτέρω, η κρινόμενη, κατ’ άρθρο 933 παρ.1 εδ.α’ ΚΠολΔ, ανακοπή έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά της πιο πάνω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και του αποσπάσματος αυτής (ά. 924, 933 παρ.1, 934 παρ.1 στοιχ.α’ εδ.α’, 591 παρ.1 εδ.α’, 122 επ., 144 παρ.1,3, 585 και 215 επ. ΚΠολΔ, όπως έχουν μετά την ισχύ του ν.4335/2015, βλ. το άρθρο ένατο αυτού), οπότε πρέπει οι ένδικοι λόγοι που την αφορούν να εξετασθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό, τη νομική και την ουσιαστική βασιμότητά τους (ά. 585, 933 επ. και 176 επ. ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν.4354/2015 σχετικά με τη διαχείριση μη εξυπηρετούμενων δανείων: «1. Η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα πλην της περίπτωσης δ' της παρ. 5 του άρθρου 2 του ν.4261/2014, υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο και αντικείμενό της μπορεί να είναι μεμονωμένες απαιτήσεις ή ομάδες απαιτήσεων κατά οποιουδήποτε δανειολήπτη, μη εφαρμοζομένου στην περίπτωση αυτή του άρθρου 479 ΑΚ. Άλλα δικαιώματα, ακόμα κι αν δεν αποτελούν παρεπόμενα δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 458 ΑΚ, εφόσον συνδέονται με τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις, μπορούν να μεταβιβάζονται μαζί με αυτές. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 513 επ. ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
23. Η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων καταχωρίζεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν.2844/2000 (Α’ 220)Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης επέρχεται η μεταβίβαση των πωλούμενων απαιτήσεων του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος4. Αναγγελία της καταχώρισης γίνεται ατύπως προς τους οφειλέτες και τους εγγυητές με κάθε πρόσφορο μέσο, συμπεριλαμβανομένων και των μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Πριν από την καταχώριση δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση απαιτήσεων της παραγράφου 1».
Κατά δε το άρθρο 1 παρ.1γ’ και δ’ του ίδιου ν.4354/2015 «γ. Η πώληση των παραπάνω απαιτήσεων είναι ισχυρή μόνο εφόσον έχει υπογράφει συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ εταιρίας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά τον παρόντα νόμο από την Τράπεζα της Ελλάδος. Η προϋπόθεση αυτή οφείλει να πληρούται και σε κάθε περαιτέρω μεταβίβαση. Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου... δ. Οι διατάξεις του παρόντος δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου 3156/2003...».
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.1 και 2 του ν.3156/2003, η τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ «μεταβιβάζοντος» και «αποκτώντος» σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται με τους προβλεπόμενους στον ανωτέρω νόμο τρόπους. «Μεταβιβάζων» είναι μόνο έμπορος με κατοικία ή έδρα στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, εφόσον έχει εγκατάσταση στην Ελλάδα (άρα και τραπεζικές ανώνυμες εταιρίες) και «αποκτών» είναι το νομικό πρόσωπο ή νομικά πρόσωπα, που έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την απόκτηση επιχειρηματικών απαιτήσεων για την τιτλοποίησή τους σύμφωνα με το νόμο αυτόν («εταιρεία ειδικού σκοπού»), προς τα οποία μεταβιβάζονται λόγω πώλησης οι επιχειρηματικές απαιτήσεις, εκδότης δε των ομολογιών είναι ο ίδιος ο αποκτών. Οι απαιτήσεις που μεταβιβάζονται με σκοπό την τιτλοποίηση μπορεί να είναι απαιτήσεις κατά οποιουδήποτε τρίτου ακόμη και των καταναλωτών, υφιστάμενες ή μελλοντικές, εφόσον αυτές προσδιορίζονται ή είναι δυνατόν να προσδιοριστούν με οποιονδήποτε τρόπο (βλ. άρθρο 10 παρ.6 του ως άνω νόμου).
Περαιτέρω, η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων καταχωρίζεται σε δημόσια βιβλία σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν.2844/2000 (βλ. άρθρο 10 παρ. 8 του ν.3156/2003). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης, η δε μεταβίβαση (εκχώρηση) αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την Εταιρία Ειδικού Σκοπού στον οφειλέτη (βλ. άρθρο 10 παρ. 9 του ν.3156/2003). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του ν.2844/2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 8 του ιδίου άρθρου. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση (εκχώρηση) λόγω πώλησης της παραγράφου 1 (βλ. άρθρο 10 παρ. 10 του ν.3156/2003).
Η ανωτέρω καταχώριση γίνεται με δημοσίευση (κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίστηκε με την 161/337/2003 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης-ΦΕΚ Β’ 1688/2003 και ήδη με την ΥΑ 207/2020) στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, ως ενεχυροφυλακεία δε έως την ίδρυσή τους με π.δ. ορίζονται τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείων.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των ν.4354/2015 και 3156/2003 προκύπτει ότι η μεταβίβαση απαιτήσεων κατά τους ορισμούς τους γίνεται με έγγραφο τύπο και συντελείται με την καταχώριση της σύμβασης πώλησης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν.2844/2000, από την οποία (καταχώριση) αποκτώνται τα δικαιώματα του αναδόχου έναντι του τρίτου οφειλέτη και πριν την αναγγελία της εκχώρησης στον τελευταίο, αφού ως τέτοια ισχύει πλασματικά εκ του νόμου η καταχώριση της σύμβασης στο βιβλίο αυτό κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 παρ. 10 του ν.3156/2003, εφόσον πρόκειται για τιτλοποίηση απαιτήσεων, η δε διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων ανατίθεται υποχρεωτικά σε εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά το ν.4354/2015 από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 924 παρ.1 ΚΠολΔ, η επιταγή ως πρώτη πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης και συνάμα της προδικασίας της πρέπει απαραίτητα να επιδίδεται στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 925 τταρ.1 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου (δανειστή), ο οποίος δεν αναφέρεται στον εκτελεστό τίτλο και δικαιούται κατ’ άρθρο 919 παρ.1 ΚΠολΔ ή άλλη ειδική διάταξη να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση, υποχρεούται για το έγκυρο της αναγκαστικής εκτέλεσης που ενεργείται απ’ αυτόν, να κοινοποιήσει στον καθ’ ου η εκτέλεση νέα επιταγή, ακόμη και αν έχει κοινοποιηθεί προηγουμένως επιταγή από τον αναφερόμενο στον εκτελεστό τίτλο αρχικό δικαιούχο, καθώς και τα νομιμοποιητικά της διαδοχής του έγγραφα, είτε αυτά είναι δημόσια, είτε ιδιωτικά, τόσο για την έναρξη όσο και για τη συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η υποχρέωση αυτή είναι ανεξάρτητη και πρέπει να γίνεται ακόμα και όταν ο καθ’ ου η εκτέλεση γνωρίζει για την επελθούσα διαδοχή.
Απαιτείται δε η επίδοση ολοκλήρων των εγγράφων και όχι αποσπασμάτων. Αυτά πρέπει να κοινοποιούνται ως πρωτότυπα επίσημα έγγραφα, μη αρκούσης, της απλής μνείας τούτων στην επιταγή. Η παράβαση του άρθρου 925 παρ.1 ΚΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου «δεν δύναται να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση» είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας. Τυχόν ακυρότητα της επιταγής που επέδωσε ο αρχικός δικαιούχος δεν επιδρά στο κύρος της νέας επιταγής, η οποία έχει αυτοτέλεια έναντι της προηγούμενης.
Παρά τα ανωτέρω, στην περίπτωση της διαδοχής του δικαιούχου λόγω σύμβασης μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων τραπεζικών απαιτήσεων κατά τους ορισμούς των ν.4354/2015 και 3156/2003, με δεδομένη τη συνθετότητα και την έκταση των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται η μεταβίβαση των απαιτήσεων και εν συνεχεία η ανάθεση της διαχείρισης αυτών, άρα και των αντιστοίχων εγγράφων που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ.1 ΚΠολΔ, ολόκληρων των σχετικών συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, στείρα τυπολατρική και παρεμβάλει σοβαρά εμπόδια στην εκτελεστική διαδικασία, παρεμποδίζοντας αδικαιολογήτως την πρόσβαση σε αυτήν των δανειστών. Η αναγκαστική εκτέλεση θέτει μεν συνήθως τον τύπο πριν από την ουσία, όχι, όμως, σε βαθμό που να εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ’ ανάγκη λοιπόν, θα πρέπει να επιλεγούν εκεί να μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της μεταβίβασης και στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του επισπεύδοντος (πρβλ. ΑΠ 345/2006 δημ. στην Τ.Ν.Π. Νόμος).
Καθώς δε τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι τρίτων από την καταχώριση της κάθε σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του αρ.3 του ν.2844/2000, είναι προφανές ότι και η νομιμοποίηση της εταιρίας που αναλαμβάνει τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων αρχίζει ακριβώς από τότε. Άρα, τα έγγραφα, που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα και θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή.
Όλα τα υπόλοιπα, οσηδήποτε σπουδαιότητα και σοβαρότητα αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ’ εαυτήν, δεν παύουν να αποτελούν στοιχεία, που αφορούν στις εσωτερικές σχέσεις των εταιρειών. Τα έγγραφα που νομιμοποιούν, συνεπώς, την εταιρεία που ανέλαβε τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, είναι η καταχώριση σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, σύμφωνα με το αρ.3 του ν.2844/2000, ήτοι η δημοσίευση του εντύπου που καθορίστηκε με την υπ’ αριθ. 161/337/2003 (ήδη ΥΑ 207/2020) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, με το σχετικό απόσπασμα των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων απ’ όπου θα φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του καθ’ ου η εκτέλεση.
Η κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ.1 ΚΠολΔ (βλ. ΕφΘεσ 177/2022 δημ. στην Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΘεσ 160/2022 αδημ., ΕφΠειρ 574/2020 δημ., ΕφΘεσ 1643/2019, αδημ., Π. Γιαννόπουλο, Η Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις ως μη δικαιούχος διάδικος στη διαγνωστική δίκη και στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης - Κριτική επισκόπηση των ρυθμίσεων του ν.4354/2015 και de lege ferenda προτάσεις, Αρμ 2019/233 επ., Ν.Κατηφόρης σχόλιο κάτωθι ΜΠρΝαξ 57/2020, ΕΠολΔ 2020 σελ.432 επ, αντίθετα Κ. Παπαχρήστου-Δημητράς. Η νομιμοποίηση των διαδίκων στην πολιτική δίκη εκδ.2021 σελ.137-140 με παραπομπές σε σύγχρονη νομολογία Πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων, Γ. Αποστολάκης, Ζητήματα από την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση των εταιρειών διαχειρίσεως απαιτήσεων από τραπεζικά δάνεια ΕπΑΚ 2021 σελ.703-704).
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους ανακοπής, οι οποίοι συνέχονται και αποτελούν ενιαίο λόγο, που βάλουν κατά των ανακοπτόμενων πράξεων εκτέλεσης (... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και ... απόσπασμα κατασχετήριας έκθεσης), οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται κατ’ εκτίμηση ότι η δεύτερη καθ’ ης δε νομιμοποιείται ενεργητικώς να επισπεύσει σε βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση, λόγω ότι σε καμία από τις συμβάσεις πώλησης και μεταβίβασης και διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων δεν αποδεικνύεται ότι μεταβιβάστηκε και η ένδικη απαίτηση και το τυχόν τίμημα αυτής και επιπλέον, στα συγκοινοποιούμενα προς αυτόν με την ανακοπτόμενη επιταγή προς εκτέλεση έγγραφα κατ’ άρθρ. 925 ΚΠολΔ περιλαμβάνονται αποσπάσματα αντί ολόκληρων των συναφθεισών συμβάσεων που προσκομίζονται σε απλά φωτοαντίγραφα. Οι ανωτέρω αιτιάσεις περί ακυρότητας στοιχειοθετούν νόμιμο λόγο ανακοπής κατά των άνω ανακοπτόμενων πράξεων εκτέλεσης, στηριζόμενο στις διατάξεις των άρθρων 925 παρ.1 και 933 παρ.1 ΚΠολΔ, 1 παρ.1 εδ.γ’ και δ’, 3 ν.4354/2015 και 10 ν.3156/2003 και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα εξής: Με την 32/2013 Διαταγή Πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που εκδόθηκε κατόπιν αίτησης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «....», υποχρεώθηκαν, μεταξύ άλλων, οι ανακόπτοντες να της καταβάλουν το ποσό 125.610,29 ευρώ για επιδικασθείσα απάιτηση εντόκως από την 1-7-2011 με το συμβατικό επιτόκιο και από την 3-4-2012 με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, καθώς και εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων έως την εξόφλησή του και το ποσό 4.122,04 ευρώ για δικαστικά έξοδα, για απαίτηση αυτής (αιτούσας) απορρέουσα από τις ... συμβάσεις πίστωσης με ανοικτό-αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ της δικαιοπαρόχου της παραπάνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, ως δανείστριας, και του καθ’ ου, ως πιστούχου.
Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής, η οποία επιδόθηκε την 5-2-2013, ασκήθηκε κατ’ αυτής η με αρ. έκθ. κατάθ. ... ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η 57/2015 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η άνω ανακοπή και ήδη κατέστη τελεσίδικη. Την ... η καθ’ ης η ανακοπή επέδωσε στους ανακόπτοντες αντιπεφωνημένο αντίγραφο εκ του πρώτου απογράφου εκτελεστού της 32/2013 διαταγής πληρωμής, με την οποία επιτάχθηκαν οι τελευταίοι να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 130.127,33 ευρώ, ήτοι κεφάλαιο, τόκους, δικαστική δαπάνη και λοιπά έξοδα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η «...» σύναψε μετά της εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «...», με έδρα το ... Ιρλανδίας και αριθμό μητρώου ... α) την από ... σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων του ν.3156/2003, της οποίας περίληψη δημοσιεύθηκε με αριθμό πρωτοκόλλου …/... στα τηρούμενα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών βιβλία του ν.2844/2000 στον τόμο …. και αριθμό ….., συνοδευόμενη από παράρτημα μεταβιβαζόμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων, στο οποίο στη σελίδα 1.689 αναφέρεται η ως άνω απαίτηση με τρέχον υπόλοιπο εκ 125.610,29 ευρώ, δηλ. το λογιστικό υπόλοιπο της απαίτησης κατά κεφάλαιο, χωρίς τους τόκους, και οφειλέτες τους καθ’ ων η διαταγή πληρωμής μαζί με το ΑΦΜ τους και την διεύθυνση κατοικίας τους και β) την από ... σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων του ν.3156/2003, της οποίας περίληψη δημοσιεύθηκε με αριθμό πρωτοκόλλου …./... στα τηρούμενα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών βιβλία του ν.2844/2000 στον τόμο …. και αριθμό …., δυνάμει της οποίας την διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων ανέλαβε η «...». Η τελευταία μετονομάσθηκε σε «...» (βλ. την ... ανακοίνωση στο ΓΕΜΗ) και την 4-1- 2022, ως διαχειρίστρια της εν λόγω μεταβιβασθείσας απαίτησης, επέδωσε στους ανακόπτοντες (οφειλέτη και εγγυήτρια) επικυρωμένο αντίγραφο εκ του πρώτου απογράφου εκτελεστού της ως άνω 32/2013 Διαταγής Πληρωμής μετά της από ... επιταγής κατ’ άρθρο 925 παρ.1 ΚΠολΔ, με την οποία επιτάχθηκαν οι ανακόπτοντες να της καταβάλουν υπό την ως άνω ιδιότητα 125.610,29 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων και συνολικά 129.732,33 ευρώ.
Μαζί με τη νέα αυτή επιταγή συγκοινοποίησε, μεταξύ άλλων, στους ανακόπτοντες: 1) την προρρηθείσα …./... δημοσίευση περίληψης της από ... σύμβασης εκχώρησης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων κατ’ άρθρ. 10 και 14 ν.3156/2003, 2) ακριβές αντίγραφο από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών αποσπάσματος των στοιχείων των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων (σε αρχείο excel), που επισυνάφθηκαν ως παράρτημα στην …./... περίληψη, από τα οποία αποδεικνύεται η εκχώρηση της ένδικης απαίτησης, 3) την προρρηθείσα …./... δημοσίευση περίληψης της από ... σύμβασης διαχείρισης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, 4) την ... ανακοίνωση στο ΓΕΜΗ, από την οποία προκύπτει η αλλαγή της επωνυμίας της άνω εταιρίας από «...» σε «...».
Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι στους ανακόπτοντες συγκοινοποιήθηκαν όλα τα αναγκαία έγγραφα κατ’ άρθρο 925 παρ.1 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, που αποδεικνύουν την ιδιότητα της καθ’ ης η ανακοπή ως εκπροσώπου της ειδικής διαδόχου της αρχικής δικαιούχου και επισπεύδουσας την ένδικη αναγκαστική εκτέλεση και ότι αυτή νόμιμα ενήργησε, απορριπτομένου των περί ακυρότητας πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγων της ανακοπής, ως και του αιτήματος επίδειξης των άνω νομιμοποιητικών εγγράφων σε πλήρη μορφή (αντί περιλήψεων), αποσπάσματα των οποίων προσκόμισαν οι ίδιοι οι ανακόπτοντες ενώπιον του Δικαστηρίου και κρίθηκε πιο πάνω ότι αποτελούν τα αναγκαία κατ’ άρθρο 925 παρ.1 ΚΠολΔ έγγραφα που αποδεικνύουν την αμέσως προαναφερόμενη ιδιότητα της καθ’ ης η ανακοπή.
Από τις διατάξεις των άρθρων 924, 904, 916, 918 και 919 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η επιταγή, με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, πρέπει να περιέχει σύντομη αναφορά του ποσού, που οφείλεται, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα αρκεί να προκύπτει από την επιταγή εκτέλεσης η αιτία της απαίτησης, η οποία άλλωστε θα προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου, κάτω από το οποίο γίνεται η επιταγή, καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Εφόσον έχει γίνει ο διαχωρισμός αυτός η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα και απόκειται στον οφειλέτη να ισχυρισθεί και να αποδείξει την απόσβεση της απαίτησης ή της ανακρίβειας των κονδυλίων ή τον εσφαλμένο υπολογισμό ή το παράνομο των τόκων.
Εξάλλου, ούτε το ποσό του τόκου χρειάζεται να προσδιορίζεται στην επιταγή, αφού το μεν ποσοστό του τόκου ορίζεται από το νόμο, το δε ποσό των τόκων, που θα καταβληθεί, μπορεί να βρεθεί με απλό μαθηματικό υπολογισμό, με βάση το ποσοστό αυτού και το χρονικό διάστημα που θα έχει παρέλθει μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης της επιταγής (βλ. ΕφΠατρ 445/2005 δημ. στην Τ.Ν.Π. Νόμος). Ειδικά δε εκ των διατάξεων των άρθρων 904, 915 και 916 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι για την ενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης δεν αρκεί η ύπαρξη εκτελεστού τίτλου, αλλά πρέπει η αξίωση, για την οποία ενεργείται η εκτέλεση, να είναι βεβαία, μη εξαρτωμένη ήδη από αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή την επέλευση ορισμένου γεγονότος, έτι δε και εκκαθαρισμένη, ήτοι ορισμένη κατά το ποσό και το ποιόν της παροχής (ΕφΘεσ 693/1984 δημ. στην Τ.Ν.Π. Νόμος).
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, με τον τέταρτο, πέμπτο και ένατο λόγο της ανακοπής, οι οποίοι συνέχονται και αποτελούν ενιαίο λόγο, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται, κατ’ εκτίμηση, ότι οι άνω ανακοπτόμενες πράξεις εκτέλεσης εκτέλεσης (... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και ... απόσπασμα κατασχετήριας έκθεσης), τυγχάνουν άκυρες, λόγω της αοριστίας τους αναφορικά με την απαίτηση, το επιτασσόμενο ποσό των κεφαλοποιημένων τόκων, τον ανατοκισμό τους, ενώ δεν αναφέρεται σ’ αυτές ούτε το ύψος και το ποσοστό υπολογισμού του πραγματικώς επιβαλλόμενου επιτοκίου. Όσον αφορά το λόγο αυτό της ανακοπής, στην πραγματικότητα βάλλει κατά του κύρους της άνω απαίτησης, κατά το χρόνο έκδοσης της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, εξαιτίας της θεμελίωσής της σε παράνομες χρεώσεις.
Μετά την παραπάνω διευκρίνιση, ο λόγος αυτός της ανακοπής που αφορά την απαίτηση κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος στα όρια ισχύος του δεδικασμένου που έχει αποκτήσει η 32/2013 διαταγή πληρωμής μετά την έκδοση της 57/2015 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε τελεσίδικα την με αρ. έκθ. κατ. …/25-2-2013 ανακοπή κατ’ άρθρ. 632 ΚΠολΔ των ανακοπτόντων κατά της άνω διαταγής πληρωμής, διότι παρόλο που ο λόγος αυτός της ανακοπής ήταν γεννημένος και μπορούσε να προβληθεί, δεν προβλήθηκε με την ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ κατά της διαταγής πληρωμής.
Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.3 του άρθρου 1 του ν. 128/1975 «επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανόμενης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ' αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών». Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγόρευσης.
Όμως, από τη γραμματική διατύπωση της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1 παρ.3 του ν. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του. Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν.2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξης «βαρύνουσα» στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της εν λόγω λέξης σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές. Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισής της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδότησης των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ’ ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα.
Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια δια-μορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 756/2015, 2037/2014 σε Νόμος), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγόρευσης μετακύλισης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση.
Τότε όμως η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ.3 του ν. 128/1975, θα εξαρτιόταν από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, εν όψει και της διάταξης του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου πέραν του προβλεπομένου ανώτατου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου.
Συμπερασματικά, εν όψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από το ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου στο πλαίσιο της έννομης σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων - δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοουμένης της θέσπισης ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση.
Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου σύμβασης πίστωσης, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ.3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ' άρθρο 174 ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελευθέρου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων (βλ. ΑΠ 917/2011 σε Νόμος).
Άλλωστε, η επίρριψη της σχετικής επιβάρυνσης στο δανειολήπτη αποτέλεσε από την ισχύ του ν. 128/1975, συναλλακτική πρακτική των Τραπεζών στην παγίωση της οποίας, συντέλεσαν: α) Το ότι τα μεταγενέστερα νομοθετήματα, που τροποποίησαν τον ως άνω νόμο, ανέφεραν γενικά, ότι η εισφορά βαρύνει τη συναλλαγή (δάνεια-πιστώσεις). Με τη διάταξη δε του άρθρου 22 του ν.2515/1997 καθορίστηκε ρητά, ότι για τα δάνεια από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα του εξωτερικού, υπόχρεος για την απόδοση της εισφοράς είναι ο δανειολήπτης, εξαλείφοντας έτσι το συγκριτικό μειονέκτημα που είχε διαμορφωθεί σε βάρος του δανεισμού από το εσωτερικό, τερματίζοντας την απώλεια εσόδων υπέρ του κοινού λογαριασμού και αποκαθιστώντας ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ δανεισμού από το εσωτερικό και το εξωτερικό. β) Το ότι το ύψος του συντελεστή καθόλο το χρονικό διάστημα από την καθιέρωση της εν λόγω εισφοράς κλιμακώθηκε ποσοστιαία, κατά τρόπο που αποσκοπεί στην ελάφρυνση ή και απαλλαγή ορισμένων κατηγοριών δανειοληπτών, όπως με το άρθρο 8 ν.2459/1997 απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις προς φυσικά και νομικά πρόσωπα, κοινοπραξίες και κοινωνίες αστικού δικαίου που κατοικούν ή έχουν έδρα σε νησιά με πληθυσμό κάτω από 3100 κατοίκους και το άρθρο 19 παρ.4β’ του ν.3152/2003 κατά το οποίο απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις, προς τις I. Μονές του Αγίου Όρους και οι δανειοδοτήσεις από την Τράπεζα Εμπορίου και Αναπτύξεως Εύξεινου Πόντου και από την Τράπεζα Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Αν η εν λόγω εισφορά εβάρυνε τα πιστωτικά ιδρύματα δεν θα θεσπιζόταν οι παραπάνω εξαιρέσεις και γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος, ήδη από την έναρξη εφαρμογής του ν. 128/1975, ουδέποτε θεώρησε, ότι η εν λόγω εισφορά επιβαρύνει τα πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να έχει ληφθεί υπόψη κατά το χρονικό διάστημα που ίσχυε ο διοικητικός καθορισμός από μέρους της, του περιθωρίου μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων-χορηγήσεων, δηλαδή μέχρι το 1993. Εξάλλου, και υπό το καθεστώς ελεύθερης διαμόρφωσης των επιτοκίων, η Τράπεζα της Ελλάδος επέβαλε την υποχρέωση για ξεχωριστή αναφορά της σχετικής επιβάρυνσης με αποφάσεις της (ΠΔ/ΤΕ 1969/1991 και 2501/2002). Η ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, στο άρθρο 82 αυτής, επεκτείνει την υποχρέωση ενημέρωσης του πελάτη από την Τράπεζα και στην επιβολή «ειδικών εισφορών» και η εισφορά του ν. 128/1975 είναι μια τέτοια ειδική εισφορά.
Ωστόσο, η μετακύλιση αυτή της ανωτέρω εισφοράς στον πιστούχο - δανειολήπτη, ενόψει και της ανωτέρω ΠΔΤΕ 2501/2002, μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο (ΑΠ 430/2005). Έτσι, σε περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό και αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί και, κατά συνέπεια, η σχετική ρήτρα είναι έγκυρη (ΑΠ 368/2019 σε Νόμος).
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, με τον έκτο και έβδομο λόγο της ανακοπής, οι οποίοι συνέχονται και αποτελούν ενιαίο λόγο, οι ανακόπτοντες, ισχυρίζονται ότι η εναντίον αυτών απαίτηση, έχει επιβαρυνθεί, διότι η πιστώτρια Τράπεζα παρανόμως προέβη σε μετακύλιση προς τους ίδιους της προβλεπόμενης από το ν. 128/1975 εισφοράς, καθότι σύμφωνα με το νόμο η εν λόγω εισφορά βαρύνει τα πιστωτικά ιδρύματα και όχι τους πιστολήπτες και συνιστά επί της ουσίας φόρο, ενέργεια, που, για τον ανωτέρω λόγο, απαγορεύεται και ότι, για το λόγο αυτό, παρανόμως επιτάσσεται να καταβάλει το συνολικό ποσό των 130.127,33 ευρώ δυνάμει της προσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή, ενώ παράνομος περαιτέρω είναι και ο ανατοκισμός αυτής, καθότι η πιστώτρια κεφαλαιοποιούσε, τόκιζε και ανατόκιζε το ποσό της εισφοράς του ν. 128/1975 κάθε φορά που προέβαινε σε χρεώσεις τόκων πάσης φύσης και ανατόκιζε τα ποσά της, αφού στο κάθε φορά προκύπτον υπόλοιπο κεφάλαιο υπολόγιζε τόκους (εκτοκισμός) περιέχοντες και ποσά εισφοράς του ν. 128/1975, στο νέο δε προκύπτον εκάστοτε κεφάλαιο υπολόγιζε νέους τόκους περιέχοντες και εισφορά, ο παράνομος αυτός εκτοκισμός και ανατοκισμός των ποσών της εισφοράς γινόταν με την ενσωμάτωση της στο επιτόκιο υπολογισμού των πάσης φύσης τόκων, καθώς το ισχύον νομικό καθεστώς επιβάλλει ανατοκισμό των τόκων και όχι ανατοκισμό εξόδων, εισφορών ή προμηθειών, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η αποδεικτικότητα της απαίτησης της πιστώτριας Τράπεζας με έγγραφα και το εκκαθαρισμένο του συνόλου της απαίτησης της.
Όσον αφορά το λόγο αυτό της ανακοπής, στην πραγματικότητα βάλλει κατά του κύρους της άνω απαίτησης, κατά το χρόνο έκδοσης της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, εξαιτίας της θεμελίωσής της σε παράνομες χρεώσεις. Μετά την παραπάνω διευκρίνιση, ο λόγος αυτός της ανακοπής που αφορά την απαίτηση κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος στα όρια ισχύος του δεδικασμένου που έχει αποκτήσει η 32/2013 διαταγή πληρωμής μετά την έκδοση της 57/2015 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε τελεσίδικα την με αρ. έκθ. κατ. .../25-2-2013 ανακοπή κατ’ άρθρ. 632 ΚΠολΔ των ανακοπτόντων κατά της άνω διαταγής πληρωμής, διότι παρόλο που ο λόγος αυτός της ανακοπής ήταν γεννημένος και μπορούσε να προβληθεί, δεν προβλήθηκε με την ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ κατά της διαταγής πληρωμής.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός κατά το σκέλος του που θεμελιώνεται στο ότι η εισφορά του ν. 128/1975 μετακυλίθηκε παρά το νόμο συμβατικά στους ανακόπτοντες είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου δανείων της Τράπεζας, με έμμεσο αποτέλεσμα τη μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, έγκυρα μπορεί να συμφωνηθεί συμβατικά μεταξύ αυτού και της πιστοδότριας Τράπεζας, χωρίς μάλιστα να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση της συμφωνίας αυτής, είναι σύννομος, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ.3 του ν. 128/1975 με την οποία καθορίζονται μεν, ως υπόχρεοι για την καταβολή της (εισφοράς), τα πιστωτικά ιδρύματα και όχι οι δανειολήπτες, χωρίς όμως να απαγορεύεται από αυτή ή από κάποια άλλη διάταξη η συμβατική μετακύλιση της στους τελευταίους και η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ’ άρθρο 174 ΑΚ αλλά ούτε και αντίκειται σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων στα τραπεζικά δάνεια (ΑΠ 35/2011, 330/2010, 570/2010 σε Νόμος) και μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο, στοιχεία που δεν επικαλούνται εν προκειμένω οι ανακόπτοντες.
Ο περαιτέρω, περιλαμβανόμενος στον ίδιο λόγο της ένδικης ανακοπής, ισχυρισμός των ανακοπτόντων ότι παρανόμως τα ποσά αυτά προστίθεντο στο εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού και εκτοκίζοντο, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού οι τελευταίοι δεν αναφέρουν επακριβώς τα επί πλέον ποσά με τα οποία επιβαρύνθηκαν παράνομα και ποιο τελικά είναι το ποσό που από αυτά τα κονδύλια οφείλουν, ώστε να κριθεί η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού τους και σε καταφατική περίπτωση να αφαιρεθούν αυτά από το συνολικό ποσό της απαίτησης που αναγράφεται στην προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής (βλ. σχ. ΕφΠειρ 328/2016, 401/2015 και 627/2014 όλες σε Νόμος), παρά μόνο προτείνεται από αυτούς μία γενική και ασαφής αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού που τηρείτο προς εξυπηρέτηση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης.
Αναφορικά δε με την παράνομη κεφαλαιοποίηση και ανατοκισμό της εισφοράς αυτής, σημειώνεται ότι αφού η μετακύλισή της στο δανειολήπτη είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, νόμιμη και εντάσσεται στα πλαίσια του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 293 παρ.1 εδ.α’ ΑΚ, ως τόκος και άρα νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν.2601/1998, εφόσον αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου και ο συνυπολογισμός αυτής σε αυτό (επιτόκιο) δεν συνεπάγεται την υπέρβαση του ανώτατου θεμιτού ορίου (βλ. σχ. και ΕφΘεσ 2256/2018, 1224/2017, 15/2016, ΕφΑΘ 4424/2012, 4424/2009 όλες σε Νόμος, Σπ. Ψυχομάνη, άρθρο «Τα τραπεζικά επιτόκια» σε ΝοΒ 1995, σελ.16-17). Επομένως και ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος.
Με την ευρωπαϊκή Οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16-2-1998 «σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη», το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες. Ο κανόνας αυτός ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα την ΚΥΑ υπ’ αρ. Ζ1- 178/13-2-2001 των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και της υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 255 Β/9-3-2001) και την ΥΑ υπ’ αρ. Ζ1-798/25-6-2008 του υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 1353 Β/11-7-2008), από τις οποίες η πρώτη δεν αφορά επαγγελματικά αλλά καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ενώ η δεύτερη, στην παρ.1 περ.στ’ της οποίας ορίζεται ότι απαγορεύεται η αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους, αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων (ΑΠ 1331/2012 σε Νόμος).
Στη συνέχεια, εκδόθηκε η Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 23-4-2008 «για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου», με βάση την οποία εκδόθηκε η ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017), σκοπός της οποίας είναι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο πρώτο άρθρο της, «η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008 για την προστασία των καταναλωτών στις συμβάσεις πίστωσης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου».
Όσον αφορά στο πεδίο εφαρμογής της, στο άρθρο 2 της ανωτέρω ΚΥΑ ορίζεται, ότι οι διατάξεις αυτής εφαρμόζονται στις συμβάσεις πίστωσης, πλην όμως ρητά εξαιρούνται πολλές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και «οι συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75.000 ευρώ», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3, στο οποίο αναφέρονται οι ορισμοί, που ισχύουν για την εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ, ως «καταναλωτής» θεωρείται «κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα απόφαση, επιδιώκει σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητά του».
Εξάλλου, με το άρθρο 24 αυτής, καταργήθηκε από την έναρξης ισχύος της η κοινή υπουργική απόφαση Φ1983/1991 (ΦΕΚ 172 Β’), όπως τροποποιήθηκε από τις κοινές υπουργικές αποφάσεις Φ15353/1994 (ΦΕΚ 947 Β’) και Ζ1178/2001 (ΦΕΚ 255 Β’). Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι και η ανωτέρω ΚΥΑ αφορά μόνον καταναλωτικά δάνεια, με την προϋπόθεση μάλιστα οι σχετικές δικαιοπραξίες να καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής αυτής, και όχι επαγγελματικά, όπως είναι σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ.6 του ν.2251/1994, που έχει τίτλο «προστασία καταναλωτών» όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το ν.3587/2007, και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (ΟλΑΠ 15/2007 σε Νόμος), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται. Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνέπεια διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ.7 του ιδίου ως άνω άρθρου 2 παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ’ αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών (ΑΠ 1463/2017 σε Νόμος).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.4 περ.α’ του ιδίου ως άνω ν.2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητος του.
Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερομένη διάταξη του ν.2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 1738/2009, ΑΠ 16/2009, ΑΠ 989/2004 σε Νόμος).
Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν.2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Στο πλαίσιο της ελληνικής εννόμου τάξης, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ Τραπεζών.
Δεδομένης όμως της διαρκούς επέκτασης των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 παρ.4 περ.α’ του ν.2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές.
Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβαση τους. Έτσι, υπάγονται στην προστασία του ν.2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών.
Επιπροσθέτως, μέχρι την αντικατάσταση του ν.2251/1994 με το ν.3587/2007 δεν υπήρχε στην ελληνική έννομη τάξη ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικώς και ειδικότερα του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυητικής συμβάσεως έναντι της κύριας οφειλής, κατ’ άρθρο 847 ΑΚ, γινόταν δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης - δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ιδίας προστασίας πρέπει να τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη. Ήδη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.4 περ.ββ του ιδίου ως άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.5 του ν.3587/2007, εντάσσεται ήδη ρητώς στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του (ΟλΑΠ 13/2015, ΑΠ 1463/2017 σε Νόμος).
Περαιτέρω, ο Γ.Ο.Σ. που προβλέπει, ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής.
Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ.3 ΑΚ. Η δανείστρια Τράπεζα διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ’ απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή-δανειολήπτη, ο οποίος πλέον - όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών - για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών.
Άλλωστε το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ’ επιταγή της προαναφερόμενης κοινοτικής οδηγίας 2008/48/Ε.Κ., που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017) στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 430/2005 σε Νόμος).
Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 ν.2842/2000 (περί αντικατάστασης της δραχμής με το ευρώ), σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών (Athibor) αντικαθίσταται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο Euribor, στο οποίο λαμβάνονται υπόψη ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος 360 ημερών προσαρμοζόμενο κατά το λόγο 365 προς 360, αλλά ούτε και από την υπ’ αριθμό 30/14-2-2000 (ΦΕΚ A 43/2000) πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής σχετικά με τις υποχρεωτικές καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, αφού οι ανωτέρω διατάξεις δεν αφορούν τις σχέσεις μεταξύ Τραπεζών και δανειοληπτών, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ.4 του ν.2251/1994, και, συνεπώς, είναι άσχετες με την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών ως ασθενέστερων διαπραγματευτικά μερών στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με τις Τράπεζες, δεδομένου ότι η πρώτη από τις ως άνω διατάξεις αναφέρεται στο επιτόκιο Euribor, το οποίο αποτελεί το μέσο όρο των επιτοκίων του διατραπεζικού δανεισμού στον χώρο της Ευρωζώνης, ο οποίος διαπιστώνεται ημερησίως από την ΕΚΤ επί τη βάση των ανακοινώσεων επιλεγμένων Τραπεζών, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στις υποχρεωτικές καταθέσεις των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, καταργώντας τη μέχρι τότε διάκριση μεταξύ εντόκου και ατόκου τμήματος των εν λόγω καταθέσεων, και όρισε ότι το επιτόκιο θα καθορίζεται με πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, οι δε τόκοι θα λογίζονται με βάση το έτος των 360 ημερών και θα καταβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος στις καταθέτριες Τράπεζες τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα μετά το τέλος εκάστης περιόδου τήρησης.
Σημειωτέον, πάντως, ότι η ευδοκίμηση, εν όλω η εν μέρει, του σχετικού λόγου της ανακοπής επιφέρει μόνο τη μερική ακύρωση αυτής και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του ΓΟΣ μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος (ΑΠ 753/1995) - (για όλα τα ανωτέρω ΑΠ 368/2019 σε Νόμος).
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, οι ανακόπτοντες με τον όγδοο λόγο της ανακοπής, ισχυρίζονται ότι με όρο της ένδικης σύμβασης, που αποτελεί γενικό όρο των συναλλαγών, συμφωνήθηκε ότι ο τόκος υπολογίζεται με βάση έτος 360 ημερών και ότι, ενόψει του όρου αυτού, η καθ’ ης η ανακοπή υπολόγισε τους τόκους επί του οφειλόμενου κεφαλαίου με βάση το έτος διάρκειας 360 και όχι 365 ημερών, όπως όφειλε, με συνέπεια την παράνομη αύξηση των τόκων, κατά ποσοστό 1,3889%, ετησίως και το εξ αυτού του λόγου μη εκ-καθαρισμένο ποσό της απαίτησης που επιτάσσονται να καταβάλλουν και, τελικώς, την επιβάρυνση τους με επιπλέον ποσό τόκων, πλην, όμως, ο ανωτέρω όρος προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, αφού ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο. Με τέτοιο περιεχόμενο, ο λόγος αυτός της ανακοπής κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος στα όρια ισχύος του δεδικασμένου που έχει αποκτήσει η 32/2013 διαταγή πληρωμής μετά την έκδοση της 57/2015 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε τελεσίδικα την με αρ. έκθ. κατ. …/25-2-2013 ανακοπή κατ’ άρθρ. 632 ΚΠολΔ των ανακοπτόντων κατά της άνω διαταγής πληρωμής, διότι παρόλο που ο λόγος αυτός της ανακοπής ήταν γεννημένος και μπορούσε να προβληθεί, δεν προβλήθηκε με την ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ κατά της διαταγής πληρωμής.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού οι ανακόπτοντες δεν διευκρινίζουν και δεν υπολογίζουν συγκεκριμένα ποια ποσά παράνομων τόκων, που εκείνοι αμφισβητούν από το συνολικό ποσό της οφειλής τους, προέκυψαν με τον μη σύννομο, κατ’ αυτούς, εκτοκισμό τους, ούτε ακολούθως πλήττουν συγκεκριμένα κονδύλια στον τηρηθέντα λογαριασμό, που αφορούν σε παρανόμως χρεωθέντες τόκους με παράθεση το μεν των παρανόμως χρεωθέντων τόκων, το δε των τόκων, που θα έπρεπε να έχουν χρεωθεί χωρίς εφαρμογή του άκυρου, κατά τους ισχυρισμούς τους, όρου της σύμβασης, ώστε το Δικαστήριο να έχει τη δυνατότητα ελέγχου τους, και, σε περίπτωση ουσιαστικής παραδοχής τους, να ακυρώσει την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής κατά το υπερβάλλον ποσό των παράνομων τόκων, αφού είναι πρόδηλο ότι, εξ αντικειμένου, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, εν προκειμένω, το σύνολο της βεβαιωθείσας με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής απαίτησης της καθ’ ης Τράπεζας, αλλά μερικότερο κονδύλιο αυτής και δη τμήμα μόνο των με αυτή βεβαιωθέντων τόκων επί του τελικού χρεωστικού υπολοίπου της ένδικης σύμβασης.
Στους υπολογισμούς δε αυτούς ευχερώς, θα μπορούσαν οι ανακόπτοντες να προβούν, με απλές μαθηματικές πράξεις, αφού είναι γνωστό το επιτόκιο της σύμβασης, το ποσοστό του υπερβάλλοντος τόκου, το τοκοφόρο κεφάλαιο και ο χρόνος τοκοφορίας (βλ. σχ. ΕφΘεσ 473/2017, ΕφΑΘ 1159/2012, 227/2012, 1778/2010, ΕφΛαρ 28/2011, ΠΠρΖακ 22/2012 όλες σε Νόμος).
Περαιτέρω, όμως, ο λόγος αυτός ως προς το σκέλος του με το οποίο οι ανακόπτοντες επικαλούνται παραβίαση των διατάξεων της Κοινοτικής Οδηγίας 98/7/ΕΚ (ενσωματωθείσα στο εθνικό δίκαιο με την ΚΥΑ Ζ1-178/13-2-2001), είναι και νόμω αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης νομικής προϋπόθεσης, διότι δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω η εν λόγω ΚΥΑ, καθώς αυτή δεν αφορά επαγγελματικά αλλά καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες.
Περαιτέρω, καθ’ ο μέρος οι ανακόπτοντες επικαλούνται ότι με τον ανωτέρω υπολογισμό των τόκων παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ.6 και 7 του ν.2251/1994 αναφορικά με την αρχή της διαφάνειας, κατ’ αρχήν ο ως άνω λόγος της ανακοπής παραδεκτά προβάλλεται από αυτούς, δεδομένου ότι, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω στη μείζονα νομική σκέψη, οι ανακόπτοντες έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή, ενώ δεν ασκεί καμία επιρροή το γεγονός ότι η πίστωση χρησιμοποιήθηκε για τις επαγγελματικές ανάγκες τους και όχι για την κάλυψη προσωπικών τους αναγκών, ωστόσο, με τον τρόπο που είναι διατυπωμένος ο εξεταζόμενος λόγος, είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, καθόσον ενόψει της αναγραφής στη σύμβαση του χρόνου υπολογισμού του επιτοκίου με βάσει το έτος 360 ημερών, ως προκύπτει από την επισκόπηση της σύμβασης, δεν υπάρχει παραβίαση της αρχής της διαφάνειας.
Σημειώνεται ότι η αναφερόμενη αιτίαση ότι υφίσταται αμφιβολία περί του ύψους της επίδικης απαίτησης, η οποία καθίσταται ανεκκαθάριστη, λόγω ότι δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους παράνομων υπολογισθέντων ποσών ένεκα του είδους της εγγραφής και της ενσωμάτωσης στα εμπορικά βιβλία των κατά το υπερβάλλον ποσό των τόκων που εκτοκίστηκαν και ανατοκίστηκαν, με συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού του πραγματικού ποσού της επίδικης οφειλής, παραβιαζόμενων των προϋποθέσεων των άρθρων 623, 624 παρ.1, 633, 282 ΚΠολΔ, πράγμα που οδηγεί σε διαδικαστικό απαράδεκτο που δικαιολογεί την συνολική ακύρωση του ένδικου εκτελεστού τίτλου, ερείδεται επί εσφαλμένης νομικής προϋπόθεσης, αφού ούτε ο τρόπος καθορισμού της απαίτησης που συγκροτεί το οφειλόμενο υπόλοιπο, ούτε τα κονδύλια που αντιστοιχούν σε κεφάλαιο, τόκους κλπ. αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο του εκτελεστού τίτλου (διαταγής πληρωμής), ούτε απαιτείται να αναφέρεται ειδικά στη διαταγή πληρωμής η κίνηση των κονδυλίων του λογαριασμού που τηρήθηκε, από την αντιπαραβολή των οποίων, μετά την καταγγελία της σύμβασης, προέκυψε το επιδικαζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο, διότι τα περιστατικά αυτά, ως θεμελιωτικά της απαίτησης της δανείστριας Τράπεζας, απαιτείται να αναφέρονται μόνο στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ούτε όμως και το ποσοστό του επιτοκίου βάσει του οποίου καθορίζονται τα κονδύλια των τόκων, καθώς τα λοιπά σταθερά στοιχεία (κεφάλαιο - χρόνος) επιτρέπουν τον υπολογισμό του επιτοκίου βάσει απλών αριθμητικών πράξεων (ΑΠ 474/1999, ΑΠ 194/1995, ΕφΠατρ 1083/2006, ΕφΑΘ 2838/2002, ΕφΑΘ 3009/2001 σε Νόμος). Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί και ο λόγος αυτός της υπό κρίση ανακοπής.
Με τον δέκατο λόγο της ανακοπής, που βάλλει κατά της κατάσχεσης, οι ανακόπτοντες εκθέτουν ότι η προσβαλλόμενη έκθεση κατάσχεσης πάσχει λόγω αοριστίας του περιορισμού του ποσού για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση και συγκεκριμένα αναφέρει ότι μολονότι με την από ... επιταγή προς πληρωμή επιτάχθηκαν να καταβάλουν το ποσό των 125.610,29 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, δυνάμει της 32/2013 διαταγής πληρωμής και συνολικά ποσό 130.127,33 ευρώ, η καθ’ ης η ανακοπή κατέσχεσε συνολικά από την ακίνητη περιουσία της δεύτερης ανακόπτουσας το ποσό των 70.000 ευρώ χωρίς να προσδιορίζονται ειδικότερα τα συγκεκριμένα κονδύλια για τα οποία αυτή επισπεύδεται.
Ο λόγος αυτός ανακοπής είναι νόμιμος στηρίζεται στα αρθρ. 904, 915 ,916 ΚΠολΔ και, εξεταζόμενος περαιτέρω στην ουσία του, από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύεται ότι την 22-1-2013 εκδόθηκε η 32/2013 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων με την οποία, μεταξύ άλλων, οι ανακόπτοντες διατάχθηκαν να καταβάλουν εις ολόκληρον στην αρχική δανείστρια τραπεζική εταιρία το ποσό των 125.610,29 ευρώ για επιδικασθείσα απάιτηση εντόκως από την 1-7-2011 με το συμβατικό επιτόκιο και από την 3-4-2012 με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, καθώς και εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων έως την εξόφλησή του και το ποσό 4.122,04 ευρώ για δικαστικά έξοδα, για απαίτηση αυτής (αιτούσας) απορρέουσα από τις ... συμβάσεις πίστωσης με ανοικτό-αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ της δικαιοπαρόχου της παραπάνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, ως δανείστριας, και του καθ’ ου, ως πιστούχου.
Ακριβές αντίγραφο εκ του απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής προς γνώση τους και για τις νόμιμες συνέπειες κοινοποίησε η καθ’ ης στους ανακόπτοντες την ... κατά της οποίας ασκήθηκε η παραπάνω αναφερόμενη ανακοπή εκ του αρ. 933 ΚΠολΔ. Με την παραπάνω επιταγή προς πληρωμή, ο ανακόπτων επιτάσσεται για την ανωτέρω αιτία να καταβάλει στην καθ’ ης το ποσό των 125.610,29 ευρώ για επιδικασθείσα απαίτηση, έντοκο από την 1-7-2011 με το συμβατικό επιτόκιο και από την 3-4-2012 με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας, το ποσό των 4.517,04 ευρώ για λοιπά έξοδα, με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της πρώτης επιταγής (6-2-2013) έως την εξόφληση και συνολικά 130.127,33 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει της προσβαλλομένης κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου του διορισμένου στο Πρωτοδικείο Τρικάλων δικαστικού επιμελητή ..., το ποσό που οι ανακόπτοντες επιτάχθηκαν να καταβάλουν στην καθ’ ης, με την από ... επιταγή, αναλύεται όπως εκτέθηκε ανωτέρω για κεφάλαιο, δικαστική δαπάνη και έξοδα, όλα έντοκα, κατά τα ως άνω αναφερόμενα.
Δηλαδή, η απαίτηση για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύστηκε αναγκαστική εκτέλεση συντίθετο από κεφάλαιο και έξοδα, εντόκως, με διαφοροποίηση του ποσού και της χρονικής αφετηρίας του ποσού των τόκων, ανά είδος. Στη συνέχεια, με την προσβαλλομένη κατασχετήρια έκθεση επιβλήθηκε κατάσχεση στο περιγραφόμενο σε αυτήν ακίνητο της δεύτερης ανακόπτουσας. Η παραπάνω κατάσχεση επιβλήθηκε ωστόσο μόνο για το ποσό των 70.000 ευρώ «...που αποτελεί μέρος της συνολικής απαίτησης ... όπως αυτή αναφέρεται στην κοινοποιηθείσα επιταγή ...». Στο κείμενο αυτής (της κατασχετήριας έκθεσης) υπήρχε μνεία ότι το υπόλοιπο ποσό της απαίτησης παραμένει απαιτητό, χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίζεται σε τι αφορά ο περιορισμός, ώστε να καθίσταται σαφές για ποιά ακριβώς κονδύλια διενεργείται έκτοτε η εκτέλεση, ούτε μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για τα παραπάνω από το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ότι επιβάλλεται κατάσχεση για μέρος της συνολικής απαίτησης της καθ’ ης προς περιορισμό και μόνο των εξόδων εκτέλεσης.
Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού δέκατου λόγου της ανακοπής, να ακυρωθεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται με την άνω κατασχετήρια έκθεση σε βάρος της δεύτερης ανακόπτουσας. Με βάση, επομένως, όσα προεκτέθηκαν, θα πρέπει η υπό κρίση ανακοπή να γίνει εν μέρει δεκτή βάσιμη και κατ’ ουσίαν, κατά το μέρος που ασκείται από τους ανακόπτοντες κατά της ... έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του διορισμένου στο Πρωτοδικείο Τρικάλων δικαστικού επιμελητή ... και του ... αποσπάσματος κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή της.
Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, απορριπτομένου του επιχειρούμενου να θεμελιωθεί στο άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμού της καθ’ ης, με τον οποίο διατείνεται η τελευταία κατ’ ουσίαν ότι οι ανακόπτοντες οι οποίοι παραβίασαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, δεν έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν την υπό κρίση ανακοπή και απορριπτομένης της κρινόμενης ανακοπής κατά της πρώτης καθ’ ης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση ανακοπή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ... επιταγής προς εκτέλεση για το λόγο που εκτέθηκε, ενώ κατά το μέρος που αφορά την προσβαλλόμενη ... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του διορισμένου στο Πρωτοδικείο Τρικάλων δικαστικού επιμελητή ... και το προσβαλλόμενο ... απόσπασμα κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή, πρέπει, η υπό κρίση ανακοπή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να ακυρωθεί η ... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του διορισμένου στο Πρωτοδικείο Τρικάλων δικαστικού επιμελητή ... και το ... απόσπασμα κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή.
Τέλος, η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί λόγω του ιδιαιτέρως δυσχερούς της ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα, στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανακοπή κατά της πρώτης καθ’ ης η ανακοπή.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπό κρίση ανακοπή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ... επιταγής προς επιταγής προς εκτέλεση.
ΔΕΧΕΤΑΙ την υπό κρίση ανακοπή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ... έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του διορισμένου στο Πρωτοδικείο
Τρικάλων δικαστικού επιμελητή ... και του ... αποσπάσματος κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή.
ΑΚΥΡΩΝΕΙ την ... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του διορισμένου στο Πρωτοδικείο Τρικάλων δικαστικού επιμελητή ... και το ... απόσπασμα κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΗΚΕ και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στα Τρίκαλα, την 21η Ιουνίου 2022, χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1974 - 2026 © Τετράβιβλος. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Όροι και Προϋποθέσεις