Συνθετη Αναζητηση Νομοθεσιας - Νομολογιας

Νομοθεσία

Α.Π. 468/2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΨΕΥΔΟΥΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΗ ΝΟΜΙΜΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ

 

Α.Π. 468/2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΨΕΥΔΟΥΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΗ ΝΟΜΙΜΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ (άρθρ. 230 ΠΚ)

ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΕΙΔΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΗΣ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΙΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΕΝΕΡΓΟΥΝΤΟΣ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗ (άρθρ. 93 παρ. 3 Συντ., άρθρ. 139, 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, άρθρ. 26 παρ. 1, 27 ΠΚ)

ΕΛΕΓΧΟΣ ΟΡΘΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΕΥΔΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΝΟΜΙΜΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ)

ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΠΕΡΙ ΠΛΑΝΗΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΝΝΟΜΟ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΓΚΥΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΝΤΟΛΗΣ ΠΡΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗ (άρθρ. 230 ΠΚ, άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ)

ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΕΥΜΕΝΕΣΤΕΡΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΑΠΕΙΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΟΙΝΗΣ ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ (άρθρ. 2 παρ. 1, 230 ΠΚ)

Η απόφαση πραγματεύεται την ποινική ευθύνη προσώπου (δικαστικής επιμελήτριας), η οποία, προς παρεμπόδιση συνεχιζόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει δικαστικής απόφασης, προέβη σε ψευδή καταγγελία «διαρρήξεως» στις αστυνομικές αρχές.  Η δικαστική επιμελήτρια καταδικάστηκε τελεσίδικα σε 2 μήνες φυλάκιση (με αναστολή) γιατί κάλεσε το 100 και δήλωσε ψευδώς ότι γίνεται «διάρρηξη» στο γραφείο της από αγνώστους.  Στην πραγματικότητα, η ίδια γνώριζε καλά ότι στον χώρο βρισκόταν συνάδελφός της που διενεργούσε νόμιμη αναγκαστική εκτέλεση εγγράφων, δυνάμει δικαστικής απόφασης. Ο Άρειος Πάγος επικύρωσε την καταδίκη, κρίνοντας ότι η γνώση (άμεσος δόλος) της κατηγορουμένης περί της νομιμότητας της παρουσίας της συναδέλφου της στον χώρο προέκυπτε πλήρως από τα πραγματικά περιστατικά. Υπογραμμίστηκε ότι η επίκληση δήθεν παράνομης αφαίρεσης εγγράφων δεν αναιρεί την αντικειμενική υπόσταση του άρθρου 230 ΠΚ, εφόσον η καταγγελία περί «διαρρήξεως από αγνώστους» ήταν εν γνώσει ψευδής.

Ν.Μ.


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ελένη Μπερτσιά - Εισηγήτρια, Παναγιώτα Πασσίση και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίου Σκάρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Θ. Π. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάρι-Άγγελο Τσάμη, για αναίρεση της αποφάσεως 26/2023 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Ξ. Κ. του Β., κάτοικο ..., που δεν εμφανίστηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29-6-2023 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 29-6-2023 και υπ' αριθμ. 2/2023 αίτηση της Θ. Π. του Δ., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 26/2023 τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταγγελίας με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του ΠΚ σε ποινή φυλάκισης δύο (2)μηνών με τριετή αναστολή, που καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 12-6-2023, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (466 παρ.1, 473 παρ.2, 3, 474 παρ.1, 504 παρ.1) και είναι παραδεκτή, καθόσον περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε'του ΚΠΔ) και ως εκ τούτου πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων αναιρετικών της λόγων. Κατά το άρθρο 230 του ισχύοντος ΠΚ, με τίτλο "Ψευδής καταγγελία", ορίζεται ότι, "όποιος, χωρίς να καθιστά άλλον ύποπτο, παριστάνει εν γνώσει του ψευδώς στην αρχή ότι τελέστηκε κάποιο κακούργημα ή πλημμέλημα, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή".

Η διάταξη αυτή του νέου ΠΚ, είναι ευμενέστερη ως προς την ποινική μεταχείριση του κατηγορούμενου έναντι της αντίστοιχης διάταξης (230) του προηγούμενου ΠΚ, καθόσον για την πράξη αυτή της ψευδούς καταγγελίας προβλέπεται ποινή φυλάκισης έως ένα έτος ή χρηματική ποινή, ενώ με την προϊσχύσασα όμοια διάταξη του άρθρου 230 του ΠΚ προβλεπόταν φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Από τη διάταξη δε αυτή συνάγεται ότι για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταγγελία είναι ψευδής και δεν τελέσθηκε αδίκημα.

Περαιτέρω, η απαιτούμενη από το άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ` του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, υπάρχει προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν.

Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος όπως "η εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), ), οπότε ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Για την ύπαρξη της κατά τα ανωτέρω απαιτούμενης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ'αυτή (ανωμοτί κατάθεση της παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας ένορκη κατάθεση της μάρτυρα υπεράσπισης, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα και την απολογία κατηγορουμένης) δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εταιρεία δικαστικών επιμελητών με την επωνυμία "Π. Γ. και Γ.Μ. και συνεργάτες" και οι εταίροι Ν. Μ. Γ. Π., Π. Π. και Ε. Κ. προκειμένου να προσδιορίσουν το ακριβές ύψος των εσόδων της εταιρείας και των απολαβών του κάθε εταίρου στράφηκαν κατά των κατηγορουμένων μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, της εταιρίας "PANO-FINANCE", του Α. Μ. και άλλων, με αίτησή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και πέτυχαν την έκδοση της υπ' αριθμ 4950/2016 απόφασης του ανωτέρω δικαστηρίου με την οποία υποχρεώθηκαν οι καθών δικαστικοί επιμελητές μεταξύ των οποίων και η κατηγορουμένη ήδη αναιρεσείουσα να τους επιδείξουν και να τους παραδώσουν με δαπάνες των αιτούντων και κατά την απόλυτη κρίση της εταιρίας αντίγραφα όλων των εκθέσεων επίδοσης και πράξεων εκτέλεσης που διενήργησαν από της συστάσεως της εταιρίας την 1η-2-2013 έως τον Απρίλιο του 2015.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των αιτούντων έδωσαν εντολή προς αναγκαστική εκτέλεση στην παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας δικαστική επιμελήτρια Ξ. Κ., η οποία μετέβη στις 21-11-2016 στο κτίριο της οδού ... στο ... όπου στεγάζονται τα γραφεία των καθών η εκτέλεση δικαστικών επιμελητών, όπως επίσης στο ισόγειο βρίσκεται η έδρα της εταιρίας 'PANO-FINANCE" προκειμένου να διενεργήσει αναγκαστική εκτέλεση δυνάμει της άνω 4950/2016 δικαστικής απόφασης ... εν μέσω τεταμένης ατμόσφαιρας που είχε δημιουργηθεί αφού υπήρχε διαφορά για τον τρόπο που έπρεπε να εκτελεστεί η απόφαση η υποστηρίζουσα την κατηγορία δικαστική επιμελήτρια αποχώρησε χωρίς να ολοκληρωθεί η εκτέλεση. Στις 30-11-2016 η δικαστική επιμελήτρια Ξ. Κ. μετέβη εκ νέου στην οδό ... προκειμένου να εκτελέσει την ανωτέρω 4950/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία υποχρεώθηκαν οι καθων δικαστικοί επιμελητές μεταξύ των οποίων και η κατηγορουμένη να επιδείξει και να παραδώσει με δαπάνες των αιτούντων και κατά την απόλυτη κρίση της εταιρίας αντίγραφα όλων των εκθέσεων επίδοσης και πράξεων εκτέλεσης που διενήργησαν από της συστάσεως της εταιρίας (1-2-2013)έως τον Απρίλιο του 2015έχοντας εκ προοιμίου φροντίσει να συνοδεύεται πέραν των επισπευδόντων και από αστυνομικούς για να τη συνδράμουν.

Αφαίρεσε διάφορα έγγραφα και βιβλία των καθών η εκτέλεση και,αφού τους ενημέρωσε ότι θα μεταβεί προς δημιουργία αντιγράφων στο φωτοτυπικό κατάστημα "Art copy and paper" επί της οδού ..., αποχώρησε, ενώ αποχώρησαν και οι αστυνομικοί, θεωρώντας ότι δεν είναι πλέον απαραίτητη η συνδρομή τους. Περί ώρα 14:41 η πρώτη κατηγορουμένη, Θ. Π., ενώ γνώριζε, όπως και η ίδια ακόμη δέχεται στην απολογία της, και αποδεικνύεται, άλλωστε, και από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, ότι είχε μεταβεί στα άνω γραφεία που στεγαζόταν και η ίδια, η υποστηρίζουσα την κατηγορία δικαστική επιμελήτρια, Ξ. Κ., προς αναγκαστική εκτέλεση της άνω δικαστικής απόφασης, κάλεσε (η πρώτη κατηγορουμένη) τηλεφωνικά το Κέντρο Άμεσης Δράσης (100) και παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς προς τους επιληφθέντες της κλήσεως αστυνομικούς, ότι δήθεν στην εν λόγω επαγγελματική της έδρα βρισκόταν σε εξέλιξη διάρρηξη, δηλώνοντας, μάλιστα, ότι είχε πληροφορηθεί τούτο από γείτονες. Η ίδια, βέβαια, ισχυρίζεται στην απολογία της ότι, όταν κάλεσε την Άμεση Δράση, ανέφερε προς τους αστυνομικούς ότι η ίδια είναι δικαστική επιμελήτρια και ότι στο γραφείο της βρισκόταν μία άλλη δικαστική επιμελήτρια η οποία αφαιρεί χωρίς δικαίωμα.

Ο ισχυρισμός της, όμως, αυτός ελέγχεται ως αναληθής, καθόσον αντικρούεται και καταρρίπτεται πλήρως από το αναγνωσθέν από 08.02.2018 (με αριθμ. πρωτ. ...) έγγραφο της Διεύθυνσης Άμεσης Δράσης Αττικής, από το οποίο με σαφήνεια και πληρότητα προκύπτει ότι η πρώτη κατηγορουμένη κάλεσε τηλεφωνικά το Κέντρο Άμεσης Δράσης (100), την 30.11.2016 και περί ώρα 14:41 και, αφού δήλωσε ότι ονομάζεται "Π.", ζήτησε να επιληφθεί η Άμεση Δράση για διάρρηξη σε γραφείο δικαστικού λειτουργού στο ισόγειο επί της οδού ... στο ... και ότι για την διάρρηξη αυτή είχε ενημερωθεί από γείτονες. Συνεπεία της ως άνω ψευδούς καταγγελίας της αρμόδιοι αστυνομικοί μετέβησαν στον τόπο εκτέλεσης, όπου η δικαστική επιμελήτρια ανακοίνωσε στα αστυνομικά όργανα την ιδιότητά της, δείχνοντας και την ταυτότητά της και τους εξήγησε τον λόγο παρουσίας της στο σημείο, οπότε εκείνοι, διαπιστώνοντας το ψευδές της αναφοράς της πρώτης κατηγορουμένης, αποχώρησαν και μάλιστα αφού εκδήλωσαν την έκπληξη και την αγανάκτησή τους για το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή δεν συνέτρεχε οποιαδήποτε περίπτωση διάρρηξης και κλοπής και η καταγγελία ήταν πλήρως αβάσιμη (βλ. κατάθεση της υποστηρίζουσας την κατηγορία ενώπιον του πρωτοβάθμιου, αλλά και του παρόντος Δικαστηρίου).

Συνεπώς στοιχειοθετείται πλήρως τόσο κατά την αντικειμενική όσο και κατά την υποκειμενική της υπόσταση η αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταγγελίας (άρθρο 230 του νέου ΠΚ), δοθέντος ότι η πρώτη κατηγορουμένη, χωρίς να καθιστά κάποιον ύποπτο, παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς στην αστυνομική Αρχή ότι τελέστηκε από άγνωστο πρόσωπο το πλημμέλημα της κλοπής.

Συναφώς πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της άνω πράξεως ως και πρωτοδίκως (ήτοι αναγνωριζομένης της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84παρ2αΠΚ., που αναγνωρίστηκε και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' εφαρμογή του άρθρου 470 ΚΠΔ περί μη χειροτερεύσεως της θέσης της υπ' όψιν κατηγορουμένης" Ακολούθως, το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α'ΠΚ, για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταγγελίας, για την οποία της επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2)μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:

"Κηρύσσει την κατηγορουμένη Θ. Π. του Δ., ένοχη του ότι στο ..., στις 30.11.2016 και περί ώρα 14:41, χωρίς να καθιστά άλλον ύποπτο, παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς στην αρχή ότι τελέστηκε κάποιο πλημμέλημα. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, προκειμένου να πετύχει την διακοπή της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης της υπ' αριθμ. 4950/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από την εγκαλούσα δικαστική επιμελήτρια, Κ. Ξ., που λάμβανε χώρα στην επαγγελματική της έδρα επί της οδού ... στο ..., κάλεσε τηλεφωνικά το Κέντρο Άμεσης Δράσης (100) και παρέστησε ψευδώς ότι δήθεν στην επαγγελματική της έδρα βρισκόταν σε εξέλιξη διάρρηξη, εν γνώσει του γεγονότος ότι αυτό ήταν ψευδές. Συνεπεία, δε, της ως άνω ψευδούς καταγγελίας της πρώτης κατηγορουμένης μετέβη η αστυνομία στον τόπο εκτέλεσης, όπου η εγκαλούσα αναγκάστηκε να τους ανακοινώσει την ιδιότητά της και τον λόγο παρουσίας της στο σημείο, οπότε εκείνοι διαπιστώνοντας το ψευδές της αναφοράς, αποχώρησαν".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς καταγγελίας, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών διατάξεις των άρθρων 14, 16, 17, 18 εδ.α', γ', 26 παρ.1, 27, 50, 51, 53, 79, 83 περ.ε', 84 παρ.2α,230 νέου ΠΚ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.

Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι ήταν απούσα από την επαγγελματική της έδρα και δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί πλήρως ότι τα έγγραφα που αφαιρούσε η δικαστική επιμελήτρια ήταν τα αναφερόμενα στην 4950/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι δεν γνώριζε πού ακριβώς τα μετέφερε η δικαστική επιμελήτρια και ότι πίστευε ότι η εκτέλεση της απόφασης ήταν μη σύννομη και διενεργήθηκε παράνομα κατά την απουσία της, είναι αβάσιμες, καθόσον από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι διαλαμβάνονται στην ανωτέρω απόφαση όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος εγκλήματος, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις, αναφέρεται με σαφήνεια και επάρκεια αιτιολογίας η ψευδής καταγγελία στην οποία προέβη η κατηγορουμένη στην αστυνομική αρχή ότι στην επαγγελματική της έδρα βρίσκεται σε εξέλιξη διάρρηξη και η γνώση της ότι η καταγγελία αυτή είναι ψευδής και δεν τελέσθηκε αδίκημα και συγκεκριμένα αναφέρεται κατά λέξη ότι "η αναιρεσείουσα ενώ γνώριζε, όπως και η ίδια ακόμη δέχεται στην απολογία της, και αποδεικνύεται, και από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, ότι είχε μεταβεί στα άνω γραφεία που στεγαζόταν και η ίδια, η υποστηρίζουσα την κατηγορία δικαστική επιμελήτρια, Ξ. Κ., προς αναγκαστική εκτέλεση της άνω δικαστικής απόφασης, κάλεσε (η πρώτη κατηγορουμένη) τηλεφωνικά το Κέντρο Άμεσης Δράσης (100) και παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς προς τους επιληφθέντες της κλήσεως αστυνομικούς, ότι δήθεν στην εν λόγω επαγγελματική της έδρα βρισκόταν σε εξέλιξη διάρρηξη, δηλώνοντας, μάλιστα, ότι είχε πληροφορηθεί τούτο από γείτονες και δεν αποδεικνύεται ο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός της ότι όταν κάλεσε την Αμεση Δράση ανέφερε στους αστυνομικούς ότι η ίδια είναι δικαστική επιμελήτρια και ότι στο γραφείο της βρισκόταν μία άλλη δικαστική επιμελήτρια η οποία αφαιρεί χωρίς δικαίωμα καθόσον αντικρουεται πλήρως από το αναγνωσθέν από 8-2-2018 (αριθμ πρωτ ...) έγγραφο της Διεύθυνσης Άμεσης Δράσης Αττικής από το οποίο με σαφήνεια και πληρότητα προκύπτει ότι η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα κάλεσε τηλεφωνικά το Κέντρο Άμεσης Δράσης την 30-11-2016 και περί ώρα 14.41 αφού δήλωσε δήλωσε ότι ονομάζεται "Π.", ζήτησε να επιληφθεί η Άμεση Δράση για διάρρηξη σε γραφείο δικαστικού λειτουργού στο ισόγειο επί της οδού ... στο ... και ότι για την διάρρηξη αυτή είχε ενημερωθεί από γείτονες.

Συνεπεία της ως άνω ψευδούς καταγγελίας της αρμόδιοι αστυνομικοί μετέβησαν στον τόπο εκτέλεσης, όπου η δικαστική επιμελήτρια ανακοίνωσε στα αστυνομικά όργανα την ιδιότητά της, δείχνοντας και την ταυτότητά της και τους εξήγησε τον λόγο παρουσίας της στο σημείο, οπότε εκείνοι, διαπιστώνοντας το ψευδές της αναφοράς της πρώτης κατηγορουμένης, αποχώρησαν και μάλιστα αφού εκδήλωσαν την έκπληξη και την αγανάκτησή τους για το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή δεν συνέτρεχε οποιαδήποτε περίπτωση διάρρηξης και κλοπής και η καταγγελία ήταν πλήρως αβάσιμη" Κατόπιν των ανωτέρω, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης είναι αβάσιμες και επομένως, οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της περί ενοχής απόφασης και εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 230 ΠΚ., είναι αβάσιμοι, ενώ οι λοιπές σχετικές με το λόγο αυτό αιτιάσεις της αναιρεσείουσας συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών της απόφασης και επομένως ανεπίτρεπτα πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας σε βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρ 578 παρ. 1 ΚΠΔ).

Σημειωτέων ότι η υποστηρίζουσα την κατηγορία Ξ. Κ. του Β., κλήθηκε νόμιμα να παραστεί κατά την δικάσιμο της 9-1-2024 κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (βλ τα από ...-2023 αποδεικτικά επιδόσεως του Αστυφύλακα Π. Ν. προς την ίδια και από 11-9-2023 του Επιμελητή Εισαγγελίας Αρείου Πάγου Λ. Χ. προς τον αντίκλητο αυτής, αντίστοιχα)αλλά δεν παραστάθηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-6-2023 και υπ' αριθμ. 2/2023 αίτηση της Θ. Π. του Δ. κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 26/2023 τελεσίδικης απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ            Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ