Συνθετη Αναζητηση Νομοθεσιας - Νομολογιας

Νομοθεσία

Α.Π. 882/2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΗΣ ΔΥΣΦΗΜΙΣΗΣ

 

Α.Π. 882/2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΗΣ ΔΥΣΦΗΜΙΣΗΣ - (άρθρ. 139 ΚΠΔ, άρθρ. 362, 363 ΠΚ).

ΕΙΔΙΚΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΑΜΕΣΟΥ ΔΟΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΘΕΙΑΣ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ - (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, άρθρ. 26 παρ. 1, 363 ΠΚ).

ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΕΠΙΕΙΚΕΣΤΕΡΟΥ ΝΟΜΟΥ ΚΑΙ Η ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΟΥ "ΤΡΙΤΟΥ" - (άρθρ. 2 παρ. 1 ΠΚ, άρθρ. 363 ΠΚ όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 54 Ν. 5090/2024).

ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΛΟΓΩ ΛΗΨΗΣ ΥΠΟΨΗ ΜΗ ΑΝΑΓΝΩΣΘΕΝΤΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ - (άρθρ. 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 358, 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ).

ΕΣΦΑΛΜΕΝΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ή ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ - (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, άρθρ. 362, 363 ΠΚ).

Ο Άρειος Πάγος, με την υπ' αριθμ. 882/2025 απόφασή του, απέρριψε την αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέθετε την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθώς εξέθεσε με σαφήνεια τα περιστατικά που θεμελιώνουν τον άμεσο δόλο της κατηγορουμένης και τη γνώση της περί του ψεύδους των ισχυρισμών της σχετικά με σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου. Παράλληλα, κρίθηκε ορθή η εφαρμογή των διατάξεων περί επιεικέστερου νόμου, ενώ απορρίφθηκαν οι αιτιάσεις για απόλυτη ακυρότητα, καθώς το επίμαχο αποδεικτικό έγγραφο (ιατροδικαστική έκθεση) προέκυψε ότι αναγνώσθηκε προσηκόντως στο ακροατήριο.

Ν.Μ.


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Σπυριδούλα Λιάτη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Μητρουλιά (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Δ. Α. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανθούλα Ανάσογλου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1990/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Α. Κ. του Β., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από το πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Αθανασόπουλο.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 2.5.2025 και με αρ. 73/2024 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 2-5-2024 και με αρ. 73/2024 αίτηση της Δ. Α. του Ι., για αναίρεση της υπ'αρ. 1990/2024 τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου [Πλημ/των] Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχη για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης με την αναγνώριση συνδρομής στο πρόσωπό της, της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 2α'ΠΚ και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη, ασκήθηκε με δήλωση στον Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών της παραστάσας συνηγόρου υπεράσπισης κατά τη συζήτηση ενώπιον του ως άνω εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, δικηγόρου Αθηνών, Ανθούλας Ανάσογλου, εντός της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι ημερών από την καταχώρηση της ως άνω προσβαλλομένης αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του ως άνω εκδόσαντος αυτήν Δικαστηρίου, που έγινε στις 18/4/2024, σύμφωνα με τη σχετική βεβαίωση επ' αυτής.

Συνεπώς, είναι παραδεκτή, αφού ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που είχε δικαίωμα και έννομο συμφέρον προς τούτο και κατ' αποφάσεως που υπόκειται σ' αυτήν, κατά τις διατάξεις των άρθρων 464, 466 παρ.2, 473 παρ.2 και 3, 474παρ. 4, 504 παρ.1 ΚΠοινΔ, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των αναιρετικών της λόγων.

Κατά το άρθρο 362 εδ. α' του ισχύσαντος μέχρι την 30η.6.2019 Ποινικού Κώδικα, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης ", ενώ κατά το άρθρο 363 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Μαζί με τη φυλάκιση μπορεί να επιβληθεί και χρηματική ποινή".

Η αντίστοιχη διάταξη (363) του ισχύοντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα προβλέπει για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή (η σωρευτική επιβολή της είναι υποχρεωτική και όχι δυνητική, όπως στον παλαιό Ποινικό κώδικα) και, αν η πράξη τελέστηκε δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου, φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή και, συνεπώς, είναι δυσμενέστερη αυτής του προϊσχύσαντος ΠΚ, η οποία και εφαρμόζεται εν προκειμένω, κατ' άρ. 2παρ.1 ΠΚ. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από τον δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη, ότι ο ισχυρισμός ή η διάδοση του γεγονότος ενώπιον τρίτου δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου, στον οποίο αποδίδεται, καθώς και τη γνώση, ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Τρίτος, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι κάθε άλλο, πλην του δυσφημουμένου, πρόσωπο, το οποίο με οποιονδήποτε τρόπο λαμβάνει γνώση του δυσφημιστικού γεγονότος, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι' αυτόν, στον οποίο αποδίδεται (Ολ ΑΠ 3/2021, ΑΠ 1693/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 173/2021).

Ήδη, δυνάμει των άρθρων 54 και 138 παρ. 1 του ν. 5090/2024, από 1-5-2024 το άρθρο 363 του ΠΚ τροποποιήθηκε ως ακολούθως: "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή. Στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης".

Με τη νέα αυτή διάταξη, πέραν της κατάργησης της απλής δυσφήμησης, ορίζεται για τη συκοφαντική δυσφήμηση ότι, από την έννοια του τρίτου, αποδέκτη της διάδοσης, εξαιρούνται τα πρόσωπα που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Αυτό ισχύει για τους δημόσιους λειτουργούς ή υπαλλήλους που συμπράττουν στην ποινική διαδικασία ή πολιτική ή διοικητική δίκη, όπως είναι ο εισαγγελέας, ο δικαστής, ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία της καταχώρισης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, οι ανακριτικοί υπάλληλοι, που ορίζονται από τον εισαγγελέα για τη διενέργεια προανακριτικών πράξεων, ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος ως άμισθος δημόσιος λειτουργός είναι αρμόδιος για την επίδοση δικογράφων και εξωδίκων εγγράφων ενόψει ή στο πλαίσιο πολιτικής δίκης (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 5090/2024). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το άρθρο 363 του προϊσχύσαντος ΠΚ, είναι εφαρμοστέο στην ένδικη υπόθεση διότι περιέχει ευμενέστερες διατάξεις ( αρθ.2ΠΚ), από αυτές του αντίστοιχου άρθρου του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, καθόσον το όριο της απειλούμενης ποινής φυλάκισης παραμένει σ'αυτό των τριών μηνών, αλλά επιπλέον προβλέπεται και η υποχρεωτική επιβολή χρηματικής ποινής.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Έτσι, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.

Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται κατά το νόμο, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και πρόσθετα στοιχεία, όπως ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), όπως συμβαίνει στο εξεταζόμενο εν προκειμένω αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, και η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών, που δικαιολογούν τη γνώση.

Ειδικότερα, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική του υπόσταση, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, δηλαδή άμεσος δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι το περιεχόμενο της συκοφαντικής δυσφημίσεως ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει όμως και στις περιπτώσεις αυτές αιτιολογία του δόλου όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση αυτή, περιστατικών (ΑΠ 631/2022, ΑΠ 2/2023, ΑΠ 384/2022, ΑΠ 861/2021).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ ΑΠ 3/2008,ΑΠ970/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Α' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, ότι αποδείχθηκαν τα εξής, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ότι ".....Στην Αθήνα, στις 03/05/2016, ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων εν γνώσει της ψευδή περιστατικά για άλλον, που μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Μ. Σ. ανέφερε τα ακόλουθα ψευδή περιστατικά, τελώντας σε γνώση της αναλήθειάς τους και ότι είναι πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος Α. Κ., και ειδικότερα: ότι κακοποιεί σεξουαλικά το παιδί του, Α. και μάλιστα οι κατηγορίες αυτές θα αποδειχθούν και η αστυνομία σε λίγες μέρες θα τον κρίνει, ότι είναι διεστραμμένος και δεν πρόκειται να ξαναδεί ποτέ το παιδί του, ότι αποτελεί επικίνδυνο άτομο και για το παιδί του κυρίου Σ., γι' αυτό και να μην το φέρνουν σε επαφή μαζί του, ότι είναι άχρηστος, κακός πατέρας, τεμπέλης, ότι καταπιέζει τους γύρω του και τους αναγκάζει να κάνουν πράγματα που δεν θέλουν και συγκεκριμένα τους νονούς της Α. και τη μητέρα του (γιαγιά της Α.), προκειμένου να παίρνουν τηλέφωνο και να ζητούν να μιλήσουν στο παιδί, ότι δεν είναι καλά στην υγεία του και ότι κατασκοπεύει το παιδί του μέσω τρίτων συγγενικών προσώπων.

Ειδικότερα αποδείχθηκε, ότι η κατηγορουμένη γνώριζε, σχετικά με την έγκληση που υπέβαλε η θυγατέρα της, Α. Ε., μητέρα της ανήλικης Α., και πρώην σύζυγος του νυν εγκαλούντος, που αφορούσε το αδίκημα της αποπλάνησης της Α., από τον εγκαλούντα πατέρα της. Ωστόσο, στα πλαίσια διερεύνησης της σχετικής κατηγορίας, διενεργήθηκε, τον Σεπτέμβριο του 2015 σχετική εξέταση για την οποία συντάχθηκε, η υπ' αριθμ. ....2015, ιατροδικαστική έκθεση, της ιατροδικαστή Σ. Μ., της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Αθηνών, σύμφωνα με την οποία η Α. (που εξετάσθηκε στις 15.09.2015), δεν φέρει κακώσεις σώματος και είναι ανατομικά παρθένος.

Συνεπώς η κατηγορουμένη προκατέβαλε το αποτέλεσμα των δικαστικών ενεργειών αναφορικά με την διαπίστωση της ασέλγειας της ανήλικης εγγονής της, από τον νυν εγκαλούντα παρόλο που γνώριζε ότι οι δικαστικές ενέργειες ήταν εν εξελίξει. Άρα οι ισχυρισμοί της ενώπιον του Μ. Σ., κατά την επίδικη τηλεφωνική συνομιλία τους, ότι ο εγκαλών κακοποιεί σεξουαλικά την Α. και ότι είναι διεστραμμένος, τα ισχυρίστηκε εν γνώσει της, ότι. συκοφαντεί ψευδώς σε τρίτους τον εγκαλούντα. Άλλωστε, επί του θέματος αυτού έχει ήδη εκδοθεί το υπ' αριθμ. 208/2020 βούλευμα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία εναντίον του εγκαλούντος σχετικά με το αδίκημα της αποπλάνησης τέκνου, που δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη. Ταυτοχρόνως το άνω βούλευμα, επέβαλε στη μητέρα του τέκνου, Ε. Α. τα έξοδα, κρίνοντας ότι δολίως καθοδήγησε το τέκνο της Α., να προβεί σε ανυπόστατες καταθέσεις σε βάρος του πατέρα της. Αποδείχθηκε επίσης, ότι ο εγκαλών είναι ψυχικώς υγιής (βλ και την από ....2018 ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, του ψυχιάτρου Γ. Κ.), είναι χημικός μηχανικός και εργάζεται σε ανάλογες εργασίες, συνεπώς το γεγονός ότι δεν εργάσθηκε για ορισμένο χρονικό διάστημα, δεν τον καθιστά τεμπέλη.

Εξάλλου, η θέληση του πατέρα και ο ζήλος του να επικοινωνεί με την θυγατέρα του, την οποία δεν έχει δει για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να μαθαίνει για την υγεία της και την πρόοδο της, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι εγκαλών ορθά ενεργεί, και δεν αποδείχθηκε εν τέλει ότι είναι άχρηστος, κακός πατέρας και ότι καταπιέζει τους γύρω του και τους αναγκάζει να κάνουν πράγματα που δεν θέλουν. Τα ανωτέρω περιστατικά, γνώριζε η κατηγορουμένη, ωστόσο ισχυρίστηκε ψευδώς, ενώπιον του Μ. Σ., όλα τα ανωτέρω συκοφαντικά, που αναφέρονται και στο διατακτικό της παρούσας, προκειμένου να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του".

Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, με το ελαφρυντικό του άρ.84 παρ.2 περ. α' του ΠΚ, και καταδίκασε αυτή σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, διαλαμβάνοντας συγκεκριμένα το ακόλουθο, διατακτικό:

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παραπάνω κατηγορούμενη ένοχη κατά πλειοψηφία, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2 α' του Π.Κ. όπως πρωτοδίκως του ότι: Στην Αθήνα, στις 03/05/2016, ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων εν γνώσει της ψευδή περιστατικά για άλλον, που μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Μ. Σ. ανέφερε τα ακόλουθα ψευδή περιστατικά, τελώντας σε γνώση της αναλήθειάς τους και ότι είναι πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος Α. Κ., και ειδικότερα: ότι κακοποιεί σεξουαλικά το παιδί του, Α. και μάλιστα οι κατηγορίες αυτές θα αποδειχθούν και η αστυνομία σε λίγες μέρες θα τον κρίνει, ότι είναι διεστραμμένος και δεν πρόκειται να ξαναδεί ποτέ το παιδί του, ότι αποτελεί επικίνδυνο άτομο και για το παιδί του κυρίου Σ., γι' αυτό και να μην το φέρνουν σε επαφή μαζί του, ότι είναι άχρηστος, κακός πατέρας, τεμπέλης, ότι καταπιέζει τους γύρω του και τους αναγκάζει να κάνουν πράγματα που δεν θέλουν και συγκεκριμένα τους νονούς της Α. και τη μητέρα του (γιαγιά της Α.), προκειμένου να παίρνουν τηλέφωνο και να ζητούν να μιλήσουν στο παιδί, ότι δεν είναι καλά στην υγεία του και ότι κατασκοπεύει το παιδί του μέσω τρίτων συγγενικών προσώπων."

Με τις ανωτέρω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον συνδυασμό του σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της επίδικης αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1,14, 26 παρ.1 εδ. α', 27, 79,84 παρ.2 α', 362 και 363 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπή, ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία, και, έτσι, δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση της αντικειμενικής του υπόστασης της αξιόποινης πράξης και του δόλου της κατηγορουμένης -αναιρεσείουσας, ήτοι : 1) ο χρόνος και τόπος τέλεσης, 2) το περιεχόμενο των ψευδών γεγονότων που η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα, που ήταν ικανά να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, καθώς και η παράθεση χαρακτηρισμών για το πρόσωπο του εγκαλούντος που συνδέονται με πραγματικά γεγονότα, 3) ο δόλος της κατηγορουμένης, που περιλαμβάνει τη γνώση της αφενός μεν, ότι τα επίμαχα γεγονότα που ισχυρίστηκε και διέδωσε για τον εγκαλούντα, ενώπιον τρίτων, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του καθώς και τη γνώση ότι αυτά ήταν ψευδή, γνώση που θεμελιούται σε προσωπική και άμεση αντίληψη της ιδίας, όπως συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών της απόφασης, με συνέπεια να μην απαιτείται η παράθεση και άλλων περιστατικών σχετικά με τη γνώση αυτή, αφετέρου δε τη θέλησή της να ισχυριστεί ενώπιον τρίτων τα γεγονότα αυτά. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι η ανωτέρω γνώση της αναιρεσείουσας προκύπτει από το ότι αυτή γνώριζε για την συνταχθείσα στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας, μετά την υποβολή της έγκλησης από την κόρη της Ε. Α. κατά του εγκαλούντα για το αδίκημα της αποπλάνησης της κόρης τους Α. ιατροδικαστική έκθεση της ιατροδικαστού Σ. Μ., σύμφωνα με την οποία η Α., που εξετάστηκε στις 15-9-2015 " δεν φέρει σωματικές κακώσεις και είναι ανατομικά παρθένος".

Περαιτέρω, αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στον πρώτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο παραπονείται ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε την απαιτούμενη αιτιολογία για την κατάφαση της ενοχής της για την ως άνω επίδικη πράξη για την οποία την καταδίκασε, ότι δεν έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, τα ειδικώς κατονομαζόμενα έγγραφα, ήτοι (την από ...-2018 παιδοψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη της παιδοψυχιάτρου Σ. Χ., την από 28-10-2021 ακρόαση ανηλίκου από την Επαρχιακή Δικαστή, καθώς και την ψυχολογική πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε από τον Dr. R. F.), τα οποία δεν αξιολόγησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου απορριπτέος αφού από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης προκύπτει αναμφίβολα ότι το Δικαστήριο συναξιολόγησε και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και ουδόλως προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση ορισμένων μόνο.

Εξάλλου, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας με τις οποίες προβάλλεται ότι η εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι έγινε εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού είναι απαράδεκτες, διότι με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί της ουσίας της υπόθεσης. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί μεταβολής της κατηγορίας σε απλή δυσφήμηση ο οποίος δεν είναι αυτοτελής, καθώς η επιτρεπτή μεταβολή της φερόμενης αξιόποινης πράξης σε άλλη αποτελεί άρνηση της κατηγορίας, η οποία δεν χρήζει ειδικής αιτιολογίας, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο αιτιολογημένα ( μολονότι δεν είχε υποχρέωση), δεχόμενο ότι: "ως αποδείχθηκε συντρέχουν εν προκειμένω άπαντα τα στοιχεία πλήρωσης της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης ...", ενώ προηγουμένως, όπως προαναφέρθηκε, είχε αιτιολογήσει πλήρως τη συνδρομή των ανωτέρω στοιχείων, μεταξύ των οποίων και την εκ μέρους της αναιρεσείουσας γνώση της αναληθείας των δυσφημιστικών γεγονότων που ισχυρίστηκε ενώπιον του ως άνω τρίτου για τον εγκαλούντα προσώπου. Επομένως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, στον οποίο διαλαμβάνονται οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ'και Ε'ΚΠΔ αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι δηλαδή το Δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, καθώς και ότι δεν διέλαβε την απαιτούμενη αιτιολογία για την κατάφαση της ενοχής της για την επίδικη πράξη για την οποία την καταδίκασε.

Περαιτέρω, ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε'ΚΠΔ, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, διότι η επίδικη πράξη για την οποία καταδικάστηκε, συνιστά κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό εξύβριση και δεδομένου ότι έχει τελεσθεί πριν από 30-4-2020, έπρεπε το Δικαστήριο, κατ'εφαρμογή του άρθρου 64 παρ.1 του Ν.4689/2020, να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι πέραν του ότι ο ισχυρισμός περί μεταβολής της κατηγορίας είναι αρνητικός ισχυρισμός του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν η πράξη για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα πληροί, ως προς τα πραγματικά περιστατικά, την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 ΠΚ, κατά την προεκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια τους και δεν συνιστά το αδίκημα της εξύβρισης. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358 και 362 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσης του, ως αποδεικτικών στοιχείων, εγγράφων, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα, από την οποία ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά μέσα (άρθρο 358 ΚΠΔ), καθώς και παραβίαση των αρχών περί προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Γ' του ισχύοντος ΚΠΔ.

Τέτοια όμως ακυρότητα και παραβίαση της δημοσιότητας της διαδικασίας δεν επέρχεται, όταν το έγγραφο, που λήφθηκε υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί, αναφέρεται απλώς διηγηματικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο (ΑΠ 652/2023,ΑΠ 844/2019, ΑΠ 233/2019) ή, αν για το έγγραφο αυτό υπάρχει αναφορά σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως στην κατάθεση εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρα ή σε άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα, αφού, τότε, ο κατηγορούμενος λαμβάνει γνώση του εγγράφου αυτού και μπορεί να το αντικρούσει και να εκθέσει τις απόψεις του γι' αυτό, κατά το προαναφερόμενο άρθρο 358 του ΚΠΔ, οπότε αποτρέπεται η κατά τα άνω ακυρότητα. Τα ίδια ισχύουν και αν πρόκειται για έγγραφα που αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά (ΑΠ 652/2023, ΑΠ 980/2021, ΑΠ 65/2021). Η ανάγνωση εγγράφου δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία του στο οικείο μέρος των πρακτικών της δίκης, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να προκύπτει αυτή από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 652/203, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 418/2021, ΑΠ 560/2020).

Εξάλλου, το περιεχόμενο του αναγνωσθέντος εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να καταχωρίζεται στα πρακτικά της απόφασης ούτε να μνημονεύεται ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό, και όχι κάποιο άλλο, αναγνώστηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση του εγγράφου, παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενό του δηλώσεις και εξηγήσεις, αφού η δυνατότητα αυτή, λογικά, δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο (πληρότητα ή μη του τίτλου), κατά τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το αναγνωσθέν έγγραφο, αλλά από το αν αναγνώσθηκε πραγματικά ή όχι. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (ΑΠ 652/2023, ΑΠ 603/2021, ΑΠ 418/2021).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.1 εδ. γ' του ΚΠΔ, σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων. Από την τελευταία αυτή διάταξη, προκύπτει ότι η ανάγνωση, στην κατ` έφεση δίκη, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των περιεχομένων σ` αυτά καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάστηκαν, είναι υποχρεωτική, αλλά η μη ανάγνωσή τους δεν παράγει χωρίς άλλο ακυρότητα, αφού κάτι τέτοιο δεν απαγγέλλεται ρητώς στο νόμο (άρθρ. 171 παρ.1 ΚΠΔ). Μόνον σε περίπτωση που ζητηθεί η ανάγνωσή τους και το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν επέτρεψε αυτήν ή παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά με αυτήν, ιδρύεται εντεύθεν ο αναιρετικός λόγος του άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, ήτοι για έλλειψη ακρόασης, κατ' άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ. Η ανάγνωση των πρακτικών πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά του εφετείου ή από τις αιτιολογίες της απόφασης.

Όμως, αν αυτά δεν αναγνωσθούν, η λήψη υπόψη, για τον σχηματισμό της κρίσης επί της ενοχής, της απολογίας του κατηγορουμένου και των μαρτυρικών καταθέσεων που περιέχονται σ` αυτά, επάγεται απόλυτη ακυρότητα και καθιστά την απόφαση αναιρετέα (ΑΠ 652/2023, ΑΠ 1025/2021, ΑΠ 568/2019). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, μη αναγνωσθέν έγγραφο και ειδικότερα, ότι έλαβε υπόψη του την ιατροδικαστική έκθεση της ιατροδικαστού Σ. Μ. της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, με συνέπεια να έχει προκληθεί απόλυτη ακυρότητα (αρθρ. 171 παρ.1 περ. δ',510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ). Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι στις σελίδες 49 και 50 αναφέρεται ότι αναγνώσθηκε " ...ύστερα από πρόταση της Εισαγγελέως και εντολή του Προέδρου, χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από κανένα παράγοντα της δίκης αναγνώστηκαν δημόσια στο ακροατήριο ...18) η υπ'αριθμ. ...-2015 ιατροδικαστική έκθεση της ιατροδικαστού Σ. Μ. της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών" και ότι δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση από την κατηγορουμένη . Επομένως, ο ανωτέρω λόγος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Μετά ταύτα, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αριθμ. 73/2-5-2024 αίτηση της Δ. Α. του Ι., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1990/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε οκτακόσια ευρώ (800 €).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ              Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ