Συνθετη Αναζητηση Νομοθεσιας - Νομολογιας

Νομοθεσία

Α.Π. 84/2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΕΠΙΡΡΟΗΣ ΚΑΙ Η ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΗΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ - (άρθρ. 237Α ΠΚ).

 

Α.Π. 84/2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΕΠΙΡΡΟΗΣ ΚΑΙ Η ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΗΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ - (άρθρ. 237Α ΠΚ).

ΕΛΛΕΙΨΗ ΝΟΜΙΜΗΣ ΒΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΣΦΑΛΜΕΝΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΛΟΓΩ ΑΣΑΦΩΝ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΩΝ - (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ).

ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΗ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΣΕ ΜΗ ΑΣΚΗΣΑΝΤΑ ΣΥΓΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ - (άρθρ. 469 ΚΠΔ).

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΕΠΙΕΙΚΕΣΤΕΡΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΣΤΗΝ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΑ ΕΠΙΡΡΟΗΣ - (άρθρ. 2 παρ. 1 ΠΚ, άρθρ. 237Α ΠΚ).

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ ΚΑΙ ΝΟΜΟΤΥΠΗ ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ - (άρθρ. 462 παρ. 2, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 2 ΚΠΔ).

Ο Άρειος Πάγος αναίρεσε απόφαση Εφετείου που καταδίκασε κατηγορουμένους για εμπορία επιρροής (άρθρ. 237Α ΠΚ), κρίνοντας ότι εμφιλοχώρησε έλλειψη νόμιμης βάσης και εκ πλαγίου παραβίαση του νόμου. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος απαιτείται η υπηρεσιακή ενέργεια να ανάγεται στον κύκλο αρμοδιότητας του υπαλλήλου στον οποίο επιδιώκεται η άσκηση αθέμιτης επιρροής. Λόγω ασάφειας των παραδοχών ως προς την ιδιότητα και την ειδική λειτουργική αρμοδιότητα του τελικού αποδέκτη της επιρροής σχετικά με τις μεταθέσεις ειδικών φρουρών, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη αναιρετέα. Τέλος, το ακυρωτικό αποτέλεσμα επεκτάθηκε αυτεπαγγέλτως και στη συγκατηγορουμένη που δεν είχε ασκήσει αναίρεση, κατ' εφαρμογή της αρχής του επεκτατικού αποτελέσματος.

Ν.Μ.


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη Παρασκευή Τσούμαρη Σταυρούλα Κουσουλού και Ευαγγελία Γιακουμάτου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρίας Γκανέ (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Βασιλικού, για αναίρεση της υπ'αριθ. 3364/2024 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Το Γ' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην με αριθμό 119/2024 από 27.9.2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 901/2024.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη με αριθμό 119/2024 από 27.09.2024 αίτηση του κατηγορουμένου Κ. Δ. του Ν. και της Θεοδώρας, κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της με αριθμό 3364/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα, με δήλωση από την έχουσα ειδική εξουσιοδότηση του κατηγορουμένου προς τούτο, δικηγόρο Αθηνών Αναστασία Στεργιοπούλου στον Γραμματέα του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου (άρθρα 474 παρ.1 και 2 ΚΠΔ), συνταχθείσης σχετικής εκθέσεως και εμπρόθεσμα (καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο κατά το άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδ.α' του ΚΠΔ βιβλίο στις 09.09.2024), σύμφωνα με τα άρθρα 462 παρ.2, 464, 466 παρ.1 και 473 παρ.2 και 3, 504 παρ1 και 505 παρ.1 ΚΠΔ και περιέχει ως λόγους αναίρεσης, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπό τη μορφή της έλλειψης νόμιμης βάσης (άρθρο 510 παρ.1 στ.Ε' του ΚΠΔ), ως προς την κρίση της περί της ενοχής του, την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω έλλειψης ακρόασης του κατηγορουμένου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α σε συνδυασμό με άρθρο 171 παρ.2 ΚΠΔ, ως προς την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού περί κατάστασης ανάγκης και επικουρικώς περί άρσης καταλογισμού και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί συνδρομής ελαφρυντικής περίστασης (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή λόγων.

Ι. Κατά το άρθρο 237Α του προϊσχύσαντος ΠΚ με τίτλο Εμπορία επιρροής - Μεσάζοντες "1. Όποιος ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή μέσω τρίτου, οποιασδήποτε φύσης ωφέλημα, για τον εαυτό του ή για άλλον, ή αποδέχεται την υπόσχεση παροχής τέτοιου ωφελήματος ως αντάλλαγμα για αθέμιτη επιρροή την οποία ισχυρίζεται ή επιβεβαιώνει, ψευδώς ή αληθώς, ότι μπορεί να ασκήσει σε κάποιο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 159, 235 παρ. 1 και 237 παρ. 1, ώστε αυτά να προβούν σε πράξη ή παράλειψη που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων τους, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από 5.000 έως 50.000 ευρώ. 2. Με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και όποιος προσφέρει, υπόσχεται ή παρέχει, άμεσα ή μέσω τρίτου, οποιασδήποτε φύσης ωφέλημα, για τον εαυτό του ή για άλλον, σε πρόσωπο που ισχυρίζεται ή επιβεβαιώνει, ψευδώς ή αληθώς, ότι μπορεί να ασκήσει αθέμιτη επιρροή σε κάποιο από τα πρόσωπα που απαριθμούνται στα άρθρα 159, 235 παρ. 1 και 237 παρ. 1, ώστε αυτά να προβούν σε πράξη ή παράλειψη που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων τους.".

Κατά δε το ταυτάριθμο άρθρο με τον ίδιο ως άνω τίτλο του ισχύοντος από 01.07.2019 ΠΚ "1. Όποιος ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή μέσω τρίτου, οποιασδήποτε φύσης ωφέλημα, για τον εαυτό του ή για άλλον, ή αποδέχεται την υπόσχεση παροχής τέτοιου ωφελήματος ως αντάλλαγμα για αθέμιτη επιρροή την οποία ισχυρίζεται ή επιβεβαιώνει, ψευδώς ή αληθώς, ότι μπορεί να ασκήσει σε κάποιο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 159 Α, 235 παρ. 1 και 237 παρ. 1, ώστε αυτά να προβούν σε πράξη ή παράλειψη που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων τους, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. 2. Με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος προσφέρει, υπόσχεται ή παρέχει, άμεσα ή μέσω τρίτου, οποιασδήποτε φύσης ωφέλημα, για τον εαυτό του ή για άλλον, σε πρόσωπο που ισχυρίζεται ή επιβεβαιώνει, ψευδώς ή αληθώς, ότι μπορεί να ασκήσει αθέμιτη επιρροή σε κάποιο από τα πρόσωπα που απαριθμούνται στα άρθρα 159 Α, 235 παρ. 1 και 237 παρ. 1, ώστε αυτά να προβούν σε πράξη ή παράλειψη που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων τους".

Ευμενέστερη διάταξη, ως προς την ποινή, για την ενεργητική αθέμιτη εμπορία επιρροής, που προβλέπεται στην παρ.2, με τα ίδια αντικειμενικά στοιχεία είναι η προαναφερόμενη του ισχύοντος ΠΚ, αφού προβλέπει φυλάκιση έως τρία έτη αντί εκείνης τουλάχιστον τριών ετών που προέβλεπε η ταυτάριθμη διάταξη του προϊσχύσαντος ΠΚ. Περαιτέρω, η διατύπωση της διάταξης του άνω άρθρου ποινικοποιεί μια τριπρόσωπη (με την έννοια ότι προϋποθέτει τρία τουλάχιστον πρόσωπα, για να λάβει ύπαρξη) και διμερή (με την έννοια ότι υφίσταται μεταξύ δύο εξ αυτών) σχέση διαφθοράς, στην οποία κάποιος έχοντας πραγματική ή υποτιθέμενη επιρροή σε υπάλληλο, προσφέρει αυτή την επιρροή έναντι ανταλλάγματος σε κάποιον που την επιζητά, με σκοπό ο αρμόδιος φορέας ορισμένης λειτουργίας να επηρεαστεί με αθέμιτο τρόπο, ως προς την άσκηση της λειτουργίας του αυτής. Ο "πωλητής" επιρροής-χωρίς να αποκλείεται να έχει και αυτός την ιδιότητα του υπαλλήλου- είναι τρίτος σε σχέση με την υπηρεσιακή ενέργεια την οποία επαίρεται ότι μπορεί ή αναλαμβάνει να επηρεάσει (πρβλ Εισηγητική Έκθεση Ν.4619/2019).Η εμπορία επιρροής είναι έγκλημα πολυπρόσωπο και μάλιστα αναγκαίας συμμετοχής, επί του οποίου η δράση εκάστου εκ των μετεχόντων σ'αυτό προσώπων συναντάται με αντίστοιχη δράση του άλλου. Το έγκλημα της πρώτης παραγράφου του άρθρου 237Α (παθητική εμπορία επιρροής) αντικατοπτρίζεται στο έγκλημα της δεύτερης παραγράφου του ίδιου άρθρου (ενεργητική εμπορία επιρροής). Ο συμμέτοχος που προσφέρει, υπόσχεται ή παρέχει το ωφέλημα στον μεσάζοντα, δεν είναι παρά το αντισυμβαλλόμενο μέρος της παράνομης συναλλαγής (της διμερούς σχέσης διαφθοράς), ο αναγκαίος συμμέτοχος που τιμωρείται, όπως και επί δωροδοκίας, αυτοτελώς ως φυσικός αυτουργός του εγκλήματος της ενεργητικής εμπορίας επιρροής, σύμφωνα με την παρ.2 του ως άνω άρθρου. Αντικείμενο συναλλαγής, σε αντίθεση με τη δωροδοκία, δεν είναι η υπηρεσιακή ενέργεια ή παράλειψη (νόμιμη ή παράνομη) του υπαλλήλου, όπως αυτός προσδιορίζεται στα άρθρα 159, 235 παρ.1 και 237 παρ.1 ΠΚ, αλλά η άσκηση αθέμιτης επιρροής σε αυτόν από τον μεσάζοντα, προκειμένου ο υπάλληλος να προβεί στην εν λόγω υπηρεσιακή ενέργεια ή παράλειψη.

Επίσης είναι έγκλημα αφηρημένης διακινδύνευσης, καθώς η αντικειμενική του υπόσταση διαπλάσσεται ενόψει της in abstracto επικινδυνότητας (καταλληλότητας, προσφορότητας) της πράξης να επιφέρει την προσβολή του προστατευόμενου έννομου αγαθού της διάταξης του άρθρου 237Α του ΠΚ, που είναι η διαφάνεια και η αμεροληψία κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων στη δημόσια διοίκηση, όντος αδιαφόρου αν στη συγκεκριμένη περίπτωση επήλθε όντως διακινδύνευση αυτού, αν δηλαδή επιχειρήθηκε η άσκηση επιρροής στον υπάλληλο, αν αυτή μπορούσε να οδηγήσει στο σκοπούμενο αποτέλεσμα ή αν η δυνατότητα επιρροής πράγματι υφίσταται. Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παθητικής εμπορίας επιρροής της παρ.1 συνίσταται σε απαίτηση ή λήψη από τον μεσάζοντα, άμεσα ή μέσω τρίτου, για τον εαυτό του ή για άλλον, οποιασδήποτε φύσης ωφελήματος ή σε αποδοχή της υπόσχεσης παροχής του, ως αντάλλαγμα για αθέμιτη επιρροή, την οποία ισχυρίζεται ή βεβαιώνει ψευδώς ή αληθώς ότι μπορεί να ασκήσει σε κάποιο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 159, 235 παρ.1 και 237 παρ.1 ΠΚ, ώστε αυτό να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων του.

Η αντικειμενική υπόσταση της ενεργητικής εμπορίας επιρροής της παρ.2 που αποτελεί την ανάστροφη όψη του εγκλήματος της παθητικής εμπορίας επιρροής της παρ.1 συνίσταται σε προσφορά, υπόσχεση ή παροχή, άμεσα ή μέσω τρίτου, ωφελήματος οιασδήποτε φύσης για τον εαυτό του ή για άλλον, ως αντάλλαγμα για αθέμιτη επιρροή, την οποία ο μεσάζων ισχυρίζεται ή επιβεβαιώνει ψευδώς ή αληθώς ότι μπορεί να ασκήσει σε κάποιο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 159, 235 παρ.1 και 237 παρ.1 ΠΚ. Κεντρικό ρόλο της αντικειμενικής υπόστασης της διάταξης είναι ο ισχυρισμός ή η παράσταση ότι ο μεσάζων δύναται να ασκήσει αθέμιτη επιρροή σε υπάλληλο, ασχέτως αν ο δράστης είχε το κύρος, την ιδιότητα ή τις απαιτούμενες σχέσεις, ώστε να ασκήσει τέτοια επιρροή, δηλαδή τη δυνατότητα να επηρεάζει πνευματικά ή ψυχικά άλλους, μέσω της καλλιέργειας ερεθισμάτων τέτοιων, που οδηγούν στην λήψη συγκεκριμένων αποφάσεων ή στην πρόκληση συγκεκριμένων αποτελεσμάτων. Ωστόσο, η επίδραση την οποία ισχυρίζεται ο μεσάζων ότι μπορεί να ασκήσει στον υπάλληλο θα πρέπει να είναι αθέμιτη, ήτοι επίδραση που κείται εκτός ενός νομικά θεμιτού και κοινωνικά πρόσφορου πλαισίου συνεργασίας ή αλληλεπίδρασης του μεσάζοντα με τον υπάλληλο.

Το αθέμιτο βρίσκεται στη βάση της κυρωτικής λειτουργίας της διάταξης και είναι το πρωτεύον στοιχείο για την στοιχειοθέτηση του αδίκου, αφού αυτή δεν επιδιώκει να αποτρέψει γενικά την επ'αμοιβή υποστήριξη απόψεων ή συμφερόντων, αλλά την υπόσχεση ή την αξίωση αμοιβής για προώθηση τέτοιων με επέμβαση στον τρόπο σχηματισμού της βουλήσεως του υπαλλήλου, στηριζόμενη σε κριτήρια που βρίσκονται πέρα από τους σκοπούς της δημόσιας υπηρεσίας που αυτός εκτελεί. Το αδίκημα, ως αναφερόμενο σε επηρεασμό του υπαλλήλου κατά τη λήψη αποφάσεων, προϋποθέτει την ύπαρξη αρμοδιότητας για λήψη των αποφάσεων αυτών. Δηλαδή η ενέργεια ή παράλειψη πρέπει να ανήκει στον κύκλο αρμοδιότητας του υπαλλήλου, την οποία αυτός μπορεί να ενεργήσει ή να παραλείψει, κατά την ενάσκηση της λειτουργικής του αρμοδιότητας και να ανάγεται στην υπηρεσία του και δεν απαιτείται να είναι παράνομη, αλλά αντιθέτως μπορεί να είναι και νόμιμη. Έτσι, δεν πληρούται η νομοτυπική υπόσταση του αδικήματος όταν η πράξη ή παράλειψη που ενεργεί ο υπάλληλος κείται εκτός του κύκλου των αρμοδιοτήτων του. Τέλος, για την υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων των παρ.1 και 2 του άρθρου 237Α ΠΚ, αρκεί κάθε μορφής δόλος, επομένως και ενδεχόμενος, ο οποίος πρέπει να επικαλύπτει όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αντικειμενική τους υπόσταση.

ΙΙ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε, εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008, ΑΠ 1645/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλόμενης, υπ` αριθμόν 3364/2024, αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό την έφεση του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος και της συγκατηγορουμένης του Ε. Κ. του Δ. (η οποία δεν είναι αναιρεσείουσα) κατά της πρωτόδικης 1559/2023 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: "...αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, κατηγορούνται ως υπαίτιοι του ότι, στην Αθήνα, σε μη επακριβώς, προσδιορισθείσα ημερομηνία, εντός, σε κάθε περίπτωση, του μηνός Μαρτίου του έτους 2017, τέλεσαν τα κάτωθι αδικήματα.

1.] η πρώτη κατηγορούμενη. Ε. Κ., στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με πρόθεση ζήτησε και έλαβε άμεσα για τον εαυτόν της, οποιασδήποτε φύσης ωφέλημα, ως αντάλλαγμα για αθέμιτη επιρροή, την οποία, ισχυριζόταν ψευδώς, ότι, μπορούσε να ασκήσει σε κάποιον από τα πρόσωπα, αναφέρονται στα άρθρα [159, 235 παρ. 1. και 237 παρ. 2 Π.Κ., ώστε αυτά να προβούν σε πράξη που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων τους.

Συγκεκριμένα, τον Μάρτιο του έτους 2017, ήταν Ειδικός Φρουρός ο Κ. Δ., που εκείνο το χρονικό διάστημα υπηρετούσε στο Α.Τ. Πεντέλης, ο οποίος, επιθυμούσε τη μετάθεσή του, σε Υπηρεσία της Θεσσαλονίκης, και ο οποίος, είχε απευθυνθεί τον Φεβρουάριο του έτους 2017, στην πρώτη κατηγορουμένη Ε. Κ., προκειμένου, αυτή να τον βοηθήσει με την μετάθεσή που, αφού του είπε ότι δήθεν δεν είχε τα απαιτούμενα μόρια, αλλά, ότι μπορούσε να τον βοηθήσει να αποσπαστεί σε μεταναστευτική δομή, καθόσον, όπως ισχυρίστηκε ψευδώς, αυτή γνώριζε κάποιο άτομο, το οποίο, με τη σειρά του, γνώριζε άτομο, που υπηρετεί στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ, για λογαριασμό, του ανθρώπου, που βοηθούσε στην απόσπαση και ζήτησε αρχικά το ποσό των 500 ευρώ, ως προκαταβολή, το οποίο ποσό και καταβλήθηκε σε αυτήν (πρώτη κατ/νη) το Μάρτιο του έτους 2017, από τον δεύτερο κατηγορούμενο Κ. Δ., και ενημερώθηκε από το διαδίκτυο, από το Σωματείο Ειδικών Φρουρών, ότι, μετατίθεται, στην Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης, με μοριοδότηση και αδιάβλητα και χωρίς μεσολάβηση της πρώτης κατηγορουμένης.

2.] ο δεύτερος κατηγορούμενος Κ. Δ. στον ανωτέρω τόπο και χρόνο [αρθρ. 159, 235 παρ. 1 και 237Α παρ. 1 Νέου ΠK.], ώστε αυτά να προβούν στην πράξη που ανάγεται στην άσκηση του καθηκόντων τους. Ειδικότερα, προσέφερε στην συγκατηγορούμενη Ε. Κ., ως αναφέρεται, στο υπό στοιχείο 1 του παρόντος, ποσό των 500 ευρώ, προκειμένου, να μετατεθεί σε υπηρεσία στη Θεσσαλονίκη, παρακάμπτοντας, την νόμιμη διαδικασία μεταθέσεων των Ειδικών Φρουρών της Ελληνικής Αστυνομίας. Ειδικότερα προέκυψε, ότι, 2α.] η πρώτη κατηγορούμενη, με πρόθεση ζήτησε για τον εαυτό της, σύμφωνα και πιο πάνω άρθρα 159, 235 παρ. 1 και 237 παρ. 1 Νέο Π Κ. ζήτησε από τον 2β.] ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι ένοχος, διότι με πρόθεση, προσέφερε στην πρώτη κατηγορούμενη, το ποσό των 500 ευρώ, προκειμένου να μετατεθεί σε υπηρεσία σε Υπηρεσία της Θεσσαλονίκης, παρακάμπτοντας την νόμιμη διαδικασία μεταθέσεων των Ειδικών Φρουρών της Ελληνικής Αστυνομίας και Ειδικότερα, ο δεύτερος κατηγορούμενος Κ. Δ..Σ., προσέφερε στην πρώτη κατηγορούμενη Ε. Κ. και προσέφερε ποσό 500 ευρώ, προκειμένου, να μετατεθεί ο δεύτερος κατηγορούμενος ο δεύτερος σε υπηρεσία στη Θεσσαλονίκη, παρακάμπτοντας, την νόμιμη διαδικασία μεταθέσεων των Ειδικών Φρουρών της Ελληνικής Αστυνομίας, απορριπτόμενης, ταυτότητας, πραγματικών περιστατικών, χρονικού διαστήματος τέλεσης των αδικημάτων, δυνάμει των οποίων, ασκήθηκε αρχική ποινική δίωξη [237 παρ.1 Νέο Π.Κ.] Ε. Κ. [βλ. 2134/2023] και απαράδεκτη η δεύτερη ποινική δίωξη σε βάρος της Ε. Κ. ασκηθείσα ποινική δίωξη. Επομένως, με βάσει την ως άνω αποδεικτική διαδικασία, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι".

Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ενόχους αμφοτέρους τους κατηγορουμένους, με το εξής επί λέξει διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους παραπάνω κατηγορούμενους ένοχους του ότι: " τον Μαρτίου του έτους 2017, τέλεσαν τα κάτωθι αδικήματα: 1] Η πρώτη κατηγορουμένη. Ε. Κ.. στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με πρόθεση ζήτησε και έλαβε άμεσα για τον εαυτό τής, οποιασδήποτε φύσης ωφέλημα, ως αντάλλαγμα για αθέμιτη επιρροή την οποία ισχυριζόταν ψευδώς ότι μπορούσε να ασκήσει σε κάποιο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 159, 235 παρ. 1 και 237 παρ. 1, ώστε αυτά να προβούν σε πράξη που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων τους. Συγκεκριμένα, το Μάρτιο του έτους 2017, ζήτησε από τον δεύτερο κατηγορούμενο, Ειδικό Φρουρό Κ. Δ.. που εκείνο το χρονικό διάστημα υπηρετούσε στο Α.Τ. Πεντέλης, ο οποίος επιθυμούσε τη μετάθεση του σε Υπηρεσία της Θεσσαλονίκης και ο οποίος είχε απευθυνθεί το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2017 στην πρώτη κατηγορουμένη Ε. Κ., προκειμένου αυτή να τον βοηθήσει με τη μετάθεσή του, αφού του είπε ότι δήθεν δεν είχε τα απαιτούμενα μόρια, αλλά ότι μπορούσε να τον βοηθήσει να αποσπαστεί σε μεταναστευτική δομή, καθόσον όπως ισχυρίστηκε ψευδώς, αυτή γνώριζε κάποιο άτομο, το οποίο με τη σειρά του γνώριζε άτομο, που υπηρετεί στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ για λογαριασμό του ανθρώπου που θα βοηθούσε στην απόσπαση και ζήτησε αρχικά το ποσό των 500 ευρώ ως προκαταβολή, το οποίο ποσό και καταβλήθηκε σε αυτήν το Μάρτιο του έτους 2017 από τον δεύτερο κατηγορούμενο, μολονότι στις 13.07.2017, ο ίδιος ο δεύτερος κατηγορούμενος ενημερώθηκε από το διαδίκτυο. από το Σωματείο Ειδικών Φρουρών, ότι μετατίθεται στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης, με μοριοδότηση και αδιάβλητα και χωρίς τη μεσολάβηση της πρώτης κατηγορουμένης. 2] Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Κ. Δ.. στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, προσέφερε και υποσχέθηκε να προσφέρει άμεσα οποτεδήποτε φύσης ωφέλημα για τον εαυτό του σε πρόσωπο που ισχυριζόταν ψευδώς ότι μπορούσε να ασκήσει αθέμιτη επιρροή σε κάποιο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 159, 235 παρ. 1 και 237 παρ. 1, ώστε αυτά να προβούν σε πράξη που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων τους. Ειδικότερα, προσέφερε στη συγκατηγορούμενη του Ε. Κ., ως αναφέρεται στο υπό στοιχείο 1 του παρόντος, το ποσό των 500 ευρώ προκειμένου να μετατεθεί σε υπηρεσία στη Θεσσαλονίκη, παρακάμπτοντας τη νόμιμη διαδικασία μεταθέσεων των Ειδικών Φρουρών της Ελληνικής Αστυνομίας."

Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας (Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών) στέρησε την προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. 3364/2024 απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού τόσο στο σκεπτικό της όσο και στο διατακτικό της έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες και λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται ασαφές αν το τρίτο πρόσωπο, το οποίο θα βοηθούσε στην απόσπαση του αναιρεσείοντος από το Α.Τ. Πεντέλης σε μεταναστευτική δομή της Θεσσαλονίκης, παρακάμπτοντας τη νόμιμη διαδικασία μεταθέσεων των Ειδικών Φρουρών της Ελληνικής Αστυνομίας και για λογαριασμό του οποίου (τρίτου προσώπου) προσφέρθηκε από τον αναιρεσείοντα στους μεσάζοντες, (ήτοι στην συγκατηγορουμένη του Ε. Κ., στον υπάλληλο του Υπουργείου Εθνικής άμυνας κλπ), το αναφερόμενο στην απόφαση χρηματικό ποσό και στο οποίο (τρίτο πρόσωπο) θα κατέληγε η παρέμβαση των ως άνω μεσαζόντων, έφερε την ιδιότητα του υπαλλήλου της Ελληνικής Αστυνομίας, στην υπηρεσία του οποίου και στην ενάσκηση της λειτουργικής αρμοδιότητάς του ενέπιπταν οι μεταθέσεις των Ειδικών Φρουρών της Ελληνικής Αστυνομίας, στοιχείο που, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, είναι απαραίτητο για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της εμπορίας επιρροής που προβλέπει και τιμωρεί το άρθρο 237Α του ΠΚ.

Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για παθητική εμπορία επιρροής, την οποία προβλέπει και τιμωρεί η παρ.2 του ως άνω άρθρου 237Α του ΠΚ, εφάρμοσε εσφαλμένως τη διάταξη αυτή και την παραβίασε εκ πλαγίου με ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες και ο από το άρθρο 510 παρ.1 εδ.Ε' του ΚΠΔ σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος και πρέπει η απόφαση να αναιρεθεί στο σύνολό της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως την υπόθεση. ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

ΙΙΙ. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 εδ.α' του ΚΠΔ, "Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και βλάπτουν τους υπόλοιπους κατηγορουμένους". Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμετόχους, γενικές δε προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου αυτού είναι : α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που δικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικά στο πρόσωπό του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νομίμου προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Δηλαδή καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναίρεσης, επέκταση της ευνοϊκής κρίσεως του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό και ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνο για αντικειμενικούς λόγους που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο και όχι για λόγους προσωπικούς.

Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ενδίκου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλουν άλλους ιδίους λόγους, κυρίους ή προσθέτους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντος.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατά τα ανωτέρω από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος Δ. Κ. του Ν., τότε δεύτερου (2ου ) κατηγορουμένου για εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 237Α παρ.2 του ΠΚ, με βάση την οποία καταδικάστηκε για παθητική εμπορία επιρροής, επειδή δεν μνημονεύεται αν ο αποδέκτης της αθέμιτης επιρροής έφερε την ιδιότητα του υπαλλήλου της Ελληνικής Αστυνομίας, στην υπηρεσία του οποίου και στην ενάσκηση της λειτουργικής αρμοδιότητάς του ενέπιπταν οι μεταθέσεις των Ειδικών Φρουρών της Ελληνικής Αστυνομίας, δεν αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, αλλά αφορά και στο πρόσωπο της συγκατηγορουμένης του, τότε πρώτης (1ης κατηγορουμένης) Ε. Κ. του Δ., η οποία καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση για ενεργητική εμπορία επιρροής (άρθρο 237Α παρ.1 του ΠΚ), που είναι η ανάστροφη μορφή του ίδιου αδικήματος, επειδή, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ζήτησε από τον αναιρεσείοντα το αναφερόμενο στην απόφαση χρηματικό ποσό για λογαριασμό του τρίτου προσώπου, που θα βοηθούσε στην απόσπαση του αναιρεσείοντος από το Α.Τ. Πεντέλης σε μεταναστευτική δομή της Θεσσαλονίκης, παρακάμπτοντας τη νόμιμη διαδικασία μεταθέσεων των Ειδικών Φρουρών της Ελληνικής Αστυνομίας, χωρίς να αναφέρεται στην απόφαση η ιδιότητα σύμφωνα με τα προαναφερόμενα του αποδέκτη της αθέμιτης επιρροής και η οποία (Ε. Κ. του Δημητρίου) δεν έχει ασκήσει αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, το ευεργετικό αποτέλεσμα της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Δ. Κ. του Ν. πρέπει να επεκταθεί, σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, και στην εν λόγω ωφελούμενη συγκατηγορουμένη του αναιρεσείοντος και συγκαταδικασθείσα με αυτόν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 3364/2024 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ως προς τον αναιρεσείοντα Κ. Δ. του Ν.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως την υπόθεση.

Επεκτείνει το ως άνω αναιρετικό αποτέλεσμα της ένδικης αίτησης αναίρεσης και στην συγκατηγορουμένη και συγκαταδικασθείσα με τον αναιρεσείοντα στη δευτεροβάθμια δίκη Ε. Κ. του Δ..

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ         Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ