Α.Π. 630/2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΛΗΣΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΕΠΙΕΙΚΕΣΤΕΡΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ (άρθρ. 2 παρ. 1 ΠΚ, άρθρ. 380 παρ. 1 ΠΚ)
Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΑΥΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΠΡΑΞΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ (άρθρ. 45 ΠΚ)
Η ΕΙΔΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΩΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΚΥΡΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ (άρθρ. 93 παρ. 3 Συντ., άρθρ. 139 ΚΠΔ, άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ)
ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΑΦΡΥΝΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΝΟΜΟΥ ΒΙΟΥ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΜΗΤΡΩΟ (άρθρ. 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ)
ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΕ ΔΙΚΑΙΗ ΔΙΚΗ ΚΑΙ Η ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΙΚΩΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΠΕΡΙ ΑΛΛΟΘΙ (άρθρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, άρθρ. 171 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ)
Ο Άρειος Πάγος απέρριψε αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης που καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για ληστεία κατά συναυτουργία. Το Δικαστήριο έκρινε ορθή την εφαρμογή του άρθρου 380 παρ. 1 ΠΚ ως επιεικέστερης διάταξης, λόγω της κατάργησης της επιβαρυντικής περίστασης της κάλυψης χαρακτηριστικών και της μείωσης του ανώτατου ορίου ποινής κάθειρξης. Επιβεβαιώθηκε η συναυτουργική δράση μέσω κοινού δόλου και συναπόφασης, κρίνοντας ότι δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους υλικών ενεργειών των δραστών. Κρίθηκε επαρκής η αιτιολογία για την απόρριψη του ισχυρισμού περί "άλλοθι" μέσω της συνεκτίμησης αποδεικτικών μέσων, όπως η ανίχνευση DNA. Τέλος, επικυρώθηκε η απόρριψη του ελαφρυντικού του σύννομου βίου, καθώς η μακροχρόνια παράνομη οπλοκατοχή αναιρεί τη σταθερή υποταγή στη νομιμότητα, παρά την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου.
Αριθμός 630/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Κατσούλη, Ελένη Μπερτσιά, Διονύσιο Παλλαδινό και Παναγιώτα Πασσίση-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αριστοτέλη Χριστόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Μ. του Ι., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Διαβατών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μαντά, για αναίρεση της αποφάσεως 323/2022 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12-9- 2022 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 5-1-2023 προσθέτους λόγους τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ....
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 12.9.2022 υπό κρίση αίτηση του κατηγορουμένου Κ. Μ. του Ι. και της Ε., κατοίκου ... και κρατούμενου, κατά το χρόνο άσκησής της, στο Κατάστημα Κράτησης Διαβατών, για αναίρεση της υπ' αριθ. 323/2022 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, για την αξιόποινη πράξη της ληστείας κατά συναυτουργία [με τους πρώτο και δεύτερο των εκκαλούντων-συγκατηγορουμένων του, Δ. Λ. και Α. Μ., αντίστοιχα] και καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών, ασκήθηκε νομότυπα, με δήλωση μέσω του έχοντος εντολή προς τούτο πληρεξουσίου του δικηγόρου δυνάμει της από 12.9.2022 σχετικής εξουσιοδοτήσεως, η οποία (δήλωση) επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 16.9.2022 (άρθρα 466 παρ. 1, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΚΠΔ), και εμπρόθεσμα, πριν από την καταχώριση καθαρογραμμένης της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο που έλαβε χώρα στις 16.11.2022, περιέχει δε λόγους αναίρεσης, διατυπωμένους κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ίδιου Κώδικα [έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης). Είναι, επομένως, παραδεκτή, και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω. Παραδεκτοί είναι, επίσης, και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που προτάθηκαν με το από 4.1.2023 δικόγραφο, το οποίο κατατέθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις 5.1.2023 στον αρμόδιο Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου (άρθρο 509 ΚΠΔ) από τον εξουσιοδοτημένο προς τούτο πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, δυνάμει της από 4.1.2023 σχετικής εξουσιοδοτήσεως, επισυναφθείσας στο εν λόγω δικόγραφο, με το οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' του ΚΠΔ, και πρέπει, επομένως, να ερευνηθούν περαιτέρω, συνεκδικαζόμενοι με την ένδικη αίτηση αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ [ν. 4619/2019] "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας των επιεικέστερων διατάξεων ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσαν από την τέλεση της πράξης έως το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης. Επιεικέστερη δε διάταξη νόμου θεωρείται εκείνη που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο προβλέψεις, δηλαδή εκείνη, η οποία με την εφαρμογή της, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου, με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσότερων διατάξεων και εφαρμόζεται ο νόμος που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη, λαμβάνεται υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, η οποία θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής ποινής επί δε ίσων στερητικών της ελευθερίας ποινών τότε λαμβάνεται υπόψη η χρηματική ποινή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 380 παρ.1 εδ. α' και β' του προϊσχύσαντος, μέχρι την 30.6.2019, ΠΚ "Όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη. Η τέλεση της πράξης του προηγούμενου εδαφίου με κάλυψη ή αλλοίωση των χαρακτηριστικών του προσώπου του δράστη συνιστά επιβαρυντική περίσταση".
Με την όμοια, ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος, αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ (από την οποία, όμως, απαλείφθηκε η επιβαρυντική περίσταση "της τέλεσης της πράξης με κάλυψη ή αλλοίωση των χαρακτηριστικών"), ο δράστης ληστείας τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή και είναι, ως εκ τούτου, επιεικέστερη, αφού το μεν απαλείφθηκε η ως άνω επιβαρυντική περίσταση, το δε, το ανώτατο ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής ποινής, είναι, κατ' άρθρο 52 του ισχύοντος ΠΚ, τα 15 έτη, ενώ με την προηγούμενη ταυτάριθμη διάταξη, που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της εδώ ερευνώμενης πράξης [23.10.2013], ήταν 20 έτη, σημειουμένου ότι η απειλή με τη νέα διάταξη του ΠΚ και χρηματικής ποινής δεν την καθιστά δυσμενέστερη, καθόσον για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη, λαμβάνεται κατ' αρχάς υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής και μόνο επί ίσων στερητικών της ελευθερίας ποινών υπολογίζεται η τελευταία.
Από το άρθρο 380 παρ. 1 ν.ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ληστείας, με την οποία προσβάλλεται τόσο η προσωπική ελευθερία, όσο και η ατομική ιδιοκτησία, απαιτείται η άσκηση παράνομης βίας κατά προσώπου ή η εκδήλωση απειλών κατ` αυτού, που μπορούν να κάμψουν την αντίστασή του, ενωμένων με άμεσο κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία του και η ταυτόχρονη αφαίρεση με τη βία από την κατοχή εκείνου, ξένου (ολικά ή μερικά) κινητού πράγματος ή ο εξαναγκασμός του προσώπου σε παράδοση του πράγματος, για να το ιδιοποιηθεί παράνομα ο δράστης. Είναι, δηλαδή, έγκλημα σύνθετο και στοιχεία αυτού είναι αφενός η κλοπή και αφετέρου η παράνομη βία, με την οποία ο δράστης αποβλέπει στην κάμψη της αντίστασης του θύματος, που μπορεί να επιτευχθεί και με αδράνεια αυτού. Έτσι, η ληστεία συγκροτείται από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής (άρθρο 372 ΠΚ) και της παράνομης βίας (άρθρο 330 ΠΚ). Το δεύτερο αυτό έγκλημα (παράνομη βία) είναι υπαλλακτικώς μικτό.
Οι τρόποι πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης μπορούν να εναλλαχθούν. Δηλαδή, στην περίπτωση της ληστείας η παράνομη βία μπορεί να συνίσταται είτε σε σωματική βία κατά του θύματος είτε σε απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής. Ως σωματική βία νοείται εκείνη που επιδρά κατά τρόπο άμεσο στο σώμα του εξαναγκασμένου και υπερνικά την προβαλλόμενη ή αναμενόμενη αντίστασή του. Αν η ληστεία τελείται με την άσκηση σωματικής βίας, δεν απαιτείται να προκαλείται επικείμενος κίνδυνος σώματος ή ζωής. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος του δράστη που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο, κατέχεται από άλλον και δεν υπάρχει συναίνεση εκείνου, τη θέληση να αφαιρέσει το πράγμα από την κατοχή του άλλου και να το υπαγάγει στην κατοχή του ή την κατοχή τρίτου με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση και τη θέληση χρήσης σωματικής βίας ή απειλών προς αφαίρεση του πράγματος [ΑΠ 1166/2023, ΑΠ 982/2023, ΑΠ 666/2021].
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 45 τόσο του παλαιού όσο και του νέου Ποινικού Κώδικα, συνάγεται ότι με τον όρο "από κοινού" τέλεση μιας αξιόποινης πράξης νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος να θέλει ή να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που διαπράττεται, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι ενεργούν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται στο ότι ή ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Ο κοινός δόλος αρκεί, χωρίς να υπάρχει ανάγκη εξειδίκευσης των επιμέρους τυπικών ενεργειών του καθενός συναυτουργού. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 ΠΚ πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Δεν είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου που ζητεί τη μεταβολή από συναυτουργία σε συνέργεια [ΑΠ 508/2018].
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή. Δεν είναι, όμως, απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή από ποια αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή. Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά.
Βέβαια, το αποτέλεσμα του συσχετισμού, της συνεκτίμησης, της συγκριτικής στάθμισης και της συναξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή από ποιο αποδεικτικό μέσο πείσθηκε τελικά το Δικαστήριο, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πλην όμως, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται, γιατί πείστηκε από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο αντίθετο, αντιφατικό ή απλώς διαφορετικό. Ο δε αναιρετικός έλεγχος επ' αυτού εστιάζεται, στο αν το Δικαστήριο πραγματοποίησε λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων και όχι επιλεκτική λήψη μερικών μόνο εξ αυτών. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 323/2022 απόφασής του, μετά από συνεκτίμηση των κατ' είδος αναφερόμενων στο προοίμιο αυτού αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "Ο πρώτος και ο δεύτερος των κατηγορουμένων [Δ. Λ. του Χ. και Α. Μ. του Ε. Π., αντίστοιχα, μη διάδικοι στην προκείμενη αναιρετική δίκη] ήταν φίλοι από την εποχή που φοιτούσαν και οι δύο σε δημοτικό σχολείο της περιοχής ..., στην οποία και διέμεναν και οι δύο, με τις οικογένειές τους. Ο δεύτερος κατηγορούμενος αρχές του φθινοπώρου του έτους 2013 είχε γνωρίσει σε κάποιο από τα φοιτητικά πάρτυ, που γίνονται στην αρχή κάθε πανεπιστημιακής χρονιάς στο χώρο του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης τον τρίτο κατηγορούμενο [ήδη αναιρεσείοντα] 25 ετών τότε, ο οποίος διέμενε και αυτός στη Θεσσαλονίκη και μέσω του δευτέρου κατηγορουμένου τον γνώρισε περί τις αρχές Οκτωβρίου του ίδιου έτους και ο πρώτος κατηγορούμενος.
Περαιτέρω προέκυψε ότι και οι τρεις κατηγορούμενοι κατά το δεύτερο δεκαήμερο του ίδιου μήνα αποφάσισαν να ληστέψουν το κατάστημα σούπερ μάρκετ ΜΑΣΟΥΤΗ που βρίσκεται επί της οδού ... στην περιοχή ... Το εν λόγω κατάστημα επιλέγει από τους κατηγορούμενους επειδή η ελεύθερη πρόσβαση προς αυτό εμποδιζόταν σχεδόν ολόγυρά του από τα έργα του Μετρό Θεσσαλονίκης, που ελάμβαναν χώρα σε εκείνο το σημείο. Έτσι την 23.10.13 και περί ώρα 7.30 μ.μ. οι τρεις κατηγορούμενοι ύστερα από συναπόφασή τους, αφού επιβιβάσθηκαν και οι τρείς στο υπ' αριθμ. κυκλ. ... αυτοκίνητο, τύπου VW POLO χρώματος θαλασσί, ιδιοκτησίας δευτέρου κατηγορουμένου με οδηγό τον ίδιο, μετέβησαν στην περιοχή του παραπάνω καταστήματος και στάθμευσαν σε κοντινή απόσταση από αυτό. Στη συνέχεια και οι τρείς εισήλθαν στο εν λόγω κατάστημα, από άλλη, από την κύρια είσοδο, πόρτα, έχοντας καλυμμένα, με τις κουκούλες των μπουφάν, που φορούσαν, τους σκούφους και τους τραβηγμένους γιακάδες των μπλουζών τους, τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, για να μην τους αναγνωρίσουν και απειλώντας με το όπλο, που έφερε μαζί του και κρατούσε προτεταμένα ο τρίτος κατηγορούμενος [ήδη αναιρεσείων] τους υπαλλήλους του καταστήματος, και φωνάζοντας τη λέξη "ληστεία", υποχρέωσαν την ταμία του Ε. Π. να τους παραδώσει το ποσό των 432 ευρώ, που υπήρχε στο ταμείο εκείνη τη στιγμή και στη συνέχεια, πάντα με την απειλή όπλου, ο τρίτος κατηγορούμενος υποχρέωσε την υπεύθυνη του καταστήματος, μάρτυρα κατηγορίας, Μ. Κ., να ανοίξει το χρηματοκιβώτιο και να του παραδώσει το ποσό των 1.293 ευρώ, το οποίο ήταν εντός αυτού και τα οποία ποσά, αφού ιδιοποιήθηκαν παράνομα και οι τρείς κατηγορούμενοι στη συνέχεια εξήλθαν του καταστήματος και αφού επιβιβάσθηκαν όλοι στο ίδιο ως άνω αυτοκίνητο, τράπηκαν σε φυγή.
Περαιτέρω προέκυψε ότι επειδή κάποιες κινήσεις των κατηγορουμένων είχαν θεωρηθεί ύποπτες από τις Αστυνομικές αρχές, λίγο καιρό, πριν από την ως άνω ημερομηνία (23.10.2013), και συγκεκριμένα επειδή τους αντελήφθησαν να κατοπτεύουν διάφορα Σούπερ Μάρκετ στη περιοχή της Ανατολικής Θεσσαλονίκης και τη ΔΟΥ Καλαμαριάς είχαν τεθεί σε διακριτική παρακολούθηση από αστυνομικά όργανα, και κυρίως ο τρίτος κατηγορούμενος [ήδη αναιρεσείων], ο οποίος ήταν γνωστός στις Αστυνομικές αρχές από άλλη συμπεριφορά η οποία είχε θεωρηθεί παραβατική, αλλά είχε απαλλαγεί με βούλευμα. Κατά την παρακολούθηση δε κατά την εν λόγω ημέρα οι αστυνομικοί αντελήφθησαν ότι αυτοί συναντήθηκαν δύο - τρείς φορές κατά την διάρκεια της ημέρας και κατά την ως άνω ώρα (7.30 μ.μ.) συναντήθηκαν και οι τρείς σε μικρή απόσταση από το εν λόγω κατάστημα, και ότι για διάστημα λίγων λεπτών οι αστυνομικοί τους έχασαν από το οπτικό τους πεδίο, διάστημα κατά το οποίο όπως συνάγεται και οι τρείς κατηγορούμενοι εισήλθαν στο εν λόγω κατάστημα και τέλεσαν τη ληστεία.
Στη συνέχεια οι ίδιοι (αστυνομικοί) τους αντελήφθησαν να εξέρχονται από αυτό και να επιβιβάζονται στο ως άνω αυτοκίνητο του δευτέρου αυτών και να τρέπονται σε φυγή και αυτοί (αστυνομικοί) να τους ακολουθούν και να δίνουν σχετικό σήμα σε άλλα αστυνομικά όργανα για να προσέξουν σε βοήθειά τους. Προέκυψε δε ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι συνελήφθησαν, ύστερα από καταδίωξη δύο ωρών περίπου, στην περιοχή εκκλησίας Προφήτης Ηλίας κοντά στην κεντρική οδό Πυλαίας - Πανοράματος από όργανα της ομάδας ΔΙΑΣ εποχούμενα σε δίκυκλη μοτοσικλέτα, όταν τα τελευταία που συμμετείχαν στην καταδίωξη εγκλώβισαν το ως άνω αυτοκίνητο, στην θέση οδηγού του οποίου βρισκόταν ο δεύτερος κατηγορούμενος και στο πίσω κάθισμα ο πρώτος κατηγορούμενος. Προέκυψε δε ότι ο τρίτος κατηγορούμενος [ήδη αναιρεσείων], ο οποίος καθόταν σε θέση του συνοδηγού, αποβιβάσθηκε από το εν λόγω όχημα, κατά την περιπλάνησή τους με αυτό, στους στενούς δρόμους της εν λόγω περιοχής, για να αποφύγει τους αστυνομικούς και αυτός διέφυγε πεζός μέσα από τις οικοδομές της περιοχής, πετώντας συγχρόνως στο σημείο εκείνο και την τσάντα, που έφερε μαζί του και μία κίτρινη ζακέτα, που φορούσε. Στην εν λόγω τσάντα, η οποία ήταν τσάντα μεταφοράς Η/Υ και η οποία εντοπίστηκε και συνελέγη αργότερα από αστυνομικούς, όπως και η εν λόγω ζακέτα, και κατά τον έλεγχο του περιεχόμενου της βρέθηκαν εντός αυτής το συνολικό χρηματικό ποσό των 2.7075,88 ευρώ σε χαρτονομίσματα, και κέρματα περιτυλιγμένα σε νάϋλον σακούλες, μία εσωτερικής προσαρμογής θήκη όπλου χρώματος σκούρο πράσινο, μάρκας "...", ένα πιστόλι χειρός άνευ αναγραφής χαρακτηριστικών και μάρκας, χρώματος μαύρου με καφέ χειρολαβή και το γεμιστήρα του, που περιείχε επτά φυσίγγια των 9 mm, ένα ζευγάρι μαύρα γάντια, γυρισμένα από την ανάποδη όψη, μάρκας "...", ένα ζεύγος μαύρα γάντια μηχανής μάρκας "...", ένα τεμάχιο χάρτου με τη χειρόγραφη σημείωση "..." και ένα τεμάχιο χάρτου με τη χειρόγραφη σημείωση "...", ένα ναϋλον σακουλάκι στην εξωτερική επιφάνεια του οποίου, ήταν κολλημένη ετικέτα με την επωνυμία "Μ." και χειρόγραφη σημείωση "Δ.", ένα στυλό με την αναγραφή "...", μία ξύστρα και ένα καπάκι από στυλό "ΒΙC", ένα τετράδιο μαύρου - κόκκινου χρώματος, ένα βιβλίο εκμάθησης της Ιταλικής Γλώσσας με τίτλο "..." και ένας αναπτήρας χρώματος κίτρινου μάρκας "ΒΙC".
Οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων ομολόγησαν την πράξη τους κατά την προδικασία, αμέσως μετά τη σύλληψή τους, και κατά τις απολογίες τους τόσο ενώπιον του Πρωτόδικου όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και ότι αποφάσισαν και τέλεσαν την ληστεία από κοινού με τον τρίτο κατηγορούμενο [ήδη αναιρεσείοντα]. Ο τελευταίος αρνείται την πράξη του, ωστόσο δέχεται ότι η ως άνω τσάντα με το περιεχόμενό της ήταν δική του. Ειδικότερα διατείνεται ότι, με τον δεύτερο των κατηγορουμένων, με τον οποίο είχαν γνωριστεί πρόσφατα, συναντήθηκαν, δύο ημέρες πριν από την ημέρα της ληστείας, στην περιοχή της Ευαγγελίστριας Θεσσαλονίκης, μετά από προηγούμενη συνεννόησή τους να συναντηθούν στο σημείο εκείνο, για να του δώσει το παραπάνω όπλο, που βρέθηκε στην τσάντα του, γιατί αυτός, ο οποίος το κατείχε, τουλάχιστον από το έτος 2010 χωρίς άδεια, δεν το ήθελε πλέον και για το λόγο αυτό θα του το χάριζε. Επιπλέον ο ίδιος (κατηγορούμενος) [ήδη αναιρεσείων] διατείνεται ότι, επειδή ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν είχε μαζί του κάτι για να μεταφέρει το όπλο του έδωσε την τσάντα του, με το παραπάνω περιεχόμενό της και ότι η χρονική στιγμή παράδοσης του όπλου ήταν εντελώς τυχαία και δεν μπορεί να αιτιολογήσει, ούτε το γεγονός γιατί επί δύο ημέρες περιέφερε την τσάντα του με το όπλο εντός αυτής ο δεύτερος κατηγορούμενος, ούτε την ενοχοποίησή του και από τους δύο συγκατηγορούμενούς του, η οποία, εικάζει μόνο, ότι μπορεί να οφείλεται στην πίεση, που δέχθηκαν και οι δύο, από τις προανακριτικές αρχές, κατά το στάδιο της προανάκρισης.
Η από κοινού απόφαση και των τριών κατηγορούμενων για την τέλεση της ληστείας αλλά και η συμμετοχή του κατ' αυτή του τρίτου κατηγορουμένου [ήδη αναιρεσείοντος] εκτός από τις ρητές αναφορές των συγκατηγορουμένων του περί τούτου, επιβεβαιώνεται από την κατάθεση του μάρτυρα - αστυνομικού, Β. Φ. που συμμετείχε αρχικά στην διακριτική παρακολούθησή τους, από το πρωί της ημέρας που τέλεσαν την ληστεία και παραθέτει λεπτομερώς τις κινήσεις τους και τη συνάντηση και των τριών πλησίον του εν λόγω καταστήματος και την αδυναμία να πλησιάσουν πιο κοντά τους, λόγω των έργων του Μετρό, αλλά και για να μην γίνουν αντιληπτοί, το μικρό χρονικό διάστημα που τους έχασαν από το οπτικό τους πεδίο, το οποίο συμπίπτει με το χρόνο εισόδου και παραμονή τους στο κατάστημα, στη συνέχεια ότι τους είδαν να επιβιβάζονται και οι τρείς στο ως άνω όχημα και να αρχίζει η καταδίωξή τους. Αλλά και από την κατάθεση του μάρτυρα - αστυνομικού Γ. Β. ο οποίος επίσης συμμετείχε στην καταδίωξή τους, μετά τη ληστεία με δίκυκλη μοτοσυκλέτα ως μέλος της ομάδας ΔΙΑΣ και ο οποίος στη συνέχεια συμμετείχε στη σύλληψη των πρώτου και δευτέρου αυτών και ο οποίος καταθέτει ρητά ότι κατά τον εντοπισμό του οχήματος, στο οποίο επιβιβάσθηκαν και οι τρείς, είδε τρία άτομα και κατά τη στιγμή της σύλληψης ήταν δύο άτομα ένα στη θέση του οδηγού, που ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος και ένα στην πίσω θέση, που ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος επιβεβαιώνεται η παρουσία και η συμμετοχή του τρίτου κατηγορούμενου [ήδη αναιρεσείοντος] σ' αυτή.
Η παρουσία δε του τρίτου κατηγορουμένου στην περιοχή της Πυλαίας Θεσσαλονίκης, κατά την ώρα της σύλληψης των δύο άλλων και τη διαφυγή του (τρίτου κατηγορουμένου) επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του μάρτυρα Κ. Γ., κατά την εξέτασή του ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, σύμφωνα, με την οποία, αυτός, ο οποίος κατοικεί στη περιοχή Πυλαίας Θεσσαλονίκης σε πολυκατοικία επί της οδού ..., ήτοι πλησίον της οδού που συνελήφθησαν οι εν λόγω δύο κατηγορούμενοι, κατά τις βραδινές ώρες της 23.10.2013 βγήκε στο μπαλκόνι του σπιτιού του, επειδή άκουσε ήχους από σειρήνες αστυνομικών οχημάτων, και ότι είδε ένα άτομο να κατηφορίζει με τα πόδια την εν λόγω οδό (...), αλλά επειδή οδηγεί αυτή σε αδιέξοδο το άτομο αυτό γύρισε πίσω, και έφυγε, αφού πέταξε μια ζακέτα που κρατούσε στα χέρια του και μια τσάντα, όπως αναφέρει, χαρακτηριστικά, από αυτές, οι οποίες χρησιμεύουν για τη μεταφορά Η/Υ, τις οποίες στη συνέχεια ήρθαν αστυνομικοί και τις συνέλεξαν. Το γεγονός δε ότι η ζακέτα ανήκε στον τρίτο κατηγορούμενο [ήδη αναιρεσείοντα] επιβεβαιώθηκε και από τον σχετικό εργαστηριακό έλεγχο γενετικού υλικού που βρέθηκε επ' αυτής. Με βάση τα παραπάνω κρίνεται ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν κατά την υποκειμενική της και αντικειμενική της υπόσταση την πράξη της ληστείας από κοινού, όπως αυτή προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις του άρθρου 380 παρ 1 και 45 παρ. 1 ισχύοντος ΠΚ. Πρέπει, όμως, κατ' άρθρο 470 ΚΠΔ, να αναγνωρισθούν [...] σε όλους τους κατηγορουμένους ότι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικό μεγάλο διάστημα ακόμα και μετά την πράξη τους (άρθρο 84 παρ. 2ε ΠΚ)". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, δικάζοντας με παρόντα [και] τον τρίτο εκκαλούντα-κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα, αφού έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, την ασκηθείσα σε βάρος του ποινική δίωξη για την πράξη της παράνομης οπλοφορίας, τον κήρυξε ένοχο για την πράξη της ληστείας κατά συναυτουργία με τους παραπάνω πρώτο και δεύτερο (τότε) συγκατηγορουμένους του, καταδικάζοντάς τον, μετά την αναγνώριση συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ και την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του για αναγνώριση και της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ, σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών, με το ακόλουθο διατακτικό: "Στη Θεσσαλονίκη, την 23-10-2013, με τη χρήση σωματικής βίας εναντίον προσώπου και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφαίρεσαν από άλλον ξένα ολικά κινητά πράγματα και τον εξαναγκάσουν να τους τα παραδώσει, προκειμένου να τα ιδιοποιηθούν παρανόμως.
Ειδικότερα, ενεργώντας από κοινού και μετά από συναπόφασή τους, οι Δ. Λ. του Χ., Α. Μ. του Ε. Π. και Κ. Μ. του Ι. [αναιρεσείων], αφού εισήλθαν στο κατάστημα σούπερ μάρκετ, με την επωνυμία "Μ.", ευρισκόμενο στην οδό ..., απειλώντας με όπλο, που έφεραν μαζί τους, τους υπαλλήλους του καταστήματος, αφαίρεσαν από το ταμείο, στο οποίο εργάζονταν η Ε. Π., το χρηματικό ποσό των 432 € και από το χρηματοκιβώτιο του καταστήματος, το χρηματικό ποσό των 1.293 €, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παρανόμως και ακολούθως, τράπηκαν σε φυγή". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασής του, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε σ' αυτήν, ως προς την κρίση του περί την ενοχή του τρίτου εκκαλούντος-κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, την από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 και 380 παρ. 1 ν.ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Σχετικά δε με τις αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας, αναφέρονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασής του όλα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους [οι ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα αναφερόμενα στα πρακτικά συνεδρίασής του έγγραφα, οι απολογίες των τριών εκκαλούντων-κατηγορουμένων, εκ των οποίων ο τρίτος τυγχάνει ήδη αναιρεσείων], από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά τα προεκτεθέντα, η αναλυτική παράθεσή τους ούτε η διευκρίνιση από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή και χωρίς ανάγκη ειδικής αναφοράς του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα από αυτά ή προσδιορισμού της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ούτε η συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, ενώ από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους, όπως αναφέρονται κατ' είδος στην αρχή του σκεπτικού της.
Συγκεκριμένα, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης δεν περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο και αγνόησε τα λοιπά, ούτε ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας ως προς την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος να γίνεται και ειδικότερη αναφορά στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης των κατ' είδος προσδιοριζόμενων αποδείξεων και ειδική μνεία του τι προέκυψε ξεχωριστά από καθεμία τούτων. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε σε καταφατική για την ενοχή του κρίση στηριζόμενο "σχεδόν αποκλειστικά" στην κατάθεση του μάρτυρα Β. Φ., αστυνομικού, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από τις παραδοχές της προσβαλλομένης, προκύπτει με σαφήνεια και πληρότητα, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, η, κατά την έννοια του άρθρου 45 ΠΚ, συναυτουργική δράση του στην ένδικη ληστεία, με τους (μη, εν προκειμένω, διαδίκους) ως άνω δύο συγκατηγορουμένους του, αφού παρατίθενται λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη συμμετοχή του ως συναυτουργού, καθώς και ο κοινός δόλος του με τους δύο συγκατηγορουμένους του για την τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος και η πριν από την τέλεσή του συναπόφασή τους, αλλά και ο σκοπός τέλεσής του, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση των υλικών ενεργειών του αναιρεσείοντος για την από κοινού με τους έτερους δύο δράστες πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του ανωτέρω εγκλήματος, δεδομένου ότι για τη σύμπραξή του σ' αυτήν, διαλαμβάνονται στο σκεπτικό παραδοχές ότι ο αναιρεσείων και οι δύο (τότε) συγκατηγορούμενοί του εισήλθαν στο κατάστημα (super market) με την επωνυμία "Μ." και απειλώντας με όπλο [πιστόλι], που κρατούσε προτεταμένο ο αναιρεσείων, το προσωπικό του καταστήματος, εξανάγκασε τις ως άνω δύο υπαλλήλους να παραδώσουν σ' αυτόν και στους δύο συγκατηγορουμένους του τα χρηματικά ποσά που υπήρχαν στο ταμείο και στο χρηματοκιβώτιο του καταστήματος [432 ευρώ και 1293 ευρώ, αντίστοιχα], για να τα ιδιοποιηθούν παράνομα.
Άλλωστε, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, για τη θεμελίωση συναυτουργίας, είναι αδιάφορο, αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του από κοινού εγκλήματος τελείται από όλους τους συμμετέχοντες δράστες κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια, καθόσον αρκεί ότι καθένας από τους συναυτουργούς συμπράττει, ταυτόχρονα ή διαδοχικά, στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, υλοποιώντας, αυτοπροσώπως και αμέσως, είτε ολόκληρη την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, είτε επί μέρους πράξεις, συγκλίνουσες στην πραγμάτωση αυτού και ότι όλοι οι συμμετέχοντες τελούν σε γνώση της πρόθεσης μεταξύ τους, για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Οι λοιπές, εμπεριεχόμενες στους ίδιους ως άνω, πρώτο και δεύτερο, αναιρετικούς λόγους, αιτιάσεις σχετικές με την κατηγορία, που αναφέρονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, και ιδιαίτερα, [όπως προβάλλεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης], της μαρτυρικής κατάθεσης του αστυνομικού Β. Φ., με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, και αιτιάσεων που αποτελούν αμφισβήτηση των σε βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος περί της συναυτουργικής δράσης του στην ένδικη ληστεία και όχι της, κατά τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του, συμμετοχής του ως απλού συνεργού, κατά την έννοια του άρθρου 47 ΠΚ, συνισταμένης στην προμήθεια και μόνο του όπλου προς τον δεύτερο εκ των (τότε) συγκατηγορουμένων του Α. Μ. πριν από την τελεσθείσα ληστεία, χωρίς οποιαδήποτε άλλη συμμετοχή του στη συνέχεια [όπως προβάλλει με το δεύτερο αναιρετικό λόγο], απαραδέκτως προβάλλονται, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, καθώς, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ ως άνω λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους πλήττεται, αντίστοιχα, η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής του ήδη αναιρεσείοντος κρίση του Δικαστηρίου, καθώς και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 45 ΠΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 380 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, που εφαρμόσθηκαν εν προκειμένω, είναι αβάσιμοι.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου, που κυρώθηκε αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων [μεταγλωττίστηκε δε και αποδόθηκε στη δημοτική γλώσσα με το π.δ. 76/2022 (Φ.Ε.Κ. 205/1-11-2022, τεύχος πρώτο)] "κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που λειτουργεί νόμιμα, το οποίο θα αποφασίσει είτε ως προς τις αμφισβητήσεις για τα αστικής φύσης δικαιώματα και υποχρεώσεις του είτε για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης". Κατ' αυτό, η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι. Παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' (άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ') του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΚΠΔ λόγος αναίρεσης [ΑΠ 1165/2021]. Τέλος, με την παρ. 2 του άρθρου 171 ν.ΚΠΔ, εντάχθηκε στις απόλυτες ακυρότητες το δικαίωμα ακρόασης του κατηγορουμένου κατά την ακροαματική διαδικασία, δεδομένου ότι αποτελεί έκφανση του υπερασπιστικού του δικαιώματος με το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο και αξιώνει, ως εκ τούτου, τυπικά και ουσιαστικά ίδιας προστασίας [ΑιτΕκθ νέου ΚΠΔ - ν. 4620/2019].
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, κατά την απολογία του ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της ουσίας, αρνούμενος την κατηγορία, προέβαλε προς αντίκρουση αυτής τον υπερασπιστικό-αρνητικό ισχυρισμό περί "άλλοθι" κατά την ώρα που διαπράχθηκε η ληστεία, αναφέροντας χαρακτηριστικά "και εγώ είμαι κατηγορηματικός και ο μάρτυρας υπεράσπισης ήταν κατηγορηματικός ότι ήμουν μαζί του" [σελ. 67 προσβαλλομένης], διατυπώνοντας έτσι έμμεσα τον εν λόγω ισχυρισμό του κατά την απολογία του, με τις απαντήσεις του σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου και με σχολιασμό, ιδιαίτερα, της κατάθεσης του ως άνω μάρτυρα αστυνομικού Β. Φ., ο οποίος συμμετείχε στην ειδική ομάδα που είχε συγκροτηθεί προς παρακολούθηση των κινήσεων των τριών συγκατηγορουμένων, επικαλούμενος ο αναιρεσείων προς αντίκρουση της μαρτυρικής αυτής κατάθεσης και προς αποδεικτική ενίσχυση του ισχυρισμού του περί "άλλοθι", την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισής του Ι. Μ. Ο τελευταίος, εξεταζόμενος τόσο πρωτοδίκως όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατέθεσε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο που τελέστηκε η ληστεία και για αρκετές ώρες μετά, συμμετείχε με τον αναιρεσείοντα, ως αντιπρόσωποι συνδέσμων φιλάθλων της ποδοσφαιρικής ομάδας του ΑΡΗ, σε συνέλευση στο γήπεδο της ομάδας. Το Δικαστήριο, διαλαμβάνει στην προσβαλλομένη ειδική, προσιδιάζουσα στην απόρριψη του ως άνω αρνητικού της ενοχής του ισχυρισμού, αιτιολογία, με ακριβή ανάλυση της εξέλιξης του ιστορικού της ληστείας, όπως τούτο προκύπτει από τη διακριτική παρακολούθηση από τους αστυνομικούς των κατηγορουμένων, των οποίων παρατίθενται λεπτομερώς οι κινήσεις την ημέρα της ληστείας και ιδιαίτερα οι ενέργειες του αναιρεσείοντος από τις οποίες αποδεικνύεται η συναυτουργική συμμετοχή του. Συγκεκριμένα, διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη οι συναντήσεις όλων των κατηγορουμένων την ημέρα της ληστείας με τελευταία τη συνάντησή τους κατά την ως άνω ώρα (7.30 μ.μ.) πλησίον του καταστήματος (Super-Market), απ' όπου εξήλθαν, και, ακολούθως, η διαφυγή τους με αυτοκίνητο, η, μετά από καταδίωξη, σύλληψη των δύο άλλων κατηγορουμένων σε περιοχή της Θεσσαλονίκης, η παρουσία στην ίδια περιοχή του αναιρεσείοντος, ο οποίος ταυτοποιήθηκε με την ανίχνευση του DNA σε ένδυμα, το οποίο μαζί με μια τσάντα ηλεκτρονικού υπολογιστή, απέρριψε, διαρκούσης της καταδίωξης, σε κάδο απορριμμάτων στην ίδια περιοχή, δεδομένου ότι αυτός, πριν από τη σύλληψη των δύο άλλων δραστών, είχε αποβιβαστεί από το αυτοκίνητο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο σχετικός δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με τη σιωπηρή απόρριψη του υπερασπιστικού-αρνητικού ισχυρισμού περί "άλλοθι", ως και ο περιλαμβανόμενος σ' αυτόν λόγος περί απόλυτης ακυρότητας (άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α', 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ), λόγω παραβίασης του άρθ. 6 παρ.1 εδ. α' της ΕΣΔΑ, είναι αβάσιμοι.
Η επιβαλλόμενη από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, του οποίου η απόρριψη ή η αποδοχή πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπο του κηρυχθέντος ενόχου κατηγορουμένου ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Η προβολή των αυτοτελών περί της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ούτε πολύ περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι' αυτούς. Οι ελαφρυντικές περιστάσεις εμπίπτουν στην κατηγορία των "αορίστων νομικών εννοιών" και, κατ' ακολουθίαν, η αποδοχή ή όχι αυτών ανάγεται μεν στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πλην όμως η εξειδίκευση των εννοιών αυτών, δηλαδή αν τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά εμπίπτουν ή όχι σε αυτές, ελέγχεται αναιρετικά. Στην περίπτωση παραδοχής των ελαφρυντικών περιστάσεων απαιτείται να εκτίθενται στην απόφαση τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία και επί των οποίων θεμελιώνονται οι γενόμενες δεκτές ελαφρυντικές περιστάσεις, για να μπορεί να κριθεί από τον Άρειο Πάγο αν όντως τα περιστατικά αυτά θεμελιώνουν τις περιστάσεις αυτές [ΟλΑΠ 2/2022].
Κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 του κυρωθέντος με το νόμο 4619/2019 και ισχύοντος από 1.7.2019 νέου Ποινικού Κώδικα, ως ελαφρυντική περίσταση, θεωρείται, μεταξύ άλλων και, η υπό στοιχ. α' [όπως αυτή ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το ν. 5090/2024] δηλαδή "το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα". Η διάταξη αυτή (84 παρ. 2 περ. α' ν.ΠΚ) είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης του προϊσχύσαντος ΠΚ με την οποία ορίζονταν "το ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή", καθώς και της ήδη ισχύουσας αντίστοιχης διάταξης μετά την αντικατάστασή της με το άρθ. 16 του ν. 5090/2024, με την οποία υιοθετείται και πάλι το κριτήριο της "έντιμης" ζωής. Κριτήριο για τη συνδρομή της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης, είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου. Κατά τη γραμματική ερμηνεία της, κρίσιμης για την εφαρμογή της διάταξης, λέξης "σύννομη", έτσι χαρακτηρίζεται η ζωή του ατόμου όταν το τελευταίο καθόλη τη διάρκεια της ζωής του και μέχρι τη στιγμή της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιικών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο συμμορφώνεται μ` αυτόν ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σ' αυτήν τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από το συγκεκριμένο δράστη. Έτσι, ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο αλλά με την από πεποίθηση υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη. Άλλωστε, αφενός μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη αφετέρου δε, πολλές φορές, αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια.
Συνακόλουθα, αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται αστικούς κανόνες, η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε λευκό ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 ΚΠΔ για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου, προκειμένου ν` αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού. Για τη θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη και επί πλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας [ΟλΑΠ 2/2022]. Ενώ επίσης, όπως σαφώς προκύπτει από την ως άνω διάταξη, η αναγνώριση της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του υπαιτίου για ελαφρό πλημμέλημα, εναπόκειται δε στο Δικαστήριο να αξιολογήσει αυτό ως ελαφρό ή μη, συνεκτιμώντας παράλληλα τις περιστάσεις τέλεσης του εκδικαζόμενου εγκλήματος και τη χρονική απόσταση της παλαιότερης καταδίκης από τη νέα τελεσθείσα πράξη. Υπό την έννοια αυτή, η σύννομη ζωή του υπαιτίου αποδεικνύεται πρωτίστως με την απουσία από το ποινικό του μητρώο καταδικαστικών αποφάσεων, του λευκού ποινικού του μητρώου συνιστώντος αναμφίβολα ένα ισχυρό (μαχητό) τεκμήριο για την ύπαρξη προηγούμενης σύννομης ζωής, χωρίς, όμως, τούτο να αποτελεί και το μοναδικό κριτήριο για την ουσιαστική αξιολόγηση του πρότερου σύννομου βίου, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η σύννομη ζωή δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά με τον πραγματικό, διαρκή σεβασμό των κατά τα ως άνω προστατευόμενων στο κράτος δικαίου έννομων αγαθών, τα οποία αποτελούν το περιεχόμενο αυτού, σύμφωνα με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη "αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου", δια της οποίας αναδεικνύεται η διαλεκτική σχέση και το αδιαίρετο της προσωπικής ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης [σελ. 3 αιτιολογικής έκθεσης του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ].
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, μετά την απαγγελία της απόφασης περί ενοχής του, ο ήδη αναιρεσείων προέβαλε δια του συνηγόρου του, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του νέου ΠΚ, ο οποίος κατατέθηκε εγγράφως και αναπτύχθηκε προφορικά, επικαλούμενος για τη θεμελίωσή του, κατά το ουσιαστικό μέρος, το λευκό ποινικό του μητρώο, τον πρότερο σύννομο βίο και την παντελή έλλειψη αντικοινωνικής παραβατικής δράσης και συμπεριφοράς, καθώς και οποιουδήποτε αντίθετου αρνητικού στοιχείου μέχρι την τέλεση του ένδικου εγκλήματος, την ενασχόλησή του από πολύ μικρή ηλικία με μουσικές σπουδές, τις οποίες ολοκλήρωσε στην κλασσική κιθάρα και στα κρουστά όργανα, την εισαγωγή του με πανελλαδικές εξετάσεις στη Σχολή Τοπογραφίας, τη συμμετοχή του στη θεατρική ομάδα του Δήμου Θέρμης, σε πρόγραμμα ανταλλαγής εθελοντών και στην Ελληνική Ομάδα Διάσωσης, καθώς και την εργασία του επί έξι χρόνια (2014 - 2020) ως υπεύθυνος ταμίας σε πολυτελές εστιατόριο με το διακριτικό τίτλο "ΝΑΚΑΜΑ" στην Αθήνα. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά την παράθεση σχετικής νομικής σκέψης, απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του τρίτου εκκαλούντος κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, με το ακόλουθο σκεπτικό :
"Στην προκειμένη περίπτωση το αίτημα του τρίτου κατηγορουμένου να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί δεν προέκυψε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης του εν λόγω αδικήματος έζησε ζωή σύννομη κατά την προεκτεθείσα έννοια, παρά την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου και τις περί αντιθέτου καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, δεδομένου ότι από την ίδια την απολογία του προέκυψε ότι αυτός τουλάχιστον από το έτος 2010, κατείχε, χωρίς άδεια της αρχής, το όπλο με το οποίο τέλεσε τη ληστεία, πράξη που αποδεικνύει μη συμμόρφωση με τις επιταγές του νόμου και αποφάσισε, οργάνωσε από κοινού και τέλεσε με τη χρήση του το αδίκημα της ληστείας, το οποίο τελείται με άσκηση βίας, η οποία στρέφεται, πρωτίστως, κατά της ζωής του απειλούμενου και δευτερευόντως κατά της περιουσίας, λόγο για τον οποίο και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μόνη παραφωνία στην μέχρι το χρόνο τέλεσης της πράξης, σύννομης ζωής του κατηγορουμένου και ως μη αναμενόμενη από το συγκεκριμένο κατηγορούμενο συμπεριφορά".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, για την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος - τρίτου κατηγορουμένου, την επιβαλλόμενη, κατά νόμο, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με τις ουσιαστικά ανέλεγκτες παραδοχές του, ότι ο αναιρεσείων μέχρι την τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης, παρά την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου, δεν έζησε σύννομα, καθόσον, τουλάχιστον από το έτος 2010, κατείχε παρανόμως το όπλο με το οποίο τέλεσε τη ληστεία, συμπεριφορά που αποδεικνύει τη μη συμμόρφωσή του με τις επιταγές του νόμου, ανεξαρτήτως του ότι δεν διώχθηκε για την παράνομη οπλοκατοχή [ΟλΑΠ 2/2022], με συνέπεια να μη δικαιολογείται η χορήγηση της ελαφρυντικής περίστασης της διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α'του νέου ΠΚ, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε, ως επιεικέστερη, πριν από την, κατά τα ανωτέρω, αντικατάστασή της με το ν. 5090/2024, και την οποία το Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπή, ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, ο οποίος επαναλαμβάνεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης και πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση αφενός για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης για την αναγνώριση συνδρομής στο πρόσωπο του ήδη αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περίστασης εκ της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του νέου ΠΚ και αφετέρου για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της τελευταίας αυτής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης ούτε πρόσθετος λόγος αυτής προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να απορριφθούν και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της προκείμενης ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του από το ν. 5090/2024, ενόψει του χρόνου συζήτησης της υπόθεσης), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.9.2022 αίτηση-δήλωση αναίρεσης [επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 16.9.2022] και τους από 4.1.2023 [κατατεθέντες στις 5.1.2023] πρόσθετους αυτής λόγους του Κ. Μ. του Ι. και της Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 323/2022 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που τον αφορά [ως τρίτο εκκαλούντα-κατηγορούμενο].
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1974 - 2026 © Τετράβιβλος. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Όροι και Προϋποθέσεις