Συνθετη Αναζητηση Νομοθεσιας - Νομολογιας

Νομοθεσία

Α.Π. 345/2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΑΜΟΙΒΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ. ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕ ΚΟΙΝΗ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΛΥΣΗ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ. ΧΡΟΝΟΧΡΕΩΣΗ – ΑΠΑΙΤΗΤΟ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ.

 

Α.Π. 345/2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


ΑΜΟΙΒΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ. ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕ ΚΟΙΝΗ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΛΥΣΗ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ. ΧΡΟΝΟΧΡΕΩΣΗ – ΑΠΑΙΤΗΤΟ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ. - Η διάταξη του άρθρου 60 παρ. 4 του Ν. 4194/2013 αφορά και την περίπτωση συμφωνίας, που εξαρτά την αμοιβή του δικηγόρου από το αποτέλεσμα της εργασίας επί εργατικής αξίωσης, όπως είναι οι εργασίες διαπραγμάτευσης για την με κοινή συναίνεση λύση της συμβάσεως εργασίας εργαζομένου με τον εργοδότη του και τον καθορισμό μεγαλύτερου ποσού αποζημίωσης απολύσεως, ανεξάρτητα από τη διεξαγωγή ή μη δίκης, διότι και στην περίπτωση αυτή συντρέχει η προστασία της νομικής συμπαράστασης και βοήθειας από δικηγόρο χάριν του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος. Το σύστημα αμοιβής με χρονοχρέωση προϋποθέτει σχετική συμφωνία. Απορρίπτει αναίρεση - [92 του Ν.Δ.3026/1954, 59 παρ.3, 60 παρ. 4 Ν. 4194/2013].


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Τ. του Α., κατοίκου ... που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος, δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Μ. του Β., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Ρεντούμη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 136/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4041/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά ο αναιρεσείων με την από 21-4-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 21.4.2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθ. 4041/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου, ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της υπ' αριθ. 136/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ].

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 57 παρ.1, 58, 59 του Ν. 4194/2013 ο δικηγόρος δικαιούται αμοιβή από τον εντολέα του για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη. Η αμοιβή αυτή ορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία με τον εντολέα του και περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος ή ειδικότερες πράξεις αυτής ή κάθε άλλης φύσης νομικές εργασίες δικαστικές ή εξώδικες.

Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται κατά τα οριζόμενα στα επόμενα άρθρα του Κώδικα, με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και, σε περίπτωση που το αντικείμενο της δίκης δεν αποτιμάται σε χρήμα και δεν ορίζεται στις διατάξεις του Κώδικα, με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα 1 του Κώδικα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτού [άρθρ. 57 παρ. 1, 58 παρ. 1, 2, 3]. Για κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια ο δικηγόρος δύναται να συμφωνεί με τον εντολέα του και να λαμβάνει αμοιβή προσδιοριζόμενη ανάλογα με την ωριαία απασχόλησή του, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο Παράρτημα 1 του Κώδικα. Αντίστοιχα προσδιοριζόμενη ωριαία αμοιβή δικαιούται ο δικηγόρος να λαμβάνει και για κάθε συνάντηση ή τηλεφωνική επικοινωνία με τον εντολέα του ή με τρίτο πρόσωπο, καθώς και για κάθε άλλη ενέργεια που σχετίζεται με την εκτέλεση της εντολής που του ανατέθηκε. Σε περίπτωση έγγραφης συμφωνίας, η αμοιβή του δικηγόρου, για δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, πράξεις ή απασχολήσεις, δύναται να προσδιορίζεται με βάση την ωριαία απασχόληση του δικηγόρου, όπως αυτή αναφέρεται στο Παράρτημα 1 του Κώδικα.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 60 παρ. 1 και 2 του ως άνω νόμου επιτρέπεται η κατάρτιση έγγραφης συμφωνίας, η οποία εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, όπως επίσης και συμφωνία, με την οποία εκχωρείται ή μεταβιβάζεται μέρος του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας, ως αμοιβή [εργολαβικό δίκης].

Αυτή η συμφωνία δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης [παράγρ. 1 εδ. α και β]. Η συμφωνία βάσει της οποίας εξαρτάται η αμοιβή του δικηγόρου από την έκβαση της δίκης και η οποία αναφέρεται σε υποθέσεις από ζημιές αυτοκινήτων, απαλλοτριώσεις ή σε μισθούς, ημερομίσθια, πρόσθετες αμοιβές για υπερωρίες, νυχτερινή εργασία ή σε Κυριακές ή εορτές, δώρα, αντίτιμο για άδεια ή επίδομα αδείας, αποζημίωση για καταγγελία της σύμβασης εργασίας και γενικά σε απαιτήσεις που ανάγονται σε εργασιακή σύμβαση υπαλλήλων, εργατών ή υπηρετών ή σε αποδοχές γενικά μονίμων δημοσίων υπαλλήλων ή υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. σε όποια δικαιοδοσία και αν υπάγονται καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται στο Δικηγορικό Σύλλογο, του οποίου είναι μέλος ο δικηγόρος, οποτεδήποτε και σε κάθε περίπτωση πριν από την άσκηση ή ικανοποίηση της οποιασδήποτε αξίωσης του δικηγόρου κατά του εντολέα. Η συμφωνία αυτή, που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης, ισχύει μόνο όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας χωρίς να λάβει κάποια αμοιβή σε περίπτωση αποτυχίας [παραγρ. 2 εδ. α και 4 εδ.α].

Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικά τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης, η δε σχετική απαίτηση τελεί υπό την αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό η διαφορά ή περατωθεί η εργασία. Ως επιτυχής έκβαση της δίκης (άρα και ως πλήρωση της αιρέσεως, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων), νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα ή αμετάκλητα, αν αυτό έχει συμφωνηθεί, δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική επίλυση της διαφοράς.

Το αυτό ισχύει και στην περίπτωση συμφωνίας που εξαρτά την αμοιβή από το αποτέλεσμα της εργασίας, ανεξάρτητα από τη διεξαγωγή ή μη δίκης, όπως επί εξώδικης λύσης της διαφοράς, διότι και στην περίπτωση αυτή συντρέχει ο ίδιος λόγος, δηλαδή η προστασία νομικής συμπαράστασης και βοήθειας από δικηγόρο χάριν του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος. Η σχετική περί εργολαβίας δίκης συμφωνία δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση έγγραφου τύπου, αφού η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 95 παρ. 2 του προϊσχύσαντος Κώδικα περί Δικηγόρων, με την οποία περιοριζόταν η απόδειξη της συμφωνίας αυτής, μόνο με έγγραφα ή όρκο και ομολογία, θεωρείται καταργημένη από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ., κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 38 του Εισ.ΝΑΚ εκτός αν αφορά εργατικές διαφορές οπότε η συμφωνία του εργαζόμενου με το δικηγόρο πρέπει, σύμφωνα με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου 92 του Ν.Δ.3026/1954 ήδη παρ. 2 άρθρου 60 του Ν. 4194/2013 [ Κώδικα περί Δικηγόρων] να καταρτισθεί εγγράφως (ΑΠ 1266/2018, 399/2015].

Κατ' ακολουθίαν η έγγραφη κατάρτιση της συμβάσεως εργολαβίας μεταξύ του εργαζομένου και του δικηγόρου του για τη διεκπεραίωση εργασίας σχετικής με διεκδίκηση εργασιακής απαιτήσεως αποτελεί συστατικό τύπο, που καθιερώθηκε για λόγους κοινωνικοοικονομικούς, και η μη τήρησή του επάγεται απόλυτη ακυρότητα της συμβάσεως κατά τα άρθρα 158, 159 και 180 ΑΚ [ΑΠ 945/2019]. Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 492/2017).

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων [ΑΠ 838/2019, 543/2021, 702/2014], ενώ κατά τον λόγο με αριθμό 20 του ιδίου ως άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Για να θεμελιωθεί δε ο λόγος αυτός θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα [ΑΠ 596/2017, 828/2009].

Από την κατά το άρθρο 561 παρ.2 επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο ενάγων, δικηγόρος Αθηνών, στην αγωγή του εκθέτει ότι κατόπιν προφορικής συμφωνίας του ανατέθηκε από τον εναγόμενο, γενικό διευθυντή σε μεγάλη πολυεθνική εταιρεία, η συμβουλευτική και διαπραγματευτική υποστήριξη, προκειμένου να επιτύχει με τις νομικές γνώσεις και την εμπειρία του, για λογαριασμό του, την καταβολή εκ μέρους της εργοδότριάς του κατά το δυνατόν μεγαλύτερη αποζημίωση απολύσεως κατά την επικείμενη αποχώρησή του από την εταιρεία λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του. 'Ότι μετά το επιτυχές πέρας των διαπραγματευτικών εργασιών εκ μέρους του ακολούθησε γραπτή συμφωνία του αντιδίκου του με την εργοδότριά του δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε η λύση της σχέσης εργασίας του αντιδίκου του με την είσπραξη από αυτόν του ποσού των 370.000 ευρώ, όπως και έγινε. 'Ότι παρότι είχαν συμφωνήσει αμοιβή 8.000 ευρώ καθαρά και 12.400 ευρώ μικτά συν 8% επί του πλέον των 170.000 ευρώ ποσού, που θα επιτυγχάνετο, ο εναγόμενος δεν του κατέβαλε τα συμφωνηθέντα.

Ζητεί καθ' ό μέρος ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει κατά τη συμφωνία εκ του άρθρου 58 του Ν. 4194/2013 το ποσό των 10.000 ευρώ συν ΦΠΑ, συν ποσοστό 8% επί του πλέον των 170.000 ευρώ ποσού [πρώτη επικουρική βάση], άλλως αμοιβή με χρονοχρέωση, κατ' άρθρο 59 του Ν. 4194/2013, το ποσό των 18.960 ευρώ συν Φ.Π.Α. [δεύτερη επικουρική βάση]. Η πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσίαν τη συμφωνία εκ του άρθρου 58 του Ν. 4194/2013 και επιδίκασε το ποσό των 10.000 ευρώ συν Φ.Π.Α. 24% συν 8% επί του ποσού των [370.000 μείον 170.000] 200.000 ευρώ και συνολικά το ποσό των 28.400 ευρώ. Κατόπιν εφέσεως του εναγομένου εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης απέρριψε την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι η απαίτηση αφορά εργολαβική αμοιβή επί διεκδίκησης απαιτήσεων, που προέρχονται από εργασιακή συμφωνία, η οποία βασίζεται σε άκυρη συμφωνία λόγω μη τηρήσεως του εγγράφου τύπου και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρη.

Επίσης απέρριψε ως μη νόμιμη την δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, η οποία βασίζεται στο σύστημα της χρονοχρέωσης. Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς του εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559, υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 60 παρ.4 του Ν. 4194/2013, γιατί η συγκεκριμένη διάταξη αφορά μόνο την περίπτωση,κατά την οποία ο δικηγόρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει δίκη μέχρι τελεσιδικίας και δεν εφαρμόζεται στις εξώδικες διαπραγματεύσεις.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί κατά τα προαναφερθέντα η διάταξη του άρθρου 60 παρ. 4 του Ν. 4194/2013 αφορά και την περίπτωση συμφωνίας, που εξαρτά την αμοιβή του δικηγόρου από το αποτέλεσμα της εργασίας επί εργατικής αξίωσης, όπως είναι οι εργασίες διαπραγμάτευσης για την με κοινή συναίνεση λύση της συμβάσεως εργασίας εργαζομένου με τον εργοδότη του και τον καθορισμό μεγαλύτερου ποσού αποζημίωσης απολύσεως, ανεξάρτητα από τη διεξαγωγή ή μη δίκης, διότι και στην περίπτωση αυτή συντρέχει ο ίδιος λόγος, δηλαδή η προστασία της νομικής συμπαράστασης και βοήθειας από δικηγόρο χάριν του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος. Απορριπτέοι ως απαράδεκτοι είναι και οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι με τους οποίους ο αναιρεσείων, επικαλούμενος παράβαση εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει ότι εσφαλμένα, άνευ λόγου εφέσεως, εξέλαβε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι η αγωγή βασιζόταν σε άκυρη σύμβαση εργολαβίας για εργατική αξίωση, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για εξωδικαστική διαπραγμάτευση. Και τούτο, γιατί οι διατάξεις περί εργολαβικού δίκης εφαρμόζονται και σε εργασίες διαπραγμάτευσης εργατικών αξιώσεων, όπως είναι ο καθορισμός αποζημίωσης απολύσεως.

Επί πλέον η νομιμότητα της βάσης της αγωγής εξετάζεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον ζητείται η απόρριψή της, γιατί το εφετείο δικαιούται να εξετάζει οίκοθεν, ανεξαρτήτως λόγου εφέσεως το νόμω βάσιμο της γενόμενης δεκτής αγωγής όταν με την έφεση ζητείται η απόρριψή της [ΑΠ 470/2018,347/2006]. Με τον τρίτο λόγο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη υπέπεσε στις πλημμέλειες εκ των λόγων με αριθ. 17 και 19 γιατί περιέχει αντιφατικές διατάξεις και συγκεκριμένα γιατί ενώ κρίνει ότι η αγωγή είναι αόριστη την απορρίπτει ως νόμω αβάσιμη. Και οι δύο αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, ο εκ του αριθ. 19, γιατί ο συγκεκριμένος λόγος αναφέρεται στην περίπτωση, που η απόφαση έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη δηλαδή προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας της διαφοράς, γεγονός που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, ο δε εκ του αριθ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συντρέχει όταν η αντίφαση εντοπίζεται μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού και με τον τρόπο αυτό εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης, ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Με τον πέμπτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Μονομελές Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αριθ.20 του άρθρου 559, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αγωγής εκτιμώντας ότι συμφωνήθηκε αμοιβή μόνο για την περίπτωση επιτυχίας των διαπραγματεύσεων και ότι δεν υπήρχε συμφωνία για την περίπτωση αποτυχίας αυτών.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος, γιατί η διάταξη εκ του αριθ. 20 του άρθρου 559 αναφέρεται σε έγγραφα, στα οποία το δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα και όχι σε διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως είναι η αγωγή. Περαιτέρω, υποστηρίζει ο αναιρεσείων [κατά το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου και με τον έβδομο λόγο] ότι η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 59 παρ.3 του Ν. 4194/13 και απέρριψε το αίτημά του υποπίπτοντας στην εκ του αριθ. 1 πλημμέλεια του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί, παρότι δεν υπήρχε συμφωνία χρονοχρέωσης, όπως ο ίδιος συνομολογεί, έπρεπε να εφαρμοσθεί η ως άνω διάταξη του άρθρου 59 αριθ. 3, που ορίζει ότι σε περίπτωση <<έλλειψης έγγραφης συμφωνίας, η αμοιβή του δικηγόρου για δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, πράξεις ή απασχολήσεις, δύναται να προσδιορίζεται με βάση την ωριαία απασχόληση του δικηγόρου, όπως αυτή αναφέρεται στο Παράρτημα 1 του Κώδικα>>.

Ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος και εντεύθεν απορριπτέος, αφού το σύστημα αμοιβής με χρονοχρέωση προϋποθέτει σχετική συμφωνία, που δεν αναφέρεται ότι καταρτίσθηκε, όπως αποδέχεται ο αναιρεσείων και εκτίμησε κατά την έρευνα της νομικής βασιμότητας της αγωγής το Δικαστήριο [ΑΠ 862/2015, 175/18]. Απορριπτέος λόγω αοριστίας είναι και ο έκτος και τελευταίος λόγος, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη δεν έχει νόμιμη αιτιολογία όσον αφορά το αντικείμενο διαπραγμάτευσης, από το οποίο εξαρτάτο η αμοιβή του, γιατί αυτό δεν σχετίζεται με εργατική αξίωση και ως εκ τούτου υπέπεσε στις πλημμέλειες εκ των αριθ. 8, 9, 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού οι σχετικοί λόγοι αναφέρονται χωρίς συγκεκριμένες πλημμέλειες.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου [αρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, ως ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.4.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4041/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων [1800] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ